Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Al Mohamed Hussein, Αρ. Υπόθεσης: 17178/12, 18/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B128 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17178/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - v - Al Mohamed Hussein Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 18.11.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στις κατηγορίες της χρησιμοποίησης πλαστογραφημένης άδειας οδήγησης (δεύτερη κατηγορία) και της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία (τρίτη κατηγορία). Τα γεγονότα, όπως αυτά εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής είναι καταγραμμένα στα πρακτικά και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Τα έχω κατά νου και δεν προτίθεμαι να τα παραθέσω. Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και είναι λευκού ποινικού μητρώου. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αρκετά σοβαρά αδικήματα με πιο σοβαρό το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Λιγότερο αλλά αρκούντως σοβαρό είναι και το αδίκημα της παράνομης παραμονής το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 12 μηνών ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 σεντ ή και τις δύο ποινές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου: το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου την παραδοχή του στο Δικαστήριο τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, όπως αυτές περιγράφηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορό του την οικονομική του κατάσταση. Αναφορικά με το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας θα πρέπει να σημειωθεί ότι σήμερα ο Κατηγορούμενος για τους λόγους που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 τελεί υπό καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, γεγονός που καθιστά νόμιμη την παραμονή του σήμερα στην Δημοκρατία και που δεν δικαιολογεί την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως ελαφρυντικό το χρονικό διάστημα των 4 σχεδόν ετών που διέρρευσε από της διάπραξης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 υποδείχθηκε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη Νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα ελαφρυντικά, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, τείνει να μετριάσει την σοβαρότητα του σε τέτοια έκταση και βαθμό ώστε να μην κρίνεται επιβεβλημένη η επιβολή ποινής φυλάκισης. Υπό τις περιστάσεις κρίνω πως ο σκοπός του νόμου μπορεί να ικανοποιηθεί με την επιβολή της κατάλληλης χρηματικής ποινής. Όσον αφορά το ύψος της χρηματικής ποινής που θα επιβάλω στον Κατηγορούμενο έχω κατά νου την επίσης σαφώς νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποία τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται η Κατηγορούσα Αρχή στην ποινική διαδικασία και που διατάσσεται να πληρώσει ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Ο λόγος είναι γιατί αυτά δεν σχετίζονται με την συμπεριφορά του κατηγορούμενου που αποτελεί το υπόβαθρο της ποινικής διαδικασίας, αλλά είναι η δαπάνη στην οποία υποβάλλεται το δημόσιο για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την εις βάρος του υπόθεση (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 ΑΑΔ 194). Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: στην δεύτερη κατηγορία ποινή προστίμου Ευρώ 500,00 σεντ. στην τρίτη κατηγορία ποινή προστίμου Ευρώ 250,00 σεντ. Ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται, επίσης, σε Ευρώ 185,00 σεντ έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. Το συνολικό ποσό του προστίμου μαζί με τα έξοδα να πληρωθούν από το ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ το οποίο ο Κατηγορούμενος κατέθεσε σε μετρητά για να εξασφαλισθεί η παρουσία του. Το υπόλοιπο να επιστραφεί στον ίδιο. Να αφαιρεθεί το όνομα του Κατηγορούμενου από τον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από την Δημοκρατία και να επιστραφούν στον Κατηγορούμενο τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο