Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιλόνα Κεσίδου, Aρ. Υπόθεσης 217/15, 30/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B132 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 217/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Ιλόνα Κεσίδου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 30.11.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για την Κατηγορούμενη: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενη: παρούσα Π Ο Ι Ν Η Η Κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής σε αριθμό κατηγοριών που αφορούν κυρίως σε διαρρήξεις και κλοπές και οι οποίες και συνθέτουν πέντε ξεχωριστά κατηγορητήρια. Πρόκειται εκτός από την παρούσα υπόθεση για τις υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμούς 13446/15, 8578/15, 2252/15 και 29864/14. Κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης και της σύμφωνης γνώμης της Κατηγορούσας Αρχής δόθηκε από το Δικαστήριο η άδεια όπως οι προαναφερόμενες υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ληφθούν υπόψη στην παρούσα υπόθεση για σκοπούς επιβολής ποινής. Στην υπόθεση με αριθμό 217/15 η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία), της κλοπής (δεύτερη και πέμπτη κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τρίτη κατηγορία), της διάρρηξης γραφείου κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τέταρτη κατηγορία), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α κατά παράβαση του άρθρου 6
(1)
(2)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε (έκτη κατηγορία) και της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α κατά παράβαση του άρθρου 10(α) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε (έβδομη κατηγορία). Τα γεγονότα όπως αυτά παρουσιάσθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Δεν προτίθεμαι να τα παραθέσω και τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αναφέρω μόνο ότι σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή η Κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούμενης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής υιοθέτησε, κατ' αρχή, το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάσθηκε για την Κατηγορούμενη κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Ακολούθως, αναφέρθηκε σε διάφορους παράγοντες τους οποίους και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, όπως το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης, την άμεση παραδοχή της στο Δικαστήριο, ότι κατά την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων η Κατηγορούμενη τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό ώστε να μην μπορεί να ελέγχει τις πράξεις της, τις προσωπικές και οικογενειακές της συνθήκες και δη ότι είναι μητέρα ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 2 ετών καθώς και τις σοβαρές, όπως χαρακτηρίσθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορό της, προσπάθειες της Κατηγορούμενης για απεξάρτηση. Επικαλούμενη τα πιο πάνω ελαφρυντικά η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούμενης κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας να την αναστείλει. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η Κατηγορούμενη είναι ηλικίας 28 ετών. Προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Το έτος 1991 οι γονείς της Κατηγορούμενης εγκατέλειψαν την χώρα καταγωγής τους και μετοίκησαν μαζί με τα παιδιά τους συμπεριλαμβανομένης της Κατηγορούμενης στην Ελλάδα. Το έτος 2007 ο πατέρας της Κατηγορούμενης απεβίωσε και η Κατηγορούμενη μαζί με την μητέρα και την αδελφή της ήρθαν στην Κύπρο και εγκαταστάθηκαν στην Πάφο. Φοίτησε μέχρι την Β΄ τάξη του Γυμνασίου στην Θεσσαλονίκη και ακολούθως διέκοψε την φοίτησή της λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Αφότου μετοίκησε στην Κύπρο ενεγράφη στο εσπερινό σχολείο στην Πάφο πλην όμως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την φοίτησή της και να λάβει απολυτήριο. Άρχισε να εργάζεται σε περίπτερο και στην συνέχεια σε υπεραγορά από την οποία και απολύθηκε το 2013. Τα τελευταία χρόνια είναι άνεργη. Το 2010 τέλεσε γάμο με ομοεθνή της ο οποίος διαλύθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στην συνέχεια μετακινήθηκε στην Λεμεσό όπου εργαζόταν περιστασιακά σε διάφορες δουλειές, κυρίως, ως καθαρίστρια σε σπίτια. Ακολούθως, δημιούργησε σχέση με Κύπριο νέο ηλικίας 25 ετών με τον οποίο απέκτησε ένα κορίτσι ηλικίας σήμερα 2 ετών και με τον οποίο σήμερα είναι χωρισμένοι. Στον πατέρα του παιδιού της επιβλήθηκε το 2011 ποινή φυλάκισης ενός έτους. Τον Μάιο του 2015 ο πατέρας του παιδιού της φυλακίσθηκε εκ νέου. Η Κατηγορούμενη διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα μαζί με το παιδί της στο οποίο οι συνθήκες διαβίωσης δεν ήταν ικανοποιητικές αφού δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Ένεκα τούτου το παιδί της διέμενε συχνά με την γιαγιά του στην Πάφο. Το μοναδικό της εισόδημα είναι Ευρώ 452,00 σεντ από δημόσιο βοήθημα. Για νοίκι πλήρωνε Ευρώ 350,00 σεντ μηνιαίως. Δεν διαθέτει περιουσία, κινητή ή ακίνητη, ούτε και αποταμιεύσεις Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει αρκετά σοβαρές κατηγορίες. Το αδίκημα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ τιμωρείται με ποινή φυλάκισης διά βίου ή πρόστιμο ή και τις δύο ποινές, της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ με ποινή φυλάκισης 12 ετών ή πρόστιμο ή και τις δύο ποινές, τα αδικήματα των διαρρήξεων με ποινή φυλάκισης 7 ετών και, τέλος, τα αδικήματα της κλοπής και της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Εκτός από το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, το οποίο συνιστά πλημμέλημα, τα υπόλοιπα υπό τιμωρία αδικήματα συνιστούν κακουργήματα. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σχέση με τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής αναφέρονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Σχετική είναι, επίσης, η απόφαση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47 όπου υπογραμμίστηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Τέλος, κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στην υπόθεση Dos Santos v. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 297. Η εν λόγω υπόθεση παρόλο που αφορούσε σε προμήθεια ναρκωτικών είναι ενδεικτική καθότι σε αυτήν εκφράζεται η ανησυχία του Εφετείου για την ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα και την ανάγκη όπως μη γίνεται ανεκτή από τα Δικαστήρια εγκληματική συμπεριφορά που αναγκάζει τους πολίτες αμυνόμενους να αλλάξουν συνήθειες που χαρίζουν καλή ποιότητα ζωής στον τόπο μας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Μας προκαλεί θλίψη και ανησυχία η συνεχής εκμετάλλευση από εγκληματίες των συνθηκών και συνηθειών ζωής που επικρατούν στη χώρα μας, όπου οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι κάτοικοι θέλουν να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοιχτά, επιθυμούν να εισέρχονται στη χώρα μας εκατομμύρια τουρίστες, χωρίς να υποβάλλονται στις συνήθεις ταλαιπωρίες τελωνειακού ελέγχου. Οι άνθρωποι έμαθαν να αφήνουν ενίοτε εκτεθειμένη την περιουσία τους, πιστεύοντας πώς δεν θα κλαπεί ή καταστραφεί. Θέλουν να κινούνται ελεύθερα στους δρόμους χωρίς να φοβούνται πως θα ληστευθούν. Αυτές οι συνήθειες χαρίζουν την καλή ποιότητα ζωής στη χώρα μας. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει ανεχτή η εγκληματικότητα που αναγκάζει την Πολιτεία και τους πολίτες, αμυνόμενοι, να μεταβάλουν αυτές τις συνήθειες». Η σοβαρότητα των αδικημάτων των διαρρήξεων και των συναφών με αυτά κλοπών επαυξάνεται και από τον ρυθμό με τον οποίο αυτά διαπράχθηκαν. Συγκεκριμένα μέσα σε ένα διάστημα ενός έτους, ήτοι από τις 16.5.14 μέχρι τις 28.4.15, η Κατηγορούμενη διέπραξε τρεις συνολικά διαρρήξεις συνοδευόμενες από κλοπές και τέσσερις άλλες κλοπές. Επιβαρυντικό δε στοιχείο για το αδίκημα της επίθεσης είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή διαπράχθηκε και συγκεκριμένα όταν η παραπονούμενη πληροφόρησε την Κατηγορούμενη για την πρόθεσή της να καλέσει την Αστυνομία. Η Κατηγορούμενη τότε στην προσπάθειά της να διαφύγει έσπρωξε την παραπονούμενη και την δάγκωσε στην έσω επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίονα με αποτέλεσμα στην περιοχή να προκληθεί εκχύμωση. Οι πράξεις της Κατηγορούμενης καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και στην ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Καθιστούν δε αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικών, όπως κατοικιών και γραφείων, πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξε η Κατηγορούμενη. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση αυτού του αισθήματος προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία των πολιτών με τρόπο αποτελεσματικό. Αναφορικά με τα αδικήματα της κατοχής και χρήσης ναρκωτικών ουσιών το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων του σημείωσε την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών, κυρίως, λόγω της συχνότητας και της έξαρσης με την οποία αδικήματα αυτής της φύσης εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο, αλλά και των ζημιογόνων και καταστρεπτικών συνεπειών που προκύπτουν από την διάπραξή τους σε κοινωνικό επίπεδο. Στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα για αδικήματα αυτής της φύσης: «Η ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους .................................................................................... Η χρήση ναρκωτικών έχει, όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6162 και 6162/15.7.96. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο τόσο για την φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή». Στην υπόθεση Λούκας Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 577 τονίστηκε ότι «η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια με την ανύψωση των ποινών». Συναφώς υποστηρίχθηκε στην παλαιότερη υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 78 ότι «η απάντηση των Δικαστηρίων στην συνεχιζόμενη διάπραξη με αυξημένη συχνότητα τέτοιας φύσεως αδικημάτων στο νησί μας θα είναι η επιβολή με ανάλογο ρυθμό όλο και πιο αυστηρών ποινών από εκείνων που επιβάλλονται σήμερα». Στην υπόθεση Kayrandokht v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 359 τονίσθηκε ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Mohsen Jokarbozorgi v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 726 λέχθηκε στην σελίδα 728 ότι: «Η έξαρση η οποία παρατηρείται στην χρήση ναρκωτικών καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο της τιμωρίας». Στην υπόθεση Μάρκος Brayan Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 437 έχουν επισημανθεί τα ακόλουθα: «Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει επανειλημμένα την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια περιορισμού ή εξάλειψης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινού. Μάλιστα έχει τονιστεί ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της Δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας ναρκωτικών (βλ. Kablawi & others v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 494). Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι όπως φαίνεται από την σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται με την πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών (βλ. μεταξύ άλλων Hassan ν. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 210, Abdullah ν. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 323, Esper v. Δημοκρατίας
(1972)2 CLR 73 και Moussa ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 320). Η χρήση και διάδοση των ναρκωτικών έχει επανειλημμένα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα που υπονομεύει το θεμέλιο της κοινωνίας. Η έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη των αδικημάτων αυτής της κατηγορίας δεν μπορεί παρά να καταστήσει το στοιχείο αποτροπής στον καθορισμό της τιμωρίας των παραβατών πιο έντονο». (Βλ., επίσης, Youssef Nehmed Allah Sikaf ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 467). Τέλος, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Mehmet Sak.
(2005)2 ΑΑΔ 377 τονίσθηκε η αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών σε μια προσπάθεια μείωσης διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινωνικού συνόλου, αφού το είδος αυτό των αδικημάτων κλονίζει τα υγιή θεμέλια της κοινωνίας. Τονίσθηκε, επίσης, ότι το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου: το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης την άμεση παραδοχή της στο Δικαστήριο τις προσωπικές και οικογενειακές της συνθήκες όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας το ότι η Κατηγορούμενη κατά τους ουσιώδεις χρόνους τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό που να μην είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τις πράξεις της. Ενδεικτικά αναφέρθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορό της ότι η Κατηγορούμενη έφθασε μέχρι και το σημείο να ξεχνά το ίδιο της το παιδί ή να λιποθυμά μέσα στο Δικαστήριο από μεγάλες δόσεις. Αιτία δε για τις εγκληματικές της ενέργειες αποτελούσε η ανάγκη για εξασφάλιση της δόσης της. Κρίνω ότι επί του προκειμένου ισχύουν οι ίδιες αρχές που ισχύουν για την μέθη. Τόσο η Αγγλική όσο και η Κυπριακή Νομολογία κατέδειξαν ότι στις περιπτώσεις εκείνες που η μέθη επιδρά στην ένοχη πρόθεση που πρέπει να έχει ο δράστης αυτή λειτουργεί ως μετριαστικός παράγοντας (Βλ. Rex v. Morton
(1908)1 Cr. App. R. 225, υπόθεση που αφορούσε σε διάρρηξη κατοικίας, Tassos Savva Politis v. The Police
(1973)2 CLR 211, υπόθεση που αφορούσε σε κλοπή μοτοποδήλατου και Francis Kenneth Smith and Another v. The Police
(1969)2 CLR 189, υπόθεση που αφορούσε σε κλοπή και κακόβουλη ζημία). Στην υπόθεση Pernell κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 417, όπου έγινε ανασκόπηση της Κυπριακής Νομολογίας, λέχθηκε ότι στον βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος. Στην πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε ότι η απόφαση του Κακουργιοδικείου να μην προδώσει βαρύτητα στην μέθη υπό την οποία οι κατηγορούμενοι/εφεσείοντες τελούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο λόγω της φύσης και της μεγάλης σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξαν συνιστούσε σφάλμα. Λέχθηκε, περαιτέρω, ότι η σοβαρότητα του αδικήματος προσδιορίζεται ανεξάρτητα από τη μέθη, ενώ η μέθη αποτελεί στοιχείο το οποίο υπεισέρχεται στην αποτίμησή της. Η επήρεια του ποτού, κάτω από την οποία τελούσαν οι εφεσείοντες κατά το χρόνο διάπραξης των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν, κρίθηκε εν τέλει ότι μετρίαζε την σοβαρότητα τους τις προσπάθειες που καταβάλλει η Κατηγορούμενη για απεξάρτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β)(v) του Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, και μόνο η προθυμία του κατηγορούμενου να υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτηση αποτελεί παράμετρο που καθιστά τα αδικήματα των κατηγοριών 6 και 7 λιγότερο σοβαρά. Επί του προκειμένου αναφέρθηκε συγκεκριμένα από την ευπαίδευτη συνήγορό της ότι η Κατηγορούμενη σήμερα βρίσκεται στο κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης στην Αγία Σκέπη στο οποίο και προσαρμόσθηκε άριστα δηλώνοντας, έτσι, την γνήσια πρόθεσή της να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο ως ένα υγιές πλέον μέλος του. Δεν έχει επαφή με τον έξω κόσμο και όποτε χρειάζεται να παραστεί κάπου, όπως στο Δικαστήριο για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, συνοδεύεται από υπεύθυνο του Κέντρου. Μαζί της στην Θεραπευτική Κοινότητα ζει και το παιδί της. Το παιδί μεταφέρεται στον βρεφονηπιακό σταθμό από τους υπεύθυνους του ιδρύματος. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης παρουσίασε βεβαίωση από την Θεραπευτική Κοινότητα «Αγία Σκέπη» ημερομηνίας 11.9.15 - Τεκμήριο 1. Σε αυτή αναφέρεται ότι η Κατηγορούμενη εντάχθηκε στην Κλειστή Θεραπευτική Κοινότητα «Αγία Σκέπη» στις 29.7.15 για σκοπούς απεξάρτησης από εξαρτησιογόνες ουσίες. Μαζί της φιλοξενείται και η κόρη της ηλικίας 2 ετών η οποία φοιτά στον Περιφερειακό Δημόσιο Βρεφονηπιακό Σταθμό Ταμασσού. Το κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα διαρκεί από 12 έως 18 μήνες η μικρή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας που βρέθηκε στην κατοχή της Κατηγορούμενης, ότι η εν λόγω ποσότητα προοριζόταν για αποκλειστική χρήση της Κατηγορούμενης, ότι από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει η Κατηγορούμενη να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και τέλος ότι τα υπό τιμωρία αδικήματα των κατηγοριών 6 και 7 σχετίζονται αποκλειστικά με την χρήση ναρκωτικών (βλ. άρθρο 30
(4)(β) του Ν.25/77 όπως τροποποιήθηκε) η συνεργασία της Κατηγορούμενης με την Αστυνομία αναφορικά με το αδίκημα της έβδομης κατηγορίας. Η ανακάλυψη και στοιχειοθέτηση της πιο πάνω κατηγορίας θα αποτελούσε έργο εξόχως δύσκολο, αν όχι, αδύνατο για τις διωκτικές αρχές. Επί του προκειμένου δε χωρεί αμφιβολία ότι η συνεργασία της Κατηγορούμενης με την Αστυνομία ήταν καταλυτική αφού από μόνη της η Κατηγορούμενη αποκάλυψε ότι τον Νοέμβριο του 2014 έκανε χρήση αμφεταμίνης. Τα ελαφρυντικά που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία η Κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για την Κατηγορούμενη ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα επιβάλλω στην Κατηγορούμενη τις ακόλουθες ποινές : Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 έτους Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών Στην τέταρτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην πέμπτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 έτους Στην έκτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στην έβδομη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης μιας και το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω ότι συντρέχουν περιστατικά που δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στην Κατηγορούμενη. Αυτά είναι η ένταξή της στο κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης και το πολύ νεαρό της ηλικίας του παιδιού της. Το γεγονός του εγκλεισμού της Κατηγορούμενης στην Θεραπευτική Κοινότητα και οι μεγάλες προσπάθειες που καταβάλλει εκεί κατά το δύσκολο έργο της απεξάρτησης σηματοδοτούν την πρόθεση της Κατηγορούμενης για επανένταξη της στην κοινωνία και την ίδια στιγμή δείχνουν μια νέα στάση ζωής. Η σοβαρή αυτή προσπάθεια, η οποία άρχισε τέλος Ιουλίου του 2015 και η οποία θα συνεχισθεί για ακόμα 8 και ενδεχομένως μέχρι 14 ακόμα μήνες, κρίνω πως δεν θα πρέπει να διαταραχθεί με τον εγκλεισμό της Κατηγορούμενης στις φυλακές. Διαφορετική αντιμετώπιση θα ήταν μάλλον καταστροφική για την Κατηγορούμενη εν' όψει της ανάγκης αυτή να σωθεί από την καταστροφική έξη των ναρκωτικών τόσο για το δικό της καλό όσο και για το καλό του παιδιού της ώστε και να μπορέσει να το αναθρέψει. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου και τις άμεσες συνέπειες στο παιδί της Κατηγορούμενης από επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης σε αυτήν. Η παρουσία και συμβολή της Κατηγορούμενης στα πρώτα στάδια της ζωής του παιδιού της κρίνω πως είναι καταλυτικής σημασίας. Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι η απεξάρτηση από τα ναρκωτικά συνιστά σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα. Ελαφρυντικό παράγοντα αποτελεί, ακόμα, και η ίδια η προσπάθεια για απεξάρτηση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κανάρη
(2005)2 ΑΑΔ 327 το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος κατέβαλε πολλές και έντονες προσπάθειες αποτοξίνωσης με επιτυχία λήφθηκε υπόψη ως ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν το Ανώτατο Δικαστήριο να αναστείλει τις ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον εφεσίβλητο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Βασίλη Βασιλείου
(2003)2 ΑΑΔ 21 το Εφετείο έκρινε ότι το γεγονός της απεξάρτησης του εφεσείοντα σε συνδυασμό με άλλα περιστατικά του, περιλαμβανομένου του ότι ήταν πατέρας 4 ανήλικων τέκνων, δικαιολογούσαν την αναστολή των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις 3 κατηγορίες που αυτός αντιμετώπιζε. Στην υπόθεση Γιάννης Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 463 το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 4 μηνών σε κατηγορία για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου. Το Εφετείο ακύρωσε την επιβληθείσα ποινή μειώνοντάς την σε τέτοια έκταση ώστε ο εφεσείων να αποφυλακισθεί αμέσως. Κρίθηκε, πως το γεγονός, ότι ο εφεσείων με δική του θέληση ακολούθησε πρόγραμμα απεξάρτησης με επιτυχία με αποτέλεσμα να αποβάλει πλήρως την κακή έξη χρήσης ναρκωτικών είχε καταλυτική σημασία για την επιμέτρηση της ποινής. Τέλος, στην υπόθεση Μάριος Π. Χαραλάμπους ν. Αστυνομία
(2005)2 ΑΑΔ 82 το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 5 μηνών, 15 ημερών και 6 μηνών σε τρεις κατηγορίες που αφορούσαν, οι πρώτες δύο, σε κατοχή και, η τρίτη, σε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Το Εφετείο μείωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης σε τέτοια έκταση ώστε ο εφεσείων να αποφυλακισθεί αμέσως. Στην κρίση του Εφετείου βάρυναν εκτός από το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του, την συνεργασία του με την Αστυνομία και τις δύσκολες προσωπικές του περιστάσεις που έζησε όταν ήταν παιδί και έφηβος, η αυτόβουλη προσπάθεια του να επιτύχει την απεξάρτησή του με την βοήθεια ειδικών. Παρά το ότι μέχρι την έφεση δεν υπήρχε ενώπιον του Εφετείου στοιχείο επιτυχίας, εντούτοις, το Εφετείο έδωσε βαρύτητα στο ότι η προσπάθεια ήταν δύσκολη, αφού ο εφεσείων, ηλικίας 40 ετών, ήταν χρήστης από τα 18 του και η προσπάθεια για απεξάρτηση που είχε αρχίσει συνεχιζόταν. Το ότι ακόμα και η προσπάθεια για απεξάρτηση, ανεξαρτήτως επιτυχίας, θα πρέπει να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να την συνεχίζει τονίσθηκε και προγενέστερα στην υπόθεση Πέτρος Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στην Κατηγορούμενη μια δεύτερη ευκαιρία να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή στις σωστές βάσεις και την ίδια στιγμή την ευκαιρία να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής θα διάγει μια νόμιμη ζωή. Από την ίδια εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα της δίδεται να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας ή άλλης φύσης. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στην Κατηγορούμενη αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Τα ναρκωτικά να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Όλα τα υπόλοιπα τεκμήρια να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. Το όνομα της Κατηγορούμενης να αφαιρεθεί από τον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από την Δημοκρατία. Η Αστυνομία να παραδώσει στην Κατηγορούμενη τα ταξιδιωτικά της έγγραφα. Η υποχρέωση της Κατηγορούμενης να παρουσιάζεται σε Αστυνομικό Σταθμό παύει από σήμερα. Λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμούς 13446/15, 8578/15, 2252/15 και 29864/
- Το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου να ενημερώσει το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για το αποτέλεσμα των υποθέσεων με αριθμούς 13446/15, 8578/15, 2252/15 και 29864/
- (Επεξηγούνται στην Κατηγορούμενη το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Διαρρήξεις, παράνομη κατοχή και χρήση ΕΦ τάξεως Α Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο