← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χρίστος Γενεθλίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1932/2010, 3/12/2015

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χρίστος Γενεθλίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1932/2010, 3/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1932/2010 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής Και Χρίστος Γενεθλίου Κυριάκος Χαραλαμπίδης Νίκος Νικολάου Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 3 Δεκεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξ. Ξενοφώντος Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Α. Σάββα Για τον κατηγορούμενο 2: κα Α. Σαββίδου (για να ακούσει την ποινή κ. Δ. Σαββίδης) Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Αλ. Αλεξάνδρου (για να ακούσει την ποινή κα Λεμονάρη) Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3: παρόντες ----------------------- Π Ο Ι Ν Η Ο πρώτος κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία σε δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού (δεύτερη κατηγορία και έκτη κατηγορία) του άρθρου 10 του Νόμου 87

(1)/2007, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (ο Νόμος 87
(1)/2007 καταργήθηκε με τον Νόμο 91(Ι)/2014) και σε δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας (τρίτη κατηγορία και όγδοη κατηγορία) του άρθρου 154 του Κεφ.
  1. Στην όγδοη κατηγορία μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο κρίθηκαν ένοχοι και οι κατηγορούμενοι 2 και 3, επίσης μετά από ακροαματική διαδικασία. Όλοι κατηγορούμενοι έχουν αθωωθεί στις κατηγορίες του βιασμού, της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, ενώ οι κατηγορούμενου 2 και 3 έχουν αθωωθεί στην κατηγορία της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού. Τα αδικήματα που αφορούν τον πρώτο κατηγορούμενο διαπράχθηκαν στις 5/9/2008 και στις 14/6/2009 ενώ το αδίκημα της διαφθοράς που αφορά τους κατηγορούμενους 2 και 3 αλλά και τον πρώτο κατηγορούμενο διαπράχθηκε στις 14/6/
  2. Η παραπονούμενη γεννήθηκε στις 20.6.
  3. Στις 5.9.2008 ημερομηνία που διαπράχθηκαν τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού και το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας από τον πρώτο κατηγορούμενο η παραπονούμενη ήταν ηλικίας 15 ετών και 3 μηνών και στις 14.6.2009 που διαπράχθηκαν τα ίδια και πάλι αδικήματα ήταν σχεδόν 16 ετών. Η παραπονούμενη πάσχει από γενετικό νόσημα του συνδετικού ιστού το οποίο ανήκει στην οικογένεια νοσημάτων με την επωνυμία Ehlers Danlos και παρουσιάζει υπερεκετασιμότητα και ευθραυστότητα του δέρματος και των συναφών ιστών και υπερκινητικότητα των αρθρώσεων. Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο ήταν όλοι τους ενήλικες, ηλικίας 25, 27 και 27 ετών αντίστοιχα. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν εκτεθεί στην απόφαση του δικαστηρίου ημερομηνίας 30.10.2015 και συνοπτικά έχουν ως εξής: Η παραπονούμενη με τον πρώτο κατηγορούμενο συναντήθηκαν για πρώτη φορά στις 5.9.2008 στην οικία της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη και πρώτος κατηγορούμενος είχαν μιλήσει προηγουμένως αρκετές φορές στο τηλέφωνο και την προηγούμενη της πιο πάνω ημερομηνίας, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν η παραπονούμενη κάλεσε τον πρώτο κατηγορούμενο στο σπίτι της. Η παραπονούμενη και ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχαν ποτέ πριν συναντηθεί μεταξύ τους σε προσωπικό επίπεδο. Οι γονείς της παραπονούμενης και η αδελφή της, στις 5.9.2008 απουσίαζαν από την οικίας τους και ο πρώτος κατηγορούμενος κατέφθασε στις 08:00 το πρωί. Αφού αρχικά η παραπονούμενη και ο πρώτος κατηγορούμενος συζήτησαν διάφορα θέματα στη συνέχεια συνευρέθηκαν σεξουαλικά. Η παραπονούμενη κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν η πρώτη φορά που είχε σεξουαλική επαφή με άντρα όπου και επήλθε ρήξη του παρθενικού της υμένα. Η σεξουαλική συνεύρεση τους συνίστατο σε ερωτική πράξη τόσο από τον κόλπο όσο και από τον πρωκτό και έγινε στο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης. Ο πρώτος κατηγορούμενος λίγες ημέρες μετά το πιο πάνω περιστατικό αναχώρησε για την Αγγλία και επέστρεψε στην Κύπρο τον Απρίλιο του
  4. Από τον Μάιο του 2009 η παραπονούμενη και ο πρώτος κατηγορούμενος άρχισαν να έχουν συχνή επικοινωνία δια τηλεφώνου. Η επικοινωνία τους γινόταν με τηλεφωνήματα και ανταλλαγή μηνυμάτων. Η παραπονούμενη στις 14.6.2009 κατά την διάρκεια του απογεύματος είχε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρώτο κατηγορούμενο. Στις 14.6.2009 περί ώρα 20:30 ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν μόνη της στην οικία της, δέχτηκε επίσκεψη από τον πρώτο και τρίτο κατηγορούμενο. Οι γονείς της παραπονούμενης και η αδελφή της εκείνο το βράδυ είχαν αποχωρήσει από την οικία τους περί ώρα 20:20 και είχαν μεταβεί για επίσκεψη σε φιλικό τους σπίτι στην Αγ. Μαρινούδα. Η παραπονούμενη ήταν αυτή που προσκάλεσε στις 14.6.2009 τον πρώτο κατηγορούμενο στην οικία της. Ο τρίτος κατηγορούμενος σε κάποιο χρονικό σημείο αποχώρησε από την οικία της παραπονούμενης και στην συνέχεια κατέφθασε ο δεύτερος κατηγορούμενος, όπου οι τρείς τους (παραπονούμενη, πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενος) παρέμειναν μέχρι την άφιξη των γονέων της και της αδελφής της περί ώρα 22:
  5. Τους κατηγορούμενος 2 και 3, η παραπονούμενη δεν τους γνώριζε προηγουμένως και για πρώτη φορά τους συνάντησε το βράδυ της 14ης Ιουνίου 2009 όταν επισκέφθηκαν το σπίτι της. Η παραπονούμενη στις 14.6.2009 ήλθε σε σεξουαλική επαφή με τους τρείς κατηγορούμενους, αρχικά με τον πρώτο κατηγορούμενο στη συνέχεια με τον τρίτο, ακολούθως μετά την αποχώρηση του τρίτου και την άφιξη του δεύτερου, με τον δεύτερο, μετά εναλλάξ με τον δεύτερο και πρώτο αλλά και ταυτόχρονα με τον δεύτερο και πρώτο. Επίσης, στους κατηγορούμενους 1 και 3 έκανε στοματικό έρωτα ενώ ήρθε σε συνουσία από τον πρωκτό με όλους τους κατηγορούμενους σε διαφορετικές περιπτώσεις. Ενώ η παραπονούμενη και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βρίσκονταν όλοι μαζί στο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης, εισήλθαν στην οικία οι γονείς της και στη συνέχεια αφού ανέβηκαν στο υπνοδωμάτιο της και άνοιξαν την πόρτα βρήκαν πάνω στο κρεβάτι να στέκεται γυμνός ένας άντρας, ο οποίος διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, πάνω στο κρεβάτι στεκόταν και η παραπονούμενη, η οποία φορούσε τα ρούχα της (φούστα - μπλούζα, στηθόδεσμο) αλλά όχι το κάτω εσώρουχο της, επίσης εντός του δωματίου δίπλα από το κρεβάτι στεκόταν γυμνός ακόμη ένας άντρας, ο οποίος διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος. Ο πατέρας της παραπονούμενης επιτέθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος κατάφερε, αφού βρήκε από το δωμάτιο να διαφύγει από την κύρια είσοδο της οικίας γυμνός. Ο πατέρας της παραπονούμενης, επιτέθηκε και στον δεύτερο κατηγορούμενο, τον οποίο κατάφερε να ακινητοποιήσει. Η παραπονούμενη η οποία εξήλθε από το υπνοδωμάτιο της τελευταία, αφού κατέβηκε τις σκάλες και βρέθηκε στον κάτω χώρο του σπιτιού λιποθύμησε. Στο μέρος κλήθηκε και κατέφθασε η αστυνομία, καθώς και ασθενοφόρο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Η παραπονούμενη λιπόθυμη μεταφέρθηκε, με το ασθενοφόρο, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Κατά την άφιξη της αστυνομίας στην οικία, ο δεύτερος κατηγορούμενος εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε τραυματιστεί από τα χτυπήματα που δέχτηκε από τον πατέρα της παραπονούμενης. Κατά τον χρόνο που η αστυνομία βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου είχε μεταφερθεί η παραπονούμενη, τον χώρο του Νοσοκομείου επισκέφθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος για περίθαλψη ο οποίος είχε τραυματιστεί στα πόδια λόγω του ότι διέφυγε από την οικία της γυμνός χωρίς παπούτσια και περιφερόταν. Ο πρώτος κατηγορούμενος αφού εντοπίστηκε από την αστυνομία κλήθηκε στο ΤΑΕ για εξετάσεις. Στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, κλήθηκε ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους και εξέτασε την παραπονούμενη. Η παρουσία και τρίτου άνδρα στο σπίτι της παραπονούμενης, το βράδυ της 14ης Ιουνίου 2009, ήτοι του τρίτου κατηγορούμενου, αποκαλύφθηκε στη συνέχεια. Η παραπονούμενη ενέπλεξε τον τρίτο κατηγορούμενου στην δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 17.6.
  6. Ο πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενος, συνελήφθηκαν στις 15.6.2009 και ώρα 0235 και 0240 αντίστοιχα στα γραφεία του ΤΑΕ με δικαστικά εντάλματα σύλληψης για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, για το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας και του βιασμού, όπου ο πρώτος κατηγορούμενος απάντησε «Είμαι αθώος» και ο δεύτερος «Έτσι πράγμα δεν έκαμα επήα θύμα». Ο τρίτος κατηγορούμενος, συνελήφθηκε με δικαστικό ένταλμα σύλληψης για το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας στις 16.6.2009 και ώρα 18:50 στα γραφεία του ΤΑΕ από τον Μ.Κ.3 και στις 17.6.2009 και ώρα 1420 συνελήφθηκε και πάλι δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και για το αδίκημα του βιασμού. Στην πρώτη περίπτωση, ο τρίτος κατηγορούμενος κατά την σύλληψη του απάντησε «Δεν το ήξερα ότι ήταν μιτσιά» και στην δεύτερη «Δεν την βίασα». Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων στις αγορεύσεις τους για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησαν τις εκθέσεις που ετοιμάστηκαν από γραφείο ευημερίας και αφορούν τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες των κατηγορούμενων 1- 3 και έθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου τους μετριαστικούς παράγοντες που θα πρέπει να λάβει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής, όπως, μεταξύ άλλων, το λευκό ποινικό μητρώο τους, τον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα σε συνδυασμό με την μεταβολή των προσωπικών τους συνθηκών. Ο κ. Αλεξάνδρου η αγόρευση του οποίου προηγήθηκε μετά από άδεια. την οποία υιοθέτησε και η κα Σαββίδου για τον δεύτερο κατηγορούμενο, αλλά και ο δικηγόρος του τρίτου κατηγορούμενου, στο μέγεθος που αυτή καλύπτει τους πελάτες τους, σχολίασε το άρθρο 154 του Ποινικού Κώδικα και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Guektor Popov v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 52/2008 ημερ. 22.5.
  7. Η κα Σαββίδου για τον δεύτερο κατηγορούμενο και ο κ. Αλεξάνδρου για τρίτο κατηγορούμενο, εισηγήθηκαν επίσης, ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης στους κατηγορούμενους 2 και 3 ακόμη και εάν ανασταλεί θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα λόγω των επιπτώσεων που θα έχει στην εργοδότηση τους. Τέλος, εισηγήθηκαν όλοι οι συνήγοροι των κατηγορούμενων, ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης στους κατηγορούμενους δύναται υπό τις περιστάσεις αυτή να ανασταλεί. Αναμφίβολα το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας του άρθρου 154 του Κεφ. 154 που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι 1 - 3 είναι σοβαρό και η σοβαρότητα του αντικατοπτρίζεται μέσα από την ποινή που προβλέπει ο νόμος. Με βάση επίσης την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, ιδιαίτερα σοβαρό είναι το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού του άρθρου 10 του Νόμου 87
(1)/2007, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αδίκημα το οποίο διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος, όπου σύμφωνα με τον Νόμο «Όποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ή εκπορνεύει παιδί είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη». Σύμφωνα με την νομολογία, το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.α
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στη Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Για το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας του άρθρου 154 του Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια. Η σοβαρότητα του υπό αναφορά αδικήματος προκύπτει επίσης και από την ίδια τη φύση του, όπου ενόψει τη ηλικίας του θύματος, προδίδει την ύπαρξη εκμετάλλευσης από μέρους του δράστη ειδικότερα όταν πρόκειται για μεγαλύτερα σε ηλικία πρόσωπα. Αδικήματα συνεπώς αυτής της μορφής και φύσης θα πρέπει, να αντιμετωπίζονται και αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήριο με αυστηρότητα. Οι προβληματισμοί που έχουν διατυπωθεί στην υπόθεση Popov (πιο πάνω), στην οποία αναφέρθηκαν και οι συνήγοροι των κατηγορούμενων, έχουν να κάνουν με την αύξηση του ορίου της ηλικίας με την τροποποίηση του άρθρου 154, από 16 σε 17 ετών, όπου ενδέχεται να αποστασιοποίηση τον Νόμο από την ευρύτερη κοινωνική πραγματικότητα που σχετίζεται με την σεξουαλική δραστηριότητα των νέων που συνουσιάζονται και εξακολουθούν να συνουσιάζονται με συνομήλικες τους κάτω των 17 ετών. Σε ότι αφορά τις περιπτώσεις αυτές, λέχθηκε ότι, θα ήταν παρακινδυνευμένο να λεχθεί ότι αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα καθ΄οσον θα αφήνετο στην καλή κρίση των διωκτικών αρχών πότε θα φέρουν κατηγορία και πότε όχι. Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν πρόκειται για την περίπτωση που περιγράφεται πιο πάνω στην υπόθεση Popov, δηλαδή εδώ δεν έχουμε την περίπτωση συνομήλικων προσώπων, εδώ όλοι οι κατηγορούμενοι, αν και πρόκειται για νεαρά βεβαία πρόσωπα, ήταν πολύ μεγαλύτερα σε ηλικία από την παραπονούμενη, ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν 25 ετών και οι κατηγορούμενοι 2 και 3, 27 ετών. Άρα ο προβληματισμός της Popov δεν ισχύει και δεν βρίσκει εφαρμογή στα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης. Δεν παραγνωρίζω βέβαια, όπως έχει νομολογηθεί, ότι κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της πραγματικών περιστατικών, ενώ κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, απαιτείται εξατομίκευση της, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, σε συνδυασμό με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Επίσης διατηρώ κατά νου ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, δε θα πρέπει να εξουδετερώνει την αποτρεπτικότητα της ή να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου. Π. Ε. 7000 ημερομηνίας 24.4.2001). Σε ότι αφορά την θέση του συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου ότι η Κατηγορούσα Αρχή στέρησε στον πρώτο κατηγορούμενο το δικαίωμα της παραδοχής λόγω της στάσης της, αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον κ. Σάββα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι υπήρξε από μέρους του πρώτου κατηγορούμενου πρόθεση από τα αρχικά στάδια της δίκης, όταν πλέον ανέβαλε αυτός ως δικηγόρος του, να παραδεχτεί τις κατηγορίες πλην του βιασμού και ότι αυτό θα γινόταν εάν η Κατηγορούσα Αρχή απέσυρε την κατηγορία του βιασμού, όμως επειδή υπήρξε άρνηση εκ μέρους της, ο πρώτος κατηγορούμενος στερήθηκε του δικαιώματος του για παραδοχή. Ακόμα και να ισχύει κάτι τέτοιο, δηλαδή ακόμα να υπήρξε τέτοια πρόθεση και τέτοια εισήγηση από μέρους του πρώτου κατηγορούμενου, δεν μπορεί να θεωρηθεί η πρόθεση του αυτή ως ελαφρυντικό στοιχείο και να προσμετρήσει υπέρ του. Για τον πρώτο κατηγορούμενο δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο στο να προβεί σε παραδοχή στις συγκεκριμένες κατηγορίες ή σε όποιες κατηγορίες ήθελε εάν επιθυμούσε κάτι τέτοιο και να αρνηθεί τις κατηγορίες του βιασμού, εντούτοις αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και η άρνηση του αυτή ήταν μέχρι τέλους. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να φέρει οποιαδήποτε ευθύνη της επιλογής του αυτής. Στην υπό κρίση περίπτωση, θεωρώ ότι υπάρχουν στοιχεία που διαφοροποιούν την περίπτωση του πρώτου κατηγορούμενου από αυτή των κατηγορουμένων 2 και 3. Αρχικά γιατί ο πρώτος κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε περισσότερες κατηγορίες, γιατί κρίθηκε ένοχος σε πολύ πιο σοβαρή κατηγορία με βάση την ποινή που ο νόμος προβλέπει αυτή της εκμετάλλευσης παιδιού του άρθρου 10 του Ν. 87
(1)/2007 και επίσης γιατί η δική του συμπεριφορά καλύπτει δύο περιστατικά που αφορούν διαφορετικές ημερομηνίες γεγονός που δείχνει την τάση του για επανάληψη. Πέραν των πιο πάνω, μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης, προκύπτει αβίαστα ότι, όχι μόνο ο πρώτος κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την παραπονούμενη για την ικανοποίηση των δικών του ορέξεων αλλά στην συνέχεια «πάσαρε» την παραπονούμενη στον φίλο του, τρίτο κατηγορούμενο, και στον ξάδελφο του, δεύτερο κατηγορούμενο, εκμεταλλευόμενος την επιρροή που ασκούσε σε αυτή συνεπεία της σχέσης εξάρτησης που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους αλλά και με τον ίδιο να υπερισχύει. Όπως και στην απόφαση μου επισημαίνω, η παραπονούμενη ήταν ένα παιδί με συναισθηματικά κενά, ενώ ως αποτέλεσμα του κοινωνικού αποκλεισμού που βίωνε, δεν είχε αυτοεκτίμηση, αυτοπεποίθηση, χαρακτηριζόταν από έλλειψη δυναμικότητας, είχε έντονη την ανάγκη για συναισθηματική κάλυψη και γενικά ήταν άτομο που παρουσίαζε συναισθηματικά και ψυχικά ελλείμματα και κενά. Για το πως αισθανόταν η παραπονούμενη για τον πρώτο κατηγορούμενο, όπως αναφέρω και στην απόφαση μου, επαναλαμβάνω τα ίδια τα λόγια της: «Είχε φορές που με έκανε να νοιώθω ωραία. Δηλαδή με κάποιο τρόπο ένοιωθα ότι στα μάθκια του κάποιες φορές ήμουν σημαντική τζιαί εν είχα τούτη την προσοχή τζιαι την αναγνώριση από άτομα εκτός της οικογένειας μου τζιαι έχω το παράπονο. Τζιαι με τον τρόπο του έκαμε με τζιαι ένοιωθα κάτι». Ο πρώτος κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο για την υπόθεση, ήταν ηλικίας 25 ετών, η παραπονούμενη ηλικίας 15 - 16 με νοητικό επίπεδο αντίληψης λόγω του ψυχισμού της, ηλικίας 12 ετών. Ο πρώτος κατηγορούμενος, γνώριζε για μεγάλο χρονικό διάστημα την παραπονούμενη και διατηρούσε συχνή επαφή μαζί της, αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι είχε αντιληφθεί τις όποιες αδυναμίες στον ψυχισμό της, στις αντιλήψεις της αλλά και τα συναισθήματα της έναντι του καθώς και το ευάλωτο του χαρακτήρα της συνεπεία των πιο πάνω ελλείψεων που αναφέρω. Η ηλικία του, αλλά και η μεγάλη διαφορά της ηλικίας τους, δεν μπορεί παρά να του επέτρεπε να έχει πλήρη αντίληψη του χαρακτήρα και των αδυναμιών της παραπονούμενης. Οι ενέργειες και οι πράξεις του δεν μπορεί να οφείλονται σε αφέλεια και ανωριμότητα όπως ο συνήγορος του υποστήριξε στην αγόρευση του. Συνεπώς, ο πρώτος κατηγορούμενος εκμεταλλευμένος τις ανάγκες και τα συναισθήματα της παραπονούμενης, αλλά και την ανάγκη της να του είναι αρεστή ως επίσης και την αφέλεια της παιδικής της ηλικίας, την οδήγησε σε ένα ερωτικό όργιο με συνομηλίκους του αψηφώντας και καταπατώντας κάθε ανθρώπινο συναίσθημα που πρέπει να περιβάλει την υγιή ερωτική επαφή με σύντροφο της επιλογής του κάθε ανθρώπου. Σε ότι αφορά τους κατηγορούμενους 2 και 3 και αυτοί με την σειρά τους αντιμετώπισαν την παραπονούμενη με ευτελή τρόπο αλλά και με τρόπο που δεικνύει αποδοχή του δώρου που τους προσφέρθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, χρησιμοποιώντας την πανέτοιμοι να ικανοποιήσουν τις δικές τους ορέξεις. Δεν παραγνωρίζω βέβαια, τουλάχιστον σε ότι αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο, ότι υπήρξε κάποια παραπλάνηση για τις πραγματικές συνθήκες τόσο σε σχέση με την οικία την οποία επισκέφθηκε όσο και για την σχέση του πρώτου κατηγορουμένου με την παραπονούμενη, αφού η παραπονούμενη δεν αρνήθηκε ότι το σπίτι ήταν του πρώτου κατηγορούμενου και ότι αυτή ήταν η κοπέλα του, όταν αυτά του λέχθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο στην παρουσία της. Πέραν των όσων αφορούν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων τις οποίες όπως περιγράφω πιο πάνω, που θεωρώ ότι είναι επιβαρυντικές για τους κατηγορούμενους, ειδικότερα για τον πρώτο, για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής που θα τους επιβάλω, λαμβάνω υπόψη μου ως ελαφρυντικά και προς όφελος τους, το λευκό ποινικό μητρώο τους και το σύνολο των προσωπικών, οικογενειακών και άλλων συνθηκών τους, όπως αυτές εμφαίνονται στις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας και στις οποίες έκαναν αναφορά και οι συνήγοροι τους. Σε ότι αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο λαμβάνω υπόψη μου και τα δύσκολα χρόνια της νεαρής του ηλικίας συνεπεία των προστριβών και του μετέπειτα του χωρισμού των γονέων του, ως επίσης και την ανάμιξη που είχε με τα ναρκωτικά από τα οποία κατάφερε να ξεφύγει καθώς και τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει συνεπεία των πιο πάνω. Σε σχέση όμως με τις προσωπικές τους συνθήκες λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλέπε Alsarsan ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 5919 ημερομηνίας 18.1.1996, Zewar v. Αστυνομίας
(1990)2 AAΔ 384 και Μιχαήλ Α. Ψύλλος ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430) και συνεπώς σε αυτές αποδίδω την ανάλογη βαρύτητα. Επιπρόσθετα και σε σχέση με τον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης για τα οποία ο καθένας τους κρίθηκε ένοχος, αρχικά λαμβάνω υπόψη μου και την μετέπειτα συμπεριφορά των κατηγορουμένων όπου έκτοτε δεν έχουν επιδείξει ανάλογη συμπεριφορά. Αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώρηση μιας υπόθεσης εναντίον ενός προσώπου ή στην καθυστέρηση εκδίκαση της ως ελαφρυντικός παράγων ο οποίος μπορεί ανάλογα με τις περιστάσεις να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση υπάρχει πλούσια νομολογία ( βλ. μεταξύ άλλων Αβρααμίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 617) Στην προκειμένη περίπτωση, εξετάζοντας το ζήτημα του χρόνου που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα ορθό είναι να αναφερθώ στην πορεία της υπόθεσης, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου της. Σε ότι αφορά τον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων της ημερομηνίας 5.9.2008 και της ημερομηνίας 14.6.2009 μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου που έγινε στις 22.2.2010, κρίνω ότι δεν τίθεται ζήτημα καθυστέρησης και ο χρόνος που διέρρευσε κρίνεται δικαιολογημένος. Αφορμή, σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, για την καταγγελία του πρώτου περιστατικού, ήταν το δεύτερο περιστατικό που ακολούθησε, αυτό της 14ης Ιουνίου 2009. Παρά το ότι περιήλθε στην αντίληψη των γονέων της παραπονούμενης ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη, ανήλικη κόρη τους, στις 5.9.2008, δεν έγινε καταγγελία στην αστυνομία κατόπιν απόφασης και επιλογής των γονέων της. Μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, ενώπιον του δικαστηρίου εμφανίζονται μόνο οι κατηγορούμενοι 2 και 3 και παρά το ότι έγινε κατορθωτό να επιδοθεί το κατηγορητήριο στον πρώτο κατηγορούμενο για να εμφανιστεί στις 26.7.2010 αυτός δεν εμφανίστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Ο πρώτος κατηγορούμενος φαίνεται στην συνέχεια να εγκαταλείπει την Κύπρο και τούτο είχε ως αποτέλεσμα το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του να μην μπορεί να εκτελεστεί και να εκδοθεί στην συνέχεια ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Τελικά, ο πρώτος κατηγορούμενος αυτοβούλως εμφανίζεται στο Δικαστήριο στις 8.5.2012 με δικηγόρο, αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση για όλους τους κατηγορούμενους την 1.6.2012 και ακολούθως στις 12.9.2012 όπου και άρχισε η ακρόαση της. Συνεπώς, η καθυστέρηση που παρατηρείται μέχρι την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης οφείλεται αλλά και καταλογίζεται αποκλειστικά στον πρώτο κατηγορούμενο και για αυτό δεν μπορεί να προσμετρήσει υπέρ του. Στην συνέχεια, στην επιμήκυνση του χρόνου ακρόασης της υπόθεσης, συντέλεσαν η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης σε δύο περιπτώσεις για τους κατηγορούμενους 2 και 3, στην απόσυρση του δικηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου και μέχρι τον διορισμό νέου δικηγόρου με νομική αρωγή, στα αιτήματα αναβολής που προέρχονταν συνήθως από τους συνηγόρους των κατηγορούμενων, με 1 ή 2 περιπτώσεις από την Κατηγορούσα Αρχή αλλά και στα προβλήματα που υπήρξαν στο σύστημα για της κατάθεσης της παραπονούμενης κατά ακρόασης της υπόθεσης και στην αλλαγή του προγράμματος του δικαστηρίου. Συνεπώς το ζήτημα που χρόνου και η καθυστέρηση δεν μπορεί να κριθεί κατά απομόνωση από τα γεγονότα που οδήγησαν στην δημιουργία της. Παρά ταύτα, θεωρώ ότι η καθυστέρηση που παρατηρείται θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που οι Κατηγορούμενοι διέπραξαν, χωρίς να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως τονίστηκε στη Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητάς τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος. Τονίζω δε με έμφαση ότι τα αδικήματα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση γνώση την οποία αντλώ εκ της ιδιότητας μου και γενικά μέσα από τις υποθέσεις που εκδικάζονται από τα δικαστήρια και διαφαίνεται από την νομολογία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου δηλαδή παρουσιάζεται έξαρση στην διάπραξη μιας κατηγορίας αδικημάτων, η επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι ένας τρόπος και ένα μέτρο που πρέπει να δρα κατασταλτικά αλλά και καταλυτικά και να εκπέμπει τα κατάλληλα μηνύματα προς την κοινωνία αλλά και σε κάθε επίδοξο παραβάτη. Στην υπόθεση Muhannad Mohamed Mustafa Abunazha ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 42/09, ημερ. 23.10.09 υπεδείχθη ότι : « Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το επιβάλλον ποινή δικαστήριο μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι η διάπραξη ενός αδικήματος ή ενός είδους αδικημάτων ευρίσκεται σε έξαρση, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αυξημένης ποινής. (βλ. Al-Awar κ.ά ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, Παλάοντας ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 70). Όπως δε ορθά εντοπίζεται και στο σύγγραμμα « Sentencing in Cyprus» 2nd Edition, του Γ.Μ. Πική, στη σελ.6, οι κοινωνικές συνθήκες μιας δεδομένης χρονικής περιόδου είναι βοηθητικές ως προς το που θα πρέπει να απευθυνθεί η αυστηρότητα του δικαίου. Επομένως, είναι επιτρεπτό για τα δικαστήρια να λαμβάνουν δικαστική γνώση της έξαρσης στην οποία βρίσκεται η διάπραξη αδικημάτων σε μια δεδομένη εποχή. Δικαστική δε γνώση, σημαίνει γνώση σε σχέση με την οποία δεν απαιτείται απόδειξη ή κατάδειξη με μαρτυρία ή άλλο τρόπο στοιχειοθέτησης. Συνάγεται επομένως ότι ένα ποινικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του χωρίς μαρτυρία, την έξαρση στην οποία βρίσκεται η διάπραξη ενός αδικήματος ή είδους αδικημάτων ως θέμα δικαστικής γνώσης, βασιζόμενο είτε στη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται υποθέσεις αυτής της φύσης ενώπιόν του, ή ενώπιον άλλων δικαστηρίων και του Εφετείου καθώς και γενικότερα. Θα ήταν δε παράλειψη αν δεν τονιζόταν ότι, όταν παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, τότε δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή». Η εξατομίκευση της ποινής όπως υποδεικνύει η νομολογία (Nabokov ν. Δημοκρατιας
(2003)2 A.A.Δ. 381) δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού της χαρακτήρα. Η σοβαρότητα εγκλημάτων αυτής της μορφής σε συνάρτηση με το γεγονός ότι βρίσκονται σε έξαρση αναποδράστως απολήγουν σε επιβολή ποινών φυλάκισης. Όπως προανέφερα και στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν ελαφρυντικά προς όφελος των κατηγορούμενων, όμως η σοβαρότητα αλλά και η συχνότητα διάπραξης αδικημάτων αυτής της φύσης και μορφής καθώς και η ανάγκη για αποτροπή, δεν αφήνει άλλη επιλογή από αυτή της φυλάκισης κρίνοντας έτσι ως εντελώς ανεδαφική την εισήγηση για επιβολή άλλου είδους ποινής στους κατηγορούμενους, καθότι τέτοια αντιμετώπιση δεν συνάδει ούτε με την νομολογία ούτε με στοιχείο της αποτροπής. Σε ότι αφορά το κύριο στοιχείο της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων των κατηγορούμενων που ήταν το ζήτημα της καθυστέρησης, ζήτημα το οποίο προβληματίσει σαφώς και το ίδιο το δικαστήριο το οποίο και έχει λάβει υπόψη του όλους τους παράγοντες που οδήγησαν στην δημιουργίας της, τούτο που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα και να επιδράσει στην ποινή που θα επιβληθεί στους κατηγορούμενους είναι το ύψος της αλλά όχι το είδος της αφού όπως πιο πάνω αναφέρω σε τέτοιου είδους αδικήματα μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Συνεπώς, έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καθώς και την συμμετοχή ενός εκάστου των κατηγορουμένων στα γεγονότα και στην διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης επιβάλω σε αυτούς κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές:
  1. Στον πρώτο κατηγορούμενο: (α) Σε κάθε μια από τις κατηγορίες 2 και 6 ποινή φυλάκισης 3 μηνών. (β) Σε κάθε μια από τις κατηγορίες 3 και 8 ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
  2. Στους κατηγορούμενους 2 και 3 (α) Ποινή φυλάκισης 3 μηνών την όγδοη κατηγορία. Τονίζω δε ότι ο παράγων καθυστέρηση έχει διαδραματίσει δραστικό λόγο και ρόλο στο ύψος της ποινής η οποία υπό άλλες συνθήκες θα ήταν σημαντικά αυστηρότερη. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου για επιβολή ποινής φυλάκισης θα ακολουθήσει η εξέταση του θέματος κατά πόσο η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους πρέπει να οδηγήσει σε άμεση φυλάκιση τους ή να δύναται να ανασταλεί, ως ήταν και η εισήγηση των συνηγόρου τους. Η εξουσία του δικαστηρίου να αναστέλλει την εκτέλεση ποινής φυλάκισης διέπεται από τις πρόνοιες των Περί της Υφ' όρον αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένες περιπτώσεις Νόμων του 1972 έως έχει τροποποιηθεί αρχικά με το Ν. 41
(1)/97 και τελευταία με το Ν. 186
(1)/2003. Με την τροποποίηση που έχει γίνει με το Ν. 41
(1)/97, η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής είχε περιοριστεί σημαντικά αφού με το εδ.
(2)του άρθρου 3 του Νόμου διαλαμβάνετο ότι « Το Δικαστήριο δε διατάσσει αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης εκτός αν έχει την γνώμη ότι η έκδοση διατάγματος αναστολής δικαιολογείται από τις εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.» Με την τροποποίηση που έγινε με το Ν. 186
(1)/2003 το εδ.
(2)του άρθρου 3 έχει τώρα ως εξής: «
(2)Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Γίνεται φανερό από το πιο πάνω λεκτικό του άρθρου 3
(2)του Νόμου ότι ο νομοθέτης διεύρυνε και πάλι την διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου στο ζήτημα αυτό ( βλ. Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε 7585 ημερ. 2.2.2004). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303, αναφέρθηκε ότι μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής είναι οι ακόλουθοι: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για την διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά την διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Σε ότι αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, η δική του συμμετοχή και ο ρόλος που διαδραμάτισε την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης αλλά και το γεγονός ότι δεν έχω εντοπίσει στοιχεία μεταμέλειας για τις πράξεις και την συμπεριφορά του, παρά το ότι διέρρευσε μεγάλο χρονικό διάστημα από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα μη έχοντας ταυτόχρονα εντοπίσει οποιασδήποτε ουσιαστικές μεταβολές στην ζωή του και έχοντας πιο πάνω κρίνει το στοιχείο της καθυστέρησης ως μετριαστικό παράγοντα για την μείωση της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε, λαμβάνοντας όμως υπόψη μου και την όλη συμπεριφορά του που οδήγησε στην καθυστέρηση έναρξης της δίκης συνεπεία της φυγοδικίας του, θεωρώ ότι τα περιστατικά της υπόθεσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε καθώς και η ανάγκη για αποτροπή στην διάπραξη αυτού του είδους αδικημάτων, οδηγούν στην κατάληξη ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Η περίπτωση των κατηγορούμενων 2 και 3, όπως και πιο πάνω αναφέρω διαφοροποιείται από αυτή του πρώτου κατηγορούμενου, συνέπεια του ρόλου και τις δικής του συμμετοχής, ως επίσης και λόγω της διαφοράς της σοβαρότητας του αδικήματος που αυτοί κρίθηκαν ένοχοι σε σχέση με το αδίκημα της εκμετάλλευσης παιδιού του άρθρου 10 του Ν. 87
(1)/2007 για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος. Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία, ήτοι την έκθεση του γραφείου ευημερίας, ο τρίτος κατηγορούμενος τον Σεπτέμβριο του 2012 παντρεύτηκε, απόκτησε εντωμεταξύ παιδί ηλικίας 11 μηνών σήμερα και έχει μόνιμη και σταθερή εργασία. Συνεπώς, οι προσωπικές του συνθήκες, ειδικότερα οι σημαντικές μεταβολές που περιγράφω πιο πάνω στην ζωή του, σε συνδυασμό με τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη του αδικήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχος, με οδηγούν στην κατάληξη ότι μπορώ να ασκήσω προς όφελος του την διακριτική μου ευχέρεια και να αναστείλω την ποινή φυλάκισης του επιβλήθηκε. Σε ότι αφορά τον τρίτο κατηγορούμενο, η δική του συμμετοχή ήταν αυτή που περιγράφω πιο πάνω και ηπιότερη θα έλεγα σε σοβαρότητα από αυτή του τρίτου κατηγορούμενου, αφού κατά κάποιο τρόπο παραπλανήθηκε με την συμβολή και της παραπονούμενης για τα πραγματικά γεγονότα με αποτέλεσμα να διαπράξει το αδίκημα που κρίθηκε ένοχος χωρίς να υπάρξει κάποιος προσχεδιασμός από μέρους του. Περαιτέρω με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία, ήτοι την έκθεση του γραφείου ευημερίας, ο δεύτερος κατηγορούμενος το 2013 αρραβωνιάστηκε και προγραμματίζει τον γάμο του εντός του τρέχοντος έτους ενώ σε ότι αφορά την επαγγελματική του πορεία είναι εμφανές ότι υπάρχει προοπτική εργοδότησης του ως καθηγητής Ρωσικών. Συνεπώς και για τον δεύτερο κατηγορούμενο για τους ίδιους λόγους που εξηγώ πιο πάνω σε σχέση με τον τρίτο κατηγορούμενο, οδηγούμαι στην κατάληξη ότι μπορώ να ασκήσω προς όφελος του την διακριτική μου ευχέρεια και να αναστείλω την ποινή φυλάκισης του επιβλήθηκε. Συνεπεία των πιο πάνω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους 2 και 3 αναστέλλεται για περίοδο 2 ετών. Στους κατηγορούμενους 2 και 3 εξηγείται η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής εκ ποσού €800 να καταβληθούν ως ακολούθως: Τα 2/3 του ποσού των εξόδων να καταβληθούν αναλογικά από τους κατηγορούμενους 2 και 3 ενώ το 1/3 τους να πληρωθεί από την Δημοκρατία ενόψει της κατάληξης για επιβολή ποινής φυλάκισης στον πρώτο κατηγορούμενο χωρίς αναστολή. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.