Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέας Γεωργίου κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 6181/12, 3/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B125 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 6181/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -
- Ανδρέας Γεωργίου
- Κωνσταντίνος Μακρής Ημερομηνία: 3.11.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 2: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος 2, από τώρα και στο εξής «ο Κατηγορούμενος», αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της κατοχής και της φόνευσης είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος κατά παράβαση των άρθρων 2 και 28, Παράρτημα V του Περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου, Ν. 152(Ι)/2003, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος», κατηγορίες 3 και 4 αντίστοιχα. Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι στις 30.9.11 στην Πάφο κατείχε 27 αμπελοπούλια χωρίς να είναι κάτοχος ειδικής άδειας που εκδίδεται από τον Υπουργό Εσωτερικών (τρίτη κατηγορία) και ότι την ίδια ημέρα τα φόνευσε (τέταρτη κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στις εναντίον του κατηγορίες, οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο πρώην Κατηγορούμενος
- Επίσης, κατά την διάρκεια της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προέβηκαν σε δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου για τους λόγους που εξήγησε στην αγόρευσή του υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του αναφορικά με την τέταρτη κατηγορία, ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης στηρίζεται στο ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος φόνευσε τα αμπελοπούλια. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής υπό το φως του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας περιλαμβανομένων και των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια αλλά και των παραδεκτών γεγονότων. Το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή για τις 29.9.
- Την ημέρα εκείνη ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα τροποποίησης του κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα της τρίτης κατηγορίας και ταυτόχρονα ζήτησε από το Δικαστήριο όπως μη απαγγείλει την επιφυλαχθείσα απόφασή του. Παρουσίασε, επίσης, την νέα κατηγορία σε γραπτή μορφή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου ενέστη στην τροποποίηση και το Δικαστήριο με την σύμφωνη γνώμη των συνηγόρων όρισε την υπόθεση για αγορεύσεις επί του αιτήματος της τροποποίησης στις 15.10.
- Την ημέρα εκείνη το Δικαστήριο και αφού μελέτησε το θέμα έκρινε με αναφορά στις υποθέσεις Georghios Chr. Leonidou v. The Police
(1987)2 CLR 96 και Andreas Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 CLR 148 ότι το ορθό θα ήταν όπως πρώτα εκδώσει την επιφυλαχθείσα απόφαση και στην περίπτωση που κρίνει ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί στην τρίτη κατηγορία και, ακολούθως, αυτεπάγγελτα κρίνει ότι είναι σκόπιμη η τροποποίηση του κατηγορητηρίου δυνάμει των εξουσιών που του παρέχονται από τις πρόνοιες του άρθρου 83 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, να ζητήσει τις απόψεις των συνηγόρων προτού πράξει έτσι. Οι συνήγοροι συμφώνησαν με την πιο πάνω προσέγγιση του Δικαστηρίου. Η απαλλαγή κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την Νομολογία δικαιολογείται μόνο όταν: δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (Βλ. Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E R 448). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, σε προκατάληψη εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας ήταν αξιόπιστη. Το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στο να διερευνήσει κατά πόσο συντρέχει μια εκ των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων προκειμένου ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί από το πρώιμο αυτό στάδιο. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, εν' όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση, αφού και στις δύο περιπτώσεις το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and Another v. Police, που πιο πάνω αναφέρεται). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9 όπου στην σελίδα 16 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσο ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας .................................. Στην υπόθεση R v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85 αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή». Θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης ότι δεν παρουσιάσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που φόνευσε τα αμπελοπούλια. Η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε μόνο ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο τα είχε στην κατοχή του. Καμία, όμως, μαρτυρία δεν παρουσίασε που να καταδεικνύει ότι τα φόνευσε. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου στην τέταρτη κατηγορία. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην τέταρτη κατηγορία. Αναφορικά με την τρίτη κατηγορία σημειώνονται τα ακόλουθα. Με την εν λόγω κατηγορία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί το ότι στις 30.9.11 είχε στην κατοχή του είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος, ήτοι τα 27 αμπελοπούλια, χωρίς να είναι κάτοχος ειδικής άδειας που εκδίδεται από τον Υπουργό Εσωτερικών. Επισημαίνονται τα ακόλουθα. Πρώτο, σύμφωνα με τον Νόμο τα αμπελοπούλια δεν είναι είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος, αλλά προστατευόμενο είδος. Δεύτερο, αναφορικά με άγρια πτηνά των οποίων η θήρα και η σύλληψη απαγορεύεται, ήτοι άγρια πτηνά προστατευόμενου, σύμφωνα με τον Νόμο, είδους, όπως είναι τα αμπελοπούλια, η κατοχή δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση. Κατηγορείται, δηλαδή, ο Κατηγορούμενος με την τρίτη κατηγορία για ένα αδίκημα που δεν υφίσταται σύμφωνα με τον Νόμο. Προφανώς είναι γι' αυτό τον λόγο που η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να τροποποιήσει το κατηγορητήριο με την προσθήκη νέας κατηγορίας. Αναπόφευκτα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην τρίτη κατηγορία. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Νόμου η κατοχή προστατευόμενου είδους απαγορεύεται. Το εν λόγω άρθρο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 9 και 12, ο υπουργός λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο με σκοπό τη θέσπιση ενός γενικού καθεστώτος προστασίας όλων των ειδών άγριων πτηνών.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), απαγορεύεται: (α) Η εκ προθέσεως θανάτωση και/ή σύλληψη άγριων πτηνών με οποιοδήποτε τρόπο· (β) η εκ προθέσεως καταστροφή και/ή βλάβη των φωλιών και/ή των αυγών και/ή η αφαίρεση φωλιών άγριων πτηνών· (γ) η εκ προθέσεως ενόχληση άγριων πτηνών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αναπαραγωγής και κατά την περίοδο εξάρτησης των νεοσσών από τους γονείς· (δ) η συλλογή των αυγών άγριων πτηνών στη φύση και η κατοχή τους, έστω και κενών· (ε) η κατοχή άγριων πτηνών, των οποίων απαγορεύεται η θήρα και η σύλληψη.
(3)Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)είναι ένοχο αδικήματος». Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου: «"προστατευόμενο" σημαίνει το είδος της άγριας πανίδας του οποίου απαγορεύεται η πυροβόληση, φόνευση, σύλληψη, καταδίωξη, κατοχή, πώληση ή έκθεση προς πώληση και καθορίζεται στο Παράρτημα VI». Σύμφωνα με το Παράρτημα VI του Νόμου το αμπελοπούλι ή άλλως σταφιδοτσιροβάκος (sylvia atricapilla) ανήκει στην κατηγορία των Σιλβιίδων και είναι προστατευόμενο πτηνό. Κρίνω ότι η προσαχθείσα μαρτυρία αποκάλυψε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου αναφορικά με το αδίκημα της κατοχής άγριων πτηνών, των οποίων η θήρα και η σύλληψη απαγορεύεται, ήτοι 27 αμπελοπουλιών, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8
(1),
(2)(ε),
(3), 26, 88, 100 και Παράρτημα VI (XLVII) του Περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου, Ν. 152(Ι)/2003, όπως τροποποιήθηκε. Στην βάση των προνοιών του άρθρου 83 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να προβεί αυτεπάγγελτα σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου σε αυτό το στάδιο. Και δεν έχει σημασία το ότι έτυχε να προηγηθεί το αίτημα για τροποποίηση από την Κατηγορούσα Αρχή. Το ορθό, όμως, σε μια τέτοια περίπτωση είναι όπως το Δικαστήριο πρώτα ακούσει τις απόψεις των συνηγόρων των διαδίκων επί του ζητήματος της τροποποίησης. Καθοδήγηση άντλησα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Georghios Chr. Leonidou v. The Police
(1987)2 CLR 96. Προτού, όμως, κάνω λεπτομερή αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα άρθρα 83-85 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε: 83.—
(1)Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίησή του ή με υποκατάστασή του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.
(2)Όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται με τον τρόπο αυτό, το διάταγμα για τη μεταβολή σημειώνεται πάνω στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, και αυτά χρησιμοποιούνται για το σκοπό κάθε συναφούς διαδικασίας ωσάν να είχαν καταχωριστεί με τη μορφή που έχει μεταβληθεί. 84.—
(1)Όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται όπως προβλέπεται στο άρθρο 83, το Δικαστήριο καλεί αμέσως τον κατηγορούμενο να απολογηθεί σε αυτό και να δηλώσει κατά πόσο είναι έτοιμος να δικαστεί βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο ως έχει μεταβληθεί.
(2)Αν ο κατηγορούμενος δηλώσει ότι δεν είναι έτοιμος, το Δικαστήριο εξετάζει τους προβαλλόμενους λόγους και, αν η άμεση συνέχιση της διαδικασίας δεν ενδέχεται κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου να επηρεάσει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του ή τον κατήγορο στο χειρισμό της υπόθεσης από αυτόν, το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει τη δίκη ωσάν, το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο που έχει μεταβληθεί, να ήταν το αρχικό.
(3)Αν το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο κακουργιοδικείο που έχει μεταβληθεί είναι τέτοιο ώστε η άμεση συνέχιση της δίκης να ενδέχεται, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου να επηρεάσει, δυσμενώς τον κατηγορούμενο ή τον κατήγορο, το Δικαστήριο δύναται είτε να διατάξει νέα δίκη είτε να αναβάλει τη δίκη για τέτοια χρονική περίοδο ως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει αναγκαία.
(4)Όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται από το Δικαστήριο μετά την έναρξη της δίκης η μαρτυρία που έχει ήδη δοθεί κατά τη διάρκεια της δίκης, δύναται να χρησιμοποιηθεί χωρίς επανακρόαση αλλά επιτρέπεται στους διαδίκους να επανακαλέσουν ή επανακλητεύσουν οποιοδήποτε μάρτυρα ο οποίος είναι δυνατό να εξετάστηκε και να εξετάσουν ή αντεξετάσουν αυτόν αναφορικά με την εν λόγω μεταβολή. 85.—
(1)Αν μέρος μόνο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο αποδεικνύεται και το μέρος που αποδείχτηκε συνιστά ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος δύναται, χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, να καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα το οποίο αποδεικνύεται ότι διέπραξε.
(2)Αν πρόσωπο κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, αυτό δύναται, χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου ή κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, να καταδικαστεί για απόπειρα διάπραξης του εν λόγω ποινικού αδικήματος.
(3)Αν πρόσωπο αποδεικνύεται ότι τέλεσε οποιαδήποτε πράξη με σκοπό να διαπράξει το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και αν η τέλεση της πράξης με τέτοια πρόθεση συνιστά ποινικό αδίκημα, αυτός δύναται, αν ακόμη δεν του προσάφθηκε κατηγορία για το ποινικό αδίκημα που αναφέρθηκε αμέσως πιο πάνω, να καταδικαστεί για αυτό, χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο.
(4)Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειτο σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπισή του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο». Στην υπόθεση Georghios Chr. Leonidou v. The Police
(1987)2 CLR 96 ο εφεσείων αντιμετώπιζε την κατηγορία του βιασμού κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο συμφώνησε με την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία δεν κατέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ώστε ο εφεσείων να κληθεί σε απολογία στην πιο πάνω κατηγορία. Αθώωσε τον εφεσείοντα στην κατηγορία του βιασμού και προέβη αυτεπάγγελτα σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου προσθέτοντας κατηγορία για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, αδίκημα αναφορικά με το οποίο αποφάσισε ότι είχε αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, χωρίς, όμως, πρώτα να ακούσει τις απόψεις του συνηγόρου Υπεράσπισης. Το Εφετείο έκρινε ότι η περίπτωση ήταν κατάληλλη για τροποποίηση του κατηγορητηρίου από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 83 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε. Αθώωσε, όμως, τον εφεσείοντα για λόγους που επί του παρόντος δεν ενδιαφέρουν. Πρόταξε δε τις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές: ένα κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό (defective) όχι μόνο όταν είναι ελαττωματικό στην όψη του (bad on its face) αλλά και όταν (α) δεν συνάδει με την μαρτυρία που παρουσιάσθηκε ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου είτε ένεκα ανακριβειών (inaccuracies) ή ελλείψεων (deficiencies) στο κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στο Κακουργιοδικείο ή επειδή το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στο Κακουργιοδικείο περιέχει αδικήματα τα οποία δεν αποκαλύπτονται στην μαρτυρία εκείνη ή δεν περιέχει αδίκημα το οποίο αποκαλύπτεται σε αυτήν, (β) όταν για τέτοιους λόγους δεν συνάδει με την μαρτυρία που δόθηκε στην δίκη. Στην υπό εξέταση περίπτωση και υπό το φως των πιο πάνω το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό στην όψη του είναι επιθυμητό όπως το εκδικάζον Δικαστήριο ακούσει τις απόψεις των διαδίκων πριν προσθέσει την νέα κατηγορία, αλλά η παράλειψη του Δικαστηρίου να ακούσει τις απόψεις των διαδίκων επί ενός ζητήματος σαν και αυτού δεν συνιστά ουσιώδη αντικανονικότητα (material irregularity) το άρθρο που δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να τροποποιήσει το κατηγορητήριο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως είναι το άρθρο 83 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, και όχι το άρθρο 85 του ιδίου Νόμου, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής μετά την ολοκλήρωση της δίκης. Το άρθρο 83 τυγχάνει εφαρμογής σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και περιλαμβάνει την περίπτωση κατά την οποία κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κατηγορούμενου ώστε αυτός να μπορεί να κληθεί σε απολογία επί του κατηγορητηρίου όπως αυτό έχει αρχικά συνταχθεί και εν πάση περιπτώσει πριν την ολοκλήρωση της δίκης. Σε μια τέτοια περίπτωση οι διάδικοι έχουν το όφελος του εδαφίου 4 του άρθρου 84. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι έχω την εξουσία στο στάδιο αυτό να τροποποιήσω το κατηγορητήριο με την προσθήκη νέας κατηγορίας, αυτής που υπέδειξα ανωτέρω. Προτού, όμως, πράξω τούτο καλούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι να εκθέσουν τις απόψεις τους. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τροποποίηση κατηγορητηρίου στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως Subject: Criminal / General / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο