← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωάννη Τσιλικίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6493/13, 30/11/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωάννη Τσιλικίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6493/13, 30/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6493/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωάννη Τσιλικίδη

  1. Ισαάκ Ταταρίδη Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.11.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα (για ν' ακούσει απόφαση κα Αργυρού) Για τον 1ο κατηγορούμενο: κα Μ. Παπαδημήτρη (για ν' ακούσει απόφαση κ. Παπαδημήτρης) Κατηγορούμενος 1: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 155, την κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 292(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, την κατηγορία της κλοπής από κατοικία, κατά παράβαση των άρθρων 266(β) 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 3, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Τις ίδιες κατηγορίες αντιμετώπιζε και ο 2ος κατηγορούμενος. Ωστόσο, αναφορικά με αυτόν, η υπόθεση, στις 25.8.2015 διακόπηκε λόγω μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του, στις 18.5.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, καταλογίζεται στους κατηγορούμενους, ότι, στις 4.1.2012, στην Τίμη, της επαρχίας Πάφου, συνωμότησαν μεταξύ τους, με σκοπό να διαπράξουν τα κακουργήματα που αναφέρονται στις άλλες δυο κατηγορίες. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία διέρρηξαν και εισήλθαν στην κατοικία του Στέλιου Σπύρου από την Τίμη και διέπραξαν σ' αυτή το κακούργημα της κλοπής που αναφέρεται στην 3η κατηγορία. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο, πάντοτε, χρόνο και τόπο έκλεψαν από την παραπάνω κατοικία, ένα ΔΟΚΟ, μάρκας «BAIKAL», διάφορα χρυσαφικά και χρήματα, όλα, συνολικής αξίας €1.600,00, περιουσία του Στέλιου Σπύρου από την Τίμη. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορίας, η οποία - υπόθεση -, θα πρέπει να σημειωθεί εδράζεται στο περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - κατά βάση καταθέσεων -, το οποίο αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός (βλ. τα τεκμήρια 1 μέχρι 10) υποβλήθηκε εισήγηση εκ μέρους της υπεράσπισης, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Η εισήγηση εδράζεται στις ακόλουθες θέσεις της ευπαίδευτης δικηγόρου του 1ου κατηγορούμενου: Η προσαχθείσα μαρτυρία αφορά άλλο πρόσωπο και όχι τον πελάτη της. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο τελευταίος ήταν στη σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η επιστημονική μαρτυρία τον αθωώνει πλήρως. Όπως ανάφερε καταληκτικά η κα Παπαδημήτρη, δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, έναντι της παραπάνω εισήγησης της υπεράσπισης, - θα έλεγα -, προς τιμή της περιορίστηκε σε δήλωση ότι συμφωνεί με την κα Παπαδημήτρη. Καθώς έχει νομολογηθεί η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο, δε θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αζίνας ν. Αστυνομίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 199 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Έχοντας κατά νου όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων παρατηρώ τα εξής: Παρότι έχει αποδειχθεί ότι στον ουσιώδη χρόνο διαρρήχθηκε η κατοικία του παραπονούμενου, από την οποία κλάπηκε η επίδικη περιουσία του, ως εκτίθεται αναλυτικά στις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, εντούτοις, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως, ότι ο 1ος κατηγορούμενος, δρώντας, είτε από μόνος του είτε συνωμοτικά με το 2ο κατηγορούμενο διέπραξε οποιοδήποτε από τα αδικήματα αυτά. Το γεγονός ότι, στον ουσιώδη χρόνο, όταν ο παραπονούμενος επέστρεψε στο σπίτι του, έξω από αυτό βρισκόταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε τότε ο 1ος κατηγορούμενος και μέσα σ' αυτό, στη θέση του οδηγού βρισκόταν ο 2ος κατηγορούμενος, τον οποίο, ο παραπονούμενος, την επομένη, 5.1.2012 είδε και αναγνώρισε στο Δικαστήριο, στο οποίο είχε παρουσιαστεί ως ύποπτος για την παρούσα υπόθεση ο 1ος κατηγορούμενος, για σκοπούς έκδοσης διατάγματος προσωποκράτησης εναντίον του, δεν αναιρεί την παραπάνω διαπίστωσή μου. Τα παραπάνω στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας, εξ αντικειμένου, ενώ δημιουργούν εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι, ο 1ος κατηγορούμενος, ενδεχομένως ενέχεται στη διάπραξη των αδικημάτων, πόρρω απέχουν από το να μπορεί να λεχθεί ότι δημιουργούν υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως εναντίον του για τη διάπραξή τους έτσι ώστε να πρέπει να κληθεί σε απολογία για να προβάλει την υπεράσπισή του σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Έπεται ότι η εισήγηση επιτυγχάνει. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους - νομικούς και πραγματικούς - ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του 1ου κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ακολουθεί ότι αυτός αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξη κατοικίας και κλοπή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.