← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Mircea Florin Ciubotariou, Αρ. Υπόθεσης: 3021/15, 17/11/2015

Δημοκρατία ν. Mircea Florin Ciubotariou, Αρ. Υπόθεσης: 3021/15, 17/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2015:20 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3021/15 Δημοκρατία Εναντίον Mircea Florin Ciubotariou Κατηγορούμενου - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος - παρών ΠOINH Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά πέντε κατηγορίες, στις οποίες αρνήθηκε ενοχή. Την ημέρα της ακρόασης και πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, άλλαξε απάντηση στις κατηγορίες αρ. 1 και 5 στο κατηγορητήριο από μη παραδοχή σε παραδοχή. Ειδικότερα, παραδέχθηκε την κατηγορία για βιασμό κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 1) και την κατηγορία της διάρρηξης καταστήματος, κατά παράβαση των άρθρων 291 και 294(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 5). Η Κατηγορούσα Αρχή προχώρησε στην καταχώρηση αναστολής της ποινικής δίωξης σε σχέση με τις υπόλοιπες τρεις κατηγορίες, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί από αυτές. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος σε σχέση με την κατηγορία αρ. 1 στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος την 17.01.2015, στην Πάφο, ήρθε σε παράνομη συνουσία με την Elaine Orlando από την Αγγλία και τώρα στην Πάφο, χωρίς τη συναίνεση της. Επιπρόσθετα, ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος της 5ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά την 25.04.2015 διέρρηξε και εισήλθε στη μπυραρία "QUEEN VIC PUB", που βρίσκεται στην οδό Επαμεινώνδα 29 στην Κάτω Πάφο, ιδιοκτησίας του Skipp Gary Ian από την Αγγλία και τώρα στην Πάφο, με σκοπό να διαπράξει μέσα σε αυτήν κακούργημα, δηλαδή κλοπή. Ως τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση, στις 17.01.2015 η παραπονούμενη Elaine Orlando, ηλικίας 81 ετών, η οποία κατάγεται από την Αγγλία και διαμένει μόνιμα στην Κύπρο τα τελευταία 12 περίπου χρόνια, περί τις 23:00 πήγε για ύπνο στο υπνοδωμάτιο του διαμερίσματος της, έχοντας στο μεταξύ κλειδώσει την μπροστινή κύρια πόρτα του διαμερίσματος της, αφήνοντας το κλειδί πάνω στην πόρτα. Η παραπονούμενη διαμένει μόνη της στο ως άνω διαμέρισμα που βρίσκεται στον πρώτο όροφο στην διεύθυνση Τηλεμάχου 15, Nerina 4, διαμέρισμα 102, στην Πάφο. Στο υπνοδωμάτιο της υπάρχει μπαλκονόπορτα που οδηγεί σε βεράντα, η πρόσβαση στην οποία είναι δυνατή μόνο από το υπνοδωμάτιο της. Πριν κοιμηθεί, άφησε την μπαλκονόπορτα του δωματίου της που οδηγεί στη βεράντα λίγο ανοικτή. Τα μεσάνυκτα, ακούοντας τα τρία σκυλάκια της να γαυγίζουν, σηκώθηκε και είδε ένα άντρα (τον κατηγορούμενο) να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο της. Ο κατηγορούμενος πήγε προς τα πάνω της αρπάζοντας την με το ένα του χέρι από το στόμα ενώ με το άλλο του χέρι της άρπαξε το λαιμό. Στη συνέχεια, άρχισε να την πειράζει στα στήθη και την ανάγκασε να ξαπλώσει στο κρεβάτι της. Παρά το γεγονός ότι του ανέφερε ότι η ίδια είχε προβλήματα υγείας, αυτός της είπε να σωπάσει. Όταν του ζήτησε να πάει στην τουαλέτα την άφησε ενώ αυτός στεκόταν έξω από αυτήν. Βγαίνοντας η παραπονούμενη από την τουαλέτα, ο κατηγορούμενος, αφού έκλεισε το φως της τουαλέτας έβαλε βίαια την παραπονούμενη στο κρεβάτι και της έπιασε τα στήθη. Αυτή τον έσπρωξε πίσω ενώ ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του μέσα στην πυτζάμα της. Η παραπονούμενη προσπάθησε επανειλημμένα να φωνάξει βοήθεια αλλά κάθε φορά που προσπαθούσε τούτο, αυτός έβαζε το χέρι του στο στόμα της και της έλεγε «το θέλεις». Ο κατηγορούμενος έσπρωξε την πυτζάμα και το εσώρουχο της παραπονούμενης προς τα κάτω, στους αστραγάλους και της τα έβγαλε. Παρά την προσπάθεια της να μην τον αφήσει, ο κατηγορούμενος κατάφερε να της ανοίξει τα πόδια, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και έβγαλε έξω το πέος του. Ήθελε να βάλει το πέος του στο στόμα της πλην όμως η παραπονούμενη του είπε όχι. Την ανάγκασε να αγγίξει το πέος του. Στη συνέχεια, έβαλε τα δάκτυλά του στον κόλπο της και έβαλε το πέος του στον κόλπο της. Η τοποθέτηση του πέους του στον κόλπο της διήρκεσε για λίγα λεπτά. Στη συνέχεια, βγήκε από μέσα της και εκσπερμάτωσε ενώ χρησιμοποίησε τις πυτζάμες της για να σκουπιστεί. Ο κατηγορούμενος κατά την εξέλιξη του επεισοδίου δεν φορούσε προφυλακτικό. Μετά το βιασμό, ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε δύο σουτιέν της παραπονούμενης που κρέμονταν στο ερμάρι για να της δέσει τους αστραγάλους ενώ στη συνέχεια της έδεσε και τους καρπούς των χεριών της με τις πυτζάμες της αφήνοντας την στο κρεβάτι. Τη σκέπασε και της είπε να κοιμηθεί. Όταν η παραπονούμενη συνειδητοποίησε ότι ο άντρας έφυγε, ξέδεσε τα χέρια της και στη συνέχεια τα πόδια της και σηκώθηκε. Αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος έφυγε από την μπροστινή κύρια πόρτα του διαμερίσματος αφού από αυτήν έλειπε το κλειδί. Ψάχνοντας για το τηλέφωνο της διαπίστωσε ότι το πήρε ο κατηγορούμενος. Στις φωνές της για βοήθεια δεν ανταποκρίθηκε οποιοσδήποτε από τους γείτονες. Πηγαίνοντας πίσω στο υπνοδωμάτιο της βρήκε το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου, το οποίο έπεσε από τον τελευταίο κατά την εξέλιξη του επεισοδίου, με το οποίο η ώρα 02:30 π.μ. τηλεφώνησε στην αστυνομία, καταγγέλλοντας ότι βιάστηκε εντός της οικίας της. Αμέσως, μέλη του ΤΑΕ Πάφου μετέβησαν στην οικία της παραπονούμενης, παραλαμβάνοντας από το μέρος διάφορα τεκμήρια για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων. Διαπιστώθηκε ότι ο δράστης εισήλθε εντός της οικίας της παραπονούμενης από την μπαλκονόπορτα του υπνοδωματίου της η οποία ήταν ανασφάλιστη και ελάχιστα ανοικτή, έχοντας στο μεταξύ σκαρφαλώσει σε ύψος τριών μέτρων για να φτάσει στη βεράντα του υπνοδωματίου της παραπονούμενης. Η ώρα 03:54 π.μ. της ίδιας ημέρας η παραπονούμενη μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Νοσοκομείου Πάφου, όπου, αφού έτυχε των πρώτων βοηθειών, στη συνέχεια απελύθη. Στις 09:15 π.μ. της 17.01.2015 εξετάστηκε από ιατροδικαστή, η οποία διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη έφερε μικρή εκδορά στη μεσόφρυο περιοχή 0,4 εκ., εκδορά στο ριζορρίνιο 0,8 εκ., εκδορές στην κορυφή της μύτης 3 χ 0,2 εκ. ενώ στο δεξιό πλάγιο μέρος της μύτης, έφερε εκχύμωση 2 χ 2 εκ., όπως και εκδορές στο άνω μέρος των χειλέων, τραύματα που είχαν όλα την ίδια ηλικία. Κατά τη γυναικολογική εξέταση διαπιστώθηκε από τον ιατροδικαστή έντονη ερυθρότητα και οίδημα στον κόλπο ο οποίος έφερε πλούσιες εκκρίσεις υγρών. (Δέσμη φωτογραφιών που αποτυπώνουν το χώρο που έλαβε χώρα το περιστατικό παρουσιάστηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 στη διαδικασία, ενώ δέσμη φωτογραφιών που καταδεικνύονται οι τραυματισμοί που εντοπίστηκαν στο πρόσωπο της παραπονούμενης από την ιατροδικαστή, παρουσιάστηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2 στη διαδικασία). Στη βάση πληροφοριών που εξασφάλισε η αστυνομία από άλλα πρόσωπα, (γείτονες της παραπονούμενης και από το εργασιακό περιβάλλον του κατηγορούμενου) ως επίσης αξιολόγησης και αξιοποίησης στοιχείων και τεκμηρίων που βρέθηκαν στη σκηνή, στις 17.01.2015 εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου, τα δε στοιχεία του καταχωρήθηκαν στο «stop list». Παρ' όλες τις ενέργειες της αστυνομίας δεν έγινε κατορθωτό να εντοπιστεί ο κατηγορούμενος. Στις 25.04.2015 και περί ώρα 04:40 π.μ. λήφθηκε μήνυμα στην αστυνομία ότι πολίτης, ιδιοκτήτης της μπυραρίας με την ονομασία «QUEEN VIC PUB" που βρίσκεται στην οδό Επαμεινώνδα 29 στην Κάτω Πάφο εντόπισε διαρρήκτη εντός της μπυραρίας του, τον οποίο και συνέλαβε. Μέλη του ΤΑΕ Πάφου μετέβησαν αμέσως στο μέρος. Διαπιστώθηκε ότι στις 04:35 της ίδιας ημέρας, ενώ η μπυραρία ήταν κλειστή και ο ιδιοκτήτης της, Skipp Garry Ian, βρισκόταν στην οικία του, η οποία είναι στον πάνω όροφο της μπυραρίας, του τηλεφώνησε ο γιος του ενημερώνοντας τον ότι κάποιος βρίσκεται εντός της μπυραρίας. Ο ίδιος μαζί με το γιο του κατέβηκαν στην μπυραρία όπου εντόπισαν ένα πρόσωπο εντός αυτής να χρησιμοποιεί ως φανάρι το κινητό του τηλέφωνο. Το πρόσωπο αυτό, που ήταν ο κατηγορούμενος, μόλις τους αντιλήφθηκε πέταξε προς τον ιδιοκτήτη την ταμειακή μηχανή η οποία βρισκόταν μέσα στο μπαρ, προσπαθώντας να διαφύγει. Ο ιδιοκτήτης κατάφερε να τον αρπάξει και ενώ πάλευαν μεταξύ τους άρπαξε τον κατηγορούμενο από το λαιμό κλειδώνοντας του το κεφάλι. Ο κατηγορούμενος δάγκωσε τον ιδιοκτήτη τέσσερις φορές στο χέρι ενώ ο τελευταίος τον δάγκωσε στο αυτί. Ο ιδιοκτήτης κατάφερε στο τέλος να τον ακινητοποιήσει και να ειδοποιήσει την αστυνομία η οποία και μετέβηκε στο μέρος. Τόσο ο ιδιοκτήτης όσο και ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκαν στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών όπου, αφού τους παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες απελύθησαν. Με τη μεταφορά του κατηγορούμενου στα υποστατικά της αστυνομίας, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκκρεμούσε από τις 17.01.2015, ένταλμα σύλληψης για την προαναφερόμενη υπόθεση του βιασμού, στη βάση του οποίου και συνελήφθηκε. Στις 25.04.2015 ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση όπου παραδέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι γνώριζε την παραπονούμενη στο παρελθόν και ότι έκαναν μαζί τρεις φορές σεξ. Στις 17.01.2015 έχοντας καταναλώσει αλκοόλ μετέβη περπατώντας στο σπίτι της παραπονούμενης, ανεβαίνοντας πάνω σε αυτό από μία σωλήνα για να μην τον δει κανείς και εισήλθε στο σπίτι από μπαλκονόπορτα η οποία ήταν λίγο ανοικτή. Όταν ανέφερε στην παραπονούμενη ότι ήθελε να κάνει σεξ μαζί της αυτή του είπε ότι δεν ήθελε καλώντας τον να φύγει. Ο ίδιος την έσπρωξε στο κρεβάτι και τη βίασε, χωρίς να φέρει προφυλακτικό και χωρίς να εκσπερματώσει μέσα της. Η παραπονούμενη έκλαιγε. Παραδέχθηκε επίσης ότι διέρρηξε την μπυραρία στις 25.04.2015 για να κλέψει ότι έβρισκε. Δεν πρόλαβε να κλέψει οτιδήποτε, διότι ήλθε ο ιδιοκτήτης ο οποίος τον ακινητοποίησε και ειδοποίησε την αστυνομία. Ο κατηγορούμενος προχώρησε επίσης σε υποδείξεις σκηνών, συνδέοντας τον εαυτό του με τεκμήρια που εντοπίστηκαν στη σκηνή και υποδεικνύοντας το σημείο από το οποίο ανέβηκε προς τη βεράντα του διαμερίσματος της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος, σημείωσε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, σε κάθε περίπτωση συνδέθηκε επιστημονικά με τη σκηνή του βιασμού της παραπονούμενης, αφού εντοπίστηκε γενετικό του υλικό τόσο σε διάφορα τεκμήρια που περισυλλέγησαν στη σκηνή του βιασμού και πλησίον της οικίας της παραπονούμενης, όσο και στην πυτζάμα της παραπονούμενης αλλά και στο τηλέφωνο που εντοπίστηκε στην οικία της τελευταίας. Σημείωσε τέλος ότι δεν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες εναντίον του κατηγορούμενου. Αγορεύοντας η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορουμένου για μετριασμό της ποινής, αφού συμφώνησε με την εξέλιξη των γεγονότων ως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, σημείωσε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την παραπονούμενη ήδη από το Σεπτέμβριο του 2014. Αρχικά έκαναν παρέα σε φιλικό επίπεδο, ενώ στη συνέχεια, δύο εβδομάδες μετά την πρώτη τους γνωριμία είχαν σεξουαλική επαφή, η οποία επαναλήφθηκε 15 μέρες αργότερα. Τρίτη σεξουαλική επαφή μεταξύ τους, επισυνέβη τρεις μήνες περίπου από τη δεύτερη σεξουαλική τους συνεύρεση. Αναφερόμενη στις συνθήκες διάπραξης του βιασμού, υπέδειξε ότι ο κατηγορούμενος στις 16.01.2015, και περί ώρα 16:00 επιστρέφοντας στο σπίτι του από την εργασία του, ξεκίνησε να καταναλώνει αλκοόλ. Μέχρι τις 20:00 της ίδιας μέρας κατανάλωνε αλκοόλ στο σπίτι του. Στη συνέχεια μετέβη στην Κάτω Πάφο, όπου σε διάφορα μπαρ συνέχισε να καταναλώνει αλκοόλ μέχρι η ώρα 01:00 - 01:30 της 17.01.2015. Είχε περιέλθει σε κατάσταση μέθης όταν μετέβη περπατώντας στο σπίτι της παραπονούμενης όπου και ανέβηκε με τον τρόπο που εξήγησε η Κατηγορούσα Αρχή στο διαμέρισμα της και εισήλθε σε αυτό βρίσκοντας την μπαλκονόπορτα του διαμερίσματος της ανοικτή. Ο ανορθόδοξος τρόπος που επέλεξε να εισέλθει στην οικία της παραπονούμενης, υποστήριξε η ευπαίδευτη συνήγορος, καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος κατά την εξέλιξη των γεγονότων τελούσε σε κατάσταση μέθης, στην οποία όμως, ως κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί, σε καμία περίπτωση δεν περιήγαγε τον εαυτό του ώστε να διευκολυνθεί στη διάπραξη του συγκεκριμένου ή οποιουδήποτε άλλου αδικήματος. Παρά την κατάσταση μέθης στην οποία τελούσε, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να μη θυμάται λεπτομέρειες, εντούτοις, ως δήλωσε η συνήγορος του, γνώριζε πως η παραπονούμενη δεν επιθυμούσε να έχουν σεξουαλική επαφή εκείνη τη νύκτα ενώ ο ίδιος επέμενε, με αποτέλεσμα να επέλθει ο βιασμός. Έστρεψε παράλληλα την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η παραπονούμενη, ενώ ήταν φανερό ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ήδη γνωστός της, δεν αποκάλυψε τα στοιχεία που ήξερε για αυτόν ούτε τη σχέση της με τον κατηγορούμενο. Η αστυνομία ουσιαστικά οδηγήθηκε στο πρόσωπο του από πληροφορία ανώνυμου πληροφοριοδότη. Τόνισε επίσης την πλήρη συνεργασία του κατηγορούμενου με τις αστυνομικές αρχές όταν συνελήφθηκε και ανακρίθηκε, δίδοντας όσες λεπτομέρειες θυμόταν για το περιστατικό, οδηγώντας τις ανακριτικές αρχές στο μέρος και προβαίνοντας σε υποδείξεις σκηνών. Σημείωσε περαιτέρω το γεγονός της παραδοχής του πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας καλώντας παράλληλα το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ως επίσης να συνεκτιμήσει προς όφελος του, τις επιπτώσεις που θα έχει η καταδίκη και η φυλάκιση του στην Κύπρο, τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένεια του, ειδικότερα στα παιδιά του, οι οποίοι έχουν στο μεταξύ μετακινηθεί από την Κύπρο στη Ρουμανία. Παραπέμποντας στο περιεχόμενο κοινωνικοοικονομικής έκθεσης που ετοιμάστηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Δημοκρατίας για το πρόσωπο του κατηγορούμενου για σκοπούς της παρούσας απόφασης, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τις προσωπικές συνθήκες του τελευταίου, υποδεικνύοντας ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο που ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα που παραδέχθηκε βρισκόταν σε τέτοια ψυχολογική κατάσταση, η οποία, «συχνότατα» τον ωθούσε στην κατανάλωση αλκοόλ, γεγονός που ουσιαστικά μείωνε την κρίση του. Καταλήγοντας, μετέφερε τη συγνώμη και την μεταμέλεια του κατηγορούμενου, ζητώντας, ενόψει των γεγονότων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του τελευταίου, την επιείκεια του Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με όσα διατυπώνονται σε σχετική έκθεση κοινωνικής έρευνας που ετοιμάστηκε για σκοπούς της παρούσας από το Τμήμα Κοινωνικών Υπηρεσιών της Δημοκρατίας και υιοθετήθηκε από την δικηγόρο του, κατάγεται από τη Ρουμανία. Είναι ηλικίας 39 ετών και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια, μέτριας οικονομικής κατάστασης. Είναι ο μικρότερος από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του απεβίωσε πριν 7 χρόνια ενώ η μητέρα του αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα και δεν εργάζεται. Είναι νυμφευμένος με ομοεθνή του, ενώ το ζεύγος έχει τρία παιδιά, ηλικίας 18, 8 και 5 ετών. Το ζεύγος ήρθε στην Κύπρο το 2008 για σκοπούς εργασίας. Εγκαταστάθηκαν αρχικά στη Λευκωσία, όπου ο ίδιος ανέλαβε εργασία σε εταιρεία η οποία ασχολείται με τη συντήρηση κλιματιστικών ενώ η σύζυγος του ως καθαρίστρια. Στη συνέχεια μετακινήθηκαν στην Πάφο, όπου ο ίδιος εργάστηκε στις οικοδομές μέχρι και τη σύλληψη του ενώ η σύζυγος του σε ξενοδοχείο. Η σύζυγος του, μαζί με τα τρία τους παιδιά επέστρεψαν στη Ρουμανία, όπου διαμένουν με τους γονείς της. Δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ενώ όπως ο ίδιος υπέδειξε, πριν τη σύλληψη του προέβαινε σε κατάχρηση αλκοόλ. Αξιολογήσαμε κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μας από τους ευπαίδευτους συνηγόρους κατά το στάδιο της έκθεσης των γεγονότων και της αγόρευσης για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνοντας ασφαλώς υπόψη όχι μόνο το πλήρες περιεχόμενο της έκθεσης κοινωνικής έρευνας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο αλλά και τα όσα η κα Σαββίδου υπέδειξε, συζητώντας τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις και συνθήκες του κατηγορούμενου, ως επίσης τις περιστάσεις που περιβάλλουν γενικότερα τη διάπραξη του αδικήματος, ασχέτως αν κάποια από αυτά δεν αναφέρονται ρητώς στο σκεπτικό μας. Η σοβαρότητα του αδικήματος του βιασμού αναδεικνύεται, ανάμεσα σε άλλα, και από την προβλεπόμενη ποινή της διά βίου φυλάκισης. Η αυστηρή ποινή που προβλέπει ο Νόμος δεν είναι τυχαία αφού ο βιασμός, ως εκ της φύσεως του, μειώνει και καταρρακώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εξευτελίζοντας την ανθρώπινη υπόσταση του θύματος, στιγματίζοντας, πολλές φορές ακατάλυτα και κατά τρόπο απρόβλεπτο τη ζωή του. Η επιεικής μεταχείριση προσώπων τα οποία διαπράττουν παρόμοιας φύσης αδικήματα θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα. Αδικήματα αυτής της μορφής, τα οποία δεν στρέφονται μόνο κατά των ηθών, αλλά ταυτόχρονα προσβάλλουν με τόσο βάναυσο τρόπο την προσωπικότητα του θύματος, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται, ως και η νομολογία επιτάσσει, με αυστηρότητα και αποτρεπτικές ποινές. Ποινές οι οποίες θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την κοινωνική απαξία και αποστροφή για τέτοιου είδους εγκλήματα. (βλ. Σοφοκλέους v Δημοκρατίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Λοίζου κ.α. v Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 469) Σοβαρό είναι, επίσης, το αδίκημα της διάρρηξης που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι διέπραξε. Η προβλεπόμενη για το συγκεκριμένο αδίκημα ποινή, είναι αυτή της επταετούς φυλάκισης. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή εγκλήματα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, χωρίς να δείχνουν στοιχεία κάμψης. Πρόκειται για εγκλήματα που όπως πλειστάκις έχει διαπιστωθεί, προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση, διαβρώνοντας ταυτόχρονα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν αδικήματα αυτής της φύσης με αυστηρότητα και με έκδηλο το στοιχείο της αποτροπής. (βλ. Παναγίδη v Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 104, Κλεοβούλου v Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Xiaojin κ.α. v. Δημοκρατίας
(2006)2 A.A.Δ. 104, Ilie κ.α. v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 280και Nteni Bezanidis v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 57/2013 και 58/2013, ημερ. 5.11.2013). Όπως διακηρύσσεται στη νομολογία των Δικαστηρίων μας, η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για ένα αδίκημα αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος και αποτελεί στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γ. Ε. ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Ευρισκόμενοι άλλωστε στο στάδιο του καθορισμού του είδους και του ύψους της τιμωρίας, δεν λησμονούμε πως το νομοθετικώς ανώτατο όριο ποινής στο οποίο υπόκειται ένας κατηγορούμενος, αποτελεί παράγοντα υψίστης σπουδαιότητας, αφού η ανώτατη προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το δύσκολο έργο της επιμέτρησης (βλ. κατά αναλογία Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 442 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632). Τούτο, βεβαίως, χωρίς ποτέ να παραγνωρίζεται η καλά εμπεδωμένη αρχή πως η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. Κουτσούρης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 547). Σχετικός είναι ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, ειδικότερα στη σελ. 402 όπου υποδεικνύεται πως: «.....ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά με το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προνοεί για τη διάπραξη του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και της εν γένει συνέπειες που η διάπραξη μπορεί να επιφέρει στη κοινωνία και οι οποίες δυνατό είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» Το Δικαστικό καθήκον για εξατομίκευση της ποινής ουδόλως μειώνεται ή ατονεί, ακόμη και στα σοβαρότερα των αδικημάτων (στα οποία δεν προβλέπεται η επιβολή αναγκαστικής ποινής). Τα Δικαστήρια, δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, η οποία ασφαλώς και εκτιμάται, αλλά λαμβάνουν υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, όσο και το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη ενός αδικήματος. Επιβάλλεται, πάντοτε, προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων, κάτι που κάναμε και εμείς στην υπό συζήτηση περίπτωση. Πληθώρα αποφάσεων των Δικαστηρίων μας καταπιάνεται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 1, Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B73, Ποιν. Εφ. 212/2013, ημερ. 05.02.2015 και L.C.A. DOMIKI LTD v. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α. Ποιν. Εφ. 116/2011 ημερ. 17.03.2015). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών. Επί αυτής της πτυχής των πραγμάτων, της χρησιμότητας δηλαδή του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα της ποινολογικής μεταχείρισης, παραπέμπουμε στη Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, 130-131 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, διά του Νικήτα Δ., σημείωσε τα ακόλουθα σχετικά με το τι εδώ ενδιαφέρει: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γι αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών. Τα σεξουαλικά αδικήματα δεν αποτελούν εξαίρεση: βλ. π.χ. R. ν. Billam [1986] 1 All E.R. 985. Όντως, όπου διαφαίνεται η τάση, πάνω σε στέρεες βάσεις, μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δε θα ισχύσει η διατίμηση, όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Χρειάζεται όμως προσοχή γιατί, παρόλο που τα ανθρώπινα επαναλαμβάνονται, είναι ανιχνεύσιμες διαφορές και λεπτομέρειες που προσδίδουν στο προηγούμενο άλλη, διαφοροποιημένη, διάσταση. Τα λέγουμε αυτά όχι για να μειώσουμε την μεγάλη προσπάθεια του συνηγόρου, να μας ενημερώσει για κάθε τι σχετικό, αλλά για να θέσουμε τις παραμέτρους της χρήσιμης καταφυγής στο προηγούμενο». Στην υπόθεση Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489 οι κατηγορούμενοι, ηλικίας 23 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, καταδικάστηκαν για το αδίκημα του βιασμού Ιρλανδής ηλικίας 24 ετών. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση κατά της ποινής, ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 500-501 της απόφασης: «Βάσει του άρθρου 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το έγκλημα του βιασμού τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και δια βίου. Η μέγιστη αυτή ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το νόμο και αντανακλά της κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του. Όπως τονίστηκε στη Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η δραστηριότητα των εφεσειόντων, όπως ορθά τόνισε το Κακουργιοδικείο, ήταν βάναυση. Η παραπονούμενη ξυλοκοπήθηκε και κακοποιήθηκε. Απειλήθηκε ακόμα και με τη ζωή της προκειμένου να συγκατανεύσει στις ορέξεις των εφεσειόντων.» Στην υπόθεση Akil ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, στις κατηγορίες του βιασμού, απόπειρας βιασμού και διάρρηξης κατοικίας με σκοπό το βιασμό, αδικήματα τα οποία, μεταξύ άλλων, διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο εναντίον αλλοδαπών καλλιτέχνιδων που κατοικούσαν και εργάζονταν στην Πάφο, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 ετών για το βιασμό, 3 για την απόπειρα βιασμού και 2 ετών για τη διάρρηξη που επιβλήθηκαν πρωτόδικα, επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση. Στην υπόθεση Hamieh ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, ποινή φυλάκισης 9 ετών σε κατηγορούμενο ηλικίας 24 ετών που βίασε 48χρονη γυναίκα εισερχόμενος στο διαμέρισμα της χωρίς αυτή να τον αντιληφθεί, χωρίς τη χρήση υπέρμετρης βίας και απειλής κατά της ζωής της, επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 229 ποινή φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκε σε κατηγορούμενο 35 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, έγγαμο με δύο παιδιά, ο οποίος παραδέχτηκε ότι βίασε γυναίκα ηλικίας 47 ετών, μέσα στο αυτοκίνητο του, χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε προσχεδιασμού εκ μέρους του, δεν κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας υπερβολική και επιβεβαιώθηκε. Η ίδια ποινή φυλάκισης, επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους στην υπόθεση Λοίζου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 469, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι για διαδοχικό βιασμό γυναίκας την οποία γνώριζαν από προηγουμένως και με την οποία είχαν και οι δύο στο παρελθόν ερωτικές σχέσεις, στα πλαίσια του οποίου η παραπονούμενη δεν κτυπήθηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα. Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας, επαναβεβαιώνοντας την αναγκαιότητα επιβολής σε αδικήματα αυτής της φύσης αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια καταστολής τους, απέρριψε την έφεση κατά της επιβληθείσας ποινής. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, τα γεγονότα είχαν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος αφού έσπασε τη βιτρίνα ενός καταστήματος, εισήλθε σε αυτό και έκλεψε από αυτό είδη ένδυσης αξίας Λ.Κ.938. Όταν συνελήφθηκε, παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος και παρέδωσε μέρος των κλαπέντων. Ανακρινόμενος, βοήθησε την Αστυνομία και στην εξιχνίαση άλλων εγκλημάτων τα οποία λήφθηκαν υπόψη κατά την επιβολή της ποινής. Ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν 26 ½ ετών, πρωτόδικα καταδικάστηκε σε 14 μήνες φυλάκιση ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο βρήκε την ποινή έκδηλα ανεπαρκή και την αύξησε σε δύο έτη. Στην υπόθεση Xiaojin κ.α. v. Δημοκρατίας
(2006)2 A.A.Δ. 104 ποινή φυλάκισης 2 και 2 ½ ετών που επιβλήθηκε στον πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενους, λευκού ποινικού μητρώου, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι μετά από δική τους παραδοχή, μεταξύ άλλων και για αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής επικυρώθηκαν από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που για άλλη μια φορά διακήρυξε την αναγκαιότητα αυστηρής αντιμετώπισης των συγκεκριμένων αδικημάτων λόγω της συχνότητας με την οποία διαπράττονται. Υποδείχθηκε παράλληλα ότι οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και ελαφρυντικά όπως το λευκό ποινικό μητρώο, παρά το γεγονός ότι αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου σε υποθέσεις όπως η υπό συζήτηση, στην οποία προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας. Σε υποθέσεις αυτού του είδους, τονίστηκε, οι ως άνω παράγοντες είναι ήσσονος σημασίας. Στην υπόθεση Ilie κ.α. v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 280 ποινή φυλάκισης 2 ετών και 18 μηνών που επιβλήθηκε στους εφεσείοντες κατόπιν δικής τους παραδοχής, απολογίας και συνεργασίας τους με την αστυνομία στα αδικήματα διάρρηξης κατοικίας και κλοπής αντίστοιχα, δεν κρίθηκαν υπό τις περιστάσεις υπερβολικές και επιβεβαιώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επανερχόμενοι στην υπό συζήτηση περίπτωση, προσμετρούμε για σκοπούς μετριασμού της ποινής την παραδοχή και μεταμέλεια του κατηγορούμενου. Πράγματι, η νομολογία αναγνωρίζει την παραδοχή ενοχής και την μεταμέλεια ως ελαφρυντικούς παράγοντες. Στην Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 υποδείχθηκε ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, δεδομένου ότι καταδεικνύει εμπράκτως τη μεταμέλεια ενός κατηγορούμενου και θέτει τέρμα στη διαπίστωση της ενοχής του μέσα από ακροαματική διαδικασία, διασώζοντας έτσι πολύτιμο δικαστικό χρόνο και δημόσιο χρήμα. Στην υπό κρίση υπόθεση, η παραδοχή του κατηγορούμενου, παρά το γεγονός ότι δεν εκδηλώθηκε άμεσα, όταν δηλαδή ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε και κατηγορήθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν θεωρούμε ότι μπορεί να αφήσει αδιάφορο το Δικαστήριο. Αντίθετα, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, όχι μόνο γιατί συνέτεινε στην αποφυγή σπατάλης πολύτιμου δικαστικού χρόνου και δημόσιου χρήματος αλλά ταυτόχρονα, γιατί απέτρεψε την αναγκαιότητα παρουσίασης της παραπονούμενης ως μάρτυρος στη διαδικασία και την αναβίωση από αυτήν, μέσω της μαρτυρίας της, των οδυνηρών για την ίδια γεγονότων και της τραυματικής εμπειρίας που έζησε, απόρροια της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου σε βάρος της. Η συνεργασία επίσης του κατηγορούμενου με τις Αστυνομικές Αρχές, στο βαθμό που εντοπίζεται στην υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα που λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου. Σοβαρά επίσης λαμβάνουμε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, χωρίς ασφαλώς να αφήνουν αδιάφορο το Δικαστήριο οι προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικές περιστάσεις του τελευταίου - στην έκταση και ένταση ασφαλώς που αυτές μπορούν να λαμβάνονται υπόψη σε αδικήματα ως τα υπό συζήτηση όπου προέχει το στοιχείο της αποτροπής - όπως προκύπτουν από το περιεχόμενο της κοινωνικής έρευνας σε συνδυασμό με όσα σχετικά ανέφερε για το ζήτημα η συνήγορος του, παραπέμποντας ειδικότερα στις συνέπειες που η ποινή θα επιφέρει τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένεια του. Δεν παραβλέπουμε εξάλλου το γεγονός ότι η παραμονή του στη φυλακή στη Δημοκρατία, μακριά από τη χώρα καταγωγής του, θα καταστεί εκ των πραγμάτων δυσχερέστερη λόγω της μη παρουσίας συγγενικών του προσώπων στην Κύπρο. Σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την κατάσταση πραγμάτων προς όφελος της πλευράς του κατηγορούμενου, από ποινολογικής απόψεως, το γεγονός ότι στο προηγούμενο διάστημα των οκτώ περίπου μηνών από τον βιασμό, ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη γνωρίστηκαν και συναινετικά συνευρέθηκαν ερωτικά τρείς φορές. Το αναμφισβήτητο τούτο γεγονός, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει δικαιολογία ή να μετριάσει έστω, υπό τις περιστάσεις που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, το απαράδεκτο και καταδικαστέο της συμπεριφοράς του. Στην υπόθεση Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 177, έχει υποδειχθεί ότι η επήρεια του ποτού είναι παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, με ποικίλες όμως επιπτώσεις στην ποινή. Ανάλογα με την επίδραση της στη διάπραξη του εγκλήματος μπορεί να προσμετρήσει είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας. (Βλ. επίσης Urgur ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 189 και Γεώργιος Μωυσής ν. Δημοκρατίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 34). Η εθελούσια μέθη η οποία δεν συντελείται με σκοπό τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη κάποιου κακουργήματος αλλά το αδίκημα διαπράττεται ενώ ο κατηγορούμενος τελεί υπό την επήρεια της και χωρίς να υπάρχει ή να μπορεί να ανιχνευθεί το στοιχείο του προσχεδιασμού της τέλεσης του αδικήματος κατά το χρόνο που ο τελέσας τούτο τελούσε σε ηρεμία και αυτοέλεγχο, μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικό στοιχείο, πάντα βέβαια θεωρούμενο στο συνολικό πλέγμα των ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης. (βλ. Φαναράς κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολής
(1991)2 Α.Α.Δ. 194). Τα περιστατικά που περιβάλλουν τη διάπραξη και των δύο αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε, αποκαλύπτουν ότι η μέθη στην οποία περιήλθε, επηρέασε τους μηχανισμούς αυτοελέγχου του, σε καμία όμως περίπτωση δεν τον οδήγησε σε τέτοια σύγχυση ώστε να μειωθεί ουσιωδώς το αίσθημα ευθύνης του. Αντίθετα, ειδικότερα σε σχέση με το αδίκημα του βιασμού, ρητή ήταν η παραδοχή του ότι είχε πλήρη επίγνωση κατά πάντα ουσιώδη χρόνο του γεγονότος ότι η παραπονούμενη δεν συναινούσε στις σεξουαλικές του ορέξεις και ο ίδιος, επιμένοντας, προχώρησε στο βιασμό της. Αναμφίβολα στα πλαίσια της εξέλιξης των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, η μέθη του κατηγορούμενου, και στις δύο περιπτώσεις, δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη σαν ελαφρυντικός παράγοντας. Τούτο γιατί, παρά το γεγονός ότι η διάπραξη των αδικημάτων εκ μέρους του έγινε καθ' όν χρόνο ο κατηγορούμενος τελούσε σε κατάσταση μέθης, η οποία στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου φαίνεται μάλιστα να ήταν εθελούσια, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος περιήλθε στην κατάσταση αυτή για να αποφασίσει ή να μπορέσει να διαπράξει τα εγκλήματα τα οποία παραδέχθηκε. Καθόλου δεν μπορεί να παραβλεφθεί και ασφαλώς συνυπολογίζεται ως επιβαρυντικός παράγοντας για τον κατηγορούμενο, ο τρόπος και ο χρόνος που πέτυχε την είσοδο του στο διαμέρισμα της παραπονούμενης. Εισέβαλε στο διαμέρισμα της σκαρφαλώνοντας στη βεράντα του υπνοδωματίου της, αργά το βράδυ, προσβάλλοντας πρώτα το αίσθημα ασφάλειας και ελευθερίας που κάθε άνθρωπος δικαιούται όταν βρίσκεται στο σπίτι του. Τα Δικαστήρια οφείλουν και μέσω των ποινών που επιβάλλουν, όσο είναι δυνατόν να διασφαλίζουν το αίσθημα ασφάλειας και το υψηλό ποιοτικό επίπεδο ζωής των ανθρώπων που ζουν στη Δημοκρατία. Οι κάτοικοι του τόπου μας, όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας v. Dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ 297, επιθυμούν να ζουν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας και εμπιστοσύνης. Θέλουν να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοιχτά και να αισθάνονται ασφαλείς. Ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος τη σωματική του υπεροχή και τη ρώμη της ηλικίας του απέναντι στην ηλικιωμένη παραπονούμενη, η οποία προσπάθησε να τον αποτρέψει όχι μόνο λεκτικά, επικαλούμενη ασθένεια της αλλά και να του αντισταθεί, άρπαξε την τελευταία από το λαιμό και κλείνοντας της κατ' επανάληψη το στόμα χρησιμοποίησε όση βία χρειαζόταν για να κάμψει την αντίσταση της προς ικανοποίηση των ορέξεων του. Τραβώντας και αφαιρώντας στο τέλος τα ρούχα της παραπονούμενης, ρίχνοντας την τελευταία στο κρεβάτι, ανοίγοντας με τη βία τα πόδια της ενώ η ίδια ήταν αδύνατο, παρά την προσπάθεια της να του αντισταθεί, προκάλεσε παράλληλα σε αυτήν κατά την εξέλιξη των πραγμάτων τους μικροτραυματισμούς στο πρόσωπο που εξηγήθηκαν στο Δικαστήριο. Προχώρησε στο βιασμό της παραπονούμενης χωρίς τη χρήση προφυλακτικού, αδιαφορώντας για τους προφανείς κινδύνους για το θύμα του, ως αποτέλεσμα αυτής του της συμπεριφοράς. Η απαράδεκτη συμπεριφορά του δεν τερματίστηκε μετά την ικανοποίηση της ορμής του. Χωρίς οποιαδήποτε αναστολή, απόρροια έστω του γεγονότος ότι γνώριζε από προηγουμένως το θύμα, άτομο τρίτης ηλικίας, αδιαφορώντας για οτιδήποτε περαιτέρω, αποχωρώντας από το διαμέρισμα φρόντισε να ακινητοποιήσει την παραπονούμενη δένοντας της τόσο τα χέρια όσο και τα πόδια, ρίχνοντας την και εγκαταλείποντας την στο κρεβάτι. Το προχωρημένο της ηλικίας άλλωστε της παραπονούμενης, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Keith Billam & Others
(1986)3 Cr. App. Rep.
(5)48, όπου καθορίστηκαν επιβαρυντικοί ή ελαφρυντικοί παράγοντες σε ένα βιασμό, οι οποίοι καθορίζουν και το ύψος της ποινής, αποτελεί από μόνο του επιβαρυντικό παράγοντα για τον κατηγορούμενο. Έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής, ανατρέχοντας στη σχετική με τα υπό συζήτηση νομολογία, σταθμίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών σε συνάρτηση πάντα με τις συνθήκες που περιβάλλουν τη διάπραξη τους, θεωρούμε ότι οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η παραδοχή και μεταμέλεια του, το λευκό ποινικό του μητρώο και γενικότερα το σύνολο των ελαφρυντικών που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, αν και παράγοντες μετριαστικοί της ποινής, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου στην παρούσα υπόθεση, στην οποία προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοια σοβαρά και ειδεχθή εγκλήματα. Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν, όπως διακηρύσσεται με κάθε ευκαιρία στη νομολογία μας, να αντιμετωπίζουν με αποφασιστικότητα και αυστηρότητα τέτοιες συμπεριφορές. Άλλωστε, ως ειδικότερα υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, (2nd Edition), του Γ.Μ. Πική, σελ. 165, τα Δικαστήρια στα πλαίσια της ενάσκησης των δικαστικών τους εξουσιών σε σχέση με αδικήματα εναντίον των ηθών, όπως ο βιασμός, ενεργούν ως καθοδηγητές των ηθικών επιπέδων της κοινωνίας, επιτελώντας ένα λεπτό έργο. Η ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ειδικότερα στο αδίκημα του βιασμού, πρέπει να αντικατοπτρίζει την τοποθέτηση του νομοθέτη σε αδικήματα τέτοιας φύσης, ενώ παράλληλα, - χωρίς ποτέ να παραγνωρίζεται το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής - να ικανοποιεί και το περί δικαίου αίσθημα της κοινωνίας μας που αποστρέφεται και διαμαρτύρεται έντονα απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, εξαντλώντας υπέρ του κατηγορούμενου κάθε περιθώριο επιείκειας, αποτελεί κατάληξη μας ότι η μοναδική ενδεικνυόμενη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η ποινή της φυλάκισης στην κάθε μία κατηγορία που αντιμετωπίζει. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο: Στην κατηγορία αρ. 1 (βιασμός) ποινή φυλάκισης έξι
(6)ετών. Στην κατηγορία αρ. 5 (διάρρηξη καταστήματος) ποινή φυλάκισης έξι
(6)μηνών. Εκ των πραγμάτων, απασχόλησε το Δικαστήριο κατά πόσο ενδείκνυται στην υπό συζήτηση περίπτωση να διαταχθεί όπως οι επιβληθείσες ποινές είναι διαδοχικές και όχι συντρέχουσες. Επιλαμβανόμενοι του ζητήματος είχαμε υπόψη όλα όσα σχετικά αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Ν.Ν. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ., 762, Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου,
(2006)2 Α.Α.Δ. 183, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 443 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαγεωργίου
(2007)2 Α.Α.Δ. 514. Βασική αρχή είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους αποτελούντα ουσιαστικά μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς και ενέργειας. Τούτο, για να μην οδηγείται η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε υπερβολή και δυσαναλογία με τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών. Σε κάθε περίπτωση δε, η αρχή της συνολικότητας της ποινής δεν θα πρέπει να επηρεάζεται (βλ. Χαραλάμπους Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Στην υπό συζήτηση περίπτωση οι κατηγορίες που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε αφορούν χωριστά αδικήματα τα οποία, όχι μόνο δεν σχετίζονται μεταξύ τους αλλά διαπράχθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, σε διαφορετικούς χώρους και σε βάρος διαφορετικών θυμάτων. Έχοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν το ζήτημα και χωρίς να παραβλέπουμε την εξαιρετική σημασία της αρχής της συνολικότητας της ποινής, αποφαινόμαστε - κατ΄ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας - ότι η παρούσα, αποτελεί κλασσική περίπτωση όπου μπορεί να επιβληθούν διαδοχικές ποινές και έτσι διατάσσουμε. Οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα είναι διαδοχικές. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, να συνυπολογιστεί βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. - Το κινητό τηλέφωνο που κατακρατείται από την αστυνομία, μετά την εκπνοή του χρόνου της έφεσης να επιστραφεί στον κατηγορούμενο. - Ρουχισμός που κατακρατείται από την αστυνομία για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, να επιστραφεί στην παραπονούμενη μετά την εκπνοή του χρόνου της έφεσης. - Κέρματα που εντοπίστηκαν έξω από την μπυραρία "QUEEN VIC PUB", να επιστραφούν στον παραπονούμενο Skipp Gary Ian, επίσης μετά την εκπνοή του χρόνου της έφεσης. - Τα υπόλοιπα τεκμήρια, μετά την εκπνοή του χρόνου της έφεσης να καταστραφούν με τις δέουσες διαδικασίες. (Υπ)............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ).. ........... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.