← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέας Βορκάς κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 15701/13, 30/12/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέας Βορκάς κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 15701/13, 30/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B150 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 15701/13 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν-

  1. Ανδρέας Βορκάς
  2. Χρίστος Βορκάς Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου, 2015 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για Κατηγορούμενους: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενοι: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες τέσσερεις κατηγορίες: (α) Ότι επέτρεψε την χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (β) ότι επέτρεψε την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης (γ) ότι επέτρεψε την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας και (δ) ότι επέτρεψε την χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες τέσσερεις κατηγορίες: (α) Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (β) Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης (γ) Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας και (δ) Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι στις 30.12.2012 στο Κιδάσι στην τοποθεσία Σαμώνη της Επαρχίας Πάφου, ενώ ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329, επέτρεψε στον κατηγορούμενο 2, ο οποίος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης, να το οδηγήσει χωρίς να υπάρχει ασφάλεια έναντι κινδύνων τρίτου μέρους, χωρίς να έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας για το δεύτερο εξάμηνο του 2012 και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι οδήγησε το ως άνω όχημα χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδήγησης και χωρίς για το εν λόγω όχημα να έχει εκδοθεί ασφαλιστήριο, άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες τον Βαλεντίνο Παλάσκα (Μ.Κ.1) και τον Αστ.2318 Α.Κατσάμη (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του προς την αστυνομία, Τεκμήριο 1, η οποία λήφθηκε στα πλαίσια διερεύνησης εναντίον του, τού αδικήματος της κλοπής. Σ' αυτή συνοπτικά ανέφερε, ότι στις 30.12.2012 και περί ώρα 8.30 π.μ. ενώ βρισκόταν με τον πεθερό του στην τοποθεσία Κιδάσι και φόρτωναν στο όχημα τους τσίγκους, μετέβηκαν στο εν λόγω σημείο ο θείος του με τον ανήλικο γιο του, κατηγορούμενοι 1 και 2 αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος 1 τούς πληροφόρησε ότι οι τσίγκοι ανήκαν σε κάποιο πρόσωπο με το όνομα Γεδεών, τον οποίο ήδη ενημέρωσε και τούς ζήτησε να εγκαταλείψουν το μέρος αφού προηγουμένως ξεφορτώσουν τους τσίγκους από το όχημα τους. Ο Μ.Κ.1, περεταίρω ανέφερε, ότι ο κατηγορούμενος 2, οδήγησε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329, για απόσταση 10 - 20 μέτρων, ώστε να μπορέσουν να μετακινήσουν το δικό τους όχημα. Στη συμπληρωματική του κατάθεση, Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι είναι ο κατηγορούμενος 2 που οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημα, όταν οι κατηγορούμενοι έφτασαν στο σημείο που βρισκόταν με τον πεθερό του και ότι είναι μετά από υπόδειξη του πατέρα του που ο κατηγορούμενος 2 οδήγησε για μικρή απόσταση το όχημα ώστε να μετακινήσουν το δικό τους. Όπως περαιτέρω ανέφερε οι σχέσεις του κατηγορούμενου 1 με τους γονείς του Μ.Κ.1 δεν ήταν καλές. Κατά την αντεξέταση του από τον κατηγορούμενο 1, δέχθηκε ότι ούτε και ο ίδιος διατηρούσε καλές σχέσεις με τον κατηγορούμενο
  3. Η αντεξέταση του από τον κατηγορούμενο 2 περιορίστηκε μόνο στο τι διαμείφθηκε όταν συνάντησαν τον Μ.Κ.1 και τον πεθερό του. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και κατά την κυρίως εξέταση του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του, Τεκμήριο
  4. Σ' αυτήν ανέφερε ότι ανέλαβε τη διερεύνηση υπόθεσης εναντίον των κατηγορούμενων για τα τροχαία αδικήματα στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης κλοπής τσίγκων από την μάντρα του Γεδεών Γεδεού. Μετά από έλεγχο που διενήργησε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι δεν είχε εκδοθεί για το όχημα άδεια κυκλοφορίας για τα δυο εξάμηνα του 2012 όπως επίσης και πιστοποιητικό καταλληλότητας. Διαπίστωσε επίσης από έλεγχο που διενήργησε ότι δεν υπήρχε σε ισχύ ασφάλεια αφού αυτή έληξε από τον Ιούνιο του 2011, καθώς και ότι το όχημα επιθεωρήθηκε στις 7.1.
  5. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 σχετικό έντυπο που εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της αστυνομίας στο οποίο καταγράφονται τα στοιχεία του οχήματος του κατηγορούμενου 1 με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ
  6. Στις 3.1.2013 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1, Τεκμήριο 5 και ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορούμενους για τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν στην παρούσα υπόθεση. Οι γραπτές κατηγορίες των κατηγορούμενων 1 και 2, τις οποίες αρνήθηκαν, κατατέθηκαν από τον Μ.Κ.1 ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Κατά την αντεξέταση του από τον κατηγορούμενο 1, ανέφερε ότι δεν είδε κανένα από τους κατηγορούμενους να οδηγεί το όχημα κατά τον επίδικο χρόνο. Ο κατηγορούμενος 2 δεν υπέβαλε σε αντεξέταση τον Μ.Κ.
  7. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορούμενων και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως και κάλεσαν ως μάρτυρα υπεράσπισης τον Γεδεών Γεδεού (Μ.Υ.1). O κατηγορούμενος 1 στην κατάθεση του Τεκμήριο 5, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, είχε μεταβεί στο υποστατικό του Γεδεών Γεδεού θέλοντας να διαπιστώσει από πού προέρχονταν οι θόρυβοι που άκουγε στην περιοχή που βρισκόταν το συγκεκριμένο υποστατικό. Το όχημα με το οποίο μετέβηκε στο συγκεκριμένο μέρος ήταν Mercedes με αριθμό εγγραφής ΚΒΥ 832 και το οδηγούσε ο ίδιος με συνοδηγό τον γιο του, κατηγορούμενο
  1. Όταν έφτασαν στο υποστατικό συνάντησαν τον Μ.Κ.1 με τον πεθερό του να φορτώνουν στο όχημα τους τσίγκους από το υποστατικό του Γεδεών Γεδεού. Ως κοινοτάρχης της κοινότητας, όπως ανέφερε, τον ενημέρωσε τηλεφωνικά και αφού αυτός έφθασε στο υποστατικό του, στην συνέχεια κατάγγειλε την κλοπή στην αστυνομία. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν οδήγησε το προαναφερόμενο όχημα και ότι οι αναφορές του Μ.Κ.1 ότι ο γιος του οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329 έγιναν με σκοπό να τον εκδικηθεί για την υπόθεση της κλοπής. Στην ένορκη κατάθεση του επανέλαβε ότι αυτός οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΒΥ 832 με συνοδηγό τον γιό του όταν κατευθύνονταν στο υποστατικό του Γεδεών Γεδεού και ότι καθοδόν επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του για να τον ρωτήσει κατά πόσο ήταν αυτός που αφαιρούσε τους μεταλλικούς τσίγκους από το υποστατικό του. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε την θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ηταν ο κατηγορούμενος 2 που οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329, όταν μετέβηκαν στο σημείο που συνάντησαν τον Μ.Κ.
  2. Το προαναφερόμενο όχημα, όπως ισχυρίστηκε, ήταν ακινητοποιημένο γεγονός που γνώριζε ο Μ.Κ.1, αφού δυο μήνες προηγουμένως του το είχε ζητήσει για να το πωλήσει ως παλιοσίδερα. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι ήταν για εκδικητικούς λόγους που ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι το συγκεκριμένο όχημα το οδηγούσε ο γιος του, γιατί ως κοινοτάρχης του έκανε παρατηρήσεις στο παρελθόν όταν τον είδε να κόβει ξύλα από το δάσος, όπως επίσης και τώρα που τον είδε να κλέβει τους τσίγκους. Ακόμη ισχυρίστηκε ότι απ' ότι τον πληροφόρησε ο Μ.Κ.2, δεν είχε δώσει κανένα στοιχείο για το όχημα ο Μ.Κ.1 και ότι το όλο πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν ένας Λοχίας της αστυνομίας θεωρώντας ότι ο κατηγορούμενος 1 ηταν ιδιοκτήτης μόνο ενός οχήματος, αυτού με τον αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329, προχώρησε στον σχετικό έλεγχο για αυτό το όχημα. Ο Μ.Κ.2 του ανέφερε επίσης, όπως ισχυρίστηκε, ότι «η αστυνομία τα έκανε θάλασσα» και ότι δεν κατάλαβε γιατί τον κατηγόρησαν. Όταν του τέθηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής η παράλειψη του να υποβάλει στον Μ.Κ.2 τις πιο πάνω θέσεις του, έδωσε ως δικαιολογία ότι λόγω του πρόσφατου θανάτου του παιδιού του Μ.Κ.2 δεν επιθυμούσε να το πράξει. Ήταν περαιτέρω η θέση του κατηγορούμενου 1 ότι το συγκεκριμένο όχημα ήταν κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και την πώληση του έξι μήνες μετά, ακινητοποιημένο λόγω προβλήματος που παρουσίαζε στο αυτόματο σύστημα του και ότι αυτός ήταν ο λόγος που δεν είχε άδεια κυκλοφορίας, πιστοποιητικό καταλληλότητας και ασφαλιστική κάλυψη. Ερωτηθείς κατά ποσον ο γιος του είχε άδεια οδήγησης, απάντησε αρνητικά γιατί όπως ανέφερε ήταν ηλικίας 17 χρονών. Ο κατηγορούμενος 2, κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι είναι ο κατηγορούμενος 1 που μετακίνησε το όχημα στο σημείο που συνάντησαν τον Μ.Κ.
  3. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι ήταν αυτός που οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329 και όταν του υποδείχθηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής η παράλειψη του να θέσει στον Μ.Κ.1 την εν λόγω θέση του, έδωσε ως δικαιολογία ότι δεν το είχε σκεφθεί. Επίσης ερωτηθείς κατά πόσον είχε άδεια οδήγησης απάντησε ότι δεν είχε. Ο Γεδεών Γεδεού (Μ.Υ.1), κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν στο Όμοδος δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος του ανέφερε ότι κάποιοι αφαιρούσαν τσίγκους από την μάντρα του στο Κιδάσι. Όταν έφτασε εκεί βρήκε μόνο τους κατηγορούμενους οι οποίοι στην συνέχεια κατά την αναχώρηση τους επιβιβάστηκαν σ' ένα όχημα μάρκας Mercedes. Κατά την αντεξέταση του και σε σχετική ερώτηση κατά πόσο είδε τους κατηγορουμένους κατά τον χρόνο άφιξης τους στο μέρος που συνάντησαν τον Μ.Κ.1, αυτός απάντησε αρνητικά επισημαίνοντας ότι τους είδε όταν έφτασε εκεί. Μετά την ολοκλήρωση τις διαδικασίας οι κατηγορούμενοι και η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από τις προφορικές τους αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε κρίνοντας τους μάρτυρες τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ, 447 και Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ., 820). Αυτό το οποίο ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από την πλευρά των κατηγορουμένων, ήταν το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 οδηγούσε το επίδικο όχημα κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως αυτές έχουν εκτεθεί πιο πάνω, ως επίσης κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 επέτρεψε στον κατηγορούμενο 2 να οδηγήσει το επίδικο όχημα κατά τον τόπο και χρόνο που επίσης αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Όπως προανέφερα η μαρτυρία του Μ.Κ.2 ότι για το επίδικο όχημα δεν υπήρχε ασφάλεια έναντι τρίτου, άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορούμενους, αλλά αντίθετα επιβεβαιώθηκε από τον κατηγορούμενο
  1. Ούτε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης αμφισβητήθηκε, αντίθετα και οι δύο κατηγορούμενοι το παραδέχθηκαν. Συνακόλουθα εάν αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 οδηγούσε το επίδικο όχημα κατά τον τόπο και χρόνο που του αποδίδεται, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος 1 του επέτρεψε να το οδηγήσει, τότε θα πρέπει να κριθούν ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ο Μ.Κ.1 μου προξένησε θετική εντύπωση. Η όλη του παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα και οι σαφείς απαντήσεις του με έχουν ικανοποιήσει ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Από τους μάρτυρες που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, ο Μ.Κ.1 ήταν ο μοναδικός που είχε άμεση προσωπική γνώση των επίδικων θεμάτων, που αφορούν κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 οδήγησε το όχημα ΕΝΝ 329 και κατά πόσον ο κατηγορούμενος 1 τού επέτρεψε να το οδηγήσει. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη, αφού η αντεξέταση του περιορίστηκε στις σχέσεις του με τον κατηγορούμενο 1 και στο τι λέχθηκε όταν τον συνάντησαν οι κατηγορούμενοι. Συγκεκριμένα δεν έτυχε αμφισβήτησης η μαρτυρία του ότι είδε τον κατηγορούμενο 2 να οδηγεί το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329 όταν έφτασε με τον πατέρα του στο μέρος που βρισκόταν, ούτε επίσης ότι σε κάποια στιγμή το οδήγησε για μικρή απόσταση κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου
  2. Περαιτέρω δεν του υποβλήθηκε από τους κατηγορούμενους η θέση τους ότι ήταν ο κατηγορούμενος 1, με συνοδηγό τον κατηγορούμενο 2, που οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΒΥ 832 όταν τον συνάντησαν. Είναι δε γνωστές οι συνέπειες από την παράληψη της υπεράσπισης να θέσει στους μάρτυρες κατηγορίας ουσιώδεις ισχυρισμούς που έχει κατά νου ώστε αυτοί να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ., 551, σελίδα 590: «..Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντως, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς τον λόγο της παράληψης δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο τον διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραληφθέντος ισχυρισμού.». Παρά το γεγονός ότι αποτελούσε κοινό έδαφος ότι οι σχέσεις του Μ.Κ.1 με τον κατηγορούμενο 1 δεν ηταν αρμονικές, δεν έχω πεισθεί ότι οι αναφορές του στις καταθέσεις του, Τεκμήρια 1 και 2, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα στην παρουσία του κατηγορούμενου 1, μπορούν να αποδοθούν σε αλλότρια κίνητρα και στις μεταξύ τους τεταμένες σχέσεις. Λαμβάνοντας επομένως υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του Μ.Κ.1 σε σχέση με το ότι ο κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329 με συνοδηγό τον κατηγορούμενο 1 ενώ κατευθύνονταν προς το μέρος που αυτός βρισκόταν, καθώς και ότι σε κάποια στιγμή στην παρουσία του, ο κατηγορούμενος 2 το οδήγησε για μικρή απόσταση μετά από υπόδειξη του κατηγορούμενου
  1. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον Μ.Κ.2 ήταν επίσης θετική. Κατέθεσε με αντικειμενικότητα για τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ο εξεταστής της υπόθεσης. Η αντεξέταση του από τον κατηγορούμενο 1 περιορίστηκε μόνο στο κατά πόσο είδε τους κατηγορούμενους κατά τον επίδικο χρόνο να οδηγούν το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ
  2. Από την κατάθεση του Μ.Κ.2 δεν προκύπτει πιο ήταν το όχημα για το οποίο διενήργησε έλεγχο. Όμως όπως φαίνεται μέσα από το Τεκμήριο 4 που είναι το αποτέλεσμα της έρευνας, πρόκειται για το επίδικο όχημα. Όπως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορούμενους η μαρτυρία του ότι ήταν αυτός που διενήργησε τον έλεγχο για το εν λόγω όχημα ως επίσης και το αποτέλεσμα της έρευνας του, σύμφωνα με την οποία το όχημα ήταν ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου 1 και ότι κατά τον επίδικο χρόνο αυτό ήταν ανασφάλιστο, χωρίς άδεια κυκλοφορίας, πιστοποιητικό καταλληλότητας και ότι επιθεωρήθηκε στις 7.1.
  3. Η μαρτυρία του σχετικά με την ιδιοκτησία του οχήματος, την άδεια κυκλοφορίας, το πιστοποιητικό καταλληλότητας και την επιθεώρηση του οχήματος υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο 4, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Θεωρώ επομένως τον μάρτυρα ειλικρινή και αξιόπιστο γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Παρακολουθώντας τον κατηγορούμενο 1 ενώ κατέθετε ενόρκως, δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και την γνησιότητα των θέσεων του, ότι κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο το όχημα με το οποίο μετέβηκε στο σημείο που συνάντησε τον Μ.Κ.1 είχε αριθμό εγγραφής ΚΒΥ 832 και ότι αυτό οδηγούνταν από τον ίδιο με συνοδηγό τον κατηγορούμενο
  4. Τις εν λόγω ουσιαστικές του θέσεις καθώς και τη θέση του ότι ο Μ.Κ.1 γνώριζε ότι το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ακινητοποιημένο, τις προέβαλε για πρώτη φορά στην ένορκη κατάθεση του χωρίς να τις θέσει κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί. Ούτε και στον Μ.Κ.2 προέβαλε ουσιαστικές θέσεις του ότι δηλαδή το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ακινητοποιημένο, ότι τον έλεγχο για τα στοιχεία του οχήματος δεν τον διενήργησε ο ίδιος αλλά ένας Λοχίας της Αστυνομίας και ότι ο Μ.Κ.2 του είχε αναφέρει ότι «η αστυνομία τα έκανε θάλασσα». Η παράλειψη του κατηγορούμενου 1 να θέσει στον Μ.Κ.1 τις πιο πάνω ουσιαστικές εκδοχές του, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί, έχουν πλήξει την αξιοπιστία αυτών και ως εκ τούτου τις αγνοώ. Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγω σε σχέση και με την παράλειψη του να υποβάλει στον Μ.Κ.2 τις προαναφερόμενες εκδοχές του, καθώς η δικαιολογία που έδωσε για την εν λόγω παράληψη του στερείται πειστικότητας (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ., 551, Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ.720-723). Πέραν των όσων αναφέρω πιο πάνω δεν έχω ικανοποιηθεί από την όλη παρουσία του κατηγορούμενου 1 στο εδώλιο του μάρτυρα ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Η εκδοχή του ότι δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329, γιατί αυτό λόγω μηχανικού προβλήματος ήταν ακινητοποιημένο κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και την πώληση του έξι μήνες μετά, καταρρίπτεται από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη. Το εν λόγω όχημα επιθεωρήθηκε, όπως ανέφερε ο Μ.Κ.2, στις 7.1.2013 και σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, το οποίο υποστηρίζει την μαρτυρία του Μ.Κ.2 η περίοδος ισχύος της επιθεώρησης ήταν από τις 7.1.2013 μέχρι και τις 6.1.
  1. Ούτε και η εκδοχή του ότι ήταν για εκδικητικούς λόγους που ο Μ.Κ.1 ανέφερε στις καταθέσεις, Τεκμήρια 1 και 2, ότι οδηγός του επίδικου οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος 2 μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε για να υποστηρίξει την εκδοχή του αυτή, ήταν αλληλοσυγκρουόμενοι. Συγκεκριμένα ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι σκόπιμα ο Μ.Κ.1 ανέφερε στις καταθέσεις του, Τεκμήρια 1 και 2, ότι το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329 οδηγούνταν από τον κατηγορούμενο 2, αφού γνώριζε πως αυτό ήταν ακινητοποιημένο, στην συνέχεια διαφοροποίησε την θέση του αναφέροντας ότι ο Μ.Κ.1 δεν ανέφερε τα στοιχεία του οχήματος, επιρρίπτοντας μάλιστα ευθύνη στο Λοχία της Αστυνομίας ο οποίος διενήργησε έλεγχο για το εν λόγω όχημα αγνοώντας ότι ήταν ιδιοκτήτης και άλλου οχήματος. Η μαρτυρία του επίσης σχετικά με την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Μ.Υ.1 μεταβαλλόταν. Ενώ στην κατάθεση του Τεκμήριο 5, ανέφερε ότι με τον Μ.Υ.1 επικοινώνησε όταν έφθασε στο μέρος που βρισκόταν, στην ένορκη μαρτυρία του ανέφερε ότι επικοινώνησε μαζί του ενώ κατευθυνόταν προς το σημείο αυτό για να τον ρωτήσει εάν ήταν ο ίδιος που αφαιρούσε τους τσίγκους. Ο κατηγορούμενος 2 δεν υπέβαλε επίσης στον Μ.Κ.1 την θέση του ότι ήταν συνοδηγός στο όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΒΥ 832 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Όπως προανέφερα δεν υπέβαλε σε αντεξέταση τον Μ.Κ.2 ενώ η αντεξέταση του προς τον Μ.Κ.1 περιορίστηκε μόνο στο τι λέχθηκε όταν τον συνάντησαν με τον κατηγορούμενο
  2. Έχω ήδη αναφερθεί στις συνέπειες από την παράληψη της υπεράσπισης να θέσει στους μάρτυρες κατηγορίας ουσιώδεις ισχυρισμούς που έχει κατά νου ώστε αυτοί να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ., 551). Η παράληψη του κατηγορούμενου 2 να θέσει στον Μ.Κ.1 την προαναφερόμενη ουσιώδη εκδοχή του έχει πλήξει την αξιοπιστία της καθώς η δικαιολογία που έδωσε για την εν λόγω παράληψη του δεν κρίνεται ικανοποιητική και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1, ως προς τα ουσιώδες αμφισβητούμενα γεγονότα, δηλαδή αυτό της οδήγησης του επίδικου οχήματος από τον κατηγορούμενο 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο εν γνώσει του κατηγορούμενου 1, δεν έχει διαφωτίσει το Δικαστήριο διότι ουσιαστικά όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του κατά πόσο είδε τους κατηγορούμενους την ώρα που κατευθύνονταν στο σημείο που συνάντησαν το Μ.Κ.1, ανέφερε ότι τους είδε όταν έφτασε στο συγκεκριμένο σημείο μετά την αναχώρηση του Μ.Κ.
  1. Τέλος επισημαίνω και την διάσταση που υπήρχε μεταξύ της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 αφενός και του κατηγορούμενου 1 αφετέρου σε σχέση με το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος 1 κατευθυνόταν στο σημείο που συνάντησε τον Μ.Κ.
  2. Συγκεκριμένα ενώ ο κατηγορούμενος 1 στην ένορκη μαρτυρία του ανέφερε ότι στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Μ.Υ.1 τον ρώτησε κατά πόσο ήταν αυτός που αφαιρούσε τους τσίγκους από το υποστατικό του, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 τον ενημέρωσε ότι κατευθυνόταν στην μάντρα του γιατί κάποιος άλλος αφαιρούσε τσίγκους από το υποστατικό του. Συνακόλουθα δεν προσδίδω στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και αποδεχόμενη, όπως προανέφερα, την μαρτυρία των Μ.Κ.1 και M.K.2 καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 30.12.2012 και περί ώρα 8.30 π.μ., ο κατηγορούμενος 2, με συνοδηγό τον κατηγορούμενο 1, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329 με προορισμό το υποστατικό του Μ.Υ.1 που βρισκόταν στο Κιδάσι στην τοποθεσία Σαμώνη. Όταν έφθασαν στο σημείο που βρισκόταν το υποστατικό του Μ.Υ.1, ο κατηγορούμενος 2 με υπόδειξη του κατηγορούμενου 1 οδήγησε για μικρή απόσταση το προαναφερόμενο όχημα. Κατά τον επίδικο χρόνο το εν λόγω όχημα δεν είχε άδεια κυκλοφορίας, πιστοποιητικό καταλληλότητας και ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. Στις 7.1.2013 το εν λόγω όχημα επιθεωρήθηκε και η περίοδος ισχύος της επιθεώρησης ήταν μέχρι τις 6.1.
  3. Ο κατηγορούμενος 1 ηταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του προαναφερόμενου οχήματος και επέτρεψε κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο την οδήγηση του από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Α. 1η και 5η κατηγορία Τα αδικήματα της 1ης και 5ης κατηγορίας βασίζονται στο άρθρο 3
(1)(α) και (β) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος 96
(1)/2000, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, που προνοεί ότι: «3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να- (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού (β) προκαλεί ή επιτρέπει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το άλλο αυτό πρόσωπο, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού. Β. 2η και 6η κατηγορία Tα αδικήματα της 2ης και 6ης κατηγορίας βασίζονται στα άρθρα 2, 49
(1)(α) και (γ), 54 και 59 του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου,94
(1)/2001, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Όπως προνοείται στο άρθρο 49
(1)(α) και (γ): «49.-
(1)πρόσωπο το οποίο - (α) Οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου· ή (β) .............................. (γ) επιτρέπει η ανέχεται οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή να έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς το πρόσωπο που οδηγεί ή έχει τον έλεγχο του οχήματος να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1708, η και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής.» Γ. 3η και 7η κατηγορία Τα αδικήματα της 3ης και 7ης κατηγορίας βασίζονται στον Κανονισμό 17
(1)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984, ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, που προνοεί τα ακόλουθα: «17
(1)Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου
(3)του Κανονισμού 25: (α) κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή οδηγήσει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη χρησιμοποίηση από τρίτο πρόσωπο οποιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος, εκτός των κινουμένων σε ερπύστριες, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας η οποία είναι εν ισχύ». Δ.4η και 8η κατηγορία Τα αδικήματα της 4ης και 8ης κατηγορίας βασίζονται στον Κανονισμό 65
(1)
(5)και
(9)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης κανονισμών του 1984 ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, που προνοεί ότι: «
(1)Όλα τα μηχανοκίνητα οχήματα καθώς και τα ρυμουλκούμενα και ημιρυμουλκούμενά τους που είναι εγγεγραμμένα στο Βιβλίο Εγγραφής Μηχανοκινήτων Οχημάτων υπόκεινται σε περιοδικό τεχνικό έλεγχο, εξαιρουμένων των οχημάτων που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις, στις δυνάμεις δημόσιας τάξης και στην πυροσβεστική υπηρεσία.» «
(5)Ο επιθεωρητής εφόσον ήθελε ικανοποιηθεί ότι το μηχανοκίνητο όχημα ευρίσκεται σε καλή και ασφαλή κατάσταση ή ότι έγιναν σύμφωνα με τις εντολές του οι αναγκαίες επισκευές ή προσαρμογές, εκδίδει στον ιδιοκτήτη του οχήματος ή στον έχοντα την ευθύνη ή τον έλεγχο του οχήματος, πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος κατά τον Τύπο ΧΧ που εμφαίνεται στο Πρώτο Παράρτημα των παρόντων Κανονισμών ή καθ' οποιοδήποτε άλλο τύπο, που ο Έφορος ήθελε εκάστοτε καθορίσει στον οποίο αναγράφεται και η ημερομηνία διεξαγωγής της επιθεώρησης.»
(9)Με την πάροδο της τελευταίας ημέρας της περιόδου που καθορίζεται από την εκάστοτε γνωστοποίηση του Εφόρου για περιοδικό τεχνικό έλεγχο σύμφωνα με την παράγραφο
(1), απαγορεύεται η οδική χρήση οποιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος επηρεαζομένου από την εκάστοτε γνωστοποίηση.» ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο δεν ηταν κάτοχος άδειας οδήγησης. Επίσης, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο κατηγορούμενος 2 στις 30.12.2012 και περί ώρα 8.30 π.μ. οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329 στο Κιδάσι στην τοποθεσία Σαμώνη της Επαρχίας Πάφου, με συνοδηγό τον κατηγορούμενο
  1. Όταν έφθασαν στο σημείο που συνάντησαν τον Μ.Κ.1, ο κατηγορούμενος 2 μετακίνησε το προαναφερόμενο όχημα μετά από υπόδειξη του κατηγορούμενου
  2. Το εν λόγω όχημα σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν είχε κατά τον επίδικο χρόνο άδεια κυκλοφορίας, πιστοποιητικό καταλληλότητας και ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και κατά συνέπεια αυτοί κρίνονται ένοχοι σε αυτές. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.