← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωνσταντίνος Αφανάσοβ, Aρ. Υπόθεσης 7939/15, 14/12/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωνσταντίνος Αφανάσοβ, Aρ. Υπόθεσης 7939/15, 14/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B139 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 7939/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Κωνσταντίνος Αφανάσοβ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 14.12.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού (για να ακούσει την ποινή ο κ. Ν. Νεοκλέους) Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε 19 κατηγορίες οι οποίες αφορούν σε 9 διαρρήξεις οι οποίες συνοδεύονται από αντίστοιχες κλοπές και σε μια διάρρηξη με σκοπό την κλοπή. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέρρηξε και εισήλθε σε αριθμό υποστατικών και έκλεψε από αυτά διάφορα αντικείμενα και από κάποια άλλα και αντικείμενα και χρήματα. Για κάθε περίπτωση υπάρχουν δύο ξεχωριστές κατηγορίες στο κατηγορητήριο, μια, για την αδίκημα της διάρρηξης και, μια, για το αδίκημα της κλοπής. Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί το ότι διέρρηξε τα ακόλουθα υποστατικά και έκλεψε από αυτά τα ακόλουθα αντικείμενα: το περίπτερο με την ονομασία «ΚΑΤΑΚΟΜΒΗ KIOSK» από το οποίο έκλεψε αντικείμενα συνολικής αξίας Ευρώ 1.410,00 σεντ, (κατηγορίες 2 και 3 αντίστοιχα), αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 17.4.11 και 18.4.11 το εστιατόριο με την ονομασία «PHIVOS COCKTAIL RESTAURANT» από το οποίο έκλεψε χρήματα και αντικείμενα συνολικής αξίας Ευρώ 4.243,00 σεντ, (κατηγορίες 4 και 5 αντίστοιχα), αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν κατά την 23.12.10 το εστιατόριο με την ονομασία «PHIVOS COCKTAIL RESTAURANT» από το οποίο έκλεψε χρήματα και αντικείμενα συνολικής αξίας Ευρώ 1.365,00 σεντ, (κατηγορίες 6 και 7 αντίστοιχα) αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν κατά την 17.1.11 το εστιατόριο με την ονομασία «PORTO BELLO» από το οποίο έκλεψε χρήματα και αντικείμενα συνολικής αξίας Ευρώ 100,00 σεντ (κατηγορίες 9 και 10 αντίστοιχα) αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 25.1.11 και 26.1.11 την καφετερία με την ονομασία «ΚΟΥΣ-ΚΟΥΣ» από την οποία έκλεψε το χρηματικό ποσό των Ευρώ 150,00 σεντ (κατηγορίες 11 και 12 αντίστοιχα) αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν κατά την 11.2.11 την καφετερία με την ονομασία «ΕΠΑΦΕΣ» από την οποία έκλεψε το χρηματικό ποσό των Ευρώ 600,00 σεντ αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν κατά την 11.2.11 (κατηγορίες 13 και 14 αντίστοιχα) το δωμάτιο ενοίκου στο ξενοδοχείο με την ονομασία «ΔΙΟΝΥΣΟΣ» από το οποίο έκλεψε αντικείμενα συνολικής αξίας Ευρώ 830,00 σεντ (κατηγορίες 42 και 43 αντίστοιχα) αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν κατά την 7.1.12 κατοικία από την οποία έκλεψε το χρηματικό ποσό των 60.000 ρουβλιών, 200 δολαρίων και 30.000 ουγγαρέζικων φιορινιών καθώς και αντικείμενα συνολικής αξίας Ευρώ 1.500,00 σεντ (κατηγορίες 44 και 45 αντίστοιχα), αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 29.3.11 και 30.3.11 και το εστιατόριο με την ονομασία PANARETI RESTAURANT» από το οποίο έκλεψε χρήματα και αντικείμενα συνολικής αξίας Ευρώ 3.146,00 σεντ (κατηγορίες 46 και 47 αντίστοιχα), αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν κατά την 2.5.

  1. Σημειώνεται ότι τα αδικήματα των κατηγοριών 42 - 45 διαπράχθηκαν κατά την διάρκεια νυκτός κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Επίσης, με την κατηγορία 8 ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέρρηξε και εισήλθε στο εστιατόριο με την ονομασία «BOMBAY» με σκοπό την κλοπή. Τα γεγονότα τα οποία παρουσιάσθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Δεν προτίθεμαι να τα παραθέσω και τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αναφέρω μόνο ότι σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάσθηκε για τον Κατηγορούμενο κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 ετών και άγαμος. Γεννήθηκε στην Ρωσία και προέρχεται από οικογένεια ποντιακής καταγωγής με χαμηλά εισοδήματα. Σε ηλικία 14 ετών μετακινήθηκε με την οικογένειά του στην Ελλάδα για σκοπούς βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσής τους. Ακολούθως και συγκεκριμένα το 2004 η οικογένεια μετακινήθηκε στην Κύπρο και εγκαταστάθηκε στην Πάφο όπου διαμένει μέχρι σήμερα. Ο πατέρας του δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων υγείας, ενώ η μητέρα του εργάζεται ως βοηθός κουζίνας σε εστιατόριο. Έχει και ένα μικρότερο αδελφό ηλικίας 23 ετών ο οποίος είναι άγαμος και διαμένει με τους γονείς του στην Πάφο. Φοίτησε σε σχολείο στην Ρωσία για 8 χρόνια. Είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών από την ηλικία των
  2. Λόγω τούτου αδυνατούσε να εξεύρει εργασία και προέβαινε σε παραβατική συμπεριφορά για να μπορεί να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες. Εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης τόσο στην Κύπρο όσο και την Ελλάδα χωρίς, όμως, θετικό αποτέλεσμα. Πριν την σύλληψή του διέμενε με την οικογένειά του σε ενοικιαζόμενη οικία στην Πάφο. Πάσχει από σοβαρές ασθένειες. Παρακολουθείται, επίσης, από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Δεν διαθέτει εισοδήματα ή αποταμιεύσεις ή περιουσία, κινητή ή ακίνητη. Δεν έχει χρέη. Ακολούθως, η συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρθηκε σε διάφορους παράγοντες τους οποίους και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, όπως: το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορό του η παραδοχή του Κατηγορούμενου καταδεικνύει την μεταμέλειά του. Επίσης, με αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος χρόνος του Δικαστηρίου την συνεργασία του με την Αστυνομία. Υποδείχθηκε ότι η δική του ομολογία ήταν που οδήγησε στην εξιχνίαση πλείστων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει αφού ουδεμία άλλη μαρτυρία υπήρχε εναντίον του. Ο Κατηγορούμενος προέβη, επίσης, σε υποδείξεις σκηνών αιτία για την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων ήταν η εξάρτηση του Κατηγορούμενου από τις ναρκωτικές ουσίες. Συγκεκριμένα υποδείχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο διάπραξης τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό ώστε να μην μπορεί να ελέγχει επαρκώς τις πράξεις του. Πάντως, η χρήση δεν γινόταν με σκοπό να διευκολυνθεί η διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Ο Κατηγορούμενος είναι εξαρτημένος χρήστης. Είναι χρήστης ναρκωτικών από την ηλικία των 17 ετών και σε μεταγενέστερο στάδιο έγινε χρήστης σκληρών ναρκωτικών. Παρά τις προσπάθειές του για απεξάρτηση παρακολουθώντας και σχετικά προγράμματα στην Κύπρο και την Ελλάδα το επιθυμητό αποτέλεσμα δεν επήλθε ποτέ οριστικά. Κατάφερνε να βρίσκεται μακριά από τα ναρκωτικά το πολύ για ένα χρόνο και ακολούθως επανερχόταν ένεκα των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αντιμετωπίζει τις προσωπικές του συνθήκες περιλαμβανομένων των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει και των σοβαρών ασθενειών από τις οποίες πάσχει και εξ' αιτίας των οποίων όχι μόνο δεν μπορεί να εργασθεί αλλά και βρίσκεται σε αβεβαιότητα η μελλοντική του ζωή καθώς και τις οικογενειακές του συνθήκες. Το μόνο άτομο στην οικογένεια που έχει εισόδημα και από αυτό στηρίζεται όλη η οικογένεια είναι η μητέρα του. Ο πατέρας του δεν εργάζεται και ο μικρότερός του αδελφός απασχολείται περιστασιακά και όποτε βρει εργασία το νεαρό της ηλικίας του τον χρόνο που παρήλθε από της διάπραξης. Επικαλούμενη τα πιο πάνω ελαφρυντικά η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει τον Κατηγορούμενο με κάθε δυνατή επιείκεια. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αρκετά σοβαρές κατηγορίες. Τα αδικήματα των διαρρήξεων τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 7 ετών (κατηγορίες 2, 4, 6, 9, 11, 13, 46), τα αδικήματα των κλοπών που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών 3, 5, 7, 10, 12, 14, 47 με ποινή φυλάκισης 3 ετών και τα αδικήματα των κλοπών που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών 43 και 45 με ποινή φυλάκισης 5 ετών. Το αδίκημα της διάρρηξης με σκοπό την κλοπή τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 5 ετών. Τέλος, σοβαρότερα είναι τα αδικήματα των διαρρήξεων εκ καιρώ νυκτός (κατηγορίες 42 και 44) τα οποία τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 10 ετών. Όλα τα υπό τιμωρία αδικήματα συνιστούν κακουργήματα. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Σχετική είναι, επίσης, η απόφαση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47 όπου υπογραμμίστηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Τέλος, κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στην υπόθεση Dos Santos v. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 297. Η εν λόγω υπόθεση παρόλο που αφορούσε σε προμήθεια ναρκωτικών είναι ενδεικτική καθότι σε αυτήν εκφράζεται η ανησυχία του Εφετείου για την ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα και την ανάγκη όπως μη γίνεται ανεκτή από τα Δικαστήρια εγκληματική συμπεριφορά που αναγκάζει τους πολίτες αμυνόμενους να αλλάξουν συνήθειες που χαρίζουν καλή ποιότητα ζωής στον τόπο μας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Μας προκαλεί θλίψη και ανησυχία η συνεχής εκμετάλλευση από εγκληματίες των συνθηκών και συνηθειών ζωής που επικρατούν στη χώρα μας, όπου οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι κάτοικοι θέλουν να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοιχτά, επιθυμούν να εισέρχονται στη χώρα μας εκατομμύρια τουρίστες, χωρίς να υποβάλλονται στις συνήθεις ταλαιπωρίες τελωνειακού ελέγχου. Οι άνθρωποι έμαθαν να αφήνουν ενίοτε εκτεθειμένη την περιουσία τους, πιστεύοντας πώς δεν θα κλαπεί ή καταστραφεί. Θέλουν να κινούνται ελεύθερα στους δρόμους χωρίς να φοβούνται πως θα ληστευθούν. Αυτές οι συνήθειες χαρίζουν την καλή ποιότητα ζωής στη χώρα μας. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει ανεχτή η εγκληματικότητα που αναγκάζει την Πολιτεία και τους πολίτες, αμυνόμενοι, να μεταβάλουν αυτές τις συνήθειες». Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων επαυξάνεται και από τον ρυθμό με τον οποίο αυτά διαπράχθηκαν. Συγκεκριμένα μέσα σε ένα διάστημα 4 μηνών, ήτοι από τις 23.12.10 μέχρι τις 2.5.11, ο Κατηγορούμενος διέπραξε 7 συνολικά διαρρήξεις συνοδευόμενες από κλοπές και μια διάρρηξη με σκοπό την κλοπή. Μετά πάροδο 8 μηνών και συγκεκριμένα στις 7.1.12 διάπραξε άλλη μια διάρρηξη εν καιρώ νυκτός. Επιβαρυντικά στοιχεία αποτελούν ακόμα η ποσότητα των κλοπιμαίων, η αξία τους καθώς και το ότι ελάχιστη περιουσία από την κλαπείσα ανευρέθηκε. Συγκεκριμένα η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 13.344,00 σεντ. Κλάπηκαν, επίσης, το χρηματικό ποσό των (α) 200 Δολαρίων, (β) των 60.000 ρουβλιών και των (γ) 30.000 ουγγαρέζικων φιορινιών. Από την κλαπείσα περιουσία ανευρέθηκαν μόνο τα εξής: σε σχέση με την κατηγορία 3 μόνο μια ασημένια καδένα λαιμού και ένα χρυσό κόσμημα με το σχήμα της Κύπρου σε σχέση με την κατηγορία 45 όλη η κλαπείσα περιουσία αφού ο Κατηγορούμενος ακινητοποιήθηκε από τον παραπονούμενο και συνελήφθηκε από την Αστυνομία εντός της κατοικίας κατόπιν ειδοποίησης του παραπονούμενου. Στην υπόθεση Bekiz Ahmet Abit v. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 318 το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης που επέβαλε το Κακουργιοδικείο για αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών. Λήφθηκε υπόψη, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι μικρό μόνο μέρος των κλαπέντων είχε ανευρεθεί και παραδοθεί στα θύματα. Οι πράξεις του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και στην ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Καθιστούν δε αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από την εγκληματική του συμπεριφορά. Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικών, όπως κατοικιών και καταστημάτων, πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση αυτού του αισθήματος προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία των πολιτών με τρόπο αποτελεσματικό. Σε σχέση με το νεαρό της ηλικίας αναφέρονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με την Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50). Στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», του Γ. Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 88 αναφέρεται ότι η αντιμετώπιση νεαρών παραβατών αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα. Στις περιπτώσεις αυτές προέχει ισχυρή η ανάγκη για αναμόρφωση παρά η τιμωρία μιας και το ενδεχόμενο αναμόρφωσης νεαρών ατόμων είναι μεγαλύτερο από ότι σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας τα οποία είναι πλέον εξοικειωμένα με τις συνήθειες και συμπεριφορές τους. Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται στις σελίδες 89-90 ότι δεν υπάρχει αυθεντία που να καθορίζει μέχρι ποιας ηλικίας άτομα μπορούν να θεωρούνται νεαρά πρόσωπα, προφανώς, διότι επί του θέματος υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες όπως η εμπειρία που κάποιος έχει της ζωής. Αυτό, όμως, που είναι σίγουρο, σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα, είναι ότι όσο ένα άτομο μεγαλώνει η σημασία του νεαρού της ηλικίας ως μετριαστικός παράγοντας φθίνει και λίγο μετρά στην επιμέτρηση της ποινής. Ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην ώριμη ηλικία των 29 ετών. Υπό το φως τούτου αλλά και όλων όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν η ηλικία του δεν θα πρέπει να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής. Σημειώνεται ότι ακόμα και στην περίπτωση νεαρών παραβατών ένα Δικαστήριο δεν θα διστάσει να επιβάλει ποινή φυλάκισης και, μάλιστα, πολυετή αν κρίνει ότι τούτο είναι η μόνη ορθή επιλογή (Βλ. Christos Charalambous Savvides v. The Republic
(1988)2 CLR 51, Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50, Costakis Michael Christofi v. P
(1971)2 CLR 216, Panicos Menelaou v. R
(1971)2 CLR 146, Antoniou v. P
(1975)7 JSC 986. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου:
  1. το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου
  2. την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο
  3. την συνεργασία του με την Αστυνομία. Πλην των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες 44 και 45 ο Κατηγορούμενος ομολόγησε την διάπραξη όλων των υπό τιμωρία αδικημάτων στα πλαίσια θεληματικών του καταθέσεων. Η ομολογία του Κατηγορούμενου και οι υποδείξεις σκηνών από τον ίδιο συνέβαλε στην εξιχνίαση των αδικημάτων ώστε η συνεργασία του με την Αστυνομία να μπορεί να θεωρείται καταλυτική αφού, όπως από τα γεγονότα προκύπτει, καμία μαρτυρία δεν υπήρχε εναντίον του που να τον συνδέει με την διάπραξη
  4. τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορό του. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα προβλήματα υγείας ενός κατηγορούμενου λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όχι, όμως, σε βαθμό που να υπερφαλαγγίζουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου, όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων ή όπου η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη (Βλ. The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Σειρά άλλων αποφάσεων κατέδειξε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (Βλ. A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93 και The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Αν ο κατάδικος δε χρήζει ιατρικής φροντίδας, αυτή μπορεί να του παρασχεθεί από τις Ιατρικές Υπηρεσίες των Φυλακών (Βλ. Anastasis Panayi Georghiou alias Mandis v. P
(1966)2 CLR 1, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Μέσω της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου μεταφέρθηκε η ανησυχία του Κατηγορούμενου για το ότι ο εγκλεισμός του στις Φυλακές δεν θα του παρέχει την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που θα μπορούσε ο ίδιος να προσφέρει στον εαυτό του για να αντιμετωπίσει τις σοβαρές ασθένειες από τις οποίες πάσχει ώστε να παρατείνει το βιώσιμο της ζωής του, όπως νοσηλεία σε ιατρικό ίδρυμα. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει τούτο σοβαρά υπόψη ώστε ο Κατηγορούμενος να εκτίσει όσο το δυνατόν μικρότερη ποινή φυλάκισης αν και αναγνώρισε ότι προδήλως οι Ιατρικές Υπηρεσίες των Φυλακών δεν θεώρησαν απαραίτητο όπως ο Κατηγορούμενος νοσηλευθεί. Θα πρέπει να πω με όλο τον σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι τα όσα πιο πάνω η εν λόγω συνήγορος ανέφερε παρέμειναν στην σφαίρα της γενικότητας. Δεν τεκμηριώθηκε ότι η νοσηλεία σε ιατρικό ίδρυμα είναι απαραίτητη στην περίπτωση του Κατηγορούμενου ούτε και υποδείχθηκε καν ποια άλλη περίθαλψη θα μπορούσε να παρασχεθεί στον Κατηγορούμενο η οποία δεν θα μπορούσε να παρασχεθεί από τις Ιατρικές υπηρεσίες των Φυλακών. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις βρίσκουν ενίσχυση από το ότι μέχρι σήμερα ο Κατηγορούμενος, ως διεφάνη μέσα από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του, δεν ανέτρεξε στην βοήθεια που σήμερα επικαλείται παρά μόνο ενδιαφέρον επέδειξε με αφορμή την επικείμενη τιμωρία του. 5. το ότι ο Κατηγορούμενος κατά τους ουσιώδεις χρόνους τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό που να μην είναι σε θέση να ελέγχει επαρκώς τις πράξεις του. Κρίνω ότι επί του προκειμένου ισχύουν οι ίδιες αρχές που ισχύουν για την μέθη. Τόσο η Αγγλική όσο και η Κυπριακή Νομολογία κατέδειξαν ότι στις περιπτώσεις εκείνες που η μέθη επιδρά στην ένοχη πρόθεση που πρέπει να έχει ο δράστης αυτή λειτουργεί ως μετριαστικός παράγοντας (Βλ. Rex v. Morton
(1908)1 Cr. App. R. 225, υπόθεση που αφορούσε σε διάρρηξη κατοικίας, Tassos Savva Politis v. The Police
(1973)2 CLR 211, υπόθεση που αφορούσε σε κλοπή μοτοποδήλατου και Francis Kenneth Smith and Another v. The Police
(1969)2 CLR 189, υπόθεση που αφορούσε σε κλοπή και κακόβουλη ζημία). Στην υπόθεση Pernell κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 417, όπου έγινε ανασκόπηση της Κυπριακής Νομολογίας, λέχθηκε ότι στον βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο την διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικούς παράγοντες την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης καθώς και τον χρόνο που παρήλθε από της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων. Σε σχέση με το πρώτο αναφέρονται τα ακόλουθα. Ενώ τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν κυρίως εντός του 2011 η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 3.9.15, ήτοι 4 χρόνια αργότερα, χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία να έχει δοθεί γι' αυτό από την Κατηγορούσα Αρχή. Η σημειωθείσα καθυστέρηση κρίνεται μεγάλη και υπό το φως των πιο πάνω αδικαιολόγητη. Βαρύνει δε τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Στην υπόθεση M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη την δίκαιη δίκη. Τέλος, έλαβα υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα το χρονικό διάστημα των 4 και πλέον ετών που διέρρευσε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 υποδείχθηκε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του». Δεν μου διαφεύγει ότι στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη Νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα ελαφρυντικά και τους μετριαστικούς παράγοντες, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, τείνει να μετριάσει την σοβαρότητα τους όχι, όμως, σε έκταση και βαθμό ώστε να μην κρίνεται επιβεβλημένη η επιβολή ποινής φυλάκισης εν' όψει της σοβαρότητας τους, της ανάγκης για αποτροπή που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά που περιβάλλουν την διάπραξή τους καθώς και της έξαρσης που παρατηρείται στην διάπραξή τους. Συν τοις άλλοις, καμία μεταβολή δεν επήλθε εντός του διαρρεύσαντος χρόνου στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Κρίνω, επομένως, ότι στην υπό εξέταση περίπτωση είναι απόλυτα αναγκαίο να παρεκκλίνω από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την διάπραξη ενός αδικήματος. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι διάφοροι μετριαστικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους μετριαστικούς παράγοντες, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές : Σε έκαστη των κατηγοριών 2, 4, 6, 9, 11, 13 και 46 ποινή φυλάκισης 2 ετών Σε έκαστη των κατηγοριών 3, 5, 7, 10, 12, 14 και 47 ποινή φυλάκισης 1 έτους Στην 8η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1½ έτους Σε έκαστη των κατηγοριών 42 και 44 ποινή φυλάκισης 2½ ετών Σε έκαστη των κατηγοριών 43 και 45 ποινή φυλάκισης 1½ έτους Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν και θα αρχίζουν από τις 3.9.15 ημερομηνία από την οποία ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσης υπόθεσης. Η ανευρεθείσα περιουσία η οποία αναγνωρίσθηκε από τους νόμιμους δικαιούχους καθώς και η ανευρεθείσα περιουσία η οποία δεν αναγνωρίσθηκε από τους νόμιμους δικαιούχους να επιστραφεί στους νόμιμους δικαιούχους. Τα υπόλοιπα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Διαρρήξεις και κλοπές Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.