Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Βαλεντίνου Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 15664/12, 22/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15664/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Βαλεντίνου Ιωάννου, από την Πάφο Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.12.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα Αρχή: κα Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κα Μαραβελάκη Κατηγορούμενος: απών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Δυο κατηγορίες επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξεως, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η και 2η κατηγορία), δυο κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα (3η και 4η κατηγορία) και τέλος, μια κατηγορία αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα (5η κατηγορία). Αντιμετωπίζει και την κατηγορία της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών, των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, οι οποίοι θεσπίστηκαν με βάση το Ν.86/72(6η κατηγορία), την οποία, ωστόσο έχει παραδεχθεί. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 26 Μαρτίου, 2012, στην οδό Ευριπίδου Χαραλάμπους, στην Πάφο επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως, δηλαδή, εναντίον του Ε/Αστυφύλακα 6223 Μ. Ηροδότου του ΟΥΛΑΕ Πάφου, κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως, δηλαδή, εναντίον του Ε/Αστυφύλακα 5102 Π. Ηρακλέους του ΟΥΛΑΕ Πάφου, κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3 και 4, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο καΙ τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, σε δημόσιο μέρος, εξύβρισε τους παραπάνω ειδικούς αστυφύλακες με τη φράση «Ζαττίν είσαστεν ούλλοι σας ξημαρισμένοι, πουστοπεζέβεγκοι, εν σας υπολογίζω μιαν μπακκίραν.», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψή του. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή, παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1299 Σοφοκλή Γιούπη και τους - παραπάνω - ειδικούς αστυφύλακες, 6223 Μάριο Ηροδότου και 5102 Παναγιώτη Ηρακλέους (Μ.Κ.1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος (Μ.Υ.1), αφού κλήθηκε σε απολογία σ' όλες τις κατηγορίες και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα τη Χρυσούλα Δημητρίου (Μ.Υ.2). Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, προτού κλείσει την υπόθεσή της η υπεράσπιση, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, σε εφαρμογή του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 αντεξέτασε σε περιορισμένη, έκταση, τη γιατρό Χρυστάλλα Πρέστου (Μ.Υ.3), επί του περιεχομένου του ιατρικού πιστοποιητικού που είχε εκδώσει αναφορικά με τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 8), το οποίο, κατά τη δίκη προσάχθηκε ως εξ ακοής μαρτυρία από τον κατηγορούμενο. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 4) του ειδικού αστυφύλακα Μάριου Ηρακλέους (Μ.Κ.2), το περιεχόμενο της οποίας ακολουθεί αυτούσιο: «Υπηρετώ στην ΣΔΕ Πάφου, στο τμήμα ΟΥΛΑΕ. Την 26/3/12 ανέλαβα καθήκον η ώρα 07:00 μέχρι τις 19:00 της ίδιας ημέρας. Την 26/3/12 και ώρα 17:50 ενώ διενεργούσα έλεγχο στην οδό Ευριπίδου Χαραλάμπους ανέκοψα για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΚΖ
- Καθήκον μαζί μου βρισκόταν ο Ε/Α. 5102 Π. Ηρακλέους. Ζήτησα από τον οδηγό του πιο πάνω οχήματος να μου δείξει την ταυτότητα ή τηΝ άδεια οδηγού αλλά αυτός ανάφερε ότι δεν είχε μαζί του τα πιο πάνω έγγραφα. Στη συνέχεια του ζήτησα να μου πει τον αριθμό ταυτότητας αλλά αυτός απάντησε «Εν σου λαλώ τίποτε». Εγώ του ανάφερα ότι οφείλει να μας δώσει στοιχεία αλλά αυτός άνοιξε την πόρτα και με έντονο ύφος κατέβηκε από το όχημα και προβάλλοντας τα χέρια του κατευθυνόμενος προς εμένα με επιθετικό ύφος, φώναζε «ζαττίν είσαστεν ούλλοι σας ξιμαρισμένοι, πουστοπεζέβεγκοι, εν σας υπολογίζω μιαν μπακίραν». Εγώ τον πληροφόρησα ότι διαπράττει αδίκημα με το να μην δίνει τα στοιχεία του και να εξυβρίζει και αφού του επέστησα την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Εν σε υπολογίζω». Στη συνέχεια τον πληροφόρησα ότι είναι υπό σύλληψη και αφού του επέστησα την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Όπου θέλεις πάεννε εν σε υπολογίζω». Στη συνέχεια εγώ μαζί με τον Ε/Α. 5102 στην προσπάθεια μας να του βάλουμε χειροπέδες, αυτός μας έσπρωχνε με τα χέρια του και προέβαλε αντίσταση στη νόμιμη σύλληψη και χρησιμοποιήθηκε η ανάλογη και υπό τις περιστάσεις βία για να καταστεί δυνατή η σύλληψη του. Αφού του περάσαμε χειροπέδες και τον βάλαμε στο περιπολικό για να τον μεταφέρουμε στην ΑΔΕ Πάφου, αυτός φώναζε και χτυπούσε το κεφάλι του στην πόρτα του αυτοκινήτου. Στη συνέχεια τον μεταφέραμε στην ΑΔΕ Πάφου, στο τμήμα μικροπαραβάσεων. Στη συνέχεια μετά από έλεγχο των εγγράφων του, διαπίστωσα ότι πρόκειται για τον Βαλεντίνο Ιωάννου, Δ.Τ. 1019092, διεύθυνση Λιπέρτη 15, Έμπα, Πάφος.Επίσης διαπιστώθηκε ότι οδηγούσε το πιο πάνω όχημα χωρίς Μ.Ο.Τ., από την 1/3/
- Στη συνέχεια παραδόθηκε στα αστυνομικά κρατητήρια της ΑΔΕ Πάφου». Έναντι όλων των παραπάνω ισχυρισμών και θέσεων του μάρτυρα, ο κατηγορούμενος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής, τα οποία συνθέτουν τη δική του εκδοχή αναφορικά με το επίδικο περιστατικό που τον οδήγησε στο Δικαστήριο: Περνώντας από την οδό που έγινε το συμβάν, κάποιος αστυνομικός τού έδειξε να σταματήσει και σταμάτησε αμέσως. Μόλις σταμάτησε έβγαλε αμέσως τη ζώνη και κοίταξε μέσα στο ντουλαπάκι να βρει κάποια στοιχεία, επειδή το αυτοκίνητο ήταν της αδελφής του. Ήρθε τότε ο Μ.Κ.2, ο οποίος το ρώτησε γιατί δε φορούσε τη ζώνη του. Του εξήγησε ότι μόλις την έβγαλε, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε ο Μ.Κ.
- Ακολούθως, ο Μ.Κ.2 τού ζήτησε άδεια και ασφάλεια και του είπε πως δεν είχε κάποια χαρτιά μαζί του. Αυτός, τότε, το ρώτησε αν έχει ταυτότητα. Του εξήγησε πως δεν έχει τίποτε μαζί του, οπότε εκείνος, απευθυνόμενος προς τον ίδιο, του απάντησε με τη φράση, «Ξέρεις ότι μπορώ να σε συλλάβω;» Με τη σειρά του, το ρώτησε κατά πόσο μπορούσε να του δώσει τον αριθμό της ταυτότητάς του για να το χτυπήσει στο μηχανάκι. Αυτός του απάντησε αρνητικά οπότε του είπε να τηλεφωνήσει του πατέρα του να του φέρει ό, τι χρειάζεται. Ο μάρτυρας του απάντησε και πάλιν αρνητικά και του ζήτησε τον αριθμό ταυτότητάς του. Αφού του τον είπε και επιβεβαίωσε το όνομά του, ακολούθως έκανε ένα γύρω του αυτοκινήτου για να ελέγξει διάφορα πράγματα και ξαναήλθε στη θέση της πόρτας του οδηγού. Αφού χτύπησε τα νούμερα του αυτοκινήτου στο μηχανάκι, του είπε ότι το αυτοκίνητο δεν έχει Μ.Ο.Τ. Όταν του ανάφερε πως δεν το ήξερε, ο μάρτυρας του είπε ότι μπορεί να το συλλάβει γι' αυτό το λόγο. Εκφράζοντας την απορία του κατά πόσο μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, δηλαδή να το συλλάβει για το Μ.Ο.Τ., βασικά, του εισηγήθηκε να του εκδώσει εξώδικο πρόστιμο και να τον αφήσει να κάνει τη δουλεία του. Τότε, ο μάρτυρας προσπάθησε να βάλει το χέρι του μέσα στο αυτοκίνητο για να βγάλει τα κλειδιά οπότε του είπε πως δε νομίζει ότι είχε το δικαίωμα να βάλει το χέρι του μέσα στην περιουσία του. Τότε, ο μάρτυρας άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, τον έπιασε κάτω που το γιακά, τον έσπρωξε στην διπλανή καρέκλα και του είπε, «μα ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε κοπελλούι;». Του έδωσε δυο ή τρεις γροθιές στο πρόσωπο και του είπε, «εν να πάμε Δικαστήριο.» Εκείνος, τότε, έφερε το αριστερό χέρι του όπως τον κρατούσε και τον έπιασε από το λαιμό. Του επανάλαβε τη φράση, «εν να πάμε Δικαστήριο» και όπως τον κρατούσε από το λαιμό προσπαθούσε να φύγει το χέρι του από πάνω του. Τότε, αυτός, τον άφησε από το λαιμό και με το δεξί του χέρι τον πήρε από το δικό του, δεξί χέρι και το γύρισε πίσω από την πλάτη του και με το αριστερό του χέρι τον κρατούσε πίσω από το λαιμό. Όταν του είπε ότι πονούσε αυτός του απάντησε ότι θα του το σπάσει. Όπως τον κρατούσε από το χέρι ο μάρτυρας, τον τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο, τον έριξε κάτω στο έδαφος και αφού του πήρε και το άλλο χέρι, του πέρασε τις χειροπέδες πισθάγκωνα. Ήταν πολύ σοκαρισμένος και απλά του έλεγε πως δεν είναι δίκαιο αυτό που κάνει και ότι θα πάνε Δικαστήριο. Τη στιγμή αυτή γύρισε πάνω και είδε το Μ.Κ.3 να έρχεται κοντά, ο οποίος παρακολουθούσε απλώς το τι γινόταν. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό, τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορύμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Σε σχέση με αξία της ιατρικής μαρτυρίας, παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Τέλος, επειδή και οι τρεις μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι αστυνομικοί έχω κατά νου και την πάγια νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, η μαρτυρία ομάδας μελών της Αστυνομίας τα οποία εμπλέκονται σε επεισόδιο όπου ασκήθηκε κάποιας μορφής σωματική βία, θα πρέπει να προσεγγίζεται με την αναγκαία προσοχή, επιφυλακτικότητα ή ακόμη και με καχυποψία (βλ. τη Χαμπή ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 70). Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, ομολογώ πως δεν έχω πειστεί για την αλήθεια της εκδοχής, είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης, αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Ενώ είμαι βέβαιος, ότι εξαιτίας της πρόθεσης του Μ.Κ.2 να υποβάλει τον κατηγορούμενο σε έλεγχο τροχαίας, μεταξύ των δυο και ενδεχομένως και του Μ.Κ.3 υπήρξε κάποιο, σοβαρό επεισόδιο, το οποίο οδήγησε στη σύλληψη του κατηγορούμενου, εκείνο για το οποίο αδυνατώ να αποφανθώ είναι πώς αυτό εξελίχθηκε στη συνέχεια και τι ακριβώς έγινε κατά τη διάρκειά του, για οποίο, ο ένας από τους πρωταγωνιστές του, οδηγήθηκε στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Για λόγους που θα αναφέρω αμέσως, θεωρώ πως - με μια εξαίρεση - κανένας από τους μάρτυρες που κατάθεσαν στην υπόθεση, είπε την αλήθεια σε σχέση με τις ουσιαστικές πτυχές της και συγκεκριμένα, για όλα εκείνα τα γεγονότα που είναι απολύτως αναγκαία για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, έχοντας υπόψη τη φύση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Απεναντίας είμαι βέβαιος, ότι, σε σημαντικό βαθμό υπήρξε προσυννόηση μεταξύ των τριών μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και φυσικά, το ίδιο ισχύει και για τον κατηγορούμενο, ο οποίος, προκειμένου να με πείσει για την αλήθεια της δικής του εκδοχής επιστράτευσε και την υποτιθέμενη αυτόπτη μάρτυρα, η οποία κατάθεσε υπέρ του. Η πρώτη βασική διαπίστωσή μου αναφορικά με τη μαρτυρία όλων όσοι κατάθεσαν στην υπόθεση, με εξαίρεση τη γιατρό Πρέστου είναι ότι, η μαρτυρία τους συγκρούεται και/ή δε συνάδει με τη μαρτυρία της εν λόγω γιατρού, η οποία - μαρτυρία - καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, με ό, τι αυτό σημαίνει για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ως θέμα αρχής (βλ. τις Γεωργίου και Δημητρίου, ανωτέρω). Απ' εκεί και πέρα, από τη μαρτυρία των παραπάνω αναδύεται το στοιχείο της υπερβολής, ενώ, αρκετοί από τους ισχυρισμούς τους στερούνται λογικής και πειστικότητας. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, σχεδόν όλοι αυτοί οι μάρτυρες υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, είτε αυτοτελώς είτε μεταξύ τους είτε και τα δυο (οι Μ.Κ.2 και 3, από τη μια και ο κατηγορούμενος και η Μ.Υ.2, από την άλλη). Στη συνέχεια, θα διαφανούν και διάφοροι άλλοι λόγοι για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστους μάρτυρες τους υπό αναφορά. Ειδικά για τον αστυφύλακα 1299 Σοφοκλή Γιούπη (Μ.Κ.1) προστίθενται και τα εξής, τα οποία αποκαλύπτουν ότι κάθε άλλο παρά σε ορθή και δίκαιη διερεύνηση της υπόθεσης έχει προβεί ως επίσης και ότι, αφού εξέλαβε ως δεδομένα γεγονότα, όσα αναφέρουν στη γραπτή κατάθεσή τους οι Μ.Κ.2 και 3, ουσιαστικά οδήγησε τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο, αποσιωπώντας ένα ουσιώδες στοιχείο, το οποίο, δεν μπορεί να ισχυρίζεται πως δεν είχε υπόψη, καθ' ον χρόνο λάμβανε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και του προσήπτε τη γραπτή κατηγορία (τεκμήρια 2 και 3, αντίστοιχα) και να θέλει να γίνει πιστευτός. Συγκεκριμένα, αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι από τις 23:58 μέχρι και τις 00:20 που είχε τον κατηγορούμενο ενώπιό του, δεν πρόσεξε να φέρει στο σώμα τους κάποιες εμφανείς εκδορές ή κάποιους μώλωπες. Ερωτηθείς στη συνέχεια, εάν γνωρίζει κατά πόσο ο κατηγορούμενος μετά το επίδικο περιστατικό διακομίσθηκε στο γενικό νοσοκομείο, «Ενόσω ήταν υπό κράτηση ρωτήθηκε εάν θέλει να πάει νοσοκομείο και αρνήθηκε, δεν είχε τίποτε είπε. Μετά δε γνωρίζω.» απάντησε. Ερωτηθείς ακολούθως εάν ρώτησε ο ίδιος τον κατηγορούμενο κατά πόσο ήθελε να πάει στο νοσοκομείο, «Μάλιστα και προφορικά και γραπτώς.» απάντησε. Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει κατά πόσο προτού ανακριθεί ο κατηγορούμενος είχε πάει στο γενικό νοσοκομείο. Μάλιστα διερωτήθηκε κιόλας, πώς μπορεί να το γνωρίζει αυτό. Όπως είπε απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση που του υποβλήθηκε ούτε και υπέπεσε στην αντίληψή του, ότι προτού παρουσιαστεί ενώπιό του ο κατηγορούμενος είχε ήδη πάει στο νοσοκομείο με τους αστυνομικούς. Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος προτού δώσει κατάθεση στον ίδιο μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, συνοδευόμενος από τους αστυνομικούς, «Μπορεί.» απάντησε. Με μόνο λόγο ότι ο κατηγορούμενος μετέβη πράγματι στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου την ημέρα του επίδικου περιστατικού, μετά από αυτό και προτού ανακριθεί από το μάρτυρα, την ίδια, πάντοτε, μέρα και από το περιεχόμενο του σχετικού ιατρικού πιστοποιητικού (τεκμήριο 8) προκύπτει ότι έφερε μια εκδορά στο λαιμό, τριών περίπου εκατοστών και ο μάρτυρας είναι ο εξεταστής της υπόθεσης, αυτός, δεν μπορεί να ισχυρίζεται και να θέλει να γίνει πιστευτός, ότι ο κατηγορούμενος, είτε δεν έφερε εμφανείς εκδορές, είτε ακόμη, ότι, ενόσω ήταν υπό κράτηση ρωτήθηκε από τον ίδιο και προφορικά και γραπτώς εάν ήθελε να πάει στο νοσοκομείο και είπε πως δεν είχε τίποτε, είτε τέλος, πως δε γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος, προτού ανακριθεί από τον ίδιο είχε πάει στο νοσοκομείο. Ως εξεταστής της υπόθεσης που ήταν, όχι μόνο τότε θα έπρεπε να γνωρίζει το τελευταίο από τα παραπάνω γεγονότα -δοθέντος ότι ο κατηγορούμενος διακομίστηκε στο νοσοκομείο για εξέταση, καθ' ον χρόνο τελούσε υπό κράτηση, συνοδεία αστυνομικών - , αλλά ομολογώ μου προκαλεί κατάπληξη η προσπάθειά του να με πείσει ότι ακόμη και την ημέρα που έδινε μαρτυρία δε γνώριζε το συγκεκριμένο γεγονός. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Υπεισέρχομαι τώρα στη μαρτυρία του εκ των παραπονούμενων, ειδικού αστυφύλακα 6223, Μάριου Ηροδότου (Μ.Κ.2). Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του (τεκμήριο 4) το οποίο εκτίθεται αυτούσιο, σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Συγκρίνοντας το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης, με το περιεχόμενο της γραπτής, επίσης, κατάθεσης του επόμενου μάρτυρα (Μ.Κ.3), το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι από το σημείο που ο δεύτερος υποτίθεται αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να κατεβαίνει από το αυτοκίνητό του και να κατευθύνεται προς τον πρώτο, το περιεχόμενο των δυο καταθέσεων είναι τόσο όμοιο, σε βαθμό που, σε συνδυασμό και με διάφορους άλλους λόγους τους οποίους θα αναφέρω στη συνέχεια είμαι βέβαιος, ότι, αφού ο ένας από τους δυο μάρτυρες ετοίμασε την κατάθεσή του, ακολούθως την έδωσε στον άλλο, ο οποίος, βασικά την αντέγραψε, με διαφορετική, κάπως, διατύπωση, απλώς για να με πείσουν πως δεν υπήρξε προσυνεννόηση μεταξύ τους, ως προς το τι θα ανάφεραν. Αν ληφθεί υπόψη ότι ο Μ.Κ.3, ακόμη και όταν του αναγνώστηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου, συγκεκριμένο απόσπασμα από την κατάθεσή του, εξακολουθούσε να δηλώνει πως δε θυμόταν εάν το γεγονός στο οποίο αναφερόταν έλαβε πράγματι χώρα στον ουσιώδη χρόνο δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας συγκράτησε κατά λέξη, κάθε τι που είπε ο κατηγορούμενος στο συνάδελφό του στον ουσιώδη χρόνο, για να το αναφέρει στην κατάθεσή του αυτολεξεί και ουσιαστικά, όπως ακριβώς το αναφέρει και ο τελευταίος στη δική του κατάθεση. Απλή καταγραφή κάποιων αποσπασμάτων από τις δυο καταθέσεις καθιστά τελείως κατανοητό τι θέλω να πω. Αρχίζοντας από το Μ.Κ.2, σε ένα σημείο της κατάθεσής του αναφέρει τα εξής: «Εγώ του ανάφερα ότι οφείλει να μας δώσει στοιχεία αλλά αυτός άνοιξε την πόρτα και με έντονο ύφος κατέβηκε από το όχημα και προβάλλοντας τα χέρια του κατευθυνόμενος προς εμένα με επιθετικό ύφος, φώναζε «Ζαττίν είσαστεν ούλλοι σας ξιμαρισμένοι, πουστοπεζέβεγκοι, εν σας υπολογίζω μιαν μπακίραν»» Με τη σειρά του, ο Μ.Κ.3 αναφέρει τα εξής: «Καθώς διενεργούσα έλεγχο τροχαίας άκουσα φωνές και αμέσως αντιλήφθηκα ότι ο οδηγός του ΗΚΖ 175 τον οποίο είχε ανακόψει ο Ε/Α6223 για έλεγχο κατέβηκε κάτω από το όχημα του και κατευθυνόταν προς τον Ε/Α6223 με επιθετικές διαθέσεις, προβάλλοντας τα χέρια του, φωνάζοντας «ζαττίν είσαστε ούλλοι σας ξημαρισμένοι, πουστομπεζέβεγκοι. Εν σας υπολογίζω μια μπακίρα».» Συνεχίζοντας ο Μ.Κ.2 αναφέρει τα εξής: «Εγώ τον πληροφόρησα ότι διαπράττει αδίκημα με το να μην δίνει τα στοιχεία του και να εξυβρίζει και αφού του επέστησα την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Εν σε υπολογίζω»». Με τη σειρά του, ο Μ.Κ.3, συνεχίζοντας κι αυτός αναφέρει τα εξής: «Στη συνέχεια ο Ε/Α6223 τον πληροφόρησε ότι διαπράττει αδίκημα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε ««Εν σε υπολογίζω».» Ευθύς αμέσως, ο Μ.Κ.2 αναφέρει τα εξής: «Στην συνέχεια τον πληροφόρησα ότι είναι υπό σύλληψη και αφού του επέστησα την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Όπου θέλεις πάεννε εν σε υπολογίζω.»». Τα ίδια περίπου αναφέρει και ο Μ.Κ.3, φυσικά, όπου χρειάζεται, με τις αναγκαίες αναπροσαρμογές («Στη συνέχεια ο Ε/Α6223 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε: «Όπου θέλεις πάεννε, εν σε υπολογίζω.»). Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.2, κληθείς να πει με κάθε λεπτομέρεια τι διαμείφθηκε κατά το επίδικο επεισόδιο, εξ όσων γνωρίζει, είπε, επειδή πέρασαν και τρία χρόνια, με το που σταμάτησε τον κατηγορούμενο γα έλεγχο, η συμπεριφορά του και το ύφος τους ήταν απότομο. Παρόλα αυτά, ο Μ.Κ.3, αντεξεταζόμενος κι αυτός ισχυρίστηκε ότι η συζήτηση μεταξύ των δυο (κατηγορούμενου και Μ.Κ.2) στην αρχή ήταν σε ήρεμο ύφος, αλλά μετά ο κατηγορούμενος φαινόταν εξαγριωμένος. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Αντεξεταζόμενος και πάλιν ο Μ.Κ.2, ερωτηθείς εάν ζήτησε από τον κατηγορούμενο να κατέβη από το αυτοκίνητο ισχυρίστηκε ότι του ζήτησε και η απάντησή του ήταν, «δε σας υπολογίζω». Φυσικά διέλαθε νομίζω της προσοχής του, ότι, στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 4), το περιεχόμενο της οποίας - για να επαναλάβω - υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, όχι μόνο δεν αναφέρει ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο να κατέβη οποτεδήποτε από το αυτοκίνητο (το ίδιο ισχύει και για το συνάδελφό του - Μ.Κ.3 - ), αλλά, αντίθετα, με αυτή, του καταλογίζει πως, όταν του ανάφερε ότι οφείλει να τους δώσει τα στοιχεία, αυτός, άνοιξε την πόρτα και με έντονο ύφος κατέβηκε από το όχημα και προβάλλοντας τα χέρια του, κατευθυνόμενος προς τον ίδιο με επιθετικό ύφος εξύβριζε με τη φράση, «Ζαττίν είσαστεν ούλλοι σας ξιμαρισμένοι, πουστοπεζέβεγκοι, εν σας υπολογίζω μιαν μπακκίραν.». Προφανώς, δεν μπορεί να ισχύουν και τα δύο. Είτε ο μάρτυρας ζήτησε από τον κατηγορούμενο να κατέβη από το αυτοκίνητο και αυτός αρνήθηκε είτε ο τελευταίος κατέβηκε από μόνος του και στη συνέχεια προέβη σε όσα του καταλογίζει ο μάρτυρας. Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε ο μάρτυρας είναι ολοφάνερο. Απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση επανέλαβε τον ισχυρισμό του - από τη γραπτή κατάθεσή του - ότι, όταν μαζί με το Μ.Κ.3 έβαλαν τον κατηγορούμενο στο περιπολικό, αυτός χτυπούσε το κεφάλι του στην πόρτα του αυτοκινήτου. Ερωτηθείς στη συνέχεια κατά πόσο γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος εκείνη την ημέρα μετέβηκε στο νοσοκομείο ισχυρίστηκε πως δεν πήγε. Προφανώς, το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού (τεκμήριο 8) και η μαρτυρία της γιατρού Πρέστου (Μ.Υ.3) που το εξέδωσε, το διαψεύδουν. Ο κατηγορούμενος, όχι απλώς πήγε στο νοσοκομείο εκείνη την ημέρα και μάλιστα, λίγη ώρα μετά αφότου μεταφέρθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, είτε από το μάρτυρα είτε από το συνάδελφό του (Μ.Κ.3) είτε και από τους δυο, αλλά, αντίθετα, από το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού και οι δυο αυτοί μάρτυρες εκτίθενται ανεπανόρθωτα ως αναξιόπιστοι. Η ενορχηστρωμένη προσπάθειά τους να αιτιολογήσουν εκ προοιμίου, τα όποια τραύματα που ενδεχομένως θα διαπιστωνόταν - όπως και έγινε - ότι έφερε ο κατηγορούμενος, συνεπεία όσων έλαβαν χώρα κατά το επίδικο περιστατικό - έστω κι αν δεν μπορώ να τα προσδιορίσω με ακρίβεια τα γεγονότα αυτά -, οφείλονται στο γεγονός, ότι, όπως και οι δυο αναφέρουν στη γραπτή κατάθεσή τους, όταν έβαλαν τον κατηγορούμενο στο περιπολικό για να το μεταφέρουν στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, φώναζε και χτυπούσε το κεφάλι στην πόρτα του αυτοκινήτου, εξουδετερώνεται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας. Ο λόγος και πάλιν για το ιατρικό πιστοποιητικό της γιατρού Πρέστου (τεκμήριο 8) στο οποίο, μεταξύ άλλων αναφέρεται (για τον κατηγορούμενο) μικρή εκδορά, τριών περίπου εκατοστών, στην αριστερή τραχηλική περιοχή, δηλαδή στο λαιμό, περαιτέρω, ότι παραπονιόταν για ζάλη και κεφαλαλγία και τέλος, ότι του χορηγήθηκαν παυσίπονα και ενέσιμο για τη ζάλη. Προφανώς, η μικρή, έστω, εκδορά που έφερε ο κατηγορούμενος στο λαιμό, καθ' ον χρόνο τελούσε υπό κράτηση δε συνάδει με τον ισχυρισμό των δυο μαρτύρων ότι αυτός χτυπούσε το κεφάλι στην πόρτα του αυτοκινήτου. Βέβαια, το πόσο ψευδής είναι ο ισχυρισμός των δύο αστυνομικών μαρτύρων, ότι ο κατηγορούμενος χτυπούσε το κεφάλι στην πόρτα του αυτοκινήτου, θα διαφανεί σε λίγο στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Και κάτι ακόμη, προτού καταλήξω με το Μ.Κ.
- Ιδωμένο ακόμη και αυτοτελώς το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του - δηλαδή, χωρίς συσχετισμό του με όσα έχει αναφέρει αντεξεταζόμενος και χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, τουλάχιστον καθ' ον χρόνο κατάθεταν ενώπιό μου τόσο αυτός όσο και ο συνάδελφός του (Μ.Κ.3) καθώς και ο κατηγορούμενος, η σωματική διάπλαση των δυο πρώτων ήταν καταφανώς πιο ισχυρή από την αντίστοιχη του κατηγορούμενου, τον οποίο, μάλλον αδύνατο θα χαρακτήριζα συγκριτικά με αυτούς -, σε σημαντικό βαθμό στερείται λογικής και πειστικότητας. Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι ο κατηγορούμενος, που αναμφίβολα δεν είχε τα όποια στοιχεία του είχαν ζητηθεί από το Μ.Κ.2 στον ουσιώδη χρόνο - σε κάθε περίπτωση δέχομαι ότι του είχε ζητηθεί ταυτότητα -, όταν του ζητήθηκε ο αριθμός της ταυτότητάς του, θα τολμούσε να απαντήσει όπως φέρεται από το μάρτυρα να είχε απαντήσει (με τη φράση «Εν σου λαλώ τίποτε») και ακολούθως, όταν υποτίθεται του αναφέρθηκε απλώς από το μάρτυρα πως όφειλε να δώσει τα στοιχεία που του είχαν ζητηθεί αντίδρασε με τον τρόπο που του καταλογίζεται και από τους δυο αστυνομικούς μάρτυρες. Συγκεκριμένα, αφού άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του και με έντονο ύφος κατέβηκε από αυτό, προβάλλοντας τα χέρια του και κατευθυνόμενος προς Μ.Κ.2 με επιθετικό ύφος, φώναζε, «Ζαττίν είσαστεν ούλλοι σας ξιμαρισμένοι, πουστοπεζέβεγκοι, εν σας υπολογίζω μιαν μπακκίραν».» Ομολογώ πως δεν μου έδωσε την εντύπωση ενός, τόσο ριψοκίνδυνου ανθρώπου ο κατηγορούμενος, για να δεχθώ ότι θα αποτολμούσε να συμπεριφερθεί όπως ακριβώς του καταλογίζεται από τους δύο μάρτυρες, χωρίς να υποψιαστεί τουλάχιστον, ότι ένα, τόσο απονενοημένο εγχείρημα εμπεριείχε σοβαρές επιπτώσεις στον ίδιο, ενδεχομένως, ακόμη πιο οδυνηρές απ' ό, τι τις έχει περιγράψει ο ίδιος. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ειδικού αστυφύλακα 5102, Παναγιώτη Ηρακλέους (Μ.Κ.3) είναι εξίσου αρνητική με του προηγούμενου μάρτυρα, για να μην πω πως είναι ακόμη πιο αρνητική. Και αυτός υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, ήρθε σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, ενώ είχε και επιλεκτική μνήμη. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος, ότι ο συνάδελφός του ζητούσε από τον κατηγορούμενο να του δώσει την ταυτότητα ή την άδειά του και αυτός αρνιόταν. Εκτός του ότι δεν λέει κάτι τέτοιο στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, είναι και το γεγονός, ότι, ο συνάδελφός του (Μ.Κ.2), αυτό που ισχυρίστηκε είναι πως όταν ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του δείξει την ταυτότητα ή την άδεια οδηγού, αυτός, του ανάφερε πως δεν είχε μαζί του τα εν λόγω έγγραφα. Το μέγεθος της αντίφασης μεταξύ των δυο είναι ολοφάνερο. Μια από τις ερωτήσεις της κας Μαραβελάκη ήταν η εξής: «Πώς λοιπόν ο κατηγορούμενος προχώρησε και πήγε στον αστυνομικό; Ο αστυνομικός του μιλούσε και τον παρακάλεσε να του δώσει την ταυτότητα;» Ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Να υπενθυμίσω στο μάρτυρα, ότι ο συνάδελφός του (Μ.Κ.2) στη δική του κατάθεση ισχυρίζεται πως όταν ανάφερε στον κατηγορούμενο ότι οφείλει να τους δώσει τα στοιχεία, αυτός άνοιξε την πόρτα και με έντονο ύφος κατέβηκε από το όχημα και προβάλλοντας τα χέρια του κατευθυνόμενος προς τον ίδιο με επιθετικό ύφος, εξύβριζε με τη φράση που αποτελεί το αντικείμενο των κατηγοριών 3 και 4 (ανωτέρω). Η νέα αντίφαση μεταξύ των δύο μαρτύρων και εκ των τριών πρωταγωνιστών του επίδικου επεισοδίου αποτελεί γεγονός. Στην υποβολή ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια, αλλά για να υποστηρίξει το συνάδελφό του, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε ότι η ουσία είναι ότι ο κατηγορούμενος αρνιόταν να δώσει του συναδέλφου του κάποιο, δικό του έγγραφο, για να διαπιστώσει ποιος είναι. Για να επαναλάβω, ο Μ.Κ.2 που επιχείρησε να υποβάλει τον κατηγορούμενο σε έλεγχο τροχαίας, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να του δώσει οποιοδήποτε από τα δυο έγγραφα που του είχε ζητήσει. Όσα ακολουθούν αποκαλύπτουν και την έκταση της επιλεκτικής μνήμης του μάρτυρα: Τόσο αυτός όσο και ο Μ.Κ.2 στη γραπτή κατάθεσή τους ισχυρίζονται ότι αφού συνέλαβαν τον κατηγορούμενο και του έβαλαν χειροπέδες και τον έβαλαν στο περιπολικό για να το μεταφέρουν στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, αυτός χτυπούσε το κεφάλι του στην πόρτα του αυτοκινήτου. Μάλιστα, κατά τον υπό κρίση μάρτυρα, το χτυπούσε επανειλημμένα. Στη συνέχεια, όπως αναφέρει ο Μ.Κ.2, «τον μεταφέραμε» (και ο Μ.Κ.3 «μεταφέρθηκε») στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου στο τμήμα μικροπαραβάσεων. Παρόλα αυτά, ο Μ.Κ.3, αντεξεταζόμενος επί των πιο πάνω αναφορών του καθώς και του Μ.Κ.2, ακόμη και όταν του αναγνώσθηκε το σχετικό απόσπασμα από την κατάθεσή του, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής: Δε θυμόταν ποιος πήρε τον κατηγορούμενο στο περιπολικό μα ούτε και ποιος το μετέφερε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου. Ερωτηθείς εάν υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του, στην οποία αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος χτυπούσε επανειλημμένα το κεφάλι στην πόρτα του περιπολικού, απάντησε καταφατικά. Ωστόσο, ερωτηθείς στη συνέχεια πότε συνέβη αυτό, απαντώντας, μεταξύ άλλων που είπε είναι πως δε θυμάται και ότι το μόνο που θυμάται είναι πως όταν το μετέφεραν στην Αστυνομική Διεύθυνση είδε τον πατέρα του, ο οποίος του είπε, «νομίζετε ότι έχετε λλίο κορμί και μπορείτε να δέρνετε τον κόσμο;» Εκτός του ότι στη γραπτή κατάθεσή του προσδιορίζει με απόλυτη ακρίβεια το χρονικό σημείο που ο κατηγορούμενος υποτίθεται χτυπούσε το κεφάλι του επανειλημμένα στην πόρτα του περιπολικού, οπότε δεν μπορεί να ισχυρίζεται πώς δε θυμόταν πότε συνέβη αυτό, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, προηγουμένως του είχε αναγνωστεί το σχετικό μέρος από τη γραπτή κατάθεσή του και υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενό της, από την παραπάνω απάντησή του εγείρεται ακόμη ένα θέμα, το οποίο ομολογώ με προβληματίζει καχύποπτα και που ας μου επιτραπεί να πω μου φέρνει στη σκέψη τη γνωστή φράση, «γλώσσα λανθάνουσα την αλήθεια λέγει». Διερωτώμαι ειλικρινά, τι νόημα είχε η φράση που αποδίδει στον πατέρα του κατηγορούμενου, εάν τα γεγονότα στον ουσιώδη χρόνο διαδραματίζονταν σύμφωνα με την εκδοχή του καθώς και του Μ.Κ.2, οι οποίοι, τουλάχιστον κατά τη δίκη που τους είχα δει (για να επαναλάβω) διέθεταν ισχυρή σωματική διάπλαση και όχι σύμφωνα με την εκδοχή του κατηγορούμενου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι κακοποιήθηκε βάναυσα από το Μ.Κ.2; Και η απορία μου επιτείνεται ακόμη περισσότερο, έχοντας υπόψη και τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου πήγε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, αμέσως μετά που μεταφέρθηκε εκεί και ο κατηγορούμενος. Τέλος, επί του ισχυρισμού του πως δε θυμάται εάν ο κατηγορούμενος είχε οπουδήποτε μώλωπες μα ούτε και γνωρίζει εάν πήγε στο νοσοκομείο, ισχύουν όσα έχουν αναφερθεί για ανάλογους ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλε και ο Μ.Κ.
- Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, για να καταδειχθούν οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ και αυτό αναξιόπιστο ως μάρτυρα. Από τα παραδείγματα που ακολουθούν αναδύονται οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ και τον κατηγορούμενο αναξιόπιστο ως μάρτυρα καθώς και γιατί ούτε και σ' αυτού τη μαρτυρία μπορώ να βασιστώ για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα της υπόθεσης. Αρχίζοντας με τις διάφορες υποβολές που έγιναν προς τους δυο βασικούς μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τον τρόπο που επιτέθηκε στον κατηγορούμενο ο Μ.Κ.2, το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου επί του προκειμένου υπήρξε αντιφατική. Ειδικότερα: Στο Μ.Κ.2 υποβλήθηκαν τα εξής από την κα Μαραβελάκη: Καταρχήν, ότι ο λόγος που άρχισε μια άγρια επίθεση εναντίον του κατηγορούμενου ήταν επειδή, κάποια στιγμή επιχείρησε να του πάρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Συγκεκριμένα, όπως του υποβλήθηκε κατά λέξη, «.εκείνη τη στιγμή αυτός που έχασε τον έλεγχο των πράξεών του ήσασταν εσείς και του επιτεθήκατε γρονθοκοπώντας τον και πιάνοντας τον από το λαιμό και πετάγοντας τον, βάζοντας τον, τοποθετώντας τον στο διπλανό κάθισμα του αυτοκινήτου ..». Στη συνέχεια του υπόβαλε το εξής: «Σας υποβάλλω λοιπόν ότι ενώ τον είχατε γρονθοκοπήσει και αφού τον είχατε πιάσει από το λαιμό του πιάσατε το δεξί του χέρι και το βάλατε πίσω στην πλάτη του λέγοντάς του «Θα σου το σπάσω ρε, ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»» Και λίγο αργότερα: «Σου υποβάλλω λοιπόν ότι τις χειροπέδες τις περάσετε μόνος σας στον κατηγορούμενο αφότου πρώτα του είχατε ανοίξει την πόρτα, τον είχατε σηκώσει στον αέρα και τον είχατε πετάξει στο δρόμο, τι έχετε να πείτε;» Στο Μ.Κ.3 υποβλήθηκε το εξής: «Μετά την κίνηση του συναδέλφου σας να αφαιρέσει τα κλειδιά από το όχημα του κατηγορούμενου, στη λεκτική υπόδειξη του κατηγορούμενου ότι ο συνάδελφός σας δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, ο συνάδελφός σας αντέδρασε αστραπιαία, βίαια, επιθετικά, καταχρώμενος κάθε δικαίωμα που του δίνει ο νόμος, άνοιξε την πόρτα, ξυλοκόπησε, γρονθοκόπησε τον κατηγορούμενο, όταν ήταν ακόμα μέσα στο όχημα.» Για το ίδιο θέμα, ας δούμε τώρα και τι ανάφερε προσωπικά ο κατηγορούμενος: Όταν είπε στο Μ.Κ.2 πως δεν είχε δικαίωμα να βάλει το χέρι του στην περιουσία του, εκείνος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, τον έπιασε από το γιακά, τον έσπρωξε στη διπλανή καρέκλα και του είπε, «μα ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε κοπελλούι;» Του έδωσε δυο ή τρεις γροθιές στο πρόσωπο και ο ίδιος του είπε, «εν να πάμε Δικαστήριο.» Ο μάρτυρας έφερε το αριστερό του χέρι όπως τον κρατούσε και τον έπιασε από το λαιμό. Του επανέλαβε τη φράση, «εν να πάμε Δικαστήριο.» και όπως τον κρατούσε από το λαιμό προσπαθούσε να φύγει το χέρι του από πάνω του. Τότε τον άφησε από το λαιμό και με το δεξί του χέρι πήρε το δικό του δεξί χέρι και του το γύρισε πίσω από την πλάτη, ενώ το αριστερό του χέρι, τον κρατούσε πίσω από το λαιμό. Του είπε ότι πονάει και αυτός του απάντησε ότι θα του το σπάσει. Εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να κρατήσει τη ψυχραιμία του και του επαναλάμβανε συνέχεια ότι θα τα πουν στο Δικαστήριο. Εκείνος, όπως τον κρατούσε από το χέρι, τον τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο, τον έριξε κάτω στο έδαφος και πήρε και το άλλο χέρι του και αφού του έβαλε και τα δυο χέρια πίσω από την πλάτη, του έβαλε χειροπέδες. Αυτά στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Αντεξεταζόμενος, μεταξύ άλλων που είπε είναι ότι, ο μάρτυρας, τις τρεις γροθιές, του τις είχε δώσει στο σαγόνι. Ωστόσο, στην κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε ότι του τις είχε δώσει στο πρόσωπο. Ισχυρίστηκε ακόμη πως, όπως καθόταν στην καρέκλα, ο μάρτυρας τον τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο και τον έριξε στο έδαφος. Δεν τον έπιασε ψηλά στον αέρα, πρόσθεσε. Υπενθυμίζω απλώς, ότι, η δικηγόρος του, αυτό ακριβώς υπόβαλε στο μάρτυρα. Συγκεκριμένα, ότι τον είχε σηκώσει στον αέρα και τον πέταξε στο δρόμο. Με τη σειρά της, η «αυτόπτης» μάρτυρας του επίδικου περιστατικού, Χρυσούλα Δημητρίου (Μ.Υ.2), για το ίδιο, πάντοτε, θέμα ισχυρίστηκε τα εξής: Καταρχήν, πως όταν άκουσε φωνές και βγήκε στο μπαλκόνι να δει τι γίνεται εκεί πέρα, είδε ένα πολύ εύσωμο αστυνομικό ο οποίος τράβηξε ένα νεαρό από το γιακά, από την ανοικτή πόρτα του jeep και αμέσως έβαλε τα χέρια του πίσω από την πλάτη του και τον πήγαινε συρτό στο περιπολικό. Στην αμέσως επόμενη ερώτηση της κας Μαραβελάκη διευκρίνισε πως όταν λέει «συρτό» εννοεί ότι τον έσπρωχνε προς το περιπολικό με τα χέρια πίσω. Ερωτηθείσα και πάλιν από την κα Μαραβελάκη, πώς βγήκε ο κατηγορούμενος από το jeep απάντησε ως εξής: «Τραβήχτηκε, ήρθε ο αστυνομικός, τον έπιασε από το γιακά, πρώτα του έκανε το χέρι του έτσι μες τα μούτρα του, μετά τον τράβηξε από το γιακά, τον έβγαλε έξω και απευθείας του έβαλε και τα δυο του χέρια πίσω από την πλάτη του, τον έσπρωχνε, τον έσπρωχνε, τον έσπρωχνε ώσπου το μετέφερε στο περιπολικό.» Ωστόσο, αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν έβλεπε το πρόσωπο του κατηγορούμενου ενώ καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο. Περαιτέρω ομολόγησε ότι, βασικά, υπέθεσε ότι ο μάρτυρας τον τράβηξε από το γιακά. Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση της κας Σάββα, «Εφόσον εγώ δεν μπορώ όπως λέτε να δω μέσα στο αυτοκίνητο την κίνηση του αστυνομικού με το χέρι να κάνει έτσι, τι σημαίνει; Ή γροθιά θα του ρίχνει ή θα τον τραβάει από το πουκάμισο να το βγάλει έξω.» Όταν ακολούθως της υποβλήθηκε ευθέως ότι υπέθεσε πως ο μάρτυρας τράβηξε τον κατηγορούμενο από το γιακά, απάντησε ως εξής: «Εγώ έτσι θεώρησα, ειδεμή, η άλλη μου θεωρία «μπουνίδι», ότι κάποιος του έδωσε γροθιά, γιατί η κίνηση από πίσω όταν βλέπεις κάποιον να κάνει έτσι ή μπουνιά τρως ή σε τραβάει.» Το πόσο «συνάδουν» οι παραπάνω εκδοχές της, είτε μεταξύ τους είτε αυτοτελώς είναι κάτι περισσότερο από εμφανές. Ο κατηγορούμενος, όπως και οι τρεις μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής εκτίθεται κι αυτός από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας η οποία αφορά τον ίδιο και κατά τη δίκη εισήχθηκε με δική του πρωτοβουλία. Οποιαδήποτε από τις διάφορες αντικρουόμενες εκδοχές του λάβω υπόψη, αναφορικά με τον τρόπο και την ένταση με την οποία του επιτέθηκε ο Μ.Κ.2 στον ουσιώδη χρόνο και κυρίως, έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του ότι μεταξύ άλλων, ο μάρτυρας το γρονθοκόπησε στο πρόσωπο και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής θεωρώ πως δε δικαιολογείται ως μόνο αντικειμενικό εύρημα το οποίο προέκυψε κατά την εξέτασή του από τη γιατρό Πρέστου (Μ.Υ.3) η μικρή εκδορά, μήκους, τριών περίπου εκατοστών στην αριστερή τραχηλική περιοχή. Σε συνέχεια του προηγούμενου, εάν αποτελούσε γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 τον είχε μεταχειριστεί τόσο βάναυσα, κάθε άλλο παρά φυσιολογική θεωρώ την αντίδρασή του, ο οποίος, όπως είπε, για κάθε τι που του έκανε ο μάρτυρας, καθ' ον χρόνο τον κακοποιούσε, περιοριζόταν να του λέει απλώς, ότι, είτε ότι θα πάνε Δικαστήριο είτε θα τα πούνε στο Δικαστήριο είτε ακόμη, πως δεν είναι δίκαιο αυτό που έκανε. Θεωρώ επίσης εντελώς αφύσικο, το να ισχυρίζεται πως όταν είπε στο μάρτυρα ότι πονούσε τη στιγμή που του γύρισε το χέρι πίσω από την πλάτη και αυτός του απάντησε ότι θα του το σπάσει, προσπαθούσε να κρατήσει την ψυχραιμία του, ισχυρισμός που δε συνάδει με αυτό που ανάφερε στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, ότι, όταν ο μάρτυρας τον έριξε κάτω στο έδαφος και του έβαλε χειροπέδες ήταν πολύ σοκαρισμένος. Ισχυρίστηκε ακόμη αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ότι, ο Μ.Κ.3 θα μπορούσε, αν ήθελε να πάει να βοηθήσει στην περίπτωσή του. Ωστόσο, ο λόγος που δε ζήτησε τη βοήθειά του, ήταν γιατί δεν είχε εμπιστοσύνη ότι θα μπορούσε να το βοηθήσει. Σ' αυτά προστίθεται και το παράπονό του για τον ίδιο μάρτυρα, για τον οποίο, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε πως όταν ξεκίνησε για να τον πάρει στο τμήμα με το περιπολικό, του είπε πως δεν είναι δίκαιο αυτό το πράγμα και δε γίνεται να έχει τόση αδικία, χωρίς, ωστόσο, αυτός, να απαντήσει καθόλου. Διερωτώμαι πώς συνάδουν οι παραπάνω ισχυρισμοί του, με την ακόλουθη υποβολή της δικηγόρου του προς το Μ.Κ.2, με αναφορά στο Μ.Κ.3: «Και σας υποβάλλω ότι ο συνάδελφός σας ήταν εντελώς αμέτοχος και δεν είπε ούτε μια λέξη και μάλιστα η θέση του κατηγορούμενου είναι ότι ο συνάδελφός σας ήταν αμέτοχος, ήταν ευγενικός, ήταν ήρεμος, ήσυχος και προσπάθησε με τη μη συμμετοχή του να ηρεμήσει τα πνεύματα.» Και προς τον ίδιο το Μ.Κ.3, «Σας υποβάλλω ότι η συμπεριφορά σας ήταν άρτια και ορθή» Ερωτηθείς πώς ένοιωθε μετά που μεταφέρθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, «Φοβισμένος, αδικία, λύπη προδοσία.» απάντησε. Στην παρατήρηση της κας Σάββα, «Και βεβαίως ήθελες και εσύ την τιμωρία του αστυνομικού, αφού ένιωθες έτσι.» «Δεν είναι θέμα τιμωρίας, αλλά δικαιοσύνης.» απάντησε. Στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν στο σταθμό διαμαρτυρήθηκε σε κάποιο αστυνομικό ή αξιωματικό για τη συμπεριφορά του Μ.Κ.
- Διαμαρτυρήθηκε απάντησε, αλλά δε του δόθηκε ο λόγος. Όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν δεν του επέτρεψαν να κάνει γραπτό παράπονο, «Εγώ δεν ξέρω τις διαδικασίες, εγώ ξέρω ότι με πήραν μέσα στο τμήμα. Δεν με ρώτησε κάποιος τι έγινε.» Διερωτώμαι πόσο πειστικός μπορεί να είναι ο κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος όλα τα παραπάνω, τη στιγμή που, καθ' ον χρόνο «υποβαλλόταν» σε τόσο απάνθρωπη, εξευτελιστική και ταπεινωτική μεταχείριση από το Μ.Κ.2 είχε το κουράγιο και τα αποθέματα ψυχικής δύναμης να του λέει επαλειμμένα ότι θα τον πάρει Δικαστήριο, θα τα πούνε στο Δικαστήριο και αυτό που κάνει δεν είναι δίκαιο, ενώ από την επομένη άρχισε να γυρνάει από σπίτι σε σπίτι για να βρει μάρτυρες που είδαν όλα αυτά τα οποία είχε βιώσει. Και όχι μόνο αυτό. Πώς μπορεί να γίνει πιστευτός, προβάλλοντας όλους αυτούς τους ισχυρισμούς και θέσεις, τη στιγμή που, ουσιαστικά, ευθύς αμέσως, αφότου μεταφέρθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου διακομίστηκε από αστυνομικούς στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου έτυχε εξέτασης από τη γιατρό Πρέστου (Μ.Υ.3) και ειδικά, επί του ισχυρισμού του πως δεν του δόθηκε ο λόγος, έχοντας υπόψη ότι, καθ' ον χρόνο ανακρινόταν γραπτώς από το Μ.Κ.1 για τις επίδικες κατηγορίες (βλ. την ανακριτική κατάθεσή του - τεκμήριο 2 - ), στην τελευταία ερώτηση που του υποβλήθηκε από το μάρτυρα («Έχεις να αναφέρεις οτιδήποτε άλλο σχετικά για αυτήν την υπόθεση που ανακρίνεσαι;» απάντησε με τη στερεότυπη φράση, «Ό, τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο.»; Ούτε και θεωρώ ασφαλώς πειστική τη δικαιολογία που προέβαλε γι αυτή την, τόσο καίριας σημασίας παράλειψή του η οποία κλονίζει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του. Όπως είπε, ο λόγος που δεν άνοιξε το στόμα του να πει τι συνέβη ήταν γιατί τη στιγμή αυτή ήρθε ο δικηγόρος του και του είπε να μην πει τίποτε στην κατάθεσή του, παρά μόνο πως ό, τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο, επειδή ήταν συναισθηματικά φορτισμένος. Εκτός του ότι, σε μια από τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν (αν έχει οποιαδήποτε περιουσία μέσα στο αυτοκίνητό του) απάντησε κατά συγκεκριμένο τρόπο είναι και το γεγονός, ότι, δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο δικηγόρος του, ο οποίος τον είχε συμβουλεύσει να μην απαντήσει στις διάφορες ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί υπό την ιδιότητά του ως ανακρινόμενου, το συμβούλευσε να μην προβεί σε καταγγελία εναντίον του Μ.Κ.2, για όσα του απέδωσε στο Δικαστήριο, υπό την ιδιότητά του ως παραπονούμενου ο ίδιος. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Αναφορικά με τη Χρυσούλα Δημητρίου (Μ.Υ.2), πέραν όσων ήδη έχουν αναφερθεί προστίθενται και τα εξής, προκειμένου να αναδείξω πλήρως τους λόγους για τους οποίους θεωρώ και αυτή αναξιόπιστη μάρτυρα: Αντεξεταζόμενη, στην ερώτηση γιατί ήρθε στο Δικαστήριο απάντησε ως εξής: «Ήρθα να μαρτυρήσω γι αυτό το συμβάν που είδα, γιατί κάθε τρεις και λίγο εκεί πέρα σε εκείνο το συγκεκριμένο σημείο να μη βγούμε από την μπροστινή πλευρά της πολυκατοικίας που είμαστε, συμβαίνουν πολλά πράγματα έτσι.» Όταν κλήθηκε να διευκρινίσει τι εννοεί απάντησε ως εξής: «Έτσι, με αστυνομικούς που πιάνουνε και ξυλοδέρνουνε ανθρώπους μέσα στο δρόμο, τους σταματούνε, τους τραβάνε έξω και έτσι πράγματα. Αυτό πρέπει να σταματήσει κάποια στιγμή.» Πραγματικά, μου ακούγεται τόσο παράξενο και υπερβολικό αυτό που είπε η μάρτυρας και συγκεκριμένα, ότι στο σημείο εκεί που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό - για να χρησιμοποιήσω ακριβώς τη φρασεολογία της - , «κάθε τρεις και λίγο» συμβαίνουν ανάλογα περιστατικά με αυτό που συνέβηκε στον κατηγορούμενο, οπότε, όχι μόνο δεν μπορώ να δεχθώ τον επί προκειμένου ισχυρισμό της, αλλά, αντίθετα εδραιώνεται ακόμη περισσότερο η βεβαιότητά μου, ότι δεν έχει καθόλου προσωπική γνώση για το επίδικο περιστατικό και ότι τα όσα έχει πει συναφώς με αυτό είναι καθ' υπόδειξη του κατηγορούμενου, ο οποίος και την επιστράτευσε στο Δικαστήριο ως μάρτυρά του, απλώς και μόνο για να γίνει πιστευτός ως προς την εκδοχή του για το όλο επεισόδιο που τον οδήγησε στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Η γιατρός Χρυστάλλα Πρέστου (Μ.Υ.3) καθώς ήδη έχει αναφερθεί κλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, σε εφαρμογή του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 και αντεξετάστηκε από την κα Σάββα σε περιορισμένη έκταση, επί του περιεχομένου του ιατρικού πιστοποιητικού που ετοίμασε (τεκμήριο 8) αναφορικά με την εξέταση στην οποία είχε υποβάλει τον κατηγορούμενο την ημέρα του επίδικου περιστατικού, ο οποίος, σύμφωνα με το εν λόγω πιστοποιητικό προσήλθε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων, συνοδεία Αστυνομίας, στις 19:39, μετά από αναφερόμενη επίθεση από άλλο άτομο. Κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου ακολουθεί αυτούσιο: «Παραπονείται για ζάλη και κεφαλαλγία. Φέρει στην αριστερή τραχηλική περιοχή μικρή εκδορά περίπου 3cm. Παραπονείτο για άλγος της κάτω γνάθου. Έγινε ο απαιτούμενος ακτινολογικός έλεγχος χωρίς εμφανή οστική κάκωση. Χορηγήθηκαν παυσίπονα και ενέσιμο για την ζάλη. Εξήλθε με αυστηρές οδηγίες σε περίπτωση που παρουσιάσει οτιδήποτε να επανέλθει για αξιολόγηση.» Δεδομένου ότι η μάρτυρας, αντεξεταζόμενη, δεν αμφισβητήθηκε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, για ό, τι αναφέρεται στο παραπάνω πιστοποιητικό, υπό μορφή διαπιστώσεων από την ίδια κατά την εξέταση του κατηγορούμενου καθώς και ιατρικών πράξεων που έγιναν, είτε από την ίδια είτε από άλλους γιατρούς στο νοσοκομείο, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Δεδομένης της κρίσης μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία όλων όσοι κατάθεσαν στην υπόθεση, τα μόνα ασφαλή συμπεράσματα στα οποία μπορώ να προβώ αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι το εξής: Στις 26.3.2012 και ώρα 17:50, οι Μ.Κ. 2 και 3 διενεργούσαν έλεγχο τροχαίας στην οδό Ευριπίδη Χαραλάμπους στην Πάφο. Στο πλαίσιό του, ο Μ.Κ.2 ανέκοψε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, από τον οποίο ζήτησε να του δείξει κάποια έγγραφα - σε κάθε περίπτωση, την ταυτότητά του ή άδεια οδηγήσεως - . Επειδή ο κατηγορούμενος δεν τα είχε μαζί του, μεταξύ των δυο ακολούθησε κάποιο επεισόδιο το οποίο οδήγησε στη σύλληψη του κατηγορούμενου από το μάρτυρα, ο οποίος και οδηγήθηκε στο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας τις πέντε κατηγορίες, για τις οποίες διεξάχθηκε ακροαματική διαδικασία καθώς και την κατηγορία ότι οδηγούσε το αυτοκίνητό του χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, την οποία έχει παραδεχθεί. Ωστόσο, επειδή, το τι έγινε ακριβώς, το οποίο συνθέτει το όλο επεισόδιο - ένεκα του γεγονότος ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και οι Μ.Κ. 2 και 3 που αναμφίβολα ήταν παρόντες καθ' ον χρόνο αυτό λάμβανε χώρα καθώς και η Μ.Υ.2 η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως αυτόπτης μάρτυρας, κρίθηκαν αναξιόπιστοι - δεν μπορεί να διακριβωθεί είναι σαφές, ότι, και οι πέντε κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, σε εφαρμογή και της υπόθεσης Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 είναι έκθετες σε απόρριψη. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ακολουθεί ότι αυτός αθωώνεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: επίθεση εναντίον αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, δημόσια εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα και αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο