← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρίστος Μαζαράκης, Aρ. Υπόθεσης 5011/12, 8/12/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρίστος Μαζαράκης, Aρ. Υπόθεσης 5011/12, 8/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B137 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 5011/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Χρίστος Μαζαράκης Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 8.12.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Μάτσας Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στις κατηγορίες 31-35, 41-45 και 51-55. Οι υπόλοιπες κατηγορίες διακόπηκαν και ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε σε αυτές. Συγκεκριμένα αντιμετωπίζει σε τρεις ξεχωριστές περιπτώσεις τα αδικήματα της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, της κλοπής από δημόσιο λειτουργό και της κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό. Η πρώτη περίπτωση (κατηγορίες 31-35) αφορά σε είσπραξη ποσού Λ.Κ.19,95 σεντ που αφορά σε τέλη υδατοπρομήθειας του Κοινοτικού Συμβουλίου Μεσόγης από τον φορολογούμενο Ευριπίδη Αντωνίου, η δεύτερη (κατηγορίες 41-45) σε είσπραξη ποσού Λ.Κ.85,00 σεντ που αφορά σε φόρο κοινοτικών υπηρεσιών του Κοινοτικού Συμβουλίου Μεσόγης από τον φορολογούμενο Robert Windsor και η τρίτη (κατηγορίες 51-55) σε είσπραξη ποσού Λ.Κ.50,00 σεντ που, επίσης, αφορά σε φόρο κοινοτικών υπηρεσιών του Κοινοτικού Συμβουλίου Μεσόγης από την φορολογούμενη Παναγιώτα Ευαγγέλου. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Δεν προτίθεμαι να τα παραθέσω και τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αναφέρω μόνο ότι σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου κατά την αγόρευσή του αναφέρθηκε σε διάφορους παράγοντες τους οποίους και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, όπως, μεταξύ άλλων, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου σε συνδυασμό με την ηλικία του - 72 ετών - την παραδοχή του στο Δικαστήριο, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης και τον χρόνο που παρήλθε από της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων. Αναφορικά με τα προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης παρουσίασε Ιατρική Βεβαίωση από την Πνευμονολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ημερομηνίας 22.10.14 - Τεκμήριο 1 - με την οποία βεβαιώνεται ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια και χρήζει οξυγονοθεραπείας κατ' οίκον με ροή 2 με 3 λίτρα ανά λεπτό επί 24ώρου βάσεως. Επικαλούμενος τα πιο πάνω ελαφρυντικά ο κύριος Μάτσας εισηγήθηκε ότι δεν δικαιολογείται η επιβολή ποινής φυλάκισης. Στην βάση δε των πιο πάνω ελαφρυντικών κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας να αναστείλει την έκτισή της. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες. Τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 10 ετών, της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις με ποινή φυλάκισης 5 ετών, της κλοπής από δημόσιο λειτουργό με ποινή φυλάκισης 14 ετών και, τέλος, της κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Όλα τα υπό τιμωρία αδικήματα συνιστούν κακουργήματα. Η σοβαρότητα των αδικημάτων της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο σε σειρά αποφάσεών του επισημαίνει ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών έγκειται στο στοιχείο της απάτης και της υπονόμευσης των συναλλαγών και των δοσοληψιών μεταξύ των πολιτών. Σχετική είναι, μεταξύ άλλων, η υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 286 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από την φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση στην ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής». Σχετικές είναι, επίσης, οι υποθέσεις Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 397 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 200. Κατά κανόνα αδικήματα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου συνδυάζονται ή συνυπάρχουν με αδικήματα πλαστογραφίας και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Στις περιπτώσεις αυτές προκύπτει άμεσα η ανάγκη επιβολής σοβαρών και αποτρεπτικών ποινών με δεδομένο ότι πρόκειται για αδικήματα που στηρίζονται στο στοιχείο της απάτης και πλήττουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Διασαλεύουν, επίσης, την εμπορική πίστη, η οποία είναι απαραίτητη για την λειτουργία του εμπορικού μας συστήματος (Βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Θεώρηση της Νομολογίας καταδεικνύει σαφώς ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας (Βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 200, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 ΑΑΔ 101 και Mashvili ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 482). Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου: το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου την παραδοχή του στο Δικαστήριο ότι τα ποσά των κλοπών ήταν πολύ μικρά τα προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου και το ότι ο Κατηγορούμενος είναι διατεθειμένος να δεχθεί διάταγμα αποζημίωσης για το συμφωνηθέν ποσό των Ευρώ 400,00 σεντ. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο επιπρόσθετα ή σε υποκατάσταση οποιασδήποτε τιμωρίας που έχει αρμοδιότητα να επιβάλει για την διάπραξη ενός αδικήματος έχει αρμοδιότητα να διατάξει όπως οποιοδήποτε πρόσωπο καταδικασθέν υπό αυτού πληρώσει προς οποιοδήποτε πρόσωπο που υπέστη βλάβη από την διάπραξη του αδικήματος αποζημίωση που να μην υπερβαίνει τα Ευρώ 6.000,00 σεντ. Στην υπόθεση Yiangos Katsari and Others v. Androulla Hambi
(1969)1 CLR 298 λέχθηκε ότι σε περιπτώσεις που το ποσό δεν είναι πολύ μεγάλο και είναι συμφωνημένο μεταξύ των διαδίκων ενδείκνυται όπως το ποινικό Δικαστήριο διατάσσει καταβολή αποζημίωσης ως μέρος της τιμωρίας σύμφωνα με το άρθρο 26(στ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου του Δικαστηρίου και προς αποφυγή εξόδων των διαδίκων. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης. Ενώ τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν τα έτη 2005 και 2006 η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 27.3.12, ήτοι 6 έτη και πλέον μετά, χωρίς γι' αυτό να έχει δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Υπό το φως των πιο πάνω η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της υπόθεσης κρίνεται μεγάλη, αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Τέλος, έλαβα υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα το χρονικό διάστημα των 10 ετών που παρήλθε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη Νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και τους μετριαστικούς παράγοντες, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, τείνει να μειώσει την σοβαρότητα τους σε τέτοια έκταση και βαθμό ώστε να μην κρίνεται επιβεβλημένη η επιβολή ποινής φυλάκισης. Αλλά ούτε και η επιβολή χρηματικής ποινής. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 υποδείχθηκε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του». Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως ο σκοπός του νόμου μπορεί να ικανοποιηθεί με διαταγή για δέσμευση του Κατηγορούμενου με εγγύηση για να τηρεί τον Νόμο και την τάξη. Συνακόλουθα διατάζω τον Κατηγορούμενο να υπογράψει εγγύηση ύψους Ευρώ 2.000,00 σεντ για να τηρεί τον Νόμο και την τάξη για περίοδο 2 ετών από σήμερα. Περαιτέρω ως μέρος της ποινής εκδίδεται διάταγμα με βάση το άρθρο 26(στ) του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, για την καταβολή αποζημίωσης συνολικού ύψους Ευρώ 400,00 σεντ προς όφελος του Κοινοτικού Συμβουλίου Μεσόγης. Ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται, επίσης, σε Ευρώ 420,00 σεντ έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Πλαστογραφία, κυκλοφορία, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, Κλοπή από δημόσιο λειτουργό και κατάχρηση εξουσίας από δημόσιο λειτουργό Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.