← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Mark Robert Cumberlidge, Αρ. Υπόθεσης: 1787/15, 17/12/2015

Δημοκρατία ν. Mark Robert Cumberlidge, Αρ. Υπόθεσης: 1787/15, 17/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2015:21 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1787/15 Δημοκρατία v. Mark Robert Cumberlidge από Αγγλία και τώρα στη Πέγεια Κατηγορουμένου ----------------- Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στ. Ερωτοκρίτου Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή, στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 1), της καλλιέργειας φυτών καννάβεως, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 7

(1)(α)
(2), 30, 31, 31(Α), του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, 29/1977, όπως έχει τροποποιηθεί (βλ. κατηγορία 2), της καλλιέργειας φυτών καννάβεως με σκοπό την προμήθεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 7
(1)(α)
(2), 30, 31, 31(Α), του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, 29/1977 (βλ. κατηγορία 3), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30, 31, 31(Α) του Περί Nαρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, 29/1977 (βλ. κατηγορίες 4 και 6) και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(3), 30, 30(Α), 31, 31(Α), του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977 (βλ. κατηγορίες 5 και 7). Ειδικότερα, παραδέχθηκε ότι μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 09.03.2015 στην Πάφο, συνωμότησε με τρία άλλα πρόσωπα για να διαπράξουν τα κακουργήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 2-7 (βλ. κατηγορία 1) και ότι μεταξύ των πιο πάνω ημερομηνιών, στον Κάθηκα της επαρχίας Πάφου, καλλιεργούσε 69 φυτά κάνναβης (βλ. κατηγορία 2) με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα (βλ. κατηγορία 3) και ότι παράνομα και χωρίς την άδεια του Υπουργείου Υγείας κατείχε τα ως άνω 69 φυτά κάνναβης (βλ. κατηγορία 4) με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα (βλ. κατηγορία 5). Παραδέχθηκε επίσης ότι μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 09.03.2015, στον Κάθηκα της επαρχίας Πάφου, είχε παράνομα στην κατοχή του κάνναβη συνολικού βάρους 4,782.4085 κιλών, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (βλ. κατηγορία 6) με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα (βλ. κατηγορία 7). Ο κατηγορούμενος, αντιμετώπιζε άλλες δύο κατηγορίες με βάση το ίδιο κατηγορητήριο (τις κατηγορίες 8 και 9), οι οποίες αναστάληκαν από την Κατηγορούσα Αρχή στις 08.12.2015, Σύμφωνα με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως παρατέθηκαν από την κατηγορούσα Αρχή και έγιναν αποδεκτά από τον κατηγορούμενο, κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου ότι ο κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο του παράνομα έχουν στην κατοχή τους ναρκωτικές ουσίες, εκδόθηκαν δικαστικά εντάλματα έρευνας τόσο για οικία που βρίσκεται σε οικόπεδο το οποίο εφάπτεται της Λεωφόρου Αγίου Υπατίου στο χωριό Κάθηκας και φέρει τον αριθμό 1, (στο εξής οικία υπ' αρ. 1 στον Κάθηκα) στο οποίο, σύμφωνα με την ίδια πληροφορία το ως άνω ζεύγος διέμενε, όσο και σε οικία η οποία βρίσκεται στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, Βρύση Village στην Πέγεια. Και οι δύο οικίες τέθηκαν υπό διακριτική παρακολούθηση. Στις 09.03.2015 και ώρα 13:30 διεξήχθη επιχείρηση των μελών της ΥΚΑΝ, κατά την οποία έλαβε χώρα έρευνα της οικίας υπ΄ αριθμό 1, στον Κάθηκα. Κατά την είσοδο των μελών της ΥΚΑΝ στην εν λόγω οικία, εντοπίστηκε εντός αυτής ο κατηγορούμενος. Αφού του εξηγήθηκε ο σκοπός της εκεί παρουσίας των μελών της ΥΚΑΝ και του υπεδείχθη το δικαστικό ένταλμα έρευνας, ο κατηγορούμενος, ερωτούμενος εάν έχει οτιδήποτε το παράνομο, απάντησε «I have some cannabis plants up stairs». Οδηγήθηκε στον πρώτο όροφο της οικίας όπου υπέδειξε σε δωμάτιο ένα θερμοκήπιο, εντός του οποίου υπήρχαν έντεκα
(11)υπό καλλιέργεια φυτά κάνναβης σε γλάστρες, συστήματα φωτισμού και εξαερισμού, καθώς και άλλα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια και ανάπτυξη φυτών. Ο κατηγορούμενος, πληροφορούμενος από αστυνομικό ότι η καλλιέργεια φυτών κάνναβης απαγορεύεται και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «It's all mine». Την ίδια ημέρα και ώρα 13:35, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα και αφού του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «I am sorry». Στη συνέχεια και περί ώρα 13:37, ο κατηγορούμενος υπέδειξε σε αστυνομικό και δεύτερο δωμάτιο στον ίδιο όροφο της οικίας υπ΄ αρ. 1 στον Κάθηκα, όπου επίσης υπήρχε θερμοκήπιο, εντός του οποίου υπήρχαν πέντε
(5)υπό καλλιέργεια φυτά κάνναβης σε γλάστρες, συστήματα φωτισμού και εξαερισμού, καθώς και άλλα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια και ανάπτυξη φυτών καθώς και ένα νάιλον σακούλι, χρώματος πράσινου, εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα κάνναβης. Ο αστυνομικός υπέδειξε εκ νέου στον κατηγορούμενο ότι τα πιο πάνω αποτελούν φυτά κάνναβης των οποίων η κατοχή και η καλλιέργεια απαγορεύεται, επιστήνοντας του στην προσοχή του στο Νόμο, χωρίς ο κατηγορούμενος να απαντήσει οτιδήποτε. Από έλεγχο που διενήργησε η αστυνομία στο μπάνιο του εν λόγω δωματίου, στις 13:39 της ίδιας μέρας, εντοπίστηκε νάιλον σακούλι χρώματος μαύρου, εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα κάνναβης, το οποίο, όταν υποδείχθηκε μαζί με άλλα αντικείμενα που εντοπίστηκαν στο χώρο στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος δεν απάντησε οτιδήποτε. Στις 13:40 της ίδιας ημέρας, στην παρουσία του κατηγορουμένου διενεργήθηκε προκαταρκτικός έλεγχος στο πλυσταριό του ορόφου της ως άνω οικίας, όπου βρέθηκε πλαστικό διαφανές δοχείο με μπλε πώμα, εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα κάνναβης, δεύτερο πλαστικό διαφανές δοχείο με μπλε πώμα, εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα κάνναβης, μια ζυγαριά ακριβείας TESCO, μία πλαστική κούπα χρώματος πράσινου εντός της οποίας υπήρχε μία ζυγαριά ακριβείας DIGITAL SCALE, μια μηχανή αεροστεγούς σφράγισης χρώματος άσπρου, έξι μονά γάντια, δεύτερη μηχανή αεροστεγούς σφράγισης χρώματος άσπρου και σακούλια αεροστεγούς σφράγισης. Υποδεικνύοντας αστυνομικός τα πιο πάνω στον κατηγορούμενο και πληροφορώντας τον εκ νέου ότι η κατοχή της κάνναβης απαγορεύεται, επιστήνοντας του στην προσοχή στο Νόμο, ο κατηγορούμενος δεν απάντησε οτιδήποτε. Με την ολοκλήρωση της έρευνας στον πρώτο όροφο της οικίας υπ αρ. 1 στον Κάθηκα, η αστυνομία οδήγησε τον κατηγορούμενο στο ισόγειο της οικίας όπου διεξήχθηκε προκαταρκτική έρευνα στο χώρο της κουζίνας. Κατά τη διάρκεια της έρευνας εντοπίστηκε σε τσάντα χειρός, ένα σφραγισμένο νάιλον διαφανή σακούλι εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης. Στους πάγκους της κουζίνας εντοπίστηκε βιβλίο στο οποίο αναγραφόταν η λέξη MARIJUANA, το χρηματικό ποσό των €950,00, και δύο λογαριασμοί ρεύματος. Ο ένας, που αφορούσε την οικία αριθμός 1 στον Κάθηκα ήταν στο όνομα Cumberlidge Mark Robert, (του κατηγορούμενου) και ο δεύτερος, που ήταν στο όνομα Brown Marcus George, αφορούσε οικία με αριθμό
  1. Στο σαλόνι της οικίας εντοπίστηκε κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ και κάτω από τη σκάλα μία λάμπα φωτισμού. Όταν αστυνομικός πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι η ξηρή φυτική ύλη εντός του σφραγισμένου νάιλον διαφανούς σακουλιού είναι κάνναβης, της οποίας η κατοχή και η χρήση απαγορεύεται και ενώ του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, ο κατηγορούμενος δεν απάντησε οτιδήποτε. Όταν πληροφορήθηκε ότι η αστυνομία θα παραλάβει τα υπόλοιπα αντικείμενα που εντοπίστηκαν στην κουζίνα και το σαλόνι της οικίας αριθμός 1 για εξετάσεις, ο κατηγορούμενος απάντησε «This electricity is for the house number 2 next door». Επίσης, ανέφερε ότι στην εν λόγω οικία αρ. 2, ( στο εξής οικία αρ. 2 στον Κάθηκα) δίπλα ακριβώς από την οικία αρ. 1 στον Κάθηκα, υπήρχε και άλλη, μεγάλη ποσότητα υπό καλλιέργεια φυτών κάνναβης, τα οποία επίσης ανέλαβε να φροντίζει ο ίδιος. Ανακρινόμενος προφορικά, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι τα υπό καλλιέργεια φυτά κάνναβης δεν είναι δικά του, αλλά ανέλαβε την καλλιέργεια τους για λογαριασμό άλλων προσώπων, τα οποία, όμως, αρνήθηκε να κατονομάσει. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος υπέδειξε στην αστυνομία δύο κλειδιά τα οποία είχε ανάμεσα σε άλλα κλειδιά σε μπρελόκ πάνω στον πάγκο της κουζίνας, αναφέροντας ότι είναι τα κλειδιά της οικίας με αρ.
  2. Την ίδια ημέρα, η ώρα 13:45, μέλη της Αστυνομίας εισήλθαν επίσης για σκοπούς έρευνας στην οικία αρ.8 η οποία βρίσκεται στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, Βρύση Village αρ.7, στην Πέγεια, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας. Με την είσοδο των αστυνομικών εντοπίστηκε στην οικία η Elizabeth Cumberlidge, σύζυγος του κατηγορούμενου, στην παρουσία της οποίας διενεργήθηκε η έρευνα. Κατά τη διάρκεια της έρευνας εντοπίστηκε ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο είναι μεταξύ των Josiah Max Jarrett και του κατηγορούμενου και αφορούσε την οικία με αρ. 1 στον Κάθηκα, στην οποία ανευρέθηκαν, ως ανωτέρω, τα υπό καλλιέργεια φυτά κάνναβης. Όταν υπεδείχθηκε τούτο στην σύζυγο του κατηγορούμενου, αυτή απάντησε «I don't know to whom it belongs. I have no idea. I honestly don't know.» Από την έρευνα που διεξήχθη στη συγκεκριμένη οικία δεν βρέθηκε οτιδήποτε το παράνομο. Την ίδια μέρα, η Elizabeth Cumberlidge μεταφέρθηκε από την αστυνομία στην οικία αρ. 1 στον Κάθηκα όπου και πληροφορήθηκε για τα υπό καλλιέργεια φυτά κάνναβης και τον εξοπλισμό που ανευρέθη στην εν λόγω οικία. Η σύζυγος του κατηγορούμενου απάντησε «I don't know anything». Στις 16:10 της 09.03.2015, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε από την αστυνομία στην οικία με αρ. 2 στον Κάθηκα, όπου στην παρουσία του διεξήχθη έρευνα δυνάμει Δικαστικού εντάλματος έρευνας, στα πλαίσια της οποίας, ανάμεσα σε άλλα, εντοπίστηκαν στα δύο δωμάτια στον πρώτο όροφο, δύο θερμοκήπια που περιείχαν γλάστρες με φυτά κάνναβης, ποσότητα κάνναβης, συστήματα φωτισμού και εξαερισμού καθώς και άλλων αντικειμένων που χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια και ανάπτυξη φυτών. Συγκεκριμένα, στο πρώτο δωμάτιο εντοπίστηκαν τριάντα έξι
(36)υπό καλλιέργεια φυτά κάνναβης, ενώ στο δεύτερο δωμάτιο δέκα επτά
(17)υπό καλλιέργεια φυτά κάνναβης. Στη σκάλα που οδηγεί στην οροφή της οικίας αρ. 2 στον Κάθηκα, εντοπίστηκε νάιλον μαύρο σακούλι εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα κάνναβης. Όταν ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι τα φυτά αποτελούν κάνναβη των οποίων η κατοχή και καλλιέργεια απαγορεύεται και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του συνελήφθηκαν. Η σύζυγος του κατηγορούμενου απάντησε «I don't know anything at all» ενώ ο κατηγορούμενος δήλωσε «I am sorry». Κατά το στάδιο που ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του οδηγήθηκαν στον πρώτο όροφο της οικίας με αρ. 2 στον Κάθηκα και τους υπεδείχθηκαν τα Τεκμήρια τα οποία θα παραλαμβάνονταν σχετικά με την παρούσα υπόθεση, (όπως είχε προηγουμένως γίνει σε σχέση με τα Τεκμήρια που θα παραλαμβάνονταν από την οικία αρ. 1, στον Κάθηκα, χωρίς ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του να απαντήσουν οτιδήποτε), ο κατηγορούμενος απάντησε «They are mine, my wife don't have anything to do with this», ενώ η σύζυγος του δεν απάντησε οτιδήποτε. Στις 10.03.2015 ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του παρουσιάστηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όπου εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης για περίοδο 8 ημερών ενώ για τη σύζυγο του διάταγμα προσωποκράτησης για περίοδο 2 ημερών. Την ίδια μέρα, ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση όπου παραδέχθηκε την ανάμιξη του στα αδικήματα που κατηγορείται, εξήγησε το δικό του ρόλο και κατονόμασε άλλα πρόσωπα τα οποία είχαν ανάμιξη με τις ναρκωτικές ουσίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και το ρόλο του καθενός. Μεταξύ άλλων, κατονόμασε άλλο πρόσωπο, κυπριακής καταγωγής, ως τον χρηματοδότη και τον εγκέφαλο της επιχείρησης για λογαριασμό και κάτω από τις οδηγίες του οποίου λειτουργούσε ο κατηγορούμενος, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι λάμβανε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό μηνιαίως, ώστε να ποτίζει τα φυτά κάνναβης. Τα ενοικιαστήρια έγραφα και οι λογαριασμοί του ηλεκτρικού ρεύματος ήταν στο όνομα του κατηγορούμενου και τρίτου προσώπου. Ο διαχειριστής της οικίας υπ. αρ. 1 στον Κάθηκα, στα πλαίσια γραπτής του κατάθεσης στην αστυνομία, ανέφερε ότι την εν λόγω οικία ενοικίασε από την 01.06.2014 στον κατηγορούμενο, με τη συμφωνία όπως ο τελευταίος μετακομίσει εντός αυτής την 01.09.2014, πράγμα το οποίο ο κατηγορούμενος έπραξε. Εξετάσεις που διενεργήθηκαν στο Γενικό Κρατικό Χημείο επί των ναρκωτικών ουσιών που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος έδειξαν ότι πρόκειται για 69 φυτά κάνναβης από τα οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη καθώς και για ποσότητα κάνναβης βάρους 4,782.4085 κιλών, από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος παραμένει υπ κράτηση από τις 09.03.2015, ως υπέδειξε τέλος ο συνήγορος για την Εισαγγελική Αρχή, δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, αναγνώρισε ευθύς εξαρχής τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, υποδεικνύοντας παράλληλα την καλά θεμελιωμένη αρχή της νομολογίας μας, για εξατομίκευση της ποινής σε κάθε περίπτωση. Στο πλαίσιο τούτο, αναφέρθηκε στις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, υιοθετώντας το περιεχόμενο έκθεσης κοινωνικής έρευνας του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο για σκοπούς της παρούσας. Πρόκειται, συμπλήρωσε, για οικογενειάρχη, λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος ενεπλάκη στις παράνομες δραστηριότητες που παραδέχθηκε, ως αποτέλεσμα της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει, γεγονός που γνώριζαν και προφανώς εκμεταλλεύτηκαν άλλα πρόσωπα, τα οποία τον ενέπλεξαν. Χαρακτήρισε το ρόλο του κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων ως βοηθητικό, ο οποίος περιοριζόταν μόνο στη φροντίδα και περιποίηση των φυτών, έναντι συγκεκριμένης χρηματικής αμοιβής (€700,00 μηνιαίως). Εντοπίζοντας το γεγονός ότι πρόκειται για ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Β΄, σημείωσε πως τόσο ο κατηγορούμενος όσο και άλλο πρόσωπο που ο τελευταίος κατονόμασε, εξ αγχιστείας συγγενής του, λειτουργούσαν και οι δύο σαν «αχυράνθρωποι» του φερόμενου ως «εγκέφαλου», με τον κατηγορούμενο να προσχωρεί σε μια «επιχείρηση» που ήδη ήταν στημένη, έχοντας δευτερεύοντα ρόλο. Έστρεψε περαιτέρω την προσοχή του Δικαστηρίου στη συνεργασία του κατηγορούμενου με τις αστυνομικές και ανακριτικές αρχές, η οποία εκδηλώθηκε, όχι μόνο με την αποκάλυψη στην αστυνομία της ύπαρξης πολύ περισσότερων φυτών κάνναβης (τα οποία επίσης ο κατηγορούμενος φρόντιζε και καλλιεργούσε) σε διπλανό διαμέρισμα από αυτό που είχε υπόψη της η αστυνομία και για το οποίο είχε προχωρήσει στην έκδοση σχετικού εντάλματος έρευνας, αλλά και στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, παρά τους κινδύνους που τούτο εγκυμονεί για τον ίδιο και την οικογένεια του, κατονόμασε δύο συγκεκριμένα πρόσωπα, αποκαλύπτοντας την ταυτότητα και το ρόλο του κάθε ενός στην καλλιέργεια και προμήθεια των επίδικων ναρκωτικών. Υπέδειξε και κατονόμασε τον «εγκέφαλο» της «παράνομης επιχείρησης» όπως τη χαρακτήρισε, η οποία φαίνεται να οργανώθηκε περί τα τέλη του 2013, χρονικό διάστημα που ενοικιάστηκε για πρώτη φορά η κατοικία αρ. 2 στον Κάθηκα, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι η εμπλοκή του κατηγορουμένου μέσω της ενοικίασης της κατοικίας αρ. 1 στον Κάθηκα και της χρησιμοποίησης της κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, έγινε μόλις τον Σεπτέμβριο του 2014. Η αξιοποίηση των πληροφοριών που ο ίδιος έδωσε στην αστυνομία είχε σαν αποτέλεσμα την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης σε βάρος των ως άνω δύο προσώπων, ένα εκ των οποίων συνελήφθηκε στο εξωτερικό και μεταφέρθηκε στην Κύπρο ενώ έχει ήδη δρομολογηθεί εναντίον του, σχετική ποινική υπόθεση. Τα ναρκωτικά τα οποία ο κατηγορούμενος φρόντιζε, υπέδειξε η συνήγορος, κατέληγαν στο συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο και τα διέθετε χωρίς ο κατηγορούμενος να γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω. Η πιο πάνω συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές και η δρομολόγηση σε βάρος του «εγκεφάλου», όπως τον χαρακτήρισε, ποινικής υπόθεσης, είχε σαν αποτέλεσμα να εκθέσει, όχι μόνο τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του, σε σοβαρότατους κινδύνους. Τούτο και έγινε, αφού απειλήθηκαν τόσο ο ίδιος αλλά και μέλη της οικογένειας του, γεγονός που γνωστοποίησε στις αρμόδιες αρχές η οικογένεια του κατηγορούμενου. Αποτέλεσμα των απειλών που δέχθηκε ακόμα και από τον ίδιο τον «εγκέφαλο», κατά τον χρόνο που και οι δύο κρατούνται στις φυλακές, ήταν να κυριαρχήσει τον κατηγορούμενο το αίσθημα του φόβου, σε βαθμό μάλιστα που όταν τον επισκέφθηκαν αστυνομικοί στο χώρο κράτησης του για να λάβουν σχετική, γραπτή κατάθεση για το ζήτημα, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν είχε δεχθεί οποιεσδήποτε απειλές. Τα ίδια συναισθήματα φόβου, υπέδειξε η συνήγορος, καθοδηγούν τη βούληση του κατηγορούμενου να μην καταθέσει ως μάρτυρας στο Δικαστήριο για τα όσα γνωρίζει και ανέφερε στις αστυνομικές αρχές σε σχέση με την εμπλοκή και το ρόλο του «εγκέφαλου» στην υπόθεση, παρά το γεγονός ότι, ως το έθεσε: «είναι μόνο η μαρτυρία του κατηγορούμενου που θα μπορούσε αν αξιολογηθεί και κάτω από τις προϋποθέσεις που πρέπει να οδηγήσει σε ενδεχόμενη καταδίκη του εγκεφάλου αυτής της ιστορίας.» Υπό αυτές τις συνθήκες, δήλωσε η συνήγορος του κατηγορούμενου, ο τελευταίος δεν θα συνδράμει με την μαρτυρία του στην παρουσίαση της υπόθεσης σε βάρος του φερόμενου «εγκέφαλου» αφού: « η Δημοκρατία αδυνατεί να ενεργοποιήσει μηχανισμούς προστασίας του κατηγορούμενου αυτού, ώστε να μαρτυρήσει εναντίον του εγκεφάλου.» Κάλεσε παράλληλα το Δικαστήριο, στο βαθμό που τούτο είναι δυνατόν, να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, πρόσωπο με δευτερεύοντα ρόλο στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, παρά τις αποκαλύψεις που έκανε στην αστυνομία και τον κίνδυνο στον οποίο έβαλε τον εαυτό του και την οικογένεια του, θα οδηγηθεί στη φυλακή, ενώ ο «εγκέφαλος» της συγκεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών, θα μείνει ατιμώρητος. Ο κατηγορούμενος, υπέδειξε η κα. Σαββίδου, εμφανώς καταβεβλημένος από την εξέλιξη και τροπή των πραγμάτων, αντιλήφθηκε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε. Μεταφέροντας τέλος τη συγνώμη και μεταμέλεια του κατηγορούμενου για τις πράξεις του, αιτήθηκε την μεγαλύτερη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την έκθεση κοινωνικής έρευνας που συντάχθηκε για σκοπούς της παρούσας σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ο τελευταίος είναι πενήντα ενός
(51)ετών, ενώ κατάγεται από την Αγγλία. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του, άτομα μεγάλης ηλικίας που δεν εργάζονται, κατάγονται επίσης από την Αγγλία αλλά σήμερα βρίσκονται στην Κύπρο όπου διαμένουν μόνιμα. Ο κατηγορούμενος είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας. Οι σχέσεις του με την οικογένεια του περιγράφηκαν από τον ίδιο καλές. Ολοκλήρωσε τη φοίτηση του στο σχολείο και ακολούθως φοίτησε για ένα χρόνο σε κολλέγιο της χώρας του στο κλάδο μαγειρικής. Διέκοψε και άρχισε να εργάζεται μαζί με τον πατέρα του ως μαραγκός. Το 1985 τέλεσε γάμο με την Elizabeth Cumberlidge, η οποία επίσης είναι Αγγλικής καταγωγής και απέκτησαν δύο θυγατέρες, η μία εκ των οποίων, ηλικίας 26 ετών είναι έγγαμη και βρίσκεται στην Αγγλία ενώ η άλλη, ηλικίας 23 ετών, άγαμη μητέρα διαμένει στην Πέγεια. Ο κατηγορούμενος ήρθε στην Κύπρο το 2007 μαζί με την οικογένεια του και εγκαταστάθηκε στην Πέγεια, εργαζόμενος ως πωλητής ευχετήριων καρτών για ένα χρόνο. Τα τελευταία δύο χρόνια πριν τη σύλληψη του εργαζόταν ως καθαριστής σε πισίνες και κήπους. Πάσχει από έκζεμα ενώ δεν αντιμετωπίζει προβλήματα χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών. Αξιολογήσαμε κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μας από την ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου, λαμβάνοντας ασφαλώς υπόψη, όχι μόνο το περιεχόμενο της έκθεσης κοινωνικής έρευνας αλλά και τα όσα η κα Σαββίδου υπέδειξε συζητώντας τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις και συνθήκες του πελάτη της, ως επίσης τις περιστάσεις που περιβάλλουν γενικότερα τη διάπραξη των αδικημάτων, ασχέτως αν κάποια από αυτά δεν αναφέρονται ρητώς στο σκεπτικό μας. Η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων, προφανείς ως είναι (βλ. Ευριπίδου v Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2014:B343, Ποιν. Έφ. 187/2013, ημ. 22.05.2014) - και συμφωνεί με τούτο και η συνήγορος του κατηγορουμένου - αναδεικνύεται, ανάμεσα σε άλλα, από τις ανώτατες προβλεπόμενες ποινές της διά βίου φυλάκισης και/ή προστίμου για την κατηγορία της καλλιέργειας καννάβεως (βλ. κατηγορία 2), της καλλιέργειας φυτών καννάβεως με σκοπό την προμήθεια (βλ. κατηγορία 3), της παράνομης κατοχής φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (βλ. κατηγορίες 5 και 7), της οκταετούς φυλάκισης και/ή προστίμου για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (βλ. κατηγορίες 4 και 6) και της επταετούς φυλάκισης για την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (βλ. κατηγορία 1). Όπως διακηρύσσεται στη νομολογία των Δικαστηρίων μας, η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για ένα αδίκημα αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος και αποτελεί στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γ. Ε. ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει τη ποινή». (Βλ. επίσης Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 442). Τούτο, βεβαίως, χωρίς ποτέ να παραγνωρίζεται η καλά εμπεδωμένη αρχή πως η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. Κατσούρης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 547 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391). Το Δικαστικό καθήκον για εξατομίκευση της ποινής ουδόλως μειώνεται ή ατονεί, ακόμη και στα σοβαρότερα των αδικημάτων (στα οποία δεν προβλέπεται η επιβολή αναγκαστικής ποινής). Τα Δικαστήρια, δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, η οποία ασφαλώς και εκτιμάται, αλλά λαμβάνουν υπόψη τους τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου όσο και το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη ενός αδικήματος. Επιβάλλεται, πάντοτε, προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων, κάτι που κάναμε και εμείς στην υπό συζήτηση περίπτωση. Εγκλήματα τα οποία σχετίζονται με τα ναρκωτικά θεωρούνται σήμερα από τα πλέον σοβαρά που ταλανίζουν την κοινωνία διεθνώς. Κατατάσσονται ως σοβαρά ενόψει και των ευρύτερων κοινωνικών και άλλων δυσμενών παρεπομένων που επιφέρουν στον κοινωνικό ιστό. Το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, έχει επανειλημμένα τονίσει την επιτακτική ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από αυτού του είδους τα αδικήματα και πως η ανησυχητική συχνότητα με την οποία τούτα διαπράττονται, επιβάλλει όπως τα δικαστήρια διαδραματίσουν το δικό τους ρόλο, με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η ανάγκη άλλωστε για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών απορρέει από την ίδια την αποδοκιμασία αλλά και την ενεργό συμμετοχή της δικαιοσύνης, ως φορέα της εξουσίας που αντανακλά και θέτει τις ορθές παραμέτρους της υγιούς κοινωνίας στον αγώνα που καθημερινά διεξάγεται, σε όλα τα επίπεδα, για την καταπολέμηση της κοινωνικής μάστιγας των ναρκωτικών που πλήττει τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνίας. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak
(2005)2 Α.Α.Δ. 377 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Doς Santos
(2005)2 A.A.Δ.) Αναφορικώς με την αναγκαιότητα για αποτρεπτική αντιμετώπιση ατόμων που εμπλέκονται στη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων αδικημάτων σχετιζομένων με τα επίδικα, αρκούμαστε στο να υιοθετήσουμε, επαναλαμβάνοντας όλα όσα διατύπωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κλεομένης ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 29/12, ημ. 20.05.2013, τα οποία εφαρμόζονται κατ΄ αναλογίαν και στη δική μας περίπτωση: «Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική». (Βλ. Παντελής Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 172/2009 και 178/2009, ημερομηνίας 21/12/2010 και την εκεί σχετική νομολογία που η απόφαση παραπέμπει).» Προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη. (Βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217, Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B73, Ποιν. Έφεση 212/2013, ημερ. 05.02.2015 και L.C.A. DOMIKI V. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφ., ημερ. 17.03.2015). Πληθώρα αποφάσεων των Δικαστηρίων μας καταπιάνεται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θεώρηση της πλούσιας, δυστυχώς, νομολογίας για υποθέσεις ναρκωτικών, καταδεικνύει την εφαρμογή στη πράξη των πιο πάνω αρχών αφού επιβεβαιώνει την αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της φύσης με την επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. (Βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478) Εν σχέση με τις γενικότερες παραμέτρους της ποινολογικής μεταχείρισης κατηγορουμένων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις, προβαίνοντας πάντοτε στις ανάλογες και επιβαλλόμενες αναπροσαρμογές στη βάση του τι ισχύει στην υπό συζήτηση περίπτωση και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και το σύνολο των ελαφρυντικών παραγόντων στην υπό συζήτηση περίπτωση, σημειώνουμε, ενδεικτικά, την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466, όπου επικυρώθηκε εξαετής ποινή φυλάκισης σε κατηγορούμενο ηλικίας 25 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, κατόπιν παραδοχής του για κατοχή 1500 περίπου γρ. κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, την Τουμάζου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 63, όπου επικυρώθηκε δεκαετής ποινή φυλάκισης, για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 8.957,7 γρ. φυτικής κάνναβης, την Κατσάπαου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 318, όπου επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών σε κατηγορούμενο που παραδέχθηκε το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 1,5 περίπου κιλού κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, την Κύρκου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 15/2011, ημερ. 22.02.2013, όπου το Εφετείο μείωσε την πρωτόδικη ποινή της επταετούς φυλάκισης (μετά από παραδοχή) σε πενταετή ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της κατοχής 25 φυτών καννάβεως και 2.703 κιλών φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, την Χρίστου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 448, όπου σε έγγαμο πατέρα 4 παιδιών εκ των οποίων το ένα είχε νοητική στέρηση, το άλλο έπασχε από λεμφοειδή μεταστατικό καρκίνο, η δε σύζυγος του κατέστη ανίκανη για εργασία λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου, επιβλήθηκε πρωτόδικα, μετά από παραδοχή του, στην κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (5,786.7157 γρ. φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη), με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα ποινή φυλάκισης 11 ετών η οποία μειώθηκε κατ΄ έφεση σε ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην υπόθεση Mustafa κ.ά. v. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 801, κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα 974 γρ. ρητίνης κάνναβης ποινή φυλάκισης 6 ετών, επικυρώθηκε, παρά το λευκό ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας και τις προσωπικές περιστάσεις των εφεσειόντων και παρά το γεγονός ότι ο ιθύνων νους ήταν άλλο πρόσωπο, με το Δικαστήριο να υποδεικνύει, ανάμεσα σε άλλα, ότι η εγκληματική ενέργεια δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί χωρίς τη συνδρομή των εφεσειόντων. Ενόψει των σοβαρών και πολλές φορές ολέθριων συνεπειών που προκύπτουν από την κατοχή και εμπορία ναρκωτικών, οι συνήθεις μετριαστικοί παράγοντες έχουν μόνο οριακή σημασία (βλ. Ζωμενής ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 300). Οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και οι ενδεχόμενες επιπτώσεις της ποινής στην οικογένεια του δεν παραβλέπονται, πλην όμως σε υποθέσεις ως η υπό συζήτηση, η σημασία τους είναι σαφώς μειωμένη αφού προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Στην υπόθεση Ρεσλάν v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127 επισημαίνεται ότι η νομολογία των Δικαστηρίων μας θεωρεί πως οι προσωπικές περιστάσεις διαδραματίζουν ασήμαντο, μέχρι μηδενικό ρόλο, στην επιμέτρηση της ποινής σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις. Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί στην υπόθεση Jovanonic ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 635, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να μην επιτρέψει όπως η οφειλόμενη εξατομίκευση οδηγήσει σε αναποτελεσματικότητα της ποινής ή σε εξουδετέρωση της προσπάθειας για την προστασία της κοινωνίας( βλ επίσης Χριστοδούλου v Δημοκρατίας
(2008)124). Αναφερόμενοι στα πιο πάνω δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής μας ο λόγος της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Victor Abe ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 211, όπου, αφού επαναλαμβάνεται η αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών με παραπομπή σε ενδεικτική επί τούτου νομολογία, υποδεικνύεται ταυτόχρονα πως δεν πρέπει να δίδεται η εντύπωση ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου δεν λαμβάνονται ουσιαστικά καθόλου υπόψη, παρά το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση. Σε ότι αφορά τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου τις οποίες, ως πιο πάνω έχει ήδη επισημανθεί, το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη στο βαθμό που τούτο είναι επιτρεπτό, έχουμε πάντα κατά νου το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης του αρμόδιου τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί για τον ως άνω κατηγορούμενο, ως επίσης όσα συμπληρωματικά ανέφερε για το ζήτημα η ευπαίδευτη συνήγορος του. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, αποτελεί επίσης παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του τελευταίου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Λαμβάνομε επίσης υπόψη τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων (όπως τις περιέγραψε η συνήγορος του), τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει και τα οποία δεν είναι ασύνδετα με την απόφαση του να εμπλακεί εκουσίως στη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων, την παραδοχή και την ομολογία του, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζουμε τις υποδείξεις στη Firat ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 402, ότι δηλαδή σε υποθέσεις ναρκωτικών το στοιχείο τούτο δεν πρέπει να υπερτιμάται, αφού οι υποθέσεις αυτές δεν τίθενται στο ίδιο επίπεδο με άλλες περιπτώσεις παράνομης συμπεριφοράς - υποδείξεις, όμως, που αντικρίσαμε και μέσα από τα αναφερθέντα στη Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, ότι δηλαδή η παραδοχή εξαρχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, επειδή αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων, κάτι που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Συνεκτιμήσαμε επίσης το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών που αφορούν οι κατηγορίες τις οποίες παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος. Ο δευτερεύων ρόλος εξάλλου του κατηγορούμενου, ως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο από την υπεράσπιση και έγινε αποδεκτός από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, δεν αφήνει επίσης αδιάφορο το Δικαστήριο. Σημειώσαμε και σταθμίσαμε και αυτό το γεγονός. Δεν μπορούμε όμως να μην υπογραμμίσουμε και το στοιχειώδες, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος αποτέλεσε ένα άκρως σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα της καλλιέργειας και της διασποράς των ναρκωτικών στη χώρα μας. Ήταν μέρος της «επιχείρησης», όπως χαρακτηρίστηκε από την συνήγορο υπεράσπισης, διαδραματίζοντας το δικό του σημαντικό ρόλο, ενοικιάζοντας την οικία αρ. 1 στο Κάθηκα και ακολουθώντας ένα καλά σχεδιασμένο τρόπο καλλιέργειας των φυτών κάνναβης, με προσοχή, ώστε να μην μπορούν αυτά να εντοπιστούν εύκολα, με στόχο πάντα τη μέγιστη παραγωγή. Ο κατηγορούμενος, για να αποδώσουμε κάπως διαφορετικά όσα αναφέρθηκαν από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας στην υπόθεση Kablawi & Others ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 494, έπρεπε να είχε σκεφτεί πριν αποφασίσει να διαπράξει τα αδικήματα που παραδέχθηκε και μάλιστα έναντι οικονομικού οφέλους, με στόχο χρήστες ναρκωτικών. Έπρεπε να είχε προβληματιστεί καλύτερα πριν προχωρήσει στη διάπραξη των εγκλημάτων που παραδέχθηκε, ζυγίζοντας προσεκτικότερα τα επακόλουθα των ενεργειών του τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένεια του, αλλά και για τα θύματα των ναρκωτικών που θα χρησιμοποιούσαν το εμπόρευμα που θα καλλιεργούσε και το οποίο θα προωθείτο σε τρίτα άτομα. Αναφορικά με την εισήγηση της κας Σαββίδου, ότι ο κατηγορούμενος ουσιαστικά ενεπλάκη στη διάπραξη των αδικημάτων για να αντιμετωπίσει την δύσκολη οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε (γεγονός που αξιολογήσαμε ασφαλώς, στη διάσταση που του αρμόζει, καθόσον αφορά τους λόγους που τον οδήγησαν στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων), θεωρούμε επαρκή τη παράθεση, χωρίς άλλα σχόλια - απορρίπτοντας την εισήγηση - όσων σημείωσε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466, ειδικότερα στη σελίδα 469 όπου αναφέρθηκε πως: «Θεωρούμε όμως, ούτως ή άλλως, ότι ο ισχυρισμός είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας, γιατί, στο κάτω-κάτω, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ελαφρυντικό ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών. Είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια. Η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.» Σε κάθε περίπτωση, τέτοιου είδους κατακριτέες κοινωνικές συμπεριφορές είναι απαράδεκτο να λαμβάνουν χώρα κατ΄ επίκληση οικονομικών προβλημάτων, όπως εύστοχα - και κατά παράφρασή μας - τόνισε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jovanonic ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 635. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να προσδώσει ιδιαίτερη σημασία στην μεταμέλεια του κατηγορούμενου η οποία εκφράστηκε και μέσω της συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές και την παροχή σε αυτές πολύτιμων πληροφοριών σε σχέση με πτυχές της υπό συζήτηση υπόθεσης, η χρησιμότητα και αποτελεσματικότητα των οποίων επιβεβαιώθηκε με τον εντοπισμό και τη σύλληψη στο εξωτερικό άλλου προσώπου, τον οποίο η πλευρά της υπεράσπισης χαρακτήρισε ως τον «εγκέφαλο» της παράνομης δραστηριότητας αλλά και τον ονομαστικό προσδιορισμό άλλου ατόμου, εξ αγχιστείας συγγενή του, κατά τρόπο που επιτρέπει τον ακριβή προσδιορισμό του. Η παροχή πολύτιμων πληροφοριών στην αστυνομία οι οποίες βοηθούν κατά τρόπο ουσιαστικό στην εξιχνίαση σοβαρών αδικημάτων αποτελεί από μόνο του παράγοντα που η νομολογία έχει αναγνωρίσει ως μετριαστικό, σε συνάρτηση βέβαια πάντα με τις περιστάσεις της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Στην υπόθεση El-Disi ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 536, αναφέρθηκε ότι είναι επιθυμητό να ενθαρρύνεται έμπρακτα η συνεργασία με τις αρχές ως αναγκαία μέθοδος για την καταπολέμηση του εγκλήματος (βλ. επίσης Gani & Another ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 243 και Marco ν. The Republic
(1987)2 C.L.R. 188). Στην πρόσφατη απόφαση Αναστάσιος Φραγκίσκου v Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 222/2014 ημερ. 25/11/2015, αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα σε σχέση με το ειδικότερο ζήτημα της συνεργασίας με τις διωκτικές αρχές: «Η πλήρης διαλεύκανση εγκληματικών δραστηριοτήτων οι οποίες περιστρέφονται γύρω από την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ιδίως η προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης των προσώπων που διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην εγκληματική αυτή συμπεριφορά, είναι έργο δύσκολο και πολύπλοκο. Στις πλείστες των περιπτώσεων είναι αναγκαία η αναζήτηση μαρτυρίας από πρόσωπα που εμπλέκονται στις έκνομες αυτές δραστηριότητες. Πρόσωπα που συνήθως είναι απρόθυμα να συνδράμουν τις προσπάθειες των διωκτικών αρχών. Ο φόβος τόσο για τη δική τους ασφάλεια όσο και γι΄ αυτή του στενού οικογενειακού και φιλικού τους περιβάλλοντος λειτουργεί αποτρεπτικά. Ο κίνδυνος που αναλαμβάνουν ως αποτέλεσμα της απόφασής τους να συνεργαστούν με την Αστυνομία, σε συνάρτηση με το βαθμό συνεργασίας και την έκταση και φύση των πληροφοριών που παρέχουν, θα πρέπει να συνεκτιμούνται από τα Δικαστήρια κατά το στάδιο της επιβολής ποινής στα πρόσωπα αυτά. Όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος και όσο πολυτιμότερη είναι η συνδρομή τόσο περισσότερο θα πρέπει αυτό να αντανακλάται στο ύψος της ποινής που επιβάλλεται.» Στην προκειμένη περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη μας χωρίς να αμφισβητηθούν η συνεργασία του κατηγορούμενου με τις αστυνομικές αρχές έφερε αποτελέσματα. Πέραν της αυτόβουλης γνωστοποίησης εκ μέρους του κατηγορούμενου στις αστυνομικές αρχές της ύπαρξης και άλλων φυτών κάνναβης σε άλλη, δεύτερη οικία, δίπλα από εκείνη που οι διωκτικές αρχές είχαν αρχικά υπόψη τους, στην βάση πληροφοριών που ο κατηγορούμενος έδωσε στην αστυνομία έγινε κατορθωτή η σύλληψη στο εξωτερικό, προσώπου που ο ίδιος χαρακτήρισε ως τον «εγκέφαλο» της όλης επιχείρησης καλλιέργειας και προμήθειας σε τρίτους των επίδικων ναρκωτικών. Πρόσωπο που μεταφέρθηκε ήδη στη Δημοκρατία και σε βάρος του δρομολογήθηκε σχετική ποινική υπόθεση. Αποκάλυψε επίσης και εξήγησε την εμπλοκή και τρίτου προσώπου εξ αγχιστείας συγγενή του, σε βάρος του οποίου εκκρεμεί η εκτέλεση εντάλματος σύλληψης. Η πιο πάνω στάση του, αναμφίβολα, στη βάση όσων πιο πάνω έχουν εκτεθεί για το ζήτημα, έχει το δικό της μετριαστικό εκτόπισμα. Δυστυχώς όμως, η ως άνω στάση και συμπεριφορά του κατηγορούμενου, όπως η ίδια η συνήγορος του δήλωσε, δεν φαίνεται να έχει συνέχεια, ούτε εξάντλησε την δυναμική της. Ο κατηγορούμενος, κυριαρχούμενος από το συναίσθημα του φόβου, αποτέλεσμα ως διατείνεται απειλών που δέχθηκε όχι μόνο ο ίδιος αλλά και η οικογένεια του, δηλώνει ότι δεν είναι διατεθειμένος να προσφέρει τη μαρτυρία του για την προώθηση της ποινικής υπόθεσης εναντίον οποιουδήποτε άλλου προσώπου σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Τούτο, παρά το γεγονός, ως είναι η θέση του, ότι έχει επίγνωση πως η δική του μαρτυρία είναι μοναδική και καθοριστική στην προώθηση και την απόδειξη της ποινικής διαδικασίας που έχει ήδη δρομολογηθεί σε βάρος συγκεκριμένου προσώπου, του «εγκέφαλου» ως ο ίδιος προβάλλει της υπό συζήτηση καλλιέργειας και εμπορίας ναρκωτικών. Γίνεται ασφαλώς κατανοητή η ανησυχία του κατηγορουμένου για τους κινδύνους που δυνατό να συνεπάγεται για τον ίδιο η προσπάθεια του να συνεργαστεί με την αστυνομία. Η επιλογή του όμως, ενώ μάλιστα φαίνεται να γνωρίζει τη σπουδαιότητα μέσω και της μαρτυρίας του της δικής του συμβολής, στον αγώνα που καταβάλλουν οι αρμόδιες αρχές της δημοκρατίας για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών να «περιορίσει» την συνεργασία του, δίχως άλλως επιδρά στο μετριαστικό εκτόπισμα της εκδηλωθείσας πρόθεσης του να συνεργαστεί με τις αρμόδιες διωκτικές και αστυνομικές αρχές, κατονομάζοντας και προσδιορίζοντας άλλα πρόσωπα που ενέχονται στη διάπραξη των αδικημάτων που ο ίδιος παραδέχθηκε. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής, πως παρά τις αναφορές του ίδιου και μελών της οικογένειας του ότι δέχθηκαν απειλές, κατά τον τρόπο που εξήγησε η συνήγορος του, εντούτοις, όταν τον επισκέφθηκαν αστυφύλακες για να προβεί περί τούτου σε γραπτή κατάθεση, αντίθετα με τα πιο πάνω, δήλωσε ότι δεν έγινε δέκτης οποιασδήποτε απειλής. Υπό τις περιστάσεις της υπό συζήτηση υπόθεσης, δεν θα πρέπει να αφήνει στον κατηγορούμενο οποιοδήποτε αίσθημα πικρίας, το γεγονός, ότι στο τέλος της ημέρας θα τιμωρηθεί ο ίδιος ενώ ο φερόμενος από τον κατηγορούμενο ως «εγκέφαλος» θα παραμείνει ατιμώρητος, αφού η εξέλιξη αυτή, γνωρίζει εξ' αρχής ότι είναι το αποτέλεσμα της δικής του βούλησης να μην συνεργαστεί περαιτέρω με τις διωκτικές αρχές, συνδράμοντας και με την μαρτυρία του προς τούτο εξαντλώντας τη δυναμική της εκδηλωθείσας ήδη πρόθεσης του να συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές. Συνεκτιμώντας όλα όσα πιο πάνω παραθέσαμε και συζητήσαμε αποτελεί κατάληξη μας ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και το σύνολο των ελαφρυντικών που τέθηκαν υπόψη μας, έχοντας κατά νου την ποσότητα των φυτών που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι καλλιέργησε αλλά και της κάνναβης την οποία κατείχε, αν και παράγοντες μετριαστικοί, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου στην παρούσα υπόθεση στην οποία προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοια σοβαρά αδικήματα. Κρίνουμε ότι η κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Εξαντλώντας προς όφελος του κάθε περιθώριο επιείκειας, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο: 1η κατηγορία: Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, καθότι ο σκοπός της συνωμοσίας υλοποιήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο των κατηγοριών 2, 3, 4, 5, 6 και 7, με τα γεγονότα της να απορροφούνται στα γεγονότα που περιλαμβάνονται στα γεγονότα που τεκμηριώνουν τα διαπραχθέντα στη συνέχεια αδικήματα (Βλ. Ποιν. Έφ. 193/2013 και 197/2013 Ντάνυ Χασσάν κ.ά. ν. Δημοκρατίας ημερ. 10.10.2014). 2η κατηγορία: Δεν επιβάλλεται καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 3ης κατηγορίας για την οποία θα επιβληθεί ποινή. 3η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 7 ετών. 4η κατηγορία: Δεν επιβάλλεται καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται στα γεγονότα της 5ης κατηγορίας για την οποία θα επιβληθεί ποινή. 5η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 7 ετών. 6η κατηγορία: Δεν επιβάλλεται καμία ποινή καθότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται στα γεγονότα της 7ης κατηγορίας για την οποία θα επιβληθεί ποινή. 7η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 7 ετών. Οι ποινές στις κατηγορίες 3, 5 και 7 να συντρέχουν. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προσωποκράτηση στην παρούσα υπόθεση, να συνυπολογιστεί και ανάλογα οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές μειώνονται σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα Τεκμήρια που βρίσκονται στην κατοχή της Αστυνομίας εκδίδεται διάταγμα όπως παραμείνουν στη διάθεση της Αστυνομίας για περίοδο 6 μηνών. Με την πάροδο της προθεσμίας αυτής τα ναρκωτικά θα πρέπει να κατασχεθούν και να καταστραφούν με τις δέουσες διαδικασίες ενώ τα υπόλοιπα να επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, εκτός εάν η αρμόδια αρχή απευθυνθεί στο Δικαστήριο και εξασφαλίσει οποιοδήποτε διάταγμα θεωρεί πρέπον και αναγκαίο για τον περαιτέρω χειρισμό και διαχείριση τους. (Υπ)............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.