← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 522/13, 7/12/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 522/13, 7/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 522/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7.12.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου (για ν' ακούσει απόφαση, κα Μενοίκου) Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αξιόποινης παράνομης εισόδου, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία) καθώς και την κατηγορία της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του ίδιου νόμου (2η κατηγορία) Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 10 Νοεμβρίου, 2012, στη λεωφόρο Δημοκρατίας 2 στην Πάφο, αφού εισήλθε νόμιμα στο κατάστημα με την ονομασία «SUPER HOME CENTER» παρέμεινε μέσα σ' αυτό παράνομα, με σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αυτής, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία έκλεψε ένα σετ κατσαβίδια, μάρκας Stanley, ένα σετ λίμες, μάρκας Stanley, ένα επαγγελματικό συνδετήρα, μάρκας Stanley και τέλος, ένα ζευγάρι γάντια, μάρκας Protech, συνολικής αξίας €54,50, περιουσία του καταστήματος «SUPER HOME CENTER». Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες τους, Κυριάκο Αχιλλέως, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 2163 Χάρη Γεωργίου και τέλος, το Ρολάνδο Κοτανίδη (Μ.Κ.1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και στις δυο κατηγορίες και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Συνοπτικά, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης είναι η εξής: Ο κατηγορούμενος, στις 10.11.2012, αφού εισήλθε νόμιμα στο κατάστημα με την ονομασία «SUPER HOME CENTER» στην Πάφο, κρατώντας μία τσάντα κλειστή και άδεια κάτω από τη μασχάλη του, φεύγοντας από το κατάστημα και συγκεκριμένα, όταν πήγε στο ταμείο για να πληρώσει κάποια αντικείμενα που είχε αγοράσει - συγκεκριμένα γυαλόχαρτα - κάτω από συνθήκες οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο έντονης αντιδικίας μεταξύ των δυο πλευρών διαπιστώθηκε ότι μέσα στο τσαντάκι του υπήρχαν τα τέσσερα αντικείμενα (βλ. τις δυο φωτογραφίες - τεκμήριο 2 - ) που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τα οποία είχε κλέψει από το κατάστημα. Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και στις δυο κατηγορίες και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβηκε στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Τη συγκεκριμένη μέρα εγώ πήγα στο κατάστημα, ψώνισα, όπως και άλλες φορές, πήγα στο ταμείο και πλήρωσα. Στην έξοδό μου, με σταμάτησε ο security και μου ανέφερε να του δείξω την τσάντα μου. Του έδειξα την τσάντα του καταστήματος με τα πράγματα που είχα αγοράσει και τη συγκεκριμένη απόδειξη. Στη συνέχεια λέει μου "να δω την προσωπική σου τσάντα". Λέω του "για ποιο λόγο;" Μου λέει "μισό λεπτό". Απομακρύνθηκε από κοντά μου και κάπου τηλεφώνησε. Την ίδια στιγμή ήλθαν δυο τρεις άλλοι security και ο ένας ο security, ο οποίος μαρτύρησε εδώ που είπε ότι ήταν ο διευθυντής της εταιρείας, άνοιξε το πορτοφόλι του και από μακριά μου λέει "Αστυνομία" και έτρεξε και χτύπησέ με και έπεσα στο έδαφος. Έπιασαν την προσωπική μου τσάντα, την άνοιξαν και στη συνέχεια μου είπαν "περίμενε να έλθει Αστυνομία". Μου είπαν να πάμε στην καφετέρια του καταστήματος. Πήγαμε στην καφετέρια του καταστήματος και στη μισή ώρα, περίπου, τόσος χρόνος πέρασε, τους ζήτησα να πάω στην τουαλέτα. Ήλθαν, έσπασαν την τουαλέτα, μπήκαν μέσα και στη συνέχεια ήλθαν και είπαν μου "ξέρεις, αυτά τα πράγματα έκλεψες τα". Να αναφέρω ότι πήρε την τσάντα η Αστυνομία, τη φωτογράφησαν και για καλή μου τύχη, ευτυχώς, τα πράγματα είναι μεγαλύτερα σε size από την τσάντα. Δεν έχω τίποτε άλλο να προσθέσω εντιμότατε στο Δικαστήριο. Είμαι βέβαιος ότι είμαι αθώος και θέτω τον εαυτό μου στην κρίση σας». Βέβαια, ενώπιόν μου έχει τεθεί και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 4), ημερομηνίας 10.11.2012, στο περιεχόμενο της οποίας, θα αναφερθώ αργότερα. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος οποιουδήποτε από αυτούς στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου και την αποδεικτική της αξία, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «..Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός, ότι, ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ.). Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του Κυριάκου Αχιλλέως (Μ.Κ.1) ως μάρτυρα είναι αρκετά καλή. Ο μάρτυρας, καθ' όλη τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία ήταν άμεσος και σταθερός και απαντούσε αυθόρμητα, με απλότητα και ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση, επί της ουσίας όσων ανάφερε και ιδιαίτερα, για όσα είχε προσωπική γνώση. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε και θα έλεγα πως, ούτε και επιχειρήθηκε αμφισβήτησή του από τον κ. Αλεξάνδρου, επί της ουσίας της μαρτυρίας του. Στο βαθμό δε που αμφισβητήθηκε αυτό έγινε με την υποβολή ενός ισχυρισμού του κ. Αλεξάνδρου, ο οποίος παρέμεινε έωλος καθώς και με την προβολή διάφορων ισχυρισμών του κατηγορούμενου που περιέχονται στην ανώμοτη δήλωσή του, οι οποίοι, ωστόσο, ουδέποτε τέθηκαν στο μάρτυρα, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει. Και τούτο, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη η αποδεικτική αξία της ανώμοτης δήλωσης και πώς αυτή εξετάζεται και αξιολογείται ως θέμα αρχής (βλ. τη Θεοχάρους, ανωτέρω). Τέλος, είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία του υπό αναφορά, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από άλλη, αξιόπιστη μαρτυρία, αλλά και από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, στην αποδεικτική αξία της οποίας έχει προηγηθεί σχετική αναφορά, με αναφορά και πάλιν σε νομολογία (βλ. τις υποθέσεις Δημητρίου και Γιωργαλλά, ανωτέρω). Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1, επί της ουσίας, πάντοτε, γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 2163 Χάρη Γεωργίου (Μ.Κ.2) περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 3), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ο μάρτυρας, μολονότι αντεξετάστηκε σε κάποιο βαθμό από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, ουσιαστικά, δεν επιχειρήθηκε αμφισβήτησή του σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Βασικά, για τους ίδιους λόγους για τους οποίους έχω δεχθεί τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, με μία, μόνο, εξαίρεση δέχομαι στην ολότητά του το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας και του Ρολάνδου Κοτανίδη (Μ.Κ.3) που είναι και ο τελευταίος μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που δεν μπορώ να δεχθώ αφορά στον ισχυρισμό του στο στάδιο της κυρίως εξέτασης - τον οποίο, αρχικά επανέλαβε και αντεξεταζόμενος -, ότι, όταν είδε τον κατηγορούμενο να εισέρχεται στο κατάστημα κρατούσε μια τσάντα κάτω από τη μασχάλη, κλειστή και άδεια. Δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του, ότι η τσάντα ήταν άδεια, επειδή, αντεξεταζόμενος, τον αναίρεσε. Συγκεκριμένα, όταν κλήθηκε από τον κ. Αλεξάνδρου να πει τι εννοεί όταν λέει ότι η τσάντα που κρατούσε ο κατηγορούμενος ήταν άδεια, απαντώντας ισχυρίστηκε πως ήταν «πιττωμένη» και δεν είχε τίποτε μέσα. Ωστόσο, όταν αργότερα του υποβλήθηκε ότι ο ισχυρισμός του ότι το εν λόγω τσαντάκι αρχικά ήταν άδειο και μετά γεμάτο είναι ένα ψέμα, απάντησε ως εξής: «Φαινόταν ότι ήταν άδειο. Δεν ήταν πολύ γεμάτο.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Αναμφίβολα εντοπίζω και μερικές αντιφάσεις μεταξύ όσων ανάφεραν οι δύο ουσιώδεις μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, επειδή αφορούν σε μικρολεπτομέρειες και είναι τόσο ασήμαντες, οπότε, όχι μόνο δεν τις θεωρώ ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της μαρτυρίας είτε του ενός μάρτυρα είτε του άλλου, επί της ουσίας όσων ανάφεραν, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Και τούτο, επειδή, οι εν λόγω αντιφάσεις, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι και οι δυο μάρτυρας κατάθεσαν στο Δικαστήριο την αλήθεια, ανεπιτήδευτα και χωρίς προσυνεννόηση μεταξύ τους, για το τι θα έλεγαν στο Δικαστήριο. Για λόγους που ακολουθούν, μηδενική είναι η αποδεικτική αξία που αποδίδω στο περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου. Καταρχήν, στο βαθμό που τα όσα αναφέρει μ' αυτή συγκρούονται με τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 3, δεν μπορώ να τα λάβω υπόψη, επειδή, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί και που άπτονται της ποιότητας της μαρτυρίας και της αξιοπιστίας και των δυο αυτών μαρτύρων, η μαρτυρία τους, στο ουσιαστικό της μέρος έχει γίνει σχεδόν απόλυτα αποδεκτή εκ μέρους μου. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, πλείστα όσα έχουν αναφέρει και οι δυο αυτοί μάρτυρες, ούτε καν σχολιάστηκαν από τον κατηγορούμενο στο πλαίσιο της ανώμοτης δήλωσής του, ενώ, μερικοί από τους ισχυρισμούς του, όπως για παράδειγμα, ότι ο ένας από τους δυο security - πιθανότατα εννοούσε το Μ.Κ.1 -, στον ουσιώδη χρόνο, του είπε από μακριά «Αστυνομία» και έτρεξε και το χτύπησε με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος, ουδέποτε τέθηκε στο μάρτυρα, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει. Ειδικά για τον ισχυρισμό αυτό του κατηγορούμενου προστίθεται και το εξής: Εάν ευσταθούσε ο εν λόγω ισχυρισμός του, διερωτώμαι τι τον εμπόδιζε να τον αναφέρει και στην ανακριτική του κατάθεση, η οποία του λήφθηκε την ίδια μέρα που του καταλογίζεται ότι διέπραξε τα δύο αδικήματα, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, με την τελευταία ερώτηση που του υποβλήθηκε ρωτήθηκε απλώς εάν επιθυμούσε να αναφέρει οτιδήποτε άλλο για τη διερευνώμενη, τότε, εναντίον του υπόθεση. Ουδεμία απάντηση έχει δοθεί από τον κατηγορούμενο στο εν λόγω ερώτημα, επομένως, σε συνδυασμό και με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν αναφερθεί, δεν μπορώ να δεχθώ τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Ο κατηγορούμενος, στις 10.11.2012 γύρω στις 14:00 μετέβηκε στο κατάστημα με την ονομασία «SUPER HOME CENTER» που βρίσκεται στην οδό Δημοκρατίας στην Πάφο. Όταν εισήλθε στο κατάστημα κρατούσε κάτω από τη μασχάλη έναν τσαντάκι. Αφού παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα στο κατάστημα, κατά την αναχώρησή του από αυτό και συγκεκριμένα, όταν πήγε στο ταμείο για να πληρώσει αριθμό γυαλόχαρτων τα οποία είχε αγοράσει, επειδή το τσαντάκι που κρατούσε και πάλιν κάτω από τη μασχάλη, ήταν φουσκωμένο και γεμάτο, ενώ κατά την είσοδό του στο κατάστημα θεωρήθηκε από το Μ.Κ.3, ο οποίος - όπως και ο Μ.Κ.1 - εργαζόταν εκεί ως φρουρός ασφαλείας, πως ήταν άδειο, αφού πλήρωσε τα γυαλόχαρτα και βγήκε έξω από το κατάστημα, ανακόπηκε από το μάρτυρα, ο οποίος του ζήτησε αμέσως να του δείξει το τσαντάκι. Αυτός αρνήθηκε οπότε και άρχισε να τρέχει, ωστόσο, για να ανακοπεί στη συνέχεια και ακινητοποιηθεί από τέσσερις συνολικά φρουρούς ασφαλείας, ανάμεσά τους και οι Μ.Κ.1 και 3. Όταν του ζητήθηκε από το Μ.Κ.1 να τον ακολουθήσει πίσω στο κατάστημα αρνήθηκε. Δε δεχόταν να ανοίξει το τσαντάκι για να φανεί τι είχε μέσα και προσπαθούσε συνεχώς να διαφύγει. Εν τέλει πείστηκε από το Μ.Κ.1 να επιστρέψει πίσω στο κατάστημα. Εκεί, ο μάρτυρας, αφού τον οδήγησε στην καφετέρια, τον άφησε μαζί με τους συναδέλφους του και ο ίδιος πήγε σε διπλανό δωμάτιο για να τηλεφωνήσει της Αστυνομίας. Όταν επέστρεψε ο κατηγορούμενος δε βρισκόταν εκεί, καθότι του είχε επιτραπεί από τους άλλους τρεις φρουρούς ασφαλείας να πάει στην τουαλέτα, παίρνοντας μαζί του και το τσαντάκι του. Αφού ο Μ.Κ.1 ενημερώθηκε σχετικά έτρεξε αμέσως στην τουαλέτα. Επειδή η πόρτα της ήταν κλειδωμένη και είχε ακούσει παράξενους θορύβους και επειδή όταν είπε στον κατηγορούμενο να του ανοίξει δεν του άνοιξε, διέταξε αμέσως τους συναδέλφους του να σπάσουν την πόρτα, όπως και έγινε. Τότε, ο κατηγορούμενος, ο οποίος καθόταν στη λεκάνη τους τουαλέτας με κατεβασμένο το παντελόνι μέχρι τα γόνατα, κρατούσε το τσαντάκι που ήταν ανοιχτό και άδειο και το έδειχνε στους φρουρούς ασφαλείας, προκειμένου να τους πείσει πως δεν πήρε τίποτε από το κατάστημα. Επειδή, ωστόσο, ο Μ.Κ.1 είχε ακούσει το καπάκι του καζανακιού να μετακινείται αφού το άνοιξαν βρήκαν σ' αυτό μέσα στις συσκευασίες τους και με αναγραμμένες τις τιμές πώλησής τους, τα τέσσερα αντικείμενα - τα οποία καταλογίζεται στον κατηγορούμενο πως είχε κλέψει -, συνολικής αξίας €54,50, όλα, περιουσία του καταστήματος. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης: Το αδίκημα της αξιόποινης παράνομης εισόδου που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι διέπραξε με την 1η κατηγορία, το δημιουργεί το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα. Έχοντας υπόψη και τις σχετικές λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος στην παρούσα υπόθεση, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, ο κατηγορούμενος, πρώτο, αφού εισήλθε νόμιμα σε περιουσία που ήταν στην κατοχή άλλου, δεύτερο, παρέμεινε σ' αυτή παράνομα, με σκοπό τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής, για το οποίο αντιμετωπίζει τη σχετική - δεύτερη κατηγορία. Αναφορικά με τη 2η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, της κλοπής, κατά παράβαση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα, στην πρόσφατη υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 γίνεται εκτενής αναφορά στο αδίκημα. Για ό,τι μας αφορά, το σχετικό απόσπασμα ακολουθεί αυτούσιο: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής.» Από την προηγηθείσα ανάλυση είναι σαφές, ότι, όπως είναι διατυπωμένες οι λεπτομέρειες αδικήματος των δυο κατηγοριών, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της 1ης κατηγορίας, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας. Και τούτο, επειδή η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος αποτελεί το πραγματικό για σκοπούς απόδειξης και στοιχειοθέτησης του 2ου συστατικού στοιχείου του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Των παραπάνω λεχθέντων τίθεται το ερώτημα κατά πόσο έχει αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας. Δεδομένου ότι, στον ουσιώδη χρόνο, ουδείς είχε δει τον κατηγορούμενο να παίρνει από το κατάστημα και να τοποθετεί στο τσαντάκι του τα τέσσερα αντικείμενα που του καταλογίζεται πως είχε κλέψει από αυτό, τα οποία βρέθηκαν στο καζανάκι της τουαλέτας του καταστήματος, το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας, που να οδηγούν στο μοναδικό και ασφαλές συμπέρασμα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα. Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ και στη σχετική νομολογία που διέπει το θέμα είναι σαφές, ότι, για να θεωρηθεί ότι ισχύει κάτι τέτοιο, θα πρέπει τα διάφορα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας που θα ληφθούν υπόψη, να συμβιβάζονται μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής και συγκεκριμένα, από αυτά, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, πρώτο, το αδίκημα έχει διαπραχθεί και δεύτερο, ότι διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή που τα διάφορα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας που θα παραθέσω στη συνέχεια μπορούν να συμβιβασθούν και με οποιαδήποτε άλλη, πιθανή εκδοχή, είτε αυτή προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο είτε όχι, τότε, η σχετική κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Ειδικότερα: Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε από το Μ.Κ.3 να του δείξει το γεμάτο τσαντάκι που κρατούσε κάτω από τη μασχάλη αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Αντ' αυτού άρχισε να τρέχει για να εγκαταλείψει το μέρος Όταν στη συνέχεια ανακόπηκε και ακινητοποιήθηκε και από τους τέσσερις φρουρούς ασφαλείας του καταστήματος και του ζητήθηκε από το Μ.Κ.1 να τον ακολουθήσει στο κατάστημα και πάλιν αρνήθηκε και δε δεχόταν να ανοίξει το τσαντάκι για να φανεί το περιεχόμενό του. Αντίθετα προσπαθούσε συνεχώς να διαφύγει, ενώ, με την ανώμοτη δήλωσή του προέβαλε και το ψευδή ισχυρισμό, ότι, ο ένας από τους δυο μάρτυρες (Μ.Κ.1 και 3), ο οποίος του είπε πως ήταν ο διευθυντής της εταιρείας το χτύπησε και έπεσε στο έδαφος. Όταν στη συνέχεια πείστηκε να επιστρέψει στο κατάστημα και ενώ ο Μ.Κ.1 πήγε στο διπλανό γραφείο για να τηλεφωνήσει της Αστυνομίας, αφού έπεισε τους άλλους τρεις φρουρούς ασφαλείας και του επέτρεψαν να πάει στην τουαλέτα, πήρε μαζί του και το τσαντάκι του. Όταν ακολούθως ο Μ.Κ.1 έτρεξε στο μέρος και άκουσε κάποιους παράξενους θορύβους και το καπάκι του καζανακιού να μετακινείται και του ζήτησε να ανοίξει την πόρτα, δεν την άνοιξε. Όταν ευθύς αμέσως, οι φρουροί ασφαλείας έσπασαν την πόρτα, η άμεση αντίδρασή του ήταν να τους δείξει το ανοιχτό και άδειο, πια, τσαντάκι, προκειμένου να τους πείσει πως δεν πήρε τίποτε από το κατάστημα. Φυσικά, ουδεμία εξήγηση έχει δοθεί εκ μέρους του, πώς είναι δυνατό, το τσαντάκι του, από τη μια στιγμή στην άλλη, από γεμάτο που ήταν, ξαφνικά να βρεθεί άδειο. Ούτε και είπε για ποιο λόγο, ενώ αισθάνθηκε την ανάγκη να δείξει στους φρουρούς ασφαλείας το - για επαναλάβω - άδειο πια τσαντάκι και μάλιστα, χωρίς να του ζητηθεί κάτι τέτοιο αυτή τη φορά, όταν προηγουμένως που το τσαντάκι ήταν γεμάτο, του ζητήθηκε δύο φορές να το πράξει, αρνήθηκε. Ούτε και μου διαφεύγει και η έωλη υποβολή του δικηγόρου του προς το Μ.Κ.3 ότι το εν λόγω τσαντάκι περιείχε τα τσιγάρα, τον αναπτήρα και την ταυτότητά του καθώς και διάφορα συμφωνητικά έγγραφα, διπλωμένα, τα οποία αφορούσαν την εργασία του, σε μέγεθος 50 c.m. Διερωτώμαι ειλικρινά, τι απέγιναν όλα αυτά τα αντικείμενα όταν ο κατηγορούμενος βρισκόμενος στην τουαλέτα του καταστήματος έδειξε εντελώς άδειο το τσαντάκι του στους φρουρούς ασφαλείας; Το ανυπόστατο της υποβολής είναι ολοφάνερο. Τέλος, όταν ο Μ.Κ.1 άνοιξε το καπάκι του καζανακιού της τουαλέτας - το οποίο, προηγουμένως είχε ακούσει να μετακινείται, καθ' ον χρόνο βρισκόταν στην τουαλέτα μόνο ο κατηγορούμενος - εντοπίστηκε μέσα σ'αυτό η επίδικη περιουσία, συσκευασμένη και με αναγραμμένη σε κάθε ένα από τα τέσσερα αντικείμενα, την τιμή πώλησής τους. Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των παραπάνω στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας είμαι βέβαιος, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που τοποθέτησε στο καζανάκι της τουαλέτας την επίδικη περιουσία, την οποία, προηγουμένως είχε τοποθετήσει μέσα στο τσαντάκι του και παρέλειψε να πληρώσει στο ταμείο, κάτι που είχε κάνει με τα γυαλόχαρτα. Και προφανώς, επειδή γνώριζε ότι η εν λόγω περιουσία περιήλθε στην κατοχή του παράνομα, έχοντας επίγνωση της ενοχής του για το γεγονός αυτό, όταν του ζητήθηκε από τους δυο μάρτυρες να δείξει τι περιείχε το τσαντάκι, όχι απλώς αρνήθηκε να συμμορφωθεί αλλά, αντίθετα επιχείρησε να τους ξεφύγει και να εγκαταλείψει το μέρος. Και φυσικά, όταν στη συνέχεια ζήτησε να του επιτραπεί να πάει στην τουαλέτα, ο κύριος - αν όχι αποκλειστικός - λόγος που το έκανε ήταν ο εξής: Υπό το βάρος και πάλιν της επίγνωσης της ενοχής που είχε ότι η επίδικη περιουσία που είχε τοποθετήσει στο τσαντάκι του περιήλθε στην κατοχή του παράνομα καθώς και της γνώσης του πως ήταν θέμα χρόνου να διαπιστωθεί αυτό, στη απέλπιδα προσπάθειά του να αποτρέψει αυτή τη δυσάρεστη εξέλιξη για τον ίδιο επιχείρησε - ανεπιτυχώς - να ξεφορτωθεί όπως όπως και με τον τρόπο που επέλεξε την επίδικη περιουσία. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ Ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα, κατά πόσο οι παραπάνω διαπιστώσεις μου οδηγούν άνευ άλλου σε στοιχειοθέτηση της επίδικης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, που για να επαναλάβω είναι κατηγορία κλοπής, κατά το άρθρο 255 του Ποινικού κώδικα. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Ακολουθεί το σκεπτικό: Ότι η επίδικη περιουσία ανήκει στο κατάστημα και ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα κατοχής ή απόκτησής της, δεδομένου ότι δεν την είχε πληρώσει έχει αποδειχθεί. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι η ενέργειά του να τοποθετήσει την εν λόγω περιουσία στο τσαντάκι του και κυρίως, το γεγονός ότι επιχείρησε να εγκαταλείψει το κατάστημα με τον τρόπο που είχε επιλέξει, χωρίς να πληρώσει την εν λόγω περιουσία αποδεικνύει και στοιχειοθετηθεί την πρόθεσή του να τη στερήσει οριστικά από τον ιδιοκτήτη της. Παρόλα αυτά υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί για σκοπούς στοιχειοθέτησης της σχετικής κατηγορίας. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που πήρε από το κατάστημα την επίδικη περιουσία και ακολούθως, αφού την τοποθέτησε στο τσαντάκι του επιχείρησε να εγκαταλείψει το κατάστημα χωρίς να την πληρώσει. Στο ερώτημα κατά πόσο υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει αυτό το στοιχείο, η απάντηση είναι αρνητική. Όσο πιθανό είναι να πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που πήρε την εν λόγω περιουσία από το κατάστημα, είναι το ίδιο πιθανό - εν πάση περιπτώσει, ουδείς μπορεί να αποκλείσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο - αυτή να είχε κλαπεί από κάποιο άλλο πρόσωπο, το οποίο στη συνέχεια την παρέδωσε στον κατηγορούμενο, ο οποίος την αποδέχτηκε και κατακρατούσε στον ουσιώδη χρόνο, ως κλεπταποδόχος. Επειδή, ωστόσο, η δίκη είναι ποινική και δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσο εύλογες κι αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363) στην απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου, που αποτελεί ασφαλώς συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής, η σχετική κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Και, με δεδομένο ότι με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας (για να επαναλάβω) αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι ότι αφού εισήλθε νόμιμα στο κατάστημα «SUPER HOME CENTER» παρέμεινε σ' αυτό παράνομα με σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της κλοπής και δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, είτε διέπραξε το εν λόγω αδίκημα είτε ακόμη πως είχε πρόθεση να το διαπράξει η τύχη της σχετικής - πρώτης κατηγορίας που περικλείει το αδίκημα της αξιόποινης παράνομης εισόδου, δεν μπορεί παρά να είναι η ίδια με την τύχη της 2ης κατηγορίας. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους - νομικούς και πραγματικούς - ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου τόσο στην 1η όσο και στη 2η κατηγορία. Ακολουθεί ότι αυτός αθωώνεται και στις δυο κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: αξιόποινος παράνομη είσοδος, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα και κλοπή, κατά παράβαση του άρθρου 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.