Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστος Μάρκου, Aρ. Υπόθεσης 8667/15, 21/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B146 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 8667/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Χρίστος Μάρκου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 21.12.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους (για να ακούσει την ποινή ο κ. Σ. Συμεού) Για τον Κατηγορούμενο: κα Χ. Αργυρού (για να ακούσει την ποινή η κα Ελ. Αντωνίου) Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στις κατηγορίες της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία), της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 και 337 που Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 337 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τρίτη κατηγορία), και της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τέταρτη κατηγορία). Τα γεγονότα τα οποία παρουσιάστηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και είναι καταγραμμένα στα πρακτικά. Τα έχω κατά νου και δεν προτίθεμαι να τα παραθέσω. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης στα πλαίσια της αγόρευσης της για μετριασμό της ποινής κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, ότι από την ημέρα που ο Κατηγορούμενος ήρθε στην Κύπρο και εκτός από την παρούσα υπόθεση καμία άλλη παραβατική συμπεριφορά δεν επέδειξε, την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο καθώς και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Υιοθέτησε δε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον Κατηγορούμενο κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νίκαια Αττικής. Φοίτησε μέχρι την Γ΄ τάξη του Δημοτικού και ξεκίνησε να εργάζεται με τον πατέρα του στις οικοδομές από μικρή ηλικία. Στη συνέχεια ασχολήθηκε περιστασιακά σε διάφορες εργασίες. Σύνηψε πολιτικό γάμο σε ηλικία 15 ετών ενώ η σύζυγος του ήταν 13 μόλις ετών. Το 2004 παρέμεινε άνεργος και το 2014 εγκαταστάθηκε στην Κύπρο για βιοποριστικούς λόγους. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κύπρο εργάστηκε ως κρεοπώλης, μεταφορέας κρεάτων και σε πλυντήρια αυτοκινήτων. Από το γάμο του απέκτησε τέσσερα παιδιά, δύο υιούς και δύο θυγατέρες, ηλικίας 16, 13, 12 και 8 ετών. Η σύζυγος του εργάζεται ως καθαρίστρια με μερική απασχόληση. Η μεγαλύτερη θυγατέρα του αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας και ο ένας του υιός προβλήματα με τους πνεύμονες του. Είναι ο προστάτης της οικογένειας του και το μοναδικό άτομο που την στηρίζει οικονομικά. Είναι 33 ετών και σήμερα είναι άνεργος. Στα πλαίσια της αγόρευσής της για μετριασμό της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε, μεταξύ άλλων, επίσης, τα ακόλουθα. Ο Κατηγορούμενος αναγκάσθηκε να έρθει στην Κύπρο λόγω του ότι στην Ελλάδα όπου διέμενε δεν μπορούσε να βρει σταθερή εργασία λόγω της οικονομικής κρίσης. Έτσι το 2014 μετέβη στην Κύπρο αφήνοντας πίσω την οικογένειά του με σκοπό να αναζητήσει ένα καλύτερο μέλλον και να μπορέσει να προσφέρει σε αυτήν όσο το δυνατό περισσότερα. Το εισόδημα της συζύγου του ως εκ της εργασίας της ανέρχεται μόνο σε Ευρώ 500,00 σεντ μηνιαίως. Επί του παρόντος ο Κατηγορούμενος διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Λεμεσό μαζί με άλλα 6 άτομα με τα οποία μοιράζεται το ενοίκιο ύψους Ευρώ 600,00 σεντ μηνιαίως. Είναι άνεργος και δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία επ' ονόματί του. Τουναντίον έχει χρέη της τάξης των Ευρώ 99.000,00 σεντ στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Αντιμετωπίζει, επίσης, σοβαρά οικογενειακά προβλήματα. Συγκεκριμένα η 16χρονη θυγατέρα του αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα όπως αυτή την 1.4.15 μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής όπου και νοσηλεύθηκε για διάστημα 6 ημερών. Εκεί διεγνώσθη δηλητηρίαση από ψυχοτρόπα φάρμακα. Επίσης, ο ένας του υιός παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα υγείας με τους πνεύμονές του λόγω πρόωρης γέννησης. Τέλος, ο πατέρας του Κατηγορούμενου αντιμετωπίζει σοβαρά καρδιακά προβλήματα τα οποία τον καθιστούν ανάπηρο κατά 80%. Αιτία δε για την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων αποτέλεσαν, αφενός, τα χρέη του Κατηγορούμενου στην Ελλάδα εξ' αιτίας των οποίων με την επάνοδό του στην Ελλάδα θα συλλαμβάνονταν, αφετέρου, η έντονη επιθυμία του να συναντήσει την οικογένειά του την οποία στερήθηκε καθ' ον χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο. Η ευπαίδευτη συνήγορος αναφέρθηκε, επίσης, στις συνέπειες από ενδεχόμενη άμεση ποινή φυλάκισης στην οικογένεια του Κατηγορούμενου, ιδιαίτερα, από οικονομικής άποψης αφού ο Κατηγορούμενος είναι ο προστάτης της οικογένειας και το πρόσωπο από το οποίο η οικογένειά του εξαρτάται οικονομικά. Επικαλούμενη τα πιο πάνω ελαφρυντικά η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει τον Κατηγορούμενο με κάθε δυνατή επιείκεια. Ήταν δε η εισήγησή της ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή ποινής φυλάκισης τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι υπόλοιποι μετριαστικοί, όπως τους χαρακτήρισε, παράγοντες, όπως οι περιστάσεις που περιβάλλουν την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων, το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς και οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, δικαιολογούν την αναστολή της έκτισής της. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες. Τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (κατηγορίες 2 και 3 αντίστοιχα) τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 10 ετών, το αδίκημα της συνομωσίας με ποινή φυλάκισης 7 ετών και το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας με ποινή φυλάκισης 2 ετών ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.500,00 σεντ ή και τις δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων προκύπτει και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Thuo David William v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 431 επικυρώθηκε ποινή 9 μηνών φυλάκισης παρότι κρίθηκε επιεικής από το Εφετείο σε αλλοδαπό που χρησιμοποίησε και επέδειξε πλαστό διαβατήριο στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να μεταβεί από την Κύπρο στην Αγγλία. Στην υπόθεση Borislav Petrov Borisov v. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(2004)2 ΑΑΔ 204 ο κατηγορούμενος / εφεσείων, που ήταν Βουλγάρικης καταγωγής και παντρεμένος με τρία παιδιά, εισήλθε στην Κύπρο όντας απαγορευμένος μετανάστης χρησιμοποιώντας πλαστό Ελληνικό διαβατήριο. Πέτυχε είσοδο χρησιμοποιώντας το πιο πάνω πλαστό διαβατήριο το οποίο είχε αποκτήσει παράνομα αφού γνώριζε ότι το Βουλγάρικό του όνομα βρισκόταν στον κατάλογο των ανεπιθύμητων επισκεπτών. Καταδικάσθηκε κατόπιν παραδοχής στα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και του απαγορευμένου μετανάστη και του επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών. Οι ποινές επικυρώθηκαν από το Εφετείο το οποίο υπέδειξε ότι υπό το φως της όλης συμπεριφοράς του εφεσείοντα συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που αυτός είχε επιδείξει και κατά το παρελθόν στον τόπο μας, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως εντελώς απαράδεκτη, οι επιβληθείσες ποινές θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν και ως επιεικείς. Στην υπόθεση Eurgan Ali Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 661 ο εφεσείων επέδειξε πλαστό διαβατήριο στο αεροδρόμιο της Λάρνακας για να πετύχει είσοδο στην χώρα μας. Αφού κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ποινικού Κώδικα το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 9 μηνών στην κατηγορία της κυκλοφορίας και ποινή φυλάκισης 5 μηνών στην κατηγορία της πλαστοπροσωπίας με πρόνοια όπως οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Το Εφετείο έκρινε ότι η ποινή ήταν ισορροπημένη και σε καμία περίπτωση έκδηλα υπερβολική. Στην υπόθεση Yoganayagam Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 324 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στα αδικήματα, μεταξύ άλλων, της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών. Ο εφεσείων επιθυμούσε διακαώς να εγκαταλείψει τη χώρα του για να αποφύγει την καταπίεση που υφίσταντο στην χώρα του τα μέλη της κοινότητας στην οποία ανήκε. Για να επιτύχει τούτο αγόρασε από τρίτο πρόσωπο στη χώρα του το διαβατήριο Ολλανδού πολίτη, το οποίο αφού πλαστογράφησε με την καθοδήγηση του πωλητή, το χρησιμοποίησε ώστε να διευκολύνει τη διέλευσή του από αερολιμένες του εξωτερικού με απώτερο σκοπό την είσοδό του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διέμενε ο αδελφός του. Το διαβατήριο προσήλκυσε την προσοχή των Μεταναστευτικών Αρχών στον αερολιμένα Λάρνακας, όπου διαπιστώθηκε ότι το ολλανδικό διαβατήριο του εφεσείοντα ήταν πλαστό. Στον καθορισμό της ποινής το πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ματούρ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 36 στην οποία για όμοιο αδίκημα επικύρωσε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην απόφαση εκείνη τονίσθηκε ότι κατάχρηση της φιλοξενίας που προσφέρεται σε ξένους υπηκόους στην Κύπρο, προκύπτουσα από τη χρήση πλαστών διαβατηρίων, συνιστά σοβαρό αδίκημα το οποίο δικαιολογεί την επιβολή ανάλογα αυστηρών κυρώσεων. Το Εφετείο αποφάσισε ότι τα όσα λέχθηκαν εκ μέρους του εφεσείοντα από τον δικηγόρο του ως προς την αγωνιώδη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο ίδιος και η οικογένειά του στην πατρίδα του δεν ήταν ικανά ούτε να διαγράψουν την σοβαρότητα του αδικήματος της χρήσης πλαστού διαβατηρίου, ούτε να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του. Με γνώμονα δε ότι η αποτροπή τέτοιων αδικημάτων στην περίπτωση της Κύπρου έχει ιδιαίτερη σημασία το Εφετείο διαπίστωσε ότι δεν συνέτρεχε λόγος που να δικαιολογεί επέμβασή του με την επιβληθείσα ποινή. Στην υπόθεση Hossein M. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315 το διαβατήριο που κυκλοφόρησε ο εφεσείων ήταν Ιταλικό και συμπεριλαμβανόταν σε μεγάλη σειρά κλοπιμαίων Ιταλικών διαβατηρίων. Χρησιμοποιήθηκε από τον εφεσείοντα εν γνώσει του ότι ήταν πλαστό για να επιτύχει την είσοδο του στην Κύπρο. Η διάπραξη του αδικήματος διαπιστώθηκε στον αερολιμένα Λάρνακας. Ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή για την διάπραξη του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Η ποινή εφεσιβλήθηκε ως έκδηλα υπερβολική. Κατ' έφεση τέθηκε από την Υπεράσπιση νέο στοιχείο το οποίο δεν μπορούσε να είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστή γιατί μέχρι τότε ήταν άγνωστο. Αυτό ήταν ότι μετά τον εγκλεισμό του εφεσείοντα στην φυλακή διαπιστώθηκε ότι έπασχε από ηπατίτιδα Β και για τον λόγο αυτό είχε τεθεί σε απομόνωση. Το Εφετείο αποφάσισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δώσει την δέουσα βαρύτητα σε όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που είχαν τεθεί ενώπιόν του με αποτέλεσμα η επιβληθείσα ποινή να μην ήταν υπερβολική ενόψει της ανώτατης προβλεπόμενης από το Νόμο ποινής. Κρίθηκε, όμως, κατ' έφεση, ότι η κατάσταση της υγείας του εφεσείοντα και ο τρόπος έκτισης της ποινής του - σε απομόνωση - αποτελούσαν παράγοντες οι οποίοι θα οδηγούσαν σε περαιτέρω μείωση της ποινής του αν αυτοί είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Συνακόλουθα η ποινή μειώθηκε στους εννέα μήνες φυλάκιση. Στην υπόθεση Γεώργιος Κουλαππής v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 273 ο εφεσείων αντικατέστησε την φωτογραφία στο διαβατήριο τρίτου προσώπου με τη δική του και το χρησιμοποίησε σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις παρουσιάζοντας το ως δικό του για να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Η αναχώρησή του από την Κύπρο είχε απαγορευθεί κατά την παραπομπή του σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα, ο οποίος βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες για αδικήματα παρόμοιας φύσης, ποινή φυλάκισης 2 ετών στην κατηγορία καταρτισμού πλαστού εγγράφου, ποινές φυλάκισης 15 μηνών και 2 ετών στην κυκλοφορία του και ποινή φυλάκισης 2 ετών στην κατηγορία της πλαστοπροσωπείας. Με εξαίρεση την ποινή που επιβλήθηκε για το αδίκημα της πλαστοπροσωπείας όλες οι υπόλοιπες ποινές επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Η τελευταία αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Κατηγορούμενος κυκλοφορώντας το πλαστό διαβατήριο προσπάθησε να εξαπατήσει τις Κυπριακές Αρχές. Παρέβη τον Νόμο σε ευαίσθητο τομέα. Με προγραμματισμό, χωρίς αμφιβολία, και ασφαλώς προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών και δη να αποφύγει τις νομικές του υποχρεώσεις στην Ελλάδα με απώτερο σκοπό να αποφύγει την φυλάκιση στην εκεί χώρα. Στην υπόθεση Ματούρ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 36 αναγνωρίζεται η σοβαρότητα αδικημάτων που προκύπτουν από την χρήση και εμπορία πλαστών διαβατηρίων. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την σελίδα 42 της απόφασης: «Η εμπορία πλαστών διαβατηρίων μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί σαν ένα διεθνές έγκλημα ή ένα έγκλημα με διεθνείς προεκτάσεις και η Κύπρος δεν μπορεί να είναι ένας πρόσφορος τόπος για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων. Προσφέρουμε φιλοξενία στους ξένους με πλήρη κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις χώρες τους αλλά και αυτοί πρέπει να αντιληφθούν ότι η κατάχρηση αυτής της φιλοξενίας συνεπάγεται κυρώσεις και ότι ταυτόχρονα μειώνει την προσφορά ευκαιριών στους ιδίους και σε άλλους συμπατριώτες τους από του να βρίσκονται με τόση ευκολία στον τόπο μας ... ». Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο καθώς επίσης την συνεργασία του με την Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος ομολόγησε την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων και αποκάλυψε τους συνεργούς του. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, όπως αυτές αναφέρθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορό του και περιγράφονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ιδιαίτερα το ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένας βιοπαλαιστής, πατέρας 4 ανήλικων τέκνων, που αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες συνεπεία των οποίων αναγκάσθηκε να έρθει στην Κύπρο να εργασθεί με σκοπό να μπορέσει να προσφέρει κάτι περισσότερο στην οικογένειά του εγκαταλείποντάς την προσωρινά. Ότι είναι ο προστάτης της οικογένειάς του και το άτομο από το οποίο η οικογένειά του στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από οικονομικής άποψης μιας και το εισόδημα της συζύγου του από την εργασία της είναι χαμηλό. Ακόμα το ότι δύο από τα παιδιά του καθώς και ο πατέρας του αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας. Τέλος, έλαβα υπόψη μου τις συνέπειες από τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης στην οικογένεια του Κατηγορούμενου. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι οι επιπτώσεις από ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης στην οικογένεια και, γενικότερα, την ζωή ενός κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας. Δεν είναι, όμως, καθοριστικής σημασίας για την επιλογή του είδους της ποινής (Βλ. Hossein M. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315, Tibor Domotov και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 328 και Araxie Krikor Parekian v. The Republic
(1987)2 CLR 223). Στην υπόθεση Hossein M. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315 το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός έτους στον εφεσείοντα για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Κατ' έφεση εναντίον της ποινής, η οποία προσβλήθηκε ως έκδηλα υπερβολική, προβλήθηκε εκ μέρους του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την επιβληθείσα ποινή στην οικογένεια του και παραγνώρισε τις τραγικές οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του. Αναφέρθηκε και κατ' έφεση και πρωτοδίκως ότι ο εφεσείων ήταν το πρώτο από τα 9 παιδιά μιας πάμπτωχης οικογένειας. Ότι οι γονείς του δεν μπορούσαν λόγω ηλικίας και υγείας να εργασθούν και ότι ο εφεσείων έπρεπε μόνος του να τους φροντίζει όπως και τα 8 αδέλφια του. Το Εφετείο επικύρωσε την προσβαλλόμενη ποινή και απέρριψε την έφεση. Έκρινε δε ότι το ύψος της επιβληθείσας ποινής για ένα τόσο σοβαρό αδίκημα κατεδείκνυε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέδωσε την δέουσα βαρύτητα σε όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που είχαν τεθεί ενώπιόν του. Στην υπόθεση Tibor Domotov και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 328 οι εφεσείοντες, οι οποίοι ήταν αδέλφια, καταδικάσθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και κλοπές σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 9 μηνών ο καθένας. Κατ' έφεση αμφισβητήθηκε το μέγεθος της ποινής, η οποία προσβλήθηκε ως υπερβολική. Κύριος άξονας της έφεσης κατά της ποινής ήταν οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των εφεσειόντων καθώς και οι επιπτώσεις της ποινής στην οικογένειά τους και δη στα ανήλικα τέκνα τους. Η σύζυγος του πρώτου εφεσείοντα είχε εγκαταλείψει το σπίτι τους στην Ουγγαρία και τα παιδιά τους φρόντιζε η μητέρα του ηλικίας τότε 76 ετών η οποία υπέφερε από ισχιαλγίες και ως πόρο ζωής είχε μόνο την σύνταξή της. Η σύζυγος του δεύτερου εφεσείοντα, που είχε την επίβλεψη των 3 παιδιών τους, θα υποβάλλονταν σε εγχείρηση. Κρίθηκε κατ' έφεση ότι υπό το φως των ιδιαίτερα επιβαρυντικών περιστατικών της υπόθεσης, όπως του προσχεδιασμού και της έλλειψης ειλικρινούς μεταμέλειας από μέρους των εφεσειόντων, η επιβληθείσα ποινή δεν ήταν έκδηλα υπερβολική. Τουναντίον, κρίθηκε από το Εφετείο ως επιεικής. Αναφορικά με τις επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου λέχθηκε, ότι αυτές: «συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστατικών. Δεν είναι όμως αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής». Σύμφωνα με το Εφετείο το μέγεθος της επιβληθείσας ποινής κατεδείκνυε ότι η πιο πάνω παράμετρος λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Τούτο δε συνέβαλε στην εφαρμογή της αρχής της εξατομίκευσης. Λέχθηκε, όμως, ότι όσο λυπηρή εξέλιξη θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί η εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από την σύζυγο του πρώτου εφεσείοντα, αυτό δεν μπορούσε να μεταβάλει την σοβαρότητα της υπόθεσης. Τέλος, στην υπόθεση Araxie Krikor Parekian v. The Republic
(1987)2 CLR 223 η εφεσείουσα καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών επί το ότι κατείχε μεγάλη ποσότητα ηρωίνης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Η ποινή προσβλήθηκε ως έκδηλα υπερβολική. Κατ' έφεση παρουσιάσθηκε αναθεωρημένη έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία έφερνε στο φως νέα στοιχεία αναφορικά με τις οικογενειακές της περιστάσεις. Συγκεκριμένα, μετά την σύλληψή της στην Κύπρο ο σύζυγός της υπέστη καρδιακή προσβολή και ως εκ του γεγονότος τούτου δεν ήταν σε θέση να εργασθεί, ενώ ο πατέρας της, ο οποίος, σύμφωνα με την πρώτη έκθεση, θα αναλάμβανε την ευθύνη και φροντίδα των παιδιών της, ήταν μεγάλης ηλικίας και αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας για τα οποία χρειαζόταν ο ίδιος φροντίδα από την σύζυγό του. Σύμφωνα με το Εφετείο το γεγονός ότι τα παιδιά κάποιου κατηγορούμενου θα στερηθούν την φροντίδα του γονέως δεν αποτελεί λόγο για μείωση της ποινής. Και αυτό γιατί όσο και αν τα παιδιά αυτά θα υποφέρουν από την ποινή που έχει επιβληθεί στον γονέα τους το κακό που θα πάθουν τα παιδιά όλου του κόσμου αλλά και οι πιο μεγάλοι θα είναι μεγαλύτερο αν πρόσωπα όπως η εφεσίβλητη δεν τιμωρούνταν με αποτρεπτικές και αυστηρές ποινές. Υπό το φως, όμως, των νέων δεδομένων το Εφετείο θεώρησε σκόπιμο να μειώσει την ποινή της εφεσείουσας, όχι, όμως, αισθητά επιβάλλοντάς της εν τέλει ποινή φυλάκισης 3 ετών και 3 μηνών. Υπό το φως όλων των πιο πάνω είμαι διατεθειμένος να λάβω υπόψη μου τις επιπτώσεις που τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης θα ενείχε στην οικογένεια του Κατηγορούμενου, πρωτίστως, σε οικονομικό επίπεδο. Όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά των υπό τιμωρία αδικημάτων. Στα προβλήματα δε υγείας που αντιμετωπίζουν τα δύο παιδιά και ο πατέρας του Κατηγορούμενου κρίνω πως δεν θα πρέπει να προσδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Όπως προκύπτει από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Υπεράσπισης τα προβλήματα αυτά υπήρχαν και πριν ακόμα φύγει από την Ελλάδα ο Κατηγορούμενος. Και δεν τον εμπόδισαν να εγκαταλείψει προσωρινά την οικογένειά του και να έρθει στην Κύπρο. Το ότι τα προβλήματα υγείας της θυγατέρας του, προδήλως, επιδεινώθηκαν τον περασμένο Μάιο, τούτο, δεν μεταβάλει ουσιωδώς την κατάσταση. Από τότε έχουν παρέλθει 7 μήνες και καμία νύξη δεν γίνεται με την αγόρευση της συνηγόρου Υπεράσπισης αναφορικά με την σημερινή κατάσταση της θυγατέρας όπως αυτή εξελίχθηκε από το τελευταίο ατυχές συμβάν της νοσηλείας της σε νοσοκομειακό ίδρυμα. Επίσης, μέσα στο πιο πάνω διαρρεύσαν χρονικό διάστημα ο Κατηγορούμενος δεν επιχείρησε να φύγει από την Κύπρο. Επιχείρησε να πράξει τούτο 7 μήνες μετά το πιο πάνω συμβάν, πράγμα που καταδεικνύει ότι η κατάσταση όπως αργότερα εξελίχθηκε, προδήλως, δεν έδιδε λαβή για ιδιαίτερη ανησυχία. Συναφώς δεν υποστηρίχθηκε οτιδήποτε που να αντιτίθεται στο πιο πάνω συμπέρασμα. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους μετριαστικούς παράγοντες, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο, αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από την ευπαίδευτη συνήγορο του. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω, ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Το πλαστό Βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας να κατασχεθεί και να καταστραφεί. Τα υπόλοιπα τεκμήρια να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. Το ποσό των Ευρώ 800,00 σεντ που ο Κατηγορούμενος κατέθεσε για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο να επιστραφεί στον ίδιο. Το όνομα του Κατηγορούμενου να αφαιρεθεί από τον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από την Δημοκρατία. Να παραδοθούν στον Κατηγορούμενο τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. Η υποχρέωση του Κατηγορούμενου να παρουσιάζεται σε Αστυνομικό Σταθμό παύει από σήμερα. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και πλαστοπροσωπία Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο