← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Στέλιου Βάσου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9134/15, 15/12/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Στέλιου Βάσου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9134/15, 15/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9134/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Στέλιου Βάσου, από την Τίμη
  2. Thuy Thi Dinh, από το Βιετνάμ
  3. Ha Thi Ngoc, από το Βιετνάμ Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15.12.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρ.Περγαντή Για τον 1ο κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών, του καταλογίζεται ότι στις 20 Οκτωβρίου, 2015, σε χωράφι που βρίσκεται σε γεωργική περιοχή στην Τίμη, της επαρχίας Πάφου, εργοδοτούσε παράνομα τις κατηγορούμενες 2 και 3, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη των κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες, τον αρχιαστυφύλακα 2351 Γιώργο Απόστρατο και τη 2η κατηγορούμενη, Thuy Thi Dinh (Μ.Κ.1 και 2, αντίστοιχα). Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορίας υποβλήθηκε εισήγηση εκ μέρους της υπεράσπισης, πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, στις δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η εισήγηση, αναφορικά με τη 2η κατηγορία εντάσσεται και στους δυο λόγους, για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο, της δίκης, ενώ σε σχέση με την 1η κατηγορία, στο δεύτερο λόγο. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής στην εισήγηση της υπεράσπισης υπήρξε εκ διαμέτρου αντίθετη. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί - με αναφορά τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο, δε θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αζίνας ν. Αστυνομίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 199 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Έχοντας κατά νου όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία, στο ερώτημα, κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, είτε στην 1η κατηγορία είτε στη 2η, έτσι ώστε αυτός να πρέπει να κληθεί σε απολογία, απαντώ αρνητικά. Από τα παραδείγματα που θα παραθέσω στη συνέχεια καταφαίνεται ότι η μαρτυρία της 2ης κατηγορούμενης που είναι και η ουσιαστική μαρτυρία η οποία εμπλέκει τον κατηγορούμενο στη διάπραξη του αδικήματος και στις δυο περιπτώσεις είναι πράγματι, τόσο αντινομική και στερούμενη πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε στη βάση της να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα: Όπως αναφέρει ο αρχιαστυφύλακας 2351 Γιώργος Απόστρατος (Μ.Κ.1) στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, στον ουσιώδη χρόνο μετέβη μαζί με τον υπαστυνόμο Κ. Χ'' Οικονόμου σε χωράφι με λουβί στην Τίμη, προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργοδοτούνταν παράνομα αλλοδαπές, από το Βιετνάμ. Αφού διαπίστωσαν ότι τρεις γυναίκες μάζευαν λουβί στο χωράφι, αυτές, όταν τον αντιλήφθηκαν που προσπαθούσε να τις προσεγγίσει, τράπηκαν σε φυγή. Ωστόσο, ο μάρτυρας, με τη βοήθεια του υπαστυνόμου Χ'' Οικονόμου ανέκοψε δυο από αυτές και συγκεκριμένα τις κατηγορούμενες 2 και
  1. Οι τελευταίες, κληθείσες από το μάρτυρα να του αναφέρουν τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, η 2η κατηγορούμενη, του ανάφερε το όνομά της και ότι είναι από το Βιετνάμ. Σε ερώτησή του κατά πόσο είχε άδεια εξάσκησης του συγκεκριμένου επαγγέλματος, απάντησε αρνητικά. Όταν ο μάρτυρας την πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, του απάντησε, «εγώ πρώτη μέρα δουλειά.» Ο μάρτυρας ακολούθησε την ίδια διαδικασία σε σχέση και με την 3η κατηγορούμενη, η οποία, πληροφορηθείσα κι αυτή για το αδίκημα που διέπραξε όταν της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε, «εγώ σήμερα ήρτε δουλειά.» Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα και το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του, ανακρινόμενες προφορικά οι δυο κατηγορούμενες ανάφεραν πως δε γνωρίζουν ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του χωραφιού, καθότι ξεκίνησαν να εργάζονται στο συγκεκριμένο χωράφι εκείνη την ημέρα, μετά από παρότρυνση άλλης, ομοεθνούς τους, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Η 2η κατηγορούμενη (Μ.Κ.2) καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι η επόμενη και τελευταία μάρτυρας που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή κατά τη δίκη. Κι αυτή, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης που της έχει ληφθεί για σκοπούς της διερευνώμενης, τότε, εναντίον της υπόθεσης, παράνομης εργοδότησης και παράνομης παραμονής (βλ. τα τεκμήρια 4 - στη μητρική της γλώσσα -, 4Α - πιστή μετάφραση στα αγγλικά - και 4Β - πιστή μετάφραση στα ελληνικά -). Σ' αυτή, η 2η κατηγορούμενη, για ό, τι μας αφορά ισχυρίζεται τα εξής: «Σήμερα 20/10/2015 και περίπου η ώρα 0615 ένα άσπρο διπλοκάμπινο, το οποίο οδηγείτο από ένα Κύπριο άντρα περίπου 25 ετών, ήρθε στο σπίτι μου στο Αναβαργός και με παρέλαβε μαζί με άλλες δυο κοπέλλες από το Βιετνάμ. Η μία κοπέλλα είναι η κοπέλλα που είναι υπό κράτηση μαζί μου στο κελλί. Διευθετήσαμε με την άλλη κοπέλλα από το Βιετνάμ για να μας πάρει ο Κυπραίος για δουλειά σήμερα. Η άλλη κοπέλλα τα διευθέτησε και συμφώνησε μαζί του να μας πληρώσει 30 ευρώ την κάθε μία. Έτσι μας πήρε στο χωράφι στην Τίμη για να μαζέψουμε λουβί. Φθάσαμε εκεί περίπου η ώρα
  2. Οι γονιοί του ήταν εκεί μαζί με τους γιούς τους. Αυτοί είναι οι ιδιοκτήτες του χωραφιού. Δεν γνωρίζω τα ονόματα τους. Έμειναν στο χωράφι μόνο για μισή ώρα. Απλά ήρθαν για να φέρουν τα άδεια κουτιά για να βάλουμε το λουβί μέσα. Μετά έφυγαν. Μείναμε στο χωράφι οι τρεις μας, εγώ και οι άλλες δυο κοπέλλες μαζεύοντας λουβί.» Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής και πόσο αυτά συνάδουν με αυτά που ανάφερε στην ανακριτική κατάθεσή της. Ειδικότερα: Ερωτηθείσα εάν αναγνωρίζει το κατηγορούμενο ισχυρίστηκε πως είναι αυτός που την εργοδότησε εκείνη την ημέρα. Κληθείσα να πει εάν βλέπει κανέναν από τους γονείς του Κυπραίου που τις πήρε στο χωράφι για να μαζέψουν το λουβί ή τους γιους τους, οι οποίοι, όπως αναφέρει στην ανακριτική κατάθεσή της, όταν στις 07:00 περίπου που έφθασαν στο χωράφι ήταν εκεί, υπέδειξε και πάλιν τον κατηγορούμενο, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για ένα από τους γονείς. Το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε και μάλιστα, εντελώς αβίαστα είναι ολοφάνερο. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Εν τέλει, ποιος την είχε εργοδοτήσει στον ουσιώδη χρόνο; Ο εικοσιπεντάχρονος γιος του κατηγορούμενου, κατόπιν διευθέτησης με την άλλη κοπέλα από το Βιετνάμ, η κοπέλα από το Βιετνάμ, η οποία μάλιστα φέρεται να συμφώνησε με τον γιο του κατηγορούμενου και το ποσό της αμοιβής τους ή ο κατηγορούμενος; Ερωτηθείσα από την κα Περγαντή εάν εκείνη την ημέρα μίλησε οποτεδήποτε με τον κατηγορούμενο, απαντώντας, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Πριν από εκείνη την ημέρα δούλεψε για τον κατηγορούμενο δυο μέρες. Δούλεψε γι' αυτή την οικογένεια δυο μέρες και μετά, δέκα μέρες αργότερα, δηλαδή την ημέρα της σύλληψής της από την Αστυνομία, ο κατηγορούμενος την πήρε πρώτα σε άλλο χωράφι για να μαζέψει τις κολοκύθες και μετά την πήρε στο χωράφι με το λουβί. Υπενθυμίζω απλώς την κατηγορούμενη, πως όταν πληροφορήθηκε από το Μ.Κ.1 εκεί στο χωράφι που καταλήφθηκε να μαζεύει το λουβί - καθ' ομολογία της, χωρίς άδεια -, για το αδίκημα που διέπραττε και της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο απάντησε με τη φράση, «εγώ πρώτη μέρα δουλειά». Παραπέμπω ακόμη και στην ανακριτική κατάθεσή της, στην οποία ισχυρίζεται ότι την επίδικη μέρα, στις 06:15 περίπου ήρθε στο σπίτι της με το διπλοκάμπινο ο Κύπριος άντρας, ηλικίας 25 περίπου ετών, ο οποίος, αφού την παρέλαβε μαζί με τις άλλες δυο κοπέλες, γύρω στις 07:00, τις πήρε στο χωράφι με το λουβί. Το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε, αναδεικνύει και την έκταση της αναξιοπιστίας της ως μάρτυρα, σε βαθμό που η μαρτυρία της υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, σ' όλες αυτές τις ουσιώδεις αντιφάσεις υπέπεσε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Για να συνεχίσω, η κατηγορούμενη, που σ' όλες τις ερωτήσεις που της είχαν υποβληθεί από την κα Περγαντή, απαντώντας υπέπιπτε συνεχώς σε αντιφάσεις δεν μπορούσε να φανεί ασυνεπής στην τελευταία ερώτηση που της υποβλήθηκε. Συγκεκριμένα, ερωτηθείσα εάν ανάμεσα σ' αυτούς που, όπως αναφέρει στην ανακριτική κατάθεσή της ήρθαν και έφεραν τα άδεια κουτιά για να βάλουν το λουβί μέσα, ήταν και ο κατηγορούμενος, απάντησε αρνητικά. «Όχι δεν ήταν αυτός που έφερε τα κουτιά. Ο γιός του.» ήταν η απάντησή της. Ισχυρίστηκε δηλαδή ακριβώς το αντίθετο με αυτό που αναφέρει στην κατάθεσή της, το περιεχόμενο της οποίας, κατά τ' άλλα υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Παρότι το θεωρώ αχρείαστο, εντούτοις θα αναφερθώ και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη. Ειδικότερα: Την ημέρα που τη συνέλαβε η Αστυνομία, οι γιοι του κατηγορούμενου, της είπαν να πάει στο χωράφι. Ερωτηθείσα εάν για το θέμα της δουλειάς και την παρουσία της εκεί στο χωράφι που τη βρήκε η Αστυνομία μίλησε με κάποιο άλλο, εκτός από την άλλη κοπέλα από το Βιετνάμ που είχε προβεί στη σχετική διευθέτηση - όπως αναφέρει στην ανακριτική κατάθεσή της - απάντησε αρνητικά. Φυσικά, λίγο αργότερα ισχυρίστηκε πως, το τι διαλάμβανε η διευθέτηση που είχε κάνει η άλλη κοπέλα, τα επανέλαβε και όταν είχαν μπει μέσα στο αυτοκίνητο με το οποίο ο γιος του κατηγορούμενου θα τις μετέφερε στο χωράφι, ο οποίος, τους είπε να μην ανησυχούν και θα τους πληρώσουν το ποσό των €30,00 που είχε διευθετήσει και συμφωνήσει μαζί του η άλλη κοπέλα για την αμοιβή τους. Άξιος αναφοράς είναι και ο ισχυρισμός της, πως όταν έφθασαν στο χωράφι με τις κολοκύθες ήταν εκεί και ο κατηγορούμενος, ακολούθως μεταφέρθηκαν στο χωράφι με το λουβί και μετά δεν ξέρει που πήγε ο γιος του κατηγορούμενου. Ο ισχυρισμός της ότι στο χωράφι με το λουβί, τις οδήγησε η σύζυγος του κατηγορούμενου, από το χωράφι με τις κολοκύθες αποτελεί ασφαλώς νέα εκδοχή και την ίδια ώρα αναδεικνύει ακόμη μια κραυγαλέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ παρά μόνο να πως τούτο∙ η περίπτωση της κατηγορούμενης, στη μαρτυρία της οποίας η κατηγορούσα αρχή, κατά κύριο λόγο επενδύει για σκοπούς στοιχειοθέτησης των δυο κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα μαρτυρίας, τόσο αντινομικής και στερούμενης πειστικότητας, σε βαθμό που, πραγματικά, κανένα λογικό Δικαστήριο, θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου η εισήγηση της υπεράσπισης επιτυγχάνει. Η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις δυο κατηγορίες που του προσάπτει. Ακολουθεί ότι αυτός αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.
  3. - εκ πρώτης όψεως υπόθεση -. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.