← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Christopher Ngune, Aρ. Υπόθεσης 9797/15, 3/12/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Christopher Ngune, Aρ. Υπόθεσης 9797/15, 3/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B135 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης 9797/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Christopher Ngune Ημερομηνία: 3.12.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (για να ακούσει την ποινή ο κ Σ. Συμεού) Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στις κατηγορίες της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία), της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2 και 12

(1),
(5)του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία) και της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (τρίτη κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Τα γεγονότα όπως αυτά εκτέθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής είναι καταγραμμένα στα πρακτικά και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο. Τα έχω κατά νου και δεν προτίθεμαι να τα παραθέσω. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής ο Κατηγορούμενος εξέφρασε την απολογία του για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Επίσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάσθηκε γι' αυτόν κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 27 ετών και άγαμος. Κατάγεται από το Κόγκο και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Έχασε τους γονείς του εδώ και πολλά χρόνια και έχει τρία αδέλφια με τους οποίους διατηρεί καλές σχέσεις. Είναι απόφοιτος Δημοτικού. Από νεαρή ηλικία άρχισε να εργάζεται ως μικροπωλητής με χαμηλά εισοδήματα και να καλύπτει μόνο τις βασικές του ανάγκες. Πριν την σύλληψή του φιλοξενείτο από γνωστό του πρόσωπο. Δεν διαθέτει περιουσία, κινητή ή ακίνητη. Δεν έχει χρέη αλλά ούτε και αποταμιεύσεις. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω τα υπό τιμωρία αδικήματα κρίνονται σοβαρά. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 2 ετών ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.500,00 σεντ ή και τις δύο αυτές ποινές, ενώ τα αδικήματα της δεύτερης και τρίτης κατηγορίας με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.000,00 σεντ ή και τις δύο αυτές ποινές. Αδικήματα όπως αυτά της παράνομης εισόδου και της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας διαπράττονται με ολοένα και αυξανόμενη συχνότητα στον τόπο μας σε βαθμό που δικαίως να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται σε έξαρση. Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη των αδικημάτων αυτών με όλες τις σοβαρές συνέπειες που συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και την οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αντιμετώπιση του με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (Βλ. Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421). Στην υπόθεση Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ, που πιο πάνω μνημονεύεται, τονίσθηκε η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την σελίδα 429 της απόφασης στην πιο πάνω υπόθεση: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσης αλλά και αδικήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα». Στην υπόθεση Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231 λέχθηκε ότι η περιφρούρηση της κυπριακής επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Θα πρέπει δε να γίνει καθολικά σεβαστό ότι στην περίπτωση της Κύπρου συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Στην υπόθεση Mohamed Said Mohamed El Feky και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166 οι εφεσείοντες, οι οποίοι ήταν φτωχοί άνθρωποι, έφθασαν με μικρό σκάφος από την Αίγυπτο που τους αποβίβασε σε ερημική ακτή της περιοχής Κιτίου με την προσδοκία ανεύρεσης εύκολης απασχόλησης στην Κύπρο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε σε αυτούς ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση η οποία στρεφόταν εναντίον της ποινής σαν έκδηλα υπερβολικής. Σύμφωνα με το Εφετείο εν' όψει του μεγέθους του προβλήματος καθοριστικός παράγοντας θα πρέπει να είναι η αποτροπή και η ως εξ' αυτής προκύπτουσα ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών. Η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος για να πετύχει είσοδο εντός της Δημοκρατίας εισήλθε από μη εγκεκριμένο λιμάνι και για να φύγει από την Δημοκρατία, αυτή την φορά, από εγκεκριμένο λιμάνι παρουσίασε Σουηδικό δελτίο ταυτότητας άλλου προσώπου, είναι καταδικαστέα και δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Η είσοδος και η παραμονή αλλοδαπών στην Δημοκρατία θα πρέπει να ασκούνται μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου καταδεικνύει περιφρόνηση προς τον νόμο και τις αρχές του κράτους. Τέτοιες συμπεριφορές πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά από τα Δικαστήρια για σκοπούς αποτροπής όχι μόνο για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο αλλά και για άλλους επίδοξους παραβάτες. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως, χαρακτηριστικά, λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, την συνεργασία του με την Αστυνομία, τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και το μικρό χρονικό διάστημα που διήρκησε η παράνομη παραμονή του στην Δημοκρατία. Τα πιο πάνω ελαφρυντικά δεν είναι τέτοιας φύσης που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν και θα αρχίζουν από τις 10.11.15 ημερομηνία από την οποία ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσης υπόθεσης. Το Σουηδικό δελτίο ταυτότητας να παραδοθεί στον νόμιμο δικαιούχο. Σε περίπτωση που ο νόμιμος δικαιούχος δεν ανευρίσκεται να κατακρατηθεί από την Αστυνομία. Τα υπόλοιπα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Πλαστοπροσωπία, παράνομη είσοδος και παράνομη παραμονή Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.