← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέας Γεωργίου κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 6181/12, 11/12/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέας Γεωργίου κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 6181/12, 11/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B138 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 6181/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -

  1. Ανδρέας Γεωργίου
  2. Κωνσταντίνος Μακρής Ημερομηνία: 11.12.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Αλεξάνδρου (για να ακούσει απόφαση η κα Λ. Λεμονάρη) Κατηγορούμενος 2: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος 2, από τώρα και στο εξής «ο Κατηγορούμενος», αρχικά αντιμετώπιζε τις κατηγορίες της κατοχής και της φόνευσης είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος κατά παράβαση των άρθρων 2 και 28, Παράρτημα V του Περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου, Ν. 152(Ι)/2003, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος», κατηγορίες 3 και 4 αντίστοιχα. Συγκεκριμένα κατηγορείτο επί το ότι στις 30.9.11 στην Πάφο κατείχε 27 αμπελοπούλια χωρίς να είναι κάτοχος ειδικής άδειας που εκδίδεται από τον Υπουργό Εσωτερικών (τρίτη κατηγορία) και ότι την ίδια ημέρα τα φόνευσε (τέταρτη κατηγορία). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας και κατόπιν εισήγησης από την Υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας το Δικαστήριο αθώωσε τον Κατηγορούμενο στην εν λόγω κατηγορία. Για τους λόγους δε που επεξηγούνται σε ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 3.11.15 το Δικαστήριο αθώωσε τον Κατηγορούμενο και στην τρίτη κατηγορία. Ακολούθως με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 10.11.15 το Δικαστήριο προέβη αυτεπάγγελτα σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου διά της προσθήκης νέας κατηγορίας. Με την νέα κατηγορία - πέμπτη - ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κατοχής άγριων πτηνών των οποίων απαγορεύεται η θήρα και η σύλληψη κατά παράβαση των άρθρων 2, 8

(1),
(2)(ε),
(3), 26, 88, 100 και Παράρτημα VI (XLVII) του Νόμου. Σύμφωνα με την πέμπτη κατηγορία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί το ότι στις 30.9.11 είχε στην κατοχή του 27 αμπελοπούλια των οποίων η θήρα και η σύλληψη απαγορεύεται. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στην εναντίον του κατηγορία οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Κλήθηκε, έτσι, και έδωσε μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή ο πρώην Κατηγορούμενος 1, Αντώνης Γεωργίου. Η Υπεράσπιση δεν κάλεσε μάρτυρες, ο δε Κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν από κοινού και σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια τα πιο κάτω έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του εκτός από τα σημεία εκείνα που υποδείχθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους: · Γραπτή κατάθεση του Α/Αστ 1760, Π. Πελοπίδα, ημερομηνίας 30.10.11 - Τεκμήριο 1 · Γραπτή κατάθεση του Αστ 50, Ι. Αγαθοκλέους, ημερομηνίας 30.10.11 - Τεκμήριο 2 · Γραπτή κατάθεση του Αστ 1525, Γ. Μαννούρη, ημερομηνίας 16.12.11 - Τεκμήριο 3 · Γραπτή κατάθεση του Αστ 2411, Κ. Τιττώνη, ημερομηνίας 1.11.11 - Τεκμήριο 4 · Γραπτή κατάθεση του Χαράλαμπου Χ΄΄Στυλλή ημερομηνίας 5.10.11 - Τεκμήριο 5 · Επιστολή του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ημερομηνίας 5.10.11 υπογραφείσα από την Ελένη Σάββα, Κτηνιατρικό Λειτουργό - Τεκμήριο
  1. Δηλώθηκαν, επίσης, ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: · Τα αμπελοπούλια που αναφέρονται στο Τεκμήριο 6 είναι τα επίδικα · Τα τεκμήρια της υπόθεσης διακινήθηκαν νομότυπα. Κατατέθηκαν, επίσης, από κοινού η γραπτή κατηγορία που αφορά στον Κατηγορούμενο - Τεκμήριο 7 - και η γραπτή κατηγορία που αφορά στον πρώην Κατηγορούμενο 1 - Τεκμήριο
  2. Αναφορικά με το τελευταίο τεκμήριο δηλώθηκε από κοινού ότι αυτό είναι παραδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του στην έκταση και τον βαθμό που αυτό συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα που έγιναν μέσω των Τεκμηρίων 1-
  3. Τέλος, κατατέθηκε από κοινού η γραπτή κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 30.9.11 ως η κατάθεση και μόνο που λήφθηκε από τον τελευταίο - Τεκμήριο
  4. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τον μοναδικό μάρτυρα που κατέθεσε για την Κατηγορούσα Αρχή, ήτοι τον πρώην Κατηγορούμενο 1, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτός απάντησε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι ο μάρτυρας Κατηγορίας θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος για διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς είναι γιατί στην γραπτή του κατάθεση, η οποία και κατατέθηκε από τον εν λόγω μάρτυρα στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του - Τεκμήριο 10 - ο μάρτυρας δεν δίστασε ψευδώς αρχικά να αναφέρει ότι τα αντικείμενα που αποτελούν το αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας και που βρέθηκαν εντός του οχήματος του οποίου επέβαινε κατόπιν έρευνας από την Αστυνομία αφότου αυτό ανακόπηκε τα είχε ουσιαστικά κλέψει για να τα παραδώσει στον αδελφό του ο οποίος και του τα είχε ζητήσει για σκοπούς δικούς του. Όπως δε από την εν λόγω κατάθεση του μάρτυρα προκύπτει σε μεταγενέστερο στάδιο αυτής ο μάρτυρας αναίρεσε τον πιο πάνω ισχυρισμό για να υποστηρίξει ως τελική του θέση ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε και ότι τα αντικείμενα εκείνα ο μάρτυρας τα είχε κλέψει για δικούς του σκοπούς και για δική του χρήση και όχι προς όφελος και κατά παράκληση του αδελφού του. Ήταν περαιτέρω η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Υπεράσπισης ότι αφ' ης στιγμής ο μάρτυρας στην κατάθεση που του λήφθηκε γραπτώς από την Αστυνομία δεν δίστασε να προβεί σε ψευδή ισχυρισμό αναφορικά με τα εν λόγω αντικείμενα τα οποία, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, αποτελούν το αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας, την οποία ο μάρτυρας σε προγενέστερο στάδιο είχε παραδεχθεί και για την οποία καταδικάσθηκε, δεν θα πρέπει να γίνει πιστευτή η εν γένει θέση του η οποία άπτεται της υπό εκδίκαση κατηγορίας ότι τα αμπελοπούλια που βρέθηκαν εντός του προαναφερόμενου οχήματος κατά τον έλεγχο που διενήργησε η Αστυνομία του τα είχε δώσει ο Κατηγορούμενος - ισχυρισμός ο οποίος, επίσης, προβάλλεται από τον μάρτυρα στην γραπτή του κατάθεση - έστω και αν σε μεταγενέστερο στάδιο στην γραπτή του κατάθεση τον ισχυρισμό περί του αδελφού του ο μάρτυρας τον αναίρεσε. Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης θεωρώ ότι στην πιο πάνω εισήγηση εμφιλοχωρεί σφάλμα. Καθότι η εισήγηση θέλει ούτε λίγο ούτε πολύ όπως η αξιολόγηση της διά ζώσης μαρτυρίας του μάρτυρα εξαρτηθεί από ό,τι αναδύεται ως επιλήψιμο σύμφωνα με την Υπεράσπιση από την γραπτή του κατάθεση και όπως το επιλήψιμο τούτο συμπαρασύρει την εν λόγω αξιολόγηση δίχως άλλο. Δεν διαπιστώνω σφάλμα στην προσέγγιση της Υπεράσπισης ότι για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν αναδύεται υποψία ως προς το αληθές του ισχυρισμού που ο μάρτυρας πρόβαλε στην γραπτή του κατάθεση περί παράδοσης σε αυτόν των επίδικων αμπελοπουλιών από τον Κατηγορούμενο. Ορθά κρίνω ότι αφ' ης στιγμής ο μάρτυρας δεν δίστασε αρχικά να προβάλει ένα ψευδή ισχυρισμό έστω αναφορικά με κάποιο γεγονός το οποίο δεν σχετίζεται με την υπό εκδίκαση κατηγορία δικαιολογημένα αιωρείται και μια υποψία σε σχέση με τον ισχυρισμό που πρόβαλε για τα επίδικα πτηνά. Η υποψία, όμως, αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί μέσα στο όλο πλέγμα της μαρτυρίας του μάρτυρα και δη στην βάση της διά ζώσης μαρτυρίας του και όχι η αξιολόγηση της διά ζώσης μαρτυρίας του να εξαρτηθεί από την υποψία που αναδύεται μέσα από την γραπτή του κατάθεση. Η οποία είναι απλά και μόνο μια υποψία. Αφ' ης στιγμής συν τοις άλλοις η προβληθείσα στην γραπτή κατάθεση του μάρτυρα εκδοχή του ως προς τα επίδικα γεγονότα συνάδει με την εκδοχή που ο μάρτυρας πρόβαλε διά ζώσης και δεν είναι διάφορη από αυτή. Συναφώς η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι η περίπτωση που άλλα προβάλει ένας μάρτυρας στην γραπτή του κατάθεση και άλλα στην διά ζώσης μαρτυρία του. Οπότε και το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του μάρτυρα δύναται να αποτελέσει γνώμονα για την αξιολόγηση της διά ζώσης μαρτυρίας του. Στην υπό εξέταση περίπτωση οι δύο εκδοχές συνάδουν. Ό,τι λοιπόν θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι αν στην βάση της διά ζώσης μαρτυρίας του μάρτυρα η υποψία που προκύπτει από την γραπτή του κατάθεση δύναται να εξαλειφθεί ή αν εξακολουθεί να υφίσταται. Ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Η μαρτυρία του ήταν θετική. Ήταν, επίσης, σταθερός στην μαρτυρία του και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Ήταν ακόμα αυθόρμητος και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις του. Κάποια δε σημεία που κατά την Υπεράσπιση είναι επιλήψιμα δεν κρίνω ότι είναι ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία του ή να μολύνουν την μαρτυρία του. Αυτά είναι τα ακόλουθα: ο μάρτυρας είχε κίνητρο να εμπλέξει τον Κατηγορούμενο στο υπό εκδίκαση αδίκημα για τον λόγο ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας σε πειθαρχική υπόθεση που σχηματίσθηκε εναντίον του μάρτυρα αναφορικά με υπόθεση κλοπής περιουσία του εργοδότη του μάρτυρα ο μάρτυρας δεν διερωτήθηκε να μάθει από τον Κατηγορούμενο τι είδος πουλιά του είχε παραδώσει ο Κατηγορούμενος κατά την επίδικη ημερομηνία, πράγμα που κλονίζει σύμφωνα με την Υπεράσπιση την εν γένει εκδοχή του περί παράδοσης των επίδικων αμπελοπουλιών από τον Κατηγορούμενο στον μάρτυρα ο μάρτυρας αν και ρωτήθηκε από την Αστυνομία δεν έδωσε τα ονόματα των προσώπων εκείνων που κάθονταν πλησίον του και έπαιρναν το μεσημεριανό τους γεύμα μαζί με τον μάρτυρα κατά τον χρόνο που ο Κατηγορούμενος κατ' ισχυρισμό του μάρτυρα έδωσε τα αμπελοπούλια στον τελευταίο, πράγμα που, επίσης, κλονίζει σύμφωνα με την Υπεράσπιση την εν γένει εκδοχή του μάρτυρα περί παράδοσης σε αυτόν των επίδικων αμπελοπουλιών από τον Κατηγορούμενο. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ο λόγος που ο μάρτυρας δεν είχε δώσει ονόματα στην Αστυνομία ήταν για να μην ανακαλυφθεί η αναλήθεια της εν γένει εκδοχής του σε περίπτωση που η Αστυνομία προσέγγιζε τα εν λόγω πρόσωπα και τα ανέκρινε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης ο μάρτυρας δεν κατονόμασε ευθύς στον αστυνομικό που ανέκοψε το όχημα του οποίου επέβαινε τον Κατηγορούμενο. Κατά το στάδιο εκείνο ο μάρτυρας έκανε αναφορά μόνο σε συνάδελφο του, είναι δε σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα κατά την λήψη της κατάθεσης του που κατονόμασε τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση αυτό καταδεικνύει εκ των υστέρων σκέψη του μάρτυρα. Κρίνω πως τίποτα από τα πιο πάνω δεν είναι ικανό να κλονίσει την καλή εντύπωση που σχημάτισα για τον μάρτυρα ως μάρτυρα της αλήθειας. Σε σχέση με το πρώτο αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο βασικός και μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας στην εναντίον του πειθαρχική υπόθεση. Υποστήριξε, επίσης, ότι δεν γνώριζε καν ότι ο Κατηγορούμενος ήταν μάρτυρας κατηγορίας στην πιο πάνω διαδικασία. Αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος παρευρέθηκε στην πειθαρχική διαδικασία και ότι κατέθεσε εναντίον του. Συναφώς υποστήριξε ότι για το πότε θα διεξαγόταν η διαδικασία ειδοποιήθηκε με επιστολή η οποία, όμως, δεν τον ενημέρωνε για το ποιοι ήταν οι μάρτυρες κατηγορίας. Κατά την ημέρα δε που η υπόθεση ήταν ορισμένη κανένας μάρτυρας κατηγορίας δεν παρίστατο. Ούτε και χρειάσθηκε να καταθέσει οποιοσδήποτε μάρτυρας αφού ο μάρτυρας παραδέχθηκε ευθύς εξ' αρχής ενοχή ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΑΗΚ. Η Υπεράσπιση δεν παρουσίασε μαρτυρία που να διαψεύδει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του μάρτυρα. Περιορίσθηκε μόνο σε αμφισβήτηση των πιο πάνω ισχυρισμών του μάρτυρα και σε υποβολές οι οποίες παρέμειναν γενικόλογες και ατεκμηρίωτες. Ο μάρτυρας υποστήριξε, επίσης, τους ακόλουθους ισχυρισμούς οι οποίοι, αν και αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, και πάλι δεν αντικρούστηκαν από οποιαδήποτε μαρτυρία. Ισχυρισμοί οι οποίοι ενισχύουν την θέση του μάρτυρα ότι δεν γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν μάρτυρας εναντίον του στην πειθαρχική διαδικασία. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας υποστήριξε ότι οι συναδελφικές του σχέσεις με τον Κατηγορούμενο κατά τα χρόνια που εργάσθηκε στην Πάφο ήταν άριστες. Ανέπτυξαν, μάλιστα, και οικογενειακή φιλία. Έκαναν ο ένας επισκέψεις του άλλου κατ' οίκον και επιπλέον ο μάρτυρας βοηθούσε τον Κατηγορούμενο στον τρύγο. Υποστήριξε, επίσης, ότι το αδίκημα της κλοπής διαπράχθηκε μέσα στο έτος 1997, ήτοι 14 χρόνια πριν το επίδικο αδίκημα, και ότι αυτό ανακαλύφθηκε από τον τότε αρχιεπιστάτη, ο οποίος βρήκε τον υπό του μάρτυρα κλαπέντα χαλκό εντός του αυτοκινήτου της Υπηρεσίας που χρησιμοποιούσε ο μάρτυρας χωρίς μέσα από την μαρτυρία του μάρτυρα να αναδύεται οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο αρχιεπιστάτης ενήργησε όπως ενήργησε στην βάση πληροφορίας ή πληροφορίας που έλαβε από τον Κατηγορούμενο. Ακολούθησε επιστολή του αρχιεπιστάτη στον Περιφερειακό Διευθυντή Πάφου ο οποίος προώθησε το θέμα στον Γενικό Διευθυντή της ΑΗΚ. Ο χαλκός βρισκόταν από καιρό εντός του εν λόγω αυτοκινήτου. Ως προϊστάμενος που ήταν ο μάρτυρας δικαιούνταν να έχει υλικά τα οποία χρησιμοποιούσε σε περιπτώσεις έλλειψης. Πάντοτε μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχαν «περισσεύματα». Πριν τοποθετηθεί εντός του αυτοκινήτου ο χαλκός είχε παρθεί από την κεντρική αποθήκη με έκδοση σχετικού εγγράφου με το οποίο ο μάρτυρας τον είχε χρεωθεί. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα κρίνονται πειστικοί και κανένας από αυτούς, είτε από μόνος του, είτε σωρευτικά ιδωμένος με τους υπόλοιπους, δεν δίδουν λαβή για εξαγωγή συμπεράσματος περί αναξιοπιστίας του μάρτυρα. Ούτε το ότι ο μάρτυρας δεν ρώτησε τον Κατηγορούμενο τι είδος πουλιά του παρέδωσε κατά την επίδικη ημερομηνία ο Κατηγορούμενος είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Άλλωστε, ο μάρτυρας δεν είχε κανένα λόγο να αποκρύψει από το Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος του είχε αναφέρει το είδος των πουλιών που του παρέδιδε, αν αυτό ήταν η αλήθεια, αφ' ης στιγμής συν τοις άλλοις ο ίδιος παραδέχθηκε ενώπιον Δικαστηρίου την κατοχή των αμπελοπουλιών και για το αδίκημα αυτό καταδικάσθηκε. Εξήγησε δε περαιτέρω ότι ο λόγος που στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος του είχε παραδώσει αμπελοπούλια δεν ήταν γιατί εξ' αρχής γνώριζε το είδος των πουλιών που του δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο, αλλά γιατί το είδος των παραδοθέντων σε αυτόν πουλιών είχε πλέον διαφανεί από το άνοιγμα της τσάντας από την Αστυνομία που ακολούθησε την ανακοπή του οχήματος του οποίου επέβαινε και το οποίο προηγήθηκε της λήψης της γραπτής του κατάθεσης. Κατά την παράδοση δε ο ίδιος δεν είχε ανοίξει το σακούλι για να διαπιστώσει το περιεχόμενό του. Οι υπό του μάρτυρα πιο πάνω δοθείσες εξηγήσεις κρίνονται πειστικές. Δέχομαι επομένως ότι παραδίδοντας τα πτηνά στον μάρτυρα ο Κατηγορούμενος δεν είχε αναφέρει στον μάρτυρα ότι αυτά ήταν αμπελοπούλια. Ό,τι μόνο του ανέφερε ήταν ότι του παρέδιδε πουλιά. Πειστική ήταν και η δικαιολογία που ο μάρτυρας έδωσε αναφορικά με το τρίτο σημείο που σύμφωνα με την Υπεράσπιση είναι επιλήψιμο. Ο λόγος που ο μάρτυρας δεν ανέφερε τα ονόματα των προσώπων που είδαν τον Κατηγορούμενο να παραδίδει στον μάρτυρα την τσάντα με τα πτηνά ήταν γιατί δεν ήθελε να τους «μπλέξει» καθότι ο Κατηγορούμενος με την μετάθεση του μάρτυρα στην Λεμεσό και συγκεκριμένα από τις 2.10.11 θα ήταν ο επόμενος τους προϊστάμενος. Η προηγούμενη ήταν δημόσια αργία. Προϊστάμενος τους όπως και του Κατηγορούμενου ήταν μέχρι την 30.9.11 ο μάρτυρας. Αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης το βάσιμο του ισχυρισμού του μάρτυρα περί «εμπλοκής» των συναδέλφων του. Με τον ευπαίδευτο συνήγορο να ισχυρίζεται ότι εμπλοκή σημαίνει συμμετοχή σε αδίκημα. Το πνεύμα με το οποίο ο πιο πάνω ισχυρισμός διατυπώθηκε από τον μάρτυρα δεν είναι αυτό που ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης προσπάθησε να μεταδώσει στο Δικαστήριο. Επί του προκειμένου ορθό κρίνω πως είναι το σχόλιο του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Και συγκεκριμένα ότι ο μάρτυρας ήθελε να αποφύγει το ενδεχόμενο όπως οι συνάδελφοι του και μελλοντικοί υφιστάμενοι του Κατηγορούμενου τύχουν κακής μεταχείρισης από τον Κατηγορούμενο στο άκουσμα ότι υπήρχαν πρόσωπα που θα μπορούσαν να δώσουν κατάθεση εναντίον του. Η υπό του μάρτυρα δοθείσα δικαιολογία κρίνεται πειστική. Αντέχει στη βάσανο της λογικής αφού συν τοις άλλοις είναι συμβατή με την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία. Ούτε και το τελευταίο σημείο είναι ικανό υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε προς την κατεύθυνση ότι ο μάρτυρας ρωτήθηκε στην σκηνή από τον αστυνομικό που τον ανέκοψε να πει ποιος ήταν ο συνάδελφός του που του είχε δώσει τα πτηνά. Και ότι ο μάρτυρας δεν είπε ή αρνήθηκε να πει. Συναφώς ο μάρτυρας δεν ρωτήθηκε από την Υπεράσπιση επί του προκειμένου. Χώρια που θεωρώ ότι στην σκηνή δεν αναμένετο από τον μάρτυρα να δώσει λεπτομέρειες του ισχυρισμού του. Τέλος δεν μου διαφεύγει η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην γραπτή κατάθεση του μάρτυρα και την διά ζώσης μαρτυρία του αναφορικά με το τι ακριβώς είπε στον μάρτυρα ο Κατηγορούμενος όταν του παρέδιδε τα πουλιά. Στην γραπτή του κατάθεση ο μάρτυρας αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος παραδίδοντάς του τα πουλιά του είπε να τα πάρει να τα φάει μαζί με τον πατέρα του. Στην διά ζώσης μαρτυρία του ότι του είπε να τα πάρει ως δώρο του πατέρα του «να πιει καμιά πιννιά», όπως ενδεικτικά ανέφερε. Η αντίφαση είναι μικρή και επουσιώδης και ως τέτοια δεν είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Συν τοις άλλοις από την ημέρα που λήφθηκε η γραπτή κατάθεση του μάρτυρα μέχρι την ημέρα της κατάθεσής του στο Δικαστήριο παρήλθαν σχεδόν 4 χρόνια. Η πάροδος τόσο μεγάλου χρόνου δικαιολογεί την πιο πάνω μικρή διαφορά. Και ο μάρτυρας τον χρόνο που παρήλθε επικαλέσθηκε για να την δικαιολογήσει. Προδήλως, και αν και ο μάρτυρας υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση πριν αυτή κατατεθεί ως τεκμήριο αγνόησε τον επί του προκειμένου ισχυρισμό που σε αυτήν προβάλλεται. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο μάρτυρας είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η εισήγηση δε του ευπαίδευτου συνηγόρου της Υπεράσπισης ότι η μαρτυρία του θα πρέπει να αντικρισθεί με ιδιαίτερη επιφύλαξη λόγω του ότι είναι συναυτουργός και ότι για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να προειδοποιήσει τον εαυτό του ότι παρόλο που μπορεί να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο στην βάση της μαρτυρίας του είναι επικίνδυνο έτσι να πράξει στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας δεν με βρίσκει σύμφωνο. Δεν κρίνω πως ο μάρτυρας είναι συνένοχος (accomplice) ή συναυτουργός. Σύμφωνα με την Αγγλική υπόθεση Davies v. DPP
(1954)AC 378 τρεις είναι οι τάξεις προσώπων που θεωρούνται συνένοχοι όταν καταθέτουν ως μάρτυρες κατηγορίας: (α) οι συμμέτοχοι στο έγκλημα ή άλλως συναυτουργοί, (β) οι κλεπταποδόχοι στην περίπτωση των κλεφτών από τους οποίους έλαβαν τα κλοπιμαία και (γ) οι συμμέτοχοι σε άλλο έγκλημα το οποίο διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο για το οποίο η μαρτυρία τους είναι αποδεκτή δυνάμει των κανόνων που διέπουν την μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων (similar fact evidence). Ο μάρτυρας δεν εμπίπτει σε καμία από τις πιο πάνω περιπτώσεις. Η κατοχή η οποία με το κατηγορητήριο καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο είναι διάφορη από την κατοχή που καταλογίζεται στον μάρτυρα και, μάλιστα, σε βαθμό ώστε αυτές να αποτελούν δύο ξεχωριστά αδικήματα. Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για κατοχή των αμπελοπουλιών μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο που παραδίδοντας τα στον μάρτυρα την μεταβίβασε στον τελευταίο και ο μάρτυρας για κατοχή από το χρονικό εκείνο σημείο και πέρα μέχρι την ανακοπή του από την Αστυνομία. Ο μάρτυρας και ο Κατηγορούμενος δεν κατηγορούνται για κατοχή των επίδικων αμπελοπουλιών κατά τον ίδιο χρόνο και από κοινού. Ώστε να θεωρούνται συμμέτοχοι στο ίδιο έγκλημα. Συναφώς η παράδοση των αμπελοπουλιών στον μάρτυρα δεν ήταν για σκοπούς φύλαξης ώστε να μπορούν και οι δύο να θεωρούνται κάτοχοι. Με τον μάρτυρα να έχει την πραγματική κατοχή (actual possession) και τον Κατηγορούμενο να διατηρεί τον φυσικό έλεγχο. Τουναντίον, η παράδοση των αμπελοπουλιών στον μάρτυρα σηματοδοτούσε τον τερματισμό της δικής του κατοχής και την έναρξη της κατοχής του μάρτυρα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η μαρτυρία του μάρτυρα είναι αποδεκτή στην ολότητά της περιλαμβανομένης και της γραπτής του κατάθεσης. Οι ισχυρισμοί του δε οι οποίοι προβλήθηκαν μέσω αυτής καθώς και τα παραδεκτά γεγονότα αποτελούν ευρήματά μου. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος έδωσε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου υιοθετώντας ουσιαστικά το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης - Τεκμήριο 9. Η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Βλ. Ονησιφόρου ν. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Μπορεί, όμως, από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στην θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση - όπως και η σιωπή - σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (Βλ. Μαυρίκιου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 359). Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση». Με την ανώμοτη του δήλωση ο Κατηγορούμενος έδωσε μια εκδοχή διαφορετική από αυτή που δόθηκε από τον μάρτυρα κατηγορίας. Υπέδειξε ότι δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση και ότι ο λόγος που ο μάρτυρας κατηγορίας τον κατηγόρησε είναι καθαρά εκδικητικός γιατί ήταν μάρτυρας σε υπόθεση κλοπής χαλκού από την ΑΗΚ. Εν' όψει της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκε και αφ' ης στιγμής η μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας κρίθηκε αξιόπιστη καμία βαρύτητα δεν θα δώσω στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης αποτελούν, μεταξύ άλλων, ευρήματά μου ότι ο Κατηγορούμενος μετά το μεσημέρι της 30.9.11 συνάντησε τον μάρτυρα κατηγορίας στην καντίνα του χώρου εργασίας τους και του παρέδωσε ένα σακούλι που περιείχε 27 αμπελοπούλια. Παραδίδοντας στον μάρτυρα κατηγορίας το εν λόγω σακούλι ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον μάρτυρα ότι του παρέδιδε πουλιά. Το άρθρο 8 του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 9 και 12, ο υπουργός λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο με σκοπό τη θέσπιση ενός γενικού καθεστώτος προστασίας όλων των ειδών άγριων πτηνών.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), απαγορεύεται: (α) Η εκ προθέσεως θανάτωση και/ή σύλληψη άγριων πτηνών με οποιοδήποτε τρόπο· (β) η εκ προθέσεως καταστροφή και/ή βλάβη των φωλιών και/ή των αυγών και/ή η αφαίρεση φωλιών άγριων πτηνών· (γ) η εκ προθέσεως ενόχληση άγριων πτηνών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αναπαραγωγής και κατά την περίοδο εξάρτησης των νεοσσών από τους γονείς· (δ) η συλλογή των αυγών άγριων πτηνών στη φύση και η κατοχή τους, έστω και κενών· (ε) η κατοχή άγριων πτηνών, των οποίων απαγορεύεται η θήρα και η σύλληψη.
(3)Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)είναι ένοχο αδικήματος». Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου: «"προστατευόμενο" σημαίνει το είδος της άγριας πανίδας του οποίου απαγορεύεται η πυροβόληση, φόνευση, σύλληψη, καταδίωξη, κατοχή, πώληση ή έκθεση προς πώληση και καθορίζεται στο Παράρτημα VI». Σύμφωνα με το Παράρτημα VI του Νόμου το αμπελοπούλι ή άλλως σταφιδοτσιροβάκος (sylvia atricapilla) ανήκει στην κατηγορία των Σιλβιίδων και είναι προστατευόμενο πτηνό. Απομένει να αποφασισθεί αν ο Κατηγορούμενος είχε κατοχή των επίδικων αμπελοπουλιών. Αναμφίβολα ο Κατηγορούμενος είχε πραγματική κατοχή των επίδικων αμπελοπουλιών αφ' ης στιγμής τα παρέδωσε στον μάρτυρα. Εκείνο δε που κρίνω πως για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να αποφασισθεί είναι αν στην υπό εξέταση περίπτωση για να μπορεί να στοιχειοθετηθεί η κατοχή αυτή πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση περί της φύσης του αντικειμένου που κατέχεται. Και αυτό το αναφέρω για τον λόγο ότι δεν παρουσιάσθηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή προς την κατεύθυνση ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα πτηνά που κατείχε και παρέδωσε στον μάρτυρα κατηγορίας ήταν αμπελοπούλια. Συναφώς και σύμφωνα με την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ο Κατηγορούμενος παραδίδοντας στον μάρτυρα τα αμπελοπούλια δεν του ανέφερε ότι του παρέδιδε αμπελοπούλια παρά μόνο πουλιά σύμφωνα με τα ευρήματά μου. Σύμφωνα με αναγνωρισμένη Νομολογία η γνώση είναι απαραίτητο στοιχείο της κατοχής αναφορικά με αδικήματα που αφορούν, για παράδειγμα, σε ναρκωτικές ουσίες (Βλ. Κυριάκος Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 166 και Ulus Eminiyet ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 216) ή σε εκρηκτικές ύλες (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σπύρου Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71). Το απαύγασμα της Αγγλικής Νομολογίας η οποία υιοθετήθηκε από την Κυπριακή Νομολογία είναι ότι η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του. Δεν το κατέχει, όμως, με την νομική έννοια εκτός και αν γνωρίζει ότι το έχει. Θεωρώ, όμως, ότι αυτό δεν ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση. Και αυτό γιατί κατά την κρίση μου το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Το άρθρο 8 του Νόμου απαγορεύει ρητά και ξεκάθαρα την κατοχή άγριων πτηνών των οποίων απαγορεύεται η θήρα και η σύλληψη. Αρκεί, δηλαδή, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο η απλή απόδειξη της κατοχής για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Η δημιουργία αδικημάτων αυστηρής ευθύνης συνιστά παρέκκλιση από τις αρχές του κοινού δικαίου ως προς την αναγκαιότητα απόδειξης σε κάθε περίπτωση του συστατικού στοιχείου της εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) εκ μέρους του παραβάτη (Βλ. Hailis v. Police
(1982)2 CLR 99 και Sea Island & Tours Ltd. κ.α. ν. KOT
(1995)2 ΑΑΔ 196). Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω πως πρόθεση του Νομοθέτη ήταν η δημιουργία αδικήματος αυστηρής ευθύνης, ώστε να διασφαλισθούν οι σκοποί του Νόμου όπως αυτοί περιγράφονται στο άρθρο 3 του Νόμου και που είναι (α) η προστασία, διατήρηση, διαχείριση και εκμετάλλευση όλων των ειδών αγρίων πτηνών, (β) η προστασία, η διατήρηση ή προσαρμογή του πληθυσμού όλων των ειδών άγριων πτηνών σε ένα επίπεδο που να ανταποκρίνεται στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις, (γ) η προστασία της άγριας πανίδας, (δ) η διασφάλιση της διατήρησης ή αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, όπως αυτή ορίζεται στα εδάφια
(3)και
(4)του άρθρου 13 του Περί Προστασίας και Διαχείρισης της Φύσης και της Άγριας Ζωής Νόμου του 2003, των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος και (ε) η προστασία της βιοποικιλότητας και η ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας των οικοσυστημάτων, της άγριας χλωρίδας και πανίδας της Κύπρου καθώς και η πρόληψη μετάδοσης ασθενειών στην άγρια πανίδα. Ό,τι δε κατά την κρίση μου ξεχωρίζει το υπό εκδίκαση αδίκημα από άλλα, όπως αδικήματα που αφορούν σε κατοχή ναρκωτικών ουσιών ή εκρηκτικών υλών, και το καθιστά αυστηρής ευθύνης είναι ότι είναι εκ προοιμίου γνωστή στο πρόσωπο που έχει την κατοχή η φύση του αντικειμένου που κατέχεται. Το πρόσωπο που έχει την κατοχή πτηνών γνωρίζει ότι κατέχει πτηνά. Απομένει δε σε αυτόν να εξακριβώσει τι είδος πτηνά κατέχει ώστε να μην διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση του Νόμου. Η μη εξακρίβωση και κατά συνέπεια η ενδεχόμενη έλλειψη γνώσης περί της φύσης των πτηνών που κατέχονται δεν θα μπορούσε υπό τις πιο πάνω περιστάσεις να αποτελεί συστατικό στοιχείο του εγκλήματος υπό το φως και των σκοπών που ο Νομοθέτης με τον Νόμο είχε πρόθεση να διασφαλίσει. Οι σκοποί του Νόμου θα μπορούσαν να διασφαλισθούν μόνο αν το υπό εκδίκαση αδίκημα ήταν ρυθμιστικό (regulatory). Αδίκημα αυστηρής ευθύνης κρίθηκε στην υπόθεση Στέλιος Κιτρομηλίδης ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 162 ότι είναι και το αδίκημα της κατοχής απαγορευμένων μέσων θήρας κατά παράβαση του άρθρου 45
(1)και
(2)του Νόμου. Στην πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε ότι το πιο πάνω άρθρο δημιουργεί αδίκημα αυστηρής ευθύνης και δεν καθιστά την πρόθεση για κυνήγι αναγκαίο συστατικό του. Σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου αρκεί η απλή απόδειξη της κατοχής, εισαγωγής ή κατασκευής εκτός αν αποδειχθεί ότι υπάρχει ειδική άδεια από τον Υπουργό για εισαγωγή. Και αυτό για να διασφαλιστούν οι σκοποί του Νόμου όπως αυτοί περιγράφονται στο άρθρο 3. Δεν βλέπω να υπάρχει κάτι που σε αυτό το επίπεδο να διαφοροποιεί το πιο πάνω αδίκημα από το υπό εκδίκαση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην εναντίον του κατηγορία. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην πέμπτη κατηγορία. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Κατοχή άγριων πτηνών Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.