← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Wedy Dawson, Αρ.Υπόθεσης: 6176/13, 14/12/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Wedy Dawson, Αρ.Υπόθεσης: 6176/13, 14/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 6176/13 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- Wedy Dawson Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου, 2015 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για Κατηγορούμενη: κ. Κρ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 8 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη στις 8.2.2012, στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στην Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΤΕ 188 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες τον Αστ. 2970 Μ. Ματθαίου (Μ.Κ.1) και τον Κυριάκο Λεωνίδου (Μ.Κ.2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η κατηγορούμενη, αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ως μάρτυρες υπεράσπισης τον Anthony James Dawson (Μ.Υ.1) και τον Χριστόδουλο Χριστοδούλου (Μ.Υ.2). Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι ιδιοκτήτης του οχήματος Vauxhall Zafira, χρώματος μπλε και με αριθμό εγγραφής KTE 188 ηταν ο Μ.Υ.
  1. Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Σ' αυτήν αναφέρει ότι στις 8.2.2012 και περί ώρα 17.45 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβηκε την ίδια μέρα περί ώρα 17.15, στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στην Γεροσκήπου (στο εξής «η Λεωφόρος»). Ενεχόμενα οχήματα ήταν το όχημα με αρ. εγγραφής ΚJX 054 που οδηγούσε ο Μ.Κ.2 και το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΤΕ 188 που οδηγούσε η κατηγορούμενη. Τα ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση, ενώ οι οδηγοί τους είχαν μεταφερθεί στο Γ.Ν.Πάφου. Αφού έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις με την βοήθεια του Αστ. 2988, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) και ακολούθως συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 3). Με βάση τις τελικές θέσεις των οχημάτων κατέληξε στο «ορθό σημείο» σύγκρουσης που σημείωσε στο Τεκμήριο 2 με το γράμμα Χ. Με το γράμμα Χ1 σημείωσε το σημείο όπου το όχημα ΚJX 054 κτύπησε σε περιτοίχισμα οικίας και με το γράμμα Χ2 το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε η κατηγορούμενη όταν επισκέφθηκαν μαζί την σκηνή του δυστυχήματος. Στις 12.2.2012 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήρια 4Α και 4Β) και στις 20.2.2012 έλαβε κατάθεση από τον Μ.Κ.
  2. Τόσο ο Μ.Κ.2 όσο και η κατηγορούμενη υπέγραψαν ως ορθό το Τεκμήριο 2 αφού προηγουμένως τους το υπέδειξε και εξήγησε. Στις 20.9.12 πληροφόρησε την κατηγορούμενη ότι θα παρουσιαζόταν ενώπιον του Δικαστηρίου για την πρόκληση τροχαίου δυστυχήματος. Στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι η Λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης με μονή λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία διαχωρίζεται με συνεχόμενη άσπρη γραμμή, εκτός από το σημείο στην συμβολή της με την οδό Αγίας Σοφίας που είναι διακεκομμένη ώστε να επιτρέπεται η είσοδος σ΄ αυτήν. Σε σχέση με τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη οδηγούσε επί της Λεωφόρου με κατεύθυνση προς την Πάφο με πρόθεση να εισέλθει στην οδό Αγίας Σοφίας που βρισκόταν στα δεξιά σε σχέση με την πορεία της, ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε στην Λεωφόρο με κατεύθυνση προς Κολώνη, προς αντίθετη δηλαδή κατεύθυνση από αυτήν της κατηγορούμενης. Η ορατότητα σε σχέση με την πορεία του Μ.Κ.2 στο ύψος της συμβολής της Λεωφόρου με την οδό Αγίας Σοφίας ήταν γύρω στα 50 μέτρα ενώ για τα οχήματα που κινούνταν από την αντίθετη κατεύθυνση η ορατότητα ήταν περισσότερη. Αφού έλαβε υπόψη του τις τελικές θέσεις και τις ζημιές των οχημάτων κατέληξε ότι το σημείο Χ ηταν το «κατά προσέγγιση ορθό σημείο σύγκρουσης» και ότι η σύγκρουση έγινε υπό γωνία. Απέρριψε την εκδοχή της κατηγορούμενης ότι ο παραπονούμενος εισήλθε στην λωρίδα της ενώ αυτή ηταν σε αναμονή στο κέντρο του δρόμου. Τα σημεία Χ και Χ2 βρίσκονταν εντός της λωρίδας που κινείτο το όχημα του Μ.Κ.
  3. Οι ζημιές στο όχημα του Μ.Κ.2 ηταν στο μπροστινό του μέρος και της κατηγορούμενης κυρίως στο μπροστινό αριστερό μέρος. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην εμπειρία του στην εξέταση τροχαίων δυστυχημάτων και στην εκπαίδευση του. Στα πλαίσια διερεύνησης του δυστυχήματος έλαβε καταθέσεις από τον Μ.Κ.2 (Τεκμήριο 5), την Παρασκευή Σεργίου, μητέρα του Μ.Κ.2 (Τεκμήριο 6), τον συνοδηγό της κατηγορούμενης Clifford Cooper (Τεκμήρια 7Α και 7Β) και την επιβάτιδα του οχήματος της κατηγορούμενης Marion Cooper (Τεκμήρια 8Α και 8Β). Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην Λεωφόρο ηταν 50 χ.λ.μ και το πλάτος του δρόμου στο σημείο που επήλθε η σύγκρουση ήταν 7.50 μέτρα. Το σημείο Χ το τοποθέτησε στο Τεκμήριο 2 με βάση τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων, τις ζημιές και τις πορείες τους. Το ακριβές σημείο σύγκρουσης δεν μπορούσε να καθοριστεί γιατί δεν βρεθήκαν στην σκηνή ίχνη ή τεκμήρια. Τα εξαρτήματα, γυαλιά και άλλα συντρίμμια των οχημάτων που βρήκε στην σκηνή του δυστυχήματος, δεν τα σημείωσε στο Τεκμήριο 2 γιατί, όπως ανέφερε, δεν μπορούσαν να τον οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα για το ακριβές σημείο σύγκρουσης. Παρά το γεγονός ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή ένεκα των ζημιών στα οχήματα, δεν ήταν σε θέση να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα ούτε για την ταχύτητα που κινείτο το όχημα του Μ.Κ.2 ούτε κατά πόσο δικαιολογείτο η απόσταση των 10 μέτρων που διένυσε το όχημα της κατηγορούμενης από το σημείο σύγκρουσης μέχρι την τελική του θέση. Ενώ δέχθηκε ότι από λάθος σημείωσε ότι στο σημείο Ε του Τεκμηρίου 2 υπήρχε ασφάλτινη διαπλάτυνση αντί αυλάκι, απέρριψε την θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι στις φωτογραφίες, Τεκμήριο Β προς αναγνώριση, δεν υπήρχε στο σημείο Ε επί του Τεκμηρίου 3 αυλάκι βάθους μισό μέτρο. Αρνήθηκε ότι η κατηγορούμενη σημείωσε την ένδειξη «direction KTE 188» στο Τεκμήριο 2 και ότι μετά την υπογραφή του από την κατηγορούμενη, αυτός εν αγνοία της σημείωσε σε αυτό το γράμμα Χ
  4. Αρνήθηκε επίσης ότι οι ζημιές στο όχημα της κατηγορούμενης ήταν στο μπροστινό και κυρίως στο δεξιό μέρος του οχήματος της. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν το όχημα που απεικονιζόταν στο Τεκμήριο Α προς αναγνώριση ήταν αυτό που οδηγούσε η κατηγορούμενη και κληθείς να προσδιορίσει σε ποιο μέρος του οχήματος της είχαν προκληθεί ζημιές, επέμενε ότι ήταν στο αριστερό μπροστινό μέρος επαναλαμβάνοντας συνεχώς την θέση του ότι οι ζημιές στο όχημα της κατηγορούμενης ήταν αυτές που κατέγραψε. Όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει τι εννοούσε λέγοντας αριστερό μπροστινό μέρος, σε σχέση πάντοτε με το όχημα στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση, απάντησε ότι αναφερόταν στην πλευρά του συνοδηγού. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο Β προς αναγνώριση το σημείο πρόσκρουσης του οχήματος του Μ.Κ.2 στο περιτοίχισμα οικείας, ενώ αρνήθηκε την υποβολή ότι στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε υψομετρική διαφορά ύψους μισού μέτρου επιμένοντας στην ορθότητα της μέτρησης του. Αρνήθηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη του ανέφερε ότι σταμάτησε το όχημα της εντός της πορείας της προς το κέντρο του δρόμου και ότι δεν εισήλθε στην άλλη λωρίδα, υποστηρίζοντας ότι το μόνο που του ανέφερε ήταν η πορεία που ακολουθούσε και το σημείο σύγκρουσης. Δέχθηκε ότι λόγω της έκτασης των ζημιών στα οχήματα η σύγκρουση ήταν σφοδρή και ότι επρόκειτο για ένα σοβαρό δυστύχημα. Στην περίπτωση σοβαρών δυστυχημάτων όπως ανέφερε, λαμβάνονται φωτογραφίες όμως στην παρούσα περίπτωση ο λόγος που δεν έλαβε φωτογραφίες ήταν διότι δεν του δόθηκαν οδηγίες από τον υπεύθυνο Τροχαίας Πάφου τον οποίο ενημέρωσε για το δυστύχημα. Τέλος, ανέφερε ότι δεν βρήκε αυτόπτες μάρτυρες παρά το γεγονός ότι αναζήτησε. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2), ο οποίος υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με αυτή, ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής KJX 054 στην Λεωφόρο με κατεύθυνση προς την Κολώνη με ταχύτητα γύρω στα 50 χ.λ.μ., σε κάποιο σημείο του δρόμου αντιλήφθηκε ότι ένα όχημα που κινείτο από την αντίθετη κατεύθυνση επιχειρούσε να εισέλθει σε ανοιχτό χώρο που υπήρχε στην αριστερή πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του. Μόλις πέρασε το εν λόγω όχημα, είδε μπροστά του το όχημα της κατηγορούμενης να στρίβει δεξιά για να εισέλθει στην πάροδο. Επειδή όλα έγιναν τόσο ξαφνικά, δεν κατάφερε να εφαρμόσει τα φρένα του οχήματος του. Μετά την σύγκρουση το όχημα του κτύπησε σε περιτοίχισμα οικίας όπου και ακινητοποιήθηκε. Συμφώνησε και υπέγραψε το Τεκμήριο 2 που του υπέδειξε ο Μ.Κ.
  5. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι για λόγους υγείας αναγκάστηκε να οδηγήσει το όχημα της μητέρας του για να μεταβεί σε φαρμακείο παρά το ότι του είχε στερηθεί η άδεια οδήγησης. Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν το δυστύχημα έγινε πριν μεταβεί στο φαρμακείο ή όταν επέστρεφε, ούτε θυμόταν αν υπήρχε φαρμακείο προς την κατεύθυνση που οδηγούσε. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ούτε την έκταση των ζημιών στο όχημα που οδηγούσε ούτε κατά πόσο αυτό θα μπορούσε ή όχι να επιδιορθωθεί. Ανέφερε ακόμα ότι δεν θυμόταν ποια ήταν η ορατότητα του σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης. Κληθείς να προσδιορίσει σε ποιο μέρος του οχήματος του προκλήθηκαν ζημιές, ανέφερε ότι όταν η κατηγορούμενη του ανέκοψε την πορεία, το όχημα του «κτύπησε πάνω στο αριστερό άκρο» και στην συνέχεια κτύπησε στον τοίχο. Ενώ εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του, εντούτοις δεν αποφεύχθηκε η σύγκρουση. Αρνήθηκε την θέση της υπεράσπισης ότι λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που οδηγούσε έχασε τον έλεγχο του οχήματος, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα της κατηγορούμενης που βρισκόταν σε αναμονή εντός της λωρίδας της. Τέλος, δεν ήταν σε θέση όπως ανέφερε, να αναγνωρίσει κατά πόσο το όχημα στις φωτογραφίες, Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, ήταν το όχημα της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη υιοθέτησε την Γραπτή Δήλωση της, Τεκμήριο Α, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε το όχημα της με χαμηλή ταχύτητα στην Λεωφόρο όταν έφθασε στην συμβολή της με την οδό Αγίας Σοφίας, σταμάτησε προς το κέντρο του δρόμου, εντός της λωρίδας της, με πρόθεση να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Αγίας Σοφίας. Μόλις πέρασε από δίπλα της ένα όχημα που κινείτο από την αντίθετη κατεύθυνση, ξαφνικά το όχημα του Μ.Κ.2 που ακολουθούσε το προαναφερόμενο όχημα εισήλθε με μεγάλη ταχύτητα στην λωρίδα της με αποτέλεσμα να προκληθεί σύγκρουση. Το Τεκμήριο 2 δεν ηταν ολοκληρωμένο όταν το υπέγραψε και ο Μ.Κ.1 δεν της εξήγησε το περιεχόμενο του. Όταν της ζητήθηκε από τον Μ.Κ.1 να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης και το σημείο που ηταν σταματημένο το όχημα της, αυτή έγραψε στο Τεκμήριο 2 τις λέξεις «direction KTE 188» και σημείωσε με το βέλος το σημείο που έγινε η σύγκρουση. Ποτέ δεν υπέδειξε στον Μ.Κ.1 το σημείο Χ2 ως το σημείο σύγκρουσης και όπως ισχυρίστηκε δεν ήταν λογικό το όχημα της να βρισκόταν ταυτόχρονα σε δυο σημεία, δηλαδή στο σημείο Χ2 και στο σημείο που έγραψε τις λέξεις «direction KTE 188». Ουδέποτε κατάλαβε ότι ηταν ύποπτη, και ισχυρίστηκε ότι η κατάθεση της (Τεκμήριο 4Α) λήφθηκε υπό την πίεση του Μ.Κ.
  6. Τα περισσότερα από τα αναγραφόμενα σε αυτήν όπως ανέφερε, ήταν «δικές του ιδέες». Αναγνώρισε το όχημα που οδηγούσε στο τεκμήριο Α προς αναγνώριση και τον δρόμο που έγινε το δυστύχημα στο Τεκμήριο Β προς αναγνώριση. Επιπρόσθετα, θεωρεί ότι υπεύθυνος για το δυστύχημα ήταν ο Μ.Κ.2, ο οποίος λόγω της αυξημένης ταχύτητας με την οποία οδηγούσε, έχασε τον έλεγχο του οχήματος με αποτέλεσμα να εισέλθει στην λωρίδα της και να προκληθεί σύγκρουση. Όπως ανέφερε, η θέση της αυτή ενισχύεται από τις ζημιές στο όχημα της οι οποίες αποτυπώνονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση. Τέλος, επέρριψε ευθύνη στο Μ.Κ.1 καθώς θα έπρεπε να ερευνήσει κατά ποσον υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες. Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεση της (Τεκμήριο 4), το γεγονός ότι σταμάτησε το όχημα της στην αριστερή πλευρά του δρόμου δίνοντας προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν από την αντίθετη κατεύθυνση, απάντησε ότι η παράλειψη προέκυψε λόγω της μετάφρασης που έκανε ο Μ.Κ.
  7. Υποστήριξε ότι η κατάθεση της (Τεκμήριο 4) και η Γραπτή Δήλωση της (Τεκμήριο Α) είναι «το ίδιο πράγμα», απλώς η Γραπτή Δήλωση της είναι πιο επεξηγηματική. Όταν υπέγραψε το τεκμήριο 2, τα σημεία Χ και Χ2 δεν ήταν σημειωμένα και όταν σημείωσε στο Τεκμήριο 2 την ένδειξη «direction KTE 188», ο Μ.Κ.1 της υπέδειξε ότι δεν θα έπρεπε να το αναφέρει. Παρά το γεγονός ότι για αρκετά θέματα όπως είπε, είχε τις αμφιβολίες της, εντούτοις το υπέγραψε γιατί δεν γνώριζε ότι την δεδομένη στιγμή ήταν κατηγορούμενη και γιατί πίστευε ότι αυτό γινόταν για σκοπούς της ασφαλιστικής της εταιρείας. Το περιεχόμενο της κατάθεσης της, Τεκμήριο 4, ήταν αποτέλεσμα πίεσης που της ασκήθηκε από τον Μ.Κ.1 και παρά την ανησυχία της, το υπέγραψε μετά από διαβεβαιώσεις που έλαβε από αυτόν. Αρνήθηκε ότι ο Μ.Κ.1 της ανέγνωσε το σημείο της κατάθεσης της, με το οποίο την πληροφορούσε ότι είχε λόγους να πιστεύει ότι ήταν υπεύθυνη για τη διάπραξη του τροχαίου αδικήματος και υποστήριξε ότι από λάθος υπέγραψε στο σημείο εκείνο του Τεκμηρίου
  8. Ο λόγος που δεν πήρε τις φωτογραφίες στην αστυνομία ήταν γιατί δεν γνώριζε ότι θα κατηγορείτο. Ο Μ.Υ.1, σύζυγος της κατηγορούμενης, υιοθέτησε την Γραπτή Δήλωση του, Τεκμήριο Β, στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι όταν πήγε στην σκηνή του δυστυχήματος τα ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις. Στο όχημα του Μ.Κ.2 προκλήθηκαν ζημιές στο μπροστινό του μέρος, ενώ στο δικό του υπήρχαν εκτεταμένες ζημίες στην δεξιά μπροστινή πλευρά, στο μπροστινό μέρος και στην δεξιά μπροστινή πλευρά στην γωνία του οδηγού. Παρά την έκκληση του, όπως ανέφερε, να μην μετακινηθούν τα οχήματα μέχρι να επισκεφθεί την σκηνή η ασφαλιστική εταιρεία, η αστυνομία αρνήθηκε και το όχημα του μεταφέρθηκε στο γκαράζ CCMS. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια Α και Β προς αναγνώριση, ως τις φωτογραφίες που έλαβε την επόμενη ημέρα του δυστυχήματος τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια 9 και 10 αντίστοιχα. Οι φωτογραφίες των εν λόγω τεκμηρίων, λήφθηκαν από τον ίδιο κάνοντας χρήση της φωτογραφικής του μηχανής και εκτυπώθηκαν από αυτόν και τον δικηγόρο του από την κάρτα μνήμης που διέθετε η φωτογραφική. Το όχημα του μέχρι σήμερα δεν έχει επιδιορθωθεί αφού έχει υποστεί ολική καταστροφή. Κατά την αντεξέταση του, δέχθηκε ότι στις φωτογραφίες δεν αναγράφεται η ημερομηνία λήψης τους και υποστήριξε ότι αυτές λήφθηκαν την επόμενη ημέρα του δυστυχήματος γεγονός που μπορεί να επιβεβαιωθεί από την κάρτα μνήμης της φωτογραφικής του. Δεν συμφώνησε με την θέση ότι σύμφωνα με τις φωτογραφίες 3, 4 και 5 του Τεκμηρίου 9, οι ζημιές δεν ήταν μόνο στο δεξιό μέρος του οχήματος και ότι ξεκινούσαν από το αριστερό μέρος και κατέληγαν στο δεξιό, υποστηρίζοντας ότι η αριστερή πλευρά του οχήματος σύμφωνα με άλλες φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 δεν είχε ζημιές. Ο λόγος που δεν πήρε τις φωτογραφίες στην αστυνομία, ήταν γιατί δεν του ζητήθηκε και γιατί ο σκοπός της λήψης τους ήταν για να προσκομιστούν στην ασφαλιστική του εταιρεία. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του γκαράζ CCMS. Αναγνώρισε ότι το όχημα που απεικονίζεται στις φωτογραφίες, Τεκμήριο 9 έχει αριθμό εγγραφής KTΕ 178, είναι μάρκας Vauxhall Zafira και ότι μεταφέρθηκε την ημέρα του δυστυχήματος με ρυμουλκό στο γκαράζ του. Μέχρι σήμερα το όχημα βρίσκεται στο γκαράζ και οι ζημιές εξακολουθούν να είναι οι ίδιες από την πρώτη ημέρα που μεταφέρθηκε εκεί μέχρι σήμερα. Το πρωί της επόμενης ημέρας του δυστυχήματος, ο ιδιοκτήτης του οχήματος επισκέφθηκε το γκαράζ και έβγαλε φωτογραφίες. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν είδε πως έγινε το δυστύχημα και ούτε γνωρίζει τις συνθήκες πρόκλησης του. Κατατεθήκαν επίσης ως τεκμήρια οι καταθέσεις των Clifford Cooper (Τεκμήρια 7Α και 7Β) και Marion Cooper (Τεκμήρια 8Α και 8Β). Το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία σε σχέση με ουσιώδη ζητήματα στην υπόθεση αφού άπτονται του ουσιαστικού ζητήματος αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Γι' αυτό και μόνο τον λόγο δεν προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο τους χωρίς να δοθεί η δυνατότητα στην άλλη πλευρά να αντεξετάσει τους καταθέτοντες. Ούτε και στην κατάθεση της Παρασκευής Σεργίου (Τεκμήριο 6) προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα. Μετά την ολοκλήρωση τις διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε κρίνοντας τους μάρτυρες τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ, 447 και Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ., 820). Ο Μ.Υ.2 θεωρώ ότι είναι ένας αντικειμενικός μάρτυρας. Τα όσα ανέφερε για την κατάσταση του οχήματος της κατηγορούμενης στον ουσιαστικό χρόνο αποτελούν στην ουσία πραγματική μαρτυρία αφού η κατάσταση του οχήματος απεικονίζεται στις φωτογραφίες, Τεκμήριο
  1. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη αφού η αντεξέταση περιορίστηκε μόνο στο κατά πόσο γνώριζε τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Έχω ικανοποιηθεί από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα και την σαφήνεια των απαντήσεων του, ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Επισημαίνω ότι δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του ότι από την ημέρα του δυστυχήματος που μεταφέρθηκε το όχημα μέχρι και σήμερα αυτό βρίσκεται στο γκαράζ του και ότι οι ζημιές του εξακολουθούν να είναι οι ίδιες. Ούτε και ότι ο Μ.Υ.1 φωτογράφησε την επομένη ημέρα του δυστυχήματος το όχημα του. Θεωρώ τον μάρτυρα ειλικρινή και αξιόπιστο γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Αναφορικά με τον Μ.Υ.1 έχω ικανοποιηθεί ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Οι απαντήσεις του ήταν άμεσες, χωρίς υπεκφυγές και δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων. Ο μάρτυρας με πειστικότητα αναφέρθηκε στον λόγο που επισκέφθηκε το γκαράζ και το σημείο που προκλήθηκε η σύγκρουση για να λάβει σχετικές φωτογραφίες και κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Επιπρόσθετα δεν αμφισβητήθηκε ότι το όχημα που απεικονιζόταν στο Τεκμήριο 9 ήταν αυτό που ενεπλάκη στην σύγκρουση και ότι μετά το δυστύχημα μεταφέρθηκε στο γκαράζ του Μ.Υ.
  2. Ούτε αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του ότι η λήψη των φωτογραφιών έγινε με την φωτογραφική του και η εκτύπωση τους από την κάρτα μνήμης της. Η μαρτυρία του δε, ότι την επόμενη ημέρα του δυστυχήματος φωτογράφησε το όχημα, επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του Μ.Υ.
  3. Κρίνω λοιπόν τον Μ.Υ.1 ειλικρινή και αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Με βάση την πιο πανω μαρτυρία, είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι στον ουσιαστικό χρόνο οι ζημιές στο όχημα της κατηγορούμενης ηταν όπως αυτές φαίνονται στο Τεκμήριο
  4. Δεδομένου του πιο πανω ευρήματος δημιουργούνται ερωτήματα για την θέση του Μ.Κ.1 ότι οι ζημιές στο όχημα της κατηγορούμενης ηταν κυρίως στο μπροστινό αριστερό μέρος ενώ αυτές εντοπίζονται, όπως φαίνονται στο Τεκμήριο 9, στο μπροστινό και κυρίως δεξιό μέρος. Ο Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, να καθορίσει το ακριβές σημείο σύγκρουσης και δεν συνέλεξε όλη εκείνη την μαρτυρία που θα μπορούσε να υποστηρίξει τα συμπεράσματα του, ώστε να δώσει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να τα κρίνει και να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη άποψη. Σχετική με το καθήκον που έχει ένας εμπειρογνώμονας έναντι του Δικαστηρίου είναι η απόφαση στην Ποιν. Εφ. 176/13 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.α. ημερ. 6/4/15, στην οποία σημειώθηκαν τα ακόλουθα: « Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη (βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298). Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του (βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020).» Εκτός από τα σημεία Χ και Χ2 και την ύπαρξη αυλακιού βάθους μισού μέτρου στο σημείο Ε του Τεκμηρίου 3, οι υπόλοιπες μετρήσεις του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκαν. Έντονη όμως υπήρξε η αμφισβήτηση για τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε για το σημείο σύγκρουσης που τοποθέτησε στο Τεκμήριο 2 καθώς και ότι η σύγκρουση έγινε υπό γωνία. Αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.1. Η μαρτυρία του σε σχέση με τα δεδομένα που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει σε αυτό μεταβαλλόταν. Συγκεκριμένα, ενώ στη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 1) ανέφερε ότι το σημείο σύγκρουσης το τοποθέτησε με βάση τις τελικές θέσεις των οχημάτων, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του στην κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι έλαβε υπόψη του και τις ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων. Στην αντεξέταση του δε, ανέφερε ότι έλαβε υπόψη του και τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων. Περαιτέρω όπως διαφάνηκε από την μαρτυρία του, δεν ήταν απόλυτα βέβαιος για το συμπέρασμά του με βάση το οποίο σημείωσε στο Τεκμήριο 2 το σημείο σύγκρουσης. Συγκεκριμένα, ενώ στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1), ανέφερε ότι το ορθό σημείο σύγκρουσης ηταν αυτό που σημείωσε στο Τεκμήριο 2, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του διαφοροποίησε την θέση του υποστηρίζοντας ότι ηταν το «κατά προσέγγιση ορθό σημείο». Αναφορικά με τις ζημιές των οχημάτων, που ήταν ένα από τα τρία δεδομένα που έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό του σημείου σύγκρουσης, η μαρτυρία του δεν βρίσκει έρεισμα, όπως ανέφερα πιο πάνω, στην πραγματική μαρτυρία, Τεκμήριο 9 η οποία αποτελεί σύμφωνα με την νομολογία ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότσης, 2000, 2 Α.Α.Δ., σελ. 22, Αδελφοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλής Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388). Σε επανειλημμένες ερωτήσεις που του τέθηκαν σε σχέση με το Τεκμήριο 9, ότι το όχημα στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 είχε ζημιές και μάλιστα εκτεταμένες στο δεξιό μέρος στις πλείστες περιπτώσεις επέμενε ότι οι ζημιές βρίσκονταν στο μπροστινό και αριστερό μέρος και επαναλάμβανε ότι οι ζημίες στο όχημα της κατηγορούμενης ήταν αυτές που κατέγραψε. Ήταν μάλιστα τέτοια η επιμονή του που του ζητήθηκε, προς άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας, να διευκρινίσει τι εννοούσε όταν αναφερόταν σε αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος. Η απάντηση του ήταν σαφής, ότι δηλαδή εννοούσε «την μεριά του συνοδηγού». Σε υποβολή ότι οι φωτογραφίες 8, 9 και 10 του Τεκμηρίου 9 δεν υποστηρίζουν την εκδοχή το κτύπημα να ηταν υπό γωνία προς τα αριστερά, ο μάρτυρας απάντησε ότι οι ζημιές στις εν λόγω φωτογραφίες «αρχίζουν από το αριστερό μέρος προς τα δεξιά». Εκτός του ότι καμία εξήγηση δεν έδωσε που να υποστηρίζει την θέση του γιατί οι ζημιές ξεκινούσαν από το αριστερό και όχι δεξιό μέρος, αξίζει να σημειωθεί ότι στις φωτογραφίες 9 και 10 το μόνο μέρος του οχήματος που απεικονίζεται είναι η αριστερή πλευρά του χωρίς να διακρίνεται καν το μπροστινό και δεξιό του μέρος. Όσον αφορά την μαρτυρία του για τις τελικές θέσεις των οχημάτων, που ήταν το δεύτερο δεδομένο που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο συμπέρασμα του για το σημείο σύγκρουσης, καμία επιστημονική εξήγηση δεν έδωσε με ποιον τρόπο οι τελικές θέσεις των οχημάτων μπορούσαν να του παρέχουν καθοδήγηση στον προσδιορισμό του σημείου σύγκρουσης. Η αναφορά του και μόνον ότι εάν η σύγκρουση γινόταν εντός της λωρίδας της κατηγορούμενης το όχημα της δεν θα βρισκόταν στην τελική του θέση όπως την σημείωσε στο Τεκμήριο 2, σίγουρα δεν ήταν επαρκής. Στο σημείο αυτό τονίζω ότι ο ίδιος ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα κατά πόσο δικαιολογείτο η απόσταση των 10 μέτρων που διένυσε το όχημα της κατηγορούμενης μέχρι την τελική του θέση. Τέλος όσον αφορά τις πορείες των οχημάτων που ήταν το τρίτο δεδομένο που έλαβε υπόψη του ο Μ.Κ.1 για τον καθορισμό του σημείου σύγκρουσης, όπως προκύπτει από την δική του μαρτυρία δεν ήταν σε θέση να τις γνωρίζει κατά τον χρόνο που τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης. Συγκεκριμένα ο ίδιος ανέφερε ότι το σημείο Χ το τοποθέτησε στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα στην απουσία των ενεχόμενων οδηγών, ότι δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες και ότι οι καταθέσεις των ενεχόμενων οδηγών λήφθηκαν από τον ίδιο σε μεταγενέστερο χρόνο. Μη αποδεχόμενη λοιπόν την μαρτυρία του Μ.Κ.1 για τα δεδομένα που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο σημείο σύγκρουσης, δεν αποδέχομαι ούτε και το συμπέρασμα του ότι η σύγκρουση έγινε υπό γωνία, αφού στηρίχτηκε στα ίδια δεδομένα για να καταλήξει σε αυτό. Ενόψει των όσων αναφέρονται ανωτέρω δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.
  1. Από την μαρτυρία του διαφάνηκε περαιτέρω ότι η εξέταση του δυστυχήματος ήταν πλημμελής και οι εξηγήσεις που έδωσε για την παράλειψη του να λάβει φωτογραφίες και να σημειώσει στο Τεκμήριο 2 τα γυαλιά και εξαρτήματα των οχημάτων που βρέθηκαν στην σκηνή, δεν ήταν πειστικές. Η εισήγηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η μη τοποθέτηση τους στο Τεκμήριο 2 οφειλόταν σε τυπικές παραλείψεις του Μ.Κ.1 δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο μάρτυρας περιορίστηκε να αναφέρει ότι η τοποθέτηση των εξαρτημάτων και γυαλιών στο Τεκμήριο 2 δεν θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα για το ακριβές σημείο σύγκρουσης, χωρίς όμως να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση προς υποστήριξη της θέσης του αυτής. Ο Μ.Κ.2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν με έπεισε για την γνησιότητα της εκδοχής του. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως και παρατηρώντας την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ότι κύριος στόχος του ήταν να επιρρίψει στην κατηγορούμενη την ευθύνη για το δυστύχημα. Σε πολλά σημεία η μαρτυρία του ήταν δυσνόητη, αόριστη και ασαφής. Επανειλημμένα απέφευγε να απαντήσει ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι δεν αντιλαμβανόταν τις ερωτήσεις και σε πολλές περιπτώσεις προφασιζόταν ότι δεν θυμόταν. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ το όχημα του μέχρι σήμερα δεν επιδιορθώθηκε, στην ερώτηση κατά πόσο αυτό υπέστη σοβαρές ή ελαφριές ζημιές, απάντησε ότι δεν γνωρίζει γιατί βρισκόταν τραυματισμένος στο όχημα του και δεν μπορούσε να τις δει. Κληθείς να περιγράψει τις ζημιές στο όχημα του, ενώ αρχικά απάντησε ότι «δεν ηταν η δουλειά του», στην συνέχεια δεν απαντούσε προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι δεν καταλάβαινε την ερώτηση για να απαντήσει στο τέλος το εξής: «Έκοψε μου τον δρόμο, κτύπησε πάνω στο αριστερό άκρο τζαι στην συνέχεια χτύπησα και εγώ πάνω στο τοίχο». Είναι φανερό ότι ο μάρτυρας προσπαθούσε να υπεκφύγει των ερωτήσεων και επικεντρώθηκε μόνο στην θέση του ότι η κατηγορούμενη του ανέκοψε την πορεία. Στην προσπάθεια του δε να υποστηρίξει την εκδοχή του, ισχυρίστηκε ότι εάν δεν του ανέκοπτε την πορεία η κατηγορούμενη οι ζημιές στο όχημα της θα ηταν στο μπροστινό του μέρος αγνοώντας προφανώς ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 9, υπήρχαν στο όχημα ζημιές στο σημείο αυτό. Η θέση του δε ότι οι ζημιές στο όχημα της κατηγορούμενης ηταν στο αριστερό άκρο λόγω της ανακοπής της πορείας του, δεν υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία, Τεκμήριο
  2. Επιπρόσθετα αντιφατική ηταν και η μαρτυρία του σε σχέση με την χρησιμοποίηση των φρένων του οχήματος του. Συγκεκριμένα ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν χρησιμοποίησε τα φρένα, κατά την αντεξέταση του διαφοροποίησε τη θέση του αναφέροντας ότι τα χρησιμοποίησε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αλλά και ένεκα της γενικότερης εικόνας που μου άφησε ο Μ.Κ.2, καταθέτοντας ενόρκως, καταλήγω ότι δεν μπορώ να δεχθώ την εκδοχή του για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος γι' αυτό και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. Η προσπάθεια της κατηγορούμενης να πείσει το Δικαστήριο ότι η κατάθεση της λήφθηκε κατόπιν πίεσης του Μ.Κ.1, κρίνω ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη της σε μια προσπάθεια της να υποστηρίξει τον ισχυρισμό της, ότι ο Μ.Κ.1 δεν της διάβασε από την κατάθεσή της το σημείο εκείνο με το οποίο την πληροφορούσε ότι είχε λόγους να πιστεύει ότι διέπραξε το τροχαίο αδίκημα. Οι ισχυρισμοί της ότι ο Μ.Κ.1 της έδωσε το Τεκμήριο 2 για να σημειώσει την πορεία που ακολουθούσε και το σημείο σύγκρουσης στερούνται πειστικότητας. Για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι παρέλειψε να αναφέρει στην κατάθεσή της, (Τεκμήριο 4Α) ισχυρισμούς που προέβαλε στην Γραπτή Δήλωση της (Τεκμήριο Β), ισχυρίστηκε ότι η Γραπτή Δήλωση της είναι πιο επεξηγηματική από την κατάθεση της. Σε άλλο σημείο όμως της μαρτυρίας της, στην προσπάθειά της να υποστηρίξει θέσεις της που βέβαια έρχονταν σε σύγκρουση με την κατάθεση της, αμφισβήτησε το περιεχόμενο της ισχυριζόμενη ότι αρκετά από τα αναγραφόμενα σε αυτήν ήταν «ιδέες» του Μ.Κ.1 καθώς και ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν πίεσης του. Να σημειωθεί ότι ουσιαστικές θέσεις της κατηγορούμενης δεν υποβλήθηκαν στον Μ.Κ.
  3. Ενδεικτικά αναφέρομαι στους ισχυρισμούς της ότι της ασκήθηκε πίεση από τον Μ.Κ.1, ότι δεν της ανέγνωσε το περιεχόμενο της κατάθεσης της (Τεκμήριο 4Α) και ότι δεν την πληροφόρησε ότι διερευνούσε υπόθεση εναντίον της για την πρόκληση του δυστυχήματος. Είναι δε γνωστές οι συνέπειες από την παράληψη της υπεράσπισης να θέσει στους μάρτυρες κατηγορίας ουσιώδεις ισχυρισμούς που έχει κατά νου ώστε αυτοί να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ., 551, σελίδα 590: «..Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων.» Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι ούτε η μαρτυρία της κατηγορούμενης είναι αξιόπιστη για να μπορώ να βασιστώ σε αυτήν και να καταλήξω σε ευρήματα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το δυστύχημα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι Κατηγορούμενοι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετου΄και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχειά της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπο προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R.78). ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και το σύνολο της μαρτυρίας που έχω ενώπιον μου καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία με βάση την οποία μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του υπό κρίση δυστυχήματος. Ο Μ.Κ.1 για τους προαναφερόμενους λόγους δεν μπόρεσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για το σημείο σύγκρουσης. Η δε μαρτυρία των εμπλεκόμενων οδηγών είναι τέτοια που δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Για τους λόγους επίσης που αναφέρω πιο πανω, το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) και το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 3), δεν προσφέρουν τίποτε περαιτέρω στο Δικαστήριο και ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματική μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ευρήματα για το σημείο σύγκρουσης και της συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Αυτό στο οποίο με ασφάλεια μπορώ να καταλήξω είναι ότι στις 8.2.2012 και περί ώρα 17.15 στην συμβολή της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' με την οδό Αγίας Σοφίας, συνέβηκε δυστύχημα μεταξύ του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΚJX 054 που οδηγείτο από τον Μ.Κ.2 στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' με κατεύθυνση προς Κολώνη και του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΚΤΕ 188 που οδηγείτο από την κατηγορούμενη με αντίθετη κατεύθυνση προς την Πάφο. Μετά το δυστύχημα επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος ο Μ.Κ.1 ο οποίος βρήκε τα οχήματα στην τελική τους θέση. Παρά την κατάληξη μου ότι η κατηγορούμενη κρίθηκε αναξιόπιστη, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν καθίσταται αυταπόδεικτη, αφού έχει πάντοτε την υποχρέωση να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης. Κατά συνέπεια η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.