Αστυνομικού Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριου Πεππή, Αρ. Υπόθεσης: 27631/2014, 12/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27631/2014 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Μάριου Πεππή Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ε. Μάνουλος Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων κατά παράβαση του άρθρου 236(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ως δε αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 6ην Νοεμβρίου 2013 στο Τσέρι της Επαρχίας Λευκωσίας σε δημόσια διάβαση οδήγησε όχημα με τρόπο αλόγιστο, βεβιασμένο και αμελή ώστε να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή οδήγησε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΡΖ 403 στην οδό Μαχαιρά, εγκλωβίζοντας τον Αριστόδημο Αριστοδήμου από την Κυπερούντα μεταξύ του πιο πάνω αυτοκινήτου και του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KJF 627, με ενδεχόμενο να του προκαλέσει σωματική βλάβη. Προσκομισθείσα μαρτυρία και αξιολόγηση αυτής Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, ήτοι τον παραπονούμενο Αριστόδημο Αριστοδήμου (Μ.Κ. 1), τον Αστ. 3568 Ιωάννη Σιρανίδη (Μ.Κ. 2), την Χρυστάλλα Αριστοδήμου (Μ.Κ. 3) και την Δρ Αίγλη Γιαπανά (Μ.Κ. 4). Αφού ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση, ενώ παράλληλα κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης και πιο συγκεκριμένα την αδελφή του Ιωάννα Πεππή (Μ.Υ. 1). Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στα πρακτικά, λαμβάνεται δεόντως υπόψη και δεν κρίνεται απαραίτητο να επαναληφθεί αυτούσια για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Αναφορά στην μαρτυρία που δόθηκε από τα πρόσωπα που κατέθεσαν στο Δικαστήριο θα γίνει με λεπτομέρεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Εκείνο που είναι αναγκαίο στο στάδιο αυτό είναι να καταγραφούν οι εκδοχές των δυο πλευρών, όπως αυτές έχουν προκύψει από την προσαχθείσα μαρτυρία. Προτού, όμως, γίνει αυτό, κρίνεται ορθό όπως για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης των εκδοχών των δυο πλευρών παρατεθούν αμέσως πιο κάτω τα ακόλουθα μη αμφισβητούμενα γεγονότα ως αυτά προέκυψαν κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία: Ο Κατηγορούμενος Μάριος Πεππής παντρεύτηκε κατά το έτος 2005 την Χρυστάλλα Αριστοδήμου (Μ.Κ. 3), κόρη του παραπονούμενου Αριστόδημου Αριστοδήμου (Μ.Κ. 1). Από το 2007 διέμεναν στην οικία τους στην οδό Μαχαιρά στο Τσέρι. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι τον Νοέμβριο του 2013, ο Κατηγορούμενος και η Χρυστάλλα Αριστοδήμου βρίσκονταν σε διάσταση και κατά την 6.11.2013 και περί ώρα 18:15 - 18:30, ενώ ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εντός της πιο πάνω οικίας, μετέβηκε εκεί και η Χρυστάλλα. Ακολούθησε μια έντονη συζήτηση μεταξύ τους κατά την οποία παρούσα ήταν και η αδελφή του Κατηγορούμενου, Ιωάννα Πεππή (Μ.Υ. 1). Κατά τον εν λόγω χρόνο, ο Αριστόδημος Αριστοδήμου ο οποίος συνόδευε την κόρη του βρισκόταν στη βεράντα του σπιτιού και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Η Χρυστάλλα είχε μεταβεί στο μέρος με το όχημα τύπου Mercedes με αρ. εγγραφής ΚJF 627 (στο εξής το «Mercedes») το οποίο αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Κατηγορούμενο και ενώ ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του τελευταίου οδηγείτο τότε από την ίδια. Αντικείμενο της λογομαχίας μεταξύ της Χρυστάλλας και του Κατηγορούμενου κατά την εν λόγω ημερομηνία αποτελούσαν οι περιουσιακές και άλλες διαφορές του ζευγαριού και μεταξύ αυτών η απαίτηση του Κατηγορούμενου όπως του δοθούν τα κλειδιά του Mercedes και αυτό του επιστραφεί. Περί ώρα 20:00 της ίδιας ημέρας και ενώ ο Αριστόδημος Αριστοδήμου βρισκόταν ακόμα στη βεράντα της οικίας, ο Κατηγορούμενος εξήλθε της οικίας και μετακίνησε το διπλοκάμπινο όχημά του με αρ. εγγραφής ΚΧΝ 713 (στο εξής το «διπλοκάμπινο») τοποθετώντας το λίγα εκατοστά πίσω από το Mercedes. Από το σημείο αυτό εντοπίζεται η διαφωνία των δυο πλευρών: Η θέση που προωθήθηκε από την Κατηγορούσα αρχή μέσω της μαρτυρίας των Μ.Κ. 1 και Μ.Κ. 3 συνίσταται στο ότι εκείνη τη στιγμή και αφού το διπλοκάμπινο μετακινείται με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, ο Αριστόδημος Αριστοδήμου αντιλαμβάνεται ότι πρόθεση του Κατηγορούμενου είναι να μετακινήσει το άλλο όχημα του τύπου van με αριθμό εγγραφής ΗΡΖ 403 (στο εξής το «van») ώστε να εγκλωβίσει το Mercedes και η Χρυστάλλα να μην είναι σε θέση να το μετακινήσει. Για τον λόγο αυτό ο Αριστοδήμου κατεβαίνει στο δρόμο και στέκεται μπροστά από το Mercedes ενώ ταυτόχρονα καλεί την Χρυστάλλα να το μετακινήσει προκειμένου ο Κατηγορούμενος να μην επιτύχει τον εγκλωβισμό του Mercedes. Την ίδια ώρα ο Κατηγορούμενος εισέρχεται στο van προκειμένου να κινηθεί με όπισθεν πορεία έτσι ώστε να εγκλωβίσει το Mercedes μεταξύ των δύο οχημάτων. Ενώ τόσο ο Αριστοδήμου όσο και η Χρυστάλλα φωνάζουν στον Κατηγορούμενο να μην βάλει όπισθεν εφόσον ο Αριστοδήμου βρισκόταν μπροστά από το Mercedes (κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει ο Κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί και από μόνος του) και λόγω του προβλήματος με τον σπόνδυλό του δεν μπορούσε να κινηθεί γρήγορα, ο Κατηγορούμενος κινήθηκε με το van προς τα πίσω και εγκλώβισε τον Αριστοδήμου μεταξύ αυτού και του Mercedes. Προκειμένου δε να μπορέσει να μετακινηθεί ο Αριστοδήμου η Χρυστάλλα κινήθηκε όπισθεν προκαλώντας ζημιά στο διπλοκάμπινο έτσι ώστε να δημιουργηθεί ο αναγκαίος χώρος προς τούτο. Από την άλλη, η πλευρά της υπεράσπισης δέχεται μεν ότι πρόθεση του Κατηγορούμενου ήταν να μετακινήσει το van ώστε με τον τρόπο αυτό η Χρυστάλλα να μην μπορεί να μετακινήσει το Mercedes αλλά προβάλλει ότι αυτό δεν έγινε τελικά, αφού η μηχανή του van δεν ξεκίνησε ποτέ και το van δεν μετακινήθηκε καθόλου. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η Μ.Υ, καθόλο τον ουσιώδη χρόνο και αφού κατέβηκε από την βεράντα, ο Αριστοδήμου στεκόταν δίπλα από τη θέση του οδηγού του van (ήτοι του Κατηγορούμενου) και συζητούσε με τον Κατηγορούμενο και δεν κτυπήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Η υπεράσπιση αποδίδει, μάλιστα, την καταγγελία του Αριστοδήμου στην Αστυνομία στις περιουσιακές διαφορές μεταξύ του ζευγαριού οι οποίες εκκρεμούν μέχρι σήμερα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλέπε μεταξύ άλλων Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454 και Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που ήταν παρόντα στο επίδικο περιστατικό κρίνω ορθό να αναφερθώ στη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Αστ. 3568 Ιωάννη Σιρανίδη (Μ.Κ. 2) και την Δρ. Αίγλη Γιαπανά (Μ.Κ. 4), οι οποίοι αμέσως εμπλέκονται στην υπόθεση με τον τρόπο που παρατίθεται αμέσως πιο κάτω. Ο Αστ. 3568 Σιρανίδης (Μ.Κ. 2) ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε μετά από το τηλεφώνημα που δέχθηκε από την Χρυστάλλα Αριστοδήμου στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας όπου υπηρετεί στις 6.11.2013 και περί ώρα 19:30, η οποία του ανέφερε ότι ο πατέρας της Αριστόδημος Αριστοδήμου κτυπήθηκε μετά από διαμάχη της ίδιας με τον Κατηγορούμενο στην οικία της στην οδό Μαχαιρά 9 στο Τσέρι. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 20:20 μετέβηκε στην πιο πάνω οδό μαζί με τον Αστ. 2893 Χρίστο Έλληνα όπου συνάντησε την Χρυστάλλα Αριστοδήμου, τον πατέρα της Αριστόδημο Αριστοδήμου και τον Κατηγορούμενο. Η Χρυστάλλα Αριστοδήμου του ανέφερε ότι μετά από λογομαχία που είχε με τον Κατηγορούμενο/πρώην σύζυγό της ο τελευταίος εγκλώβισε το αυτοκίνητο με το οποίο η ίδια μετέβηκε στο μέρος εντός δυο άλλων δικών του αυτοκινήτων. Ο Αριστόδημος Αριστοδήμου, ο οποίος ήταν επίσης παρών στη σκηνή, ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν πίσω από το όχημα του Κατηγορούμενου και του φώναζε να σταματήσει αυτός δεν το έπραξε με αποτέλεσμα να τον εγκλωβίσει ανάμεσα σε δυο οχήματα. Στα πλαίσια αυτά έδωσε στον Αριστοδήμου ιατρικό έντυπο προκειμένου να εξεταστεί από ιατρό (Τεκμήριο 3) και έλαβε κατάθεση από αυτόν μεταξύ των ωρών 23:40 - 00:10 της 6-7.11.
- Επιπρόσθετα, την 18.11.2013 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (βλέπε Τεκμήριο 5) και αφού τον κατηγόρησε γραπτώς και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Σε καμία περίπτωση δεν έγινε τέτοιο περιστατικό» (η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι όταν έφθασε στη σκηνή διαπίστωσε αρκετή ένταση και από τις δυο πλευρές, ενώ ο Αριστοδήμου παραπονείτο για πόνο στο γόνατο. Επιθεώρησε και τα τρία ενεχόμενα οχήματα και διαπίστωσε ότι στο Mercedes ήταν «τσακρισμένος» ο πισινός προφυλακτήρας, ενώ εντόπισε οποιαδήποτε ζημιά είτε στο van είτε το διπλοκάμπινο. Η μαρτυρία του Μ.Κ. 2 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, η δε αντεξέταση του περιορίστηκε σε ερωτήσεις διευκρινιστικού τύπου και σε αυτή τη βάση και με δεδομένη τη θετική εντύπωση που απεκόμισα από τον μάρτυρα, τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης γίνονται αποδεκτά. Παρομοίως, αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία της Δρος Αίγλης Γιαπανά η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Μ.Κ. 4 αναφορικά με το περιεχόμενο του ιατρικού εντύπου ημερομηνίας 7.11.2013 το οποίο ετοιμάστηκε από την ίδια (Τεκμήριο 3). Η μάρτυρας είναι ιατρός με ειδικότητα παθολογίας και από το 1994 εργάζεται στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Όπως ανέφερε, στις 7.11.2013 και περί ώρα 00:28 ο Αριστόδημος Αριστοδήμου προσήλθε στο Νοσοκομείο λόγω μετατραυματικής οσφυοισχυαλγίας. Υπήρχε ιστορικό σπονδυλόδεσης από το 2008, ενώ από την εξέταση που διενεργήθηκε δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε πρόσφατη κάκωση επί κορμού. Εντοπίστηκε μια μικρή και πρόσφατη εκδορά (γδάρσιμο) στον τέταρτο (4ο) δάκτυλο ραχιαία δεξιάς άκρας χειρός. Από δε τον ακτινολογικό έλεγχο θωρακικής και οσφυϊκής μοίρας, δεν εντοπίστηκε παρεκτόπιση σπονδύλου. Όπως περαιτέρω εξήγησε η μάρτυρας, στο σημείο δεν υπήρχε ερυθρότητα, εκχύμωση ή μπλέ μώλωπας, ενώ η ίδια δεν ήταν σε θέση να τοποθετεί κατά πόσον ο πόνος για τον οποίο παραπονείτο ο Αριστοδήμου είχε προκληθεί από τραυματισμό που συνέβηκε τη ίδια ημέρα. Παρόλα αυτά, υπέδειξε ότι όπως της είχε αναφερθεί από τον Αριστοδήμου, αυτός είχε τραυματιστεί ενωρίτερα και έτσι η ίδια κατέγραψε τη λέξη «μετατραυματική» στο Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα, η Δρ Γιαπανά εξήγησε ότι η οσφυοϊσχυαλγία είναι ένα σύμπτωμα το οποίο μπορεί να προκληθεί συνεπεία διαφόρων αιτιών όπως π.χ. αλλαγή του καιρού, ανύψωση βάρους κ.λ.π. Στη βάση των ευρημάτων και διαπιστώσεων της και αφού συνέστησε στον Αριστοδήμου να τύχει παρακολούθησης από την κλινική καταγμάτων ενόψει και του ιστορικού σπονδυλόδεσης που υπήρχε, προχώρησε στην απόλυσή του. Η μάρτυρας ήταν σαφής και επεξηγηματική σε σχέση με τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο και αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο τα προσόντα και η εμπειρία της όσο και το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού/Τεκμήριο 3 δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και σε κάθε περίπτωση κρίνονται ικανοποιητικά και αποδεκτά από το Δικαστήριο. Ως έχω ήδη προαναφέρει, οι Μ.Κ. 1 και 3 ήταν ο παραπονούμενος Αριστόδημος Αριστοδήμου και η κόρη του και πρώην σύζυγος του Κατηγορούμενου, Χρυστάλλα Αριστοδήμου, αντίστοιχα οι οποίοι και κατέθεσαν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα σε ότι αφορά στο επίδικο περιστατικό με τον τρόπο που ο κάθε ένας από αυτούς τα αντιλήφθηκε. Έχω παρακολουθήσει και έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία των προσώπων αυτών και έχω καταλήξει ότι αυτή είναι αξιόπιστη και το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτήν και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Τυχόν μικροδιαφορές στη μαρτυρία των δύο αυτών προσώπων δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους και τη βασική και σταθερή τους θέση ότι κατά την ώρα που ο Κατηγορούμενος κινήθηκε με το van προς τα πίσω, ο παραπονούμενος βρισκόταν πίσω από το van και μπροστά από το Μercedes και ότι με τον τρόπο που κινήθηκε ο Κατηγορούμενος εγκλώβισε στην ουσία τον παραπονούμενο Αριστόδημο Αριστοδήμου μεταξύ των δυο οχημάτων. Επίσης, και οι δύο μου έχουν κάνει καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθεταν και δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις σε σχέση με την εξιστόριση των ουσιαστικών γεγονότων και του τρόπου με τον οποίο έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο. O Μ.Κ.1 ήταν σταθερός και κατηγορηματικός στη θέση του ότι την ώρα που ο Κατηγορούμενος κινείτο προκειμένου να εισέλθει στο van για να το μετακινήσει, ο ίδιος στεκόταν πίσω από το όχημα αυτό και ότι ενώ στεκόταν στο σημείο αυτό και ο Κατηγορούμενος μπήκε στο van και ξεκίνησε τη μηχανή, φώναξε στον Κατηγορούμενο ότι βρισκόταν στο συγκεκριμένο σημείο και τον κάλεσε να μην μετακινηθεί προς τα πίσω. Το ίδιο έπραξε, ως ανέφερε ο Μ.Κ. 1, και η Μ.Κ. 3 (η οποία επιβεβαιώνει τη θέση αυτή), πλην όμως αδιαφορώντας στα όσα του υποδεικνύονταν και ενώ ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο παραπονούμενος δεν ήταν σε θέση να κινηθεί/περπατήσει γρήγορα λόγω του προβλήματος που αντιμετώπιζε στο σπόνδυλό του, προχώρησε με το όχημα του με κίνηση προς τα πίσω και εγκλώβισε τον παραπονούμενο μεταξύ των δυο οχημάτων. Ο κ. Αριστοδήμου απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση που του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση επί το ότι στεκόταν συνεχώς δίπλα από τη θέση του οδηγού του van και ότι για το λόγο αυτό το van δεν ξεκίνησε και δεν μετακινήθηκε ποτέ και ο ίδιος δεν τραυματίστηκε. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας εξήγησε το τι επακολούθησε του όλου επεισοδίου και συγκεκριμένα ότι κατάφερε να απεγκλωβιστεί όταν η κόρη του Χρυστάλλα κινήθηκε προς τα πίσω, προκαλώντας ζημιά στο διπλοκάμπινο, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό τον χώρο που απαιτείτο για το σκοπό αυτό. Η θέση του μάρτυρα αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση του. Ιδιαίτερα, δεν έχει διαφανεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι ενδεχομένως, αυτός να στεκόταν στο πλάι του οχήματος του Κατηγορουμένου και ότι το van δεν ξεκίνησε και δεν μετακινήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Αναφορικά με τα τραύματα που υπέστηκε συνεπεία του εγκλωβισμού του μεταξύ των δυο οχημάτων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κτύπησε στο μηρό και ότι αφού του δόθηκε σχετικό ιατρικό έντυπο/Τεκμήριο 3 επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Σε σχέση με την εξέταση στην οποία υποβλήθηκε από την Δρ. Αίγλη Γιαπανά και τα όσα η ίδια καταγράφει στο Τεκμήριο 3, θα πρέπει καταρχήν να σημειωθεί ότι σε αυτό αναφέρεται ότι ο κ. Αριστοδήμου προσήλθε στο ΤΑΕΠ λόγω μετατραυματικής οσφυοϊσχυαλγίας, ενώ από τις ακτινογραφίες που διενεργήθηκαν δεν διαπιστώθηκε παρεκτοπή σπονδύλου όπως ούτε εντοπίστηκε οποιαδήποτε πρόσφατη κάκωση επί κορμού. Επί του θέματος αυτού, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία του Μ.Κ. 1 ενόψει του ότι τα όσα ανέφερε στα πλαίσια της μαρτυρίας του δεν συνάδουν με τα όσα καταγράφονται στο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό, με τρόπο ώστε να κλονίζεται η αξιοπιστία του. Με όλο το σεβασμό, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση αυτή. Και τούτο γιατί ο παραπονούμενος ανέφερε απλά ότι συνεπεία του εγκλωβισμού του μεταξύ των δυο οχημάτων και χωρίς να αναφέρει ότι «σφηνώθηκε» μεταξύ αυτών και ασκήθηκε έντονη πίεση, αυτός τραυματίστηκε στο μηρό (όπως ο ίδιος αντελήφθηκε). Ως δε κατέθεσε και ο Μ.Κ.2, όταν έφθασε στη σκηνή ο Αριστοδήμου παραπονείτο για πόνο στο γόνατο. Πέραν τούτου, όμως, ο μάρτυρας δεν ανέφερε οτιδήποτε πιο συγκεκριμένο σε σχέση με τον τραυματισμό του ούτε για πόνο που είχε αργότερα όπως επίσης δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια οποιοδήποτε άλλο τραυματισμό. Επομένως, θεωρώ ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές του αυτές και στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας δεν φάνηκε να διαφωνεί με τα ευρήματα της Δρος Γιαπανά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 3, ενώ οι αναφορές του για το πού αυτός κτυπήθηκε δεν αναιρούν τον τρόπο που έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο. Επιπρόσθετα και ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, δεν διαπιστώνεται ότι οι όποιες αναφορές του μάρτυρα περί του τραυματισμού του συνεπεία του επεισοδίου είχαν οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ή ότι προσπάθησε να μεγιστοποιήσει τα τραύματα του με σκοπό να έχει ίδιον όφελος ή να πείσει για την εκδοχή του. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, και με δεδομένο το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε για την απόσταση στην οποία βρισκόταν αρχικά το van (και προτού αυτό μετακινηθεί) σε σχέση με το Mercedes, όπου διαπιστώθηκε μια σύγχυση του μάρτυρα χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια του να ψευσθεί, το Δικαστήριο θα στηριχθεί στα όσα ανέφερε η Μ.Κ. 3 για τους λόγους που θα επεξηγηθούν στη συνέχεια. Σε γενικότερο πλαίσιο θα πρέπει να λεχθεί ότι πέραν από τα όσα καταγράφονται πιο πάνω, δεν έχω διαπιστώσει ότι η καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου έγινε εκδικητικά ή για οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό και ούτε η αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού έχει κλονιστεί επί του ουσιαστικού ζητήματος, που αφορά τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε και οδήγησε ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο σε σχέση πάντοτε με το σημείο στο οποίο στεκόταν ο ίδιος κατά τη δεδομένη στιγμή. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και για το λόγο αυτό την αποδέχομαι με τις πιο πάνω διευκρινήσεις/επισημάνσεις. Η Μ.Κ.3 ήταν παρούσα καθόλη τη διάρκεια του περιστατικού και έλαβε μέρος σε αυτό με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Ανάφερε τα γεγονότα που έλαβαν χώρα όπως η ίδια τα αντιλήφθηκε και συνάδουν με τα όσα κατέθεσε και ο Μ.Κ.
- Εκείνο που ουσιαστικά κατέθεσε στο Δικαστήριο ήταν ότι ενώ ο Μ.Κ. 1 στεκόταν πίσω από το van του Κατηγορουμένου και μπροστά από το Mercedes, και ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την παρουσία του πατέρα της στο εν λόγω σημείο και προειδοποιήθηκε περί τούτου τόσο από την ίδια όσο και από τον πατέρα της ώστε να μην κινηθεί με όπισθεν πορεία, αυτός το έπραξε, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τον εγκλωβισμό του παραπονούμενου μεταξύ των δυο οχημάτων με τον τρόπο που η μάρτυρας περιέγραψε. Σε ότι αφορά τη θέση της μάρτυρας σε σχέση με την απόσταση που υπήρχε μεταξύ του van (προτού αυτό μετακινηθεί) και του Mercedes, ήτοι λιγότερη του ενός μέτρου, την αποδέχομαι δεδομένης της σαφήνειας με την οποία τοποθετήθηκε επί αυτής, η οποία και δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι από την πλευρά της Μ.Κ. 3 δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πρόθεση ή κίνητρό της να παρουσιάσει αναληθή εικόνα των γεγονότων προκειμένου να «εκδικηθεί» τον Κατηγορούμενο λόγω της προηγούμενης σχέσης τους και των διαφορών μεταξύ τους που ακόμα εκκρεμούν, ενώ αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι όπως διαφάνηκε κατά την ακροαματική διαδικασία η ίδια δεν προώθησε τα παράπονα/καταγγελίες που είχε υποβάλει προσωπικά στην Αστυνομία. Γενικά θα πρέπει να λεχθεί ότι οι Μ.Κ. 1 και 3 ανέφεραν στο Δικαστήριο την αλήθεια και περιέγραψαν τον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο όπως ο κάθε ένας το αντιλήφθηκε. Πέραν κάποιων μικροδιαφορών στην μαρτυρία τους, οι οποίες όπως έχω αναφέρει δεν κλονίζουν την αξιοπιστία της, η θέση τους σε σχέση με την αντίδραση του Κατηγορούμενου και τον τρόπο με τον οποίο οδήγησε το όχημα του σε συνάρτηση πάντοτε με το σημείο στο οποίο βρισκόταν ο παραπονούμενος κατά το χρονικό εκείνο σημείο, ήταν η ίδια και δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε ουσιαστική διαφορά. Σε σχέση με την μαρτυρία του Κατηγορούμενου θα πρέπει να παρατηρήσω από την αρχή ότι κρίνεται απορριπτέα και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού οι ουσιαστικότερες θέσεις του δεν συνάδουν με τη λογική και δεν παρουσιάζονται πειστικές. Σε ότι αφορά τα ουσιαστικά γεγονότα, στην κατάθεσή του στην Ασυνομία (Τεκμήριο 5) αναφέρει ότι αφού μετακίνησε το διπλοκάμπινο και το τοποθέτησε σε πολύ μικρή απόσταση από το Μercedes, άνοιξε την πόρτα του van και αφού εισήλθε σε αυτό του επιτέθηκε λεκτικά ο Αριστοδήμου ώστε να μην το μετακινήσει και παράλληλα άκουγε και ένιωθε κτυπήματα πάνω στο van, που όπως αντιλήφθηκε αργότερα προκαλούνταν λόγω της προσπάθειας της Χρυστάλλας να μετακινήσει το Mercedes. Όπως, μάλιστα, αναφέρεται στην κατάθεσή του, η Χρυστάλλα κτυπούσε επίμονα τα δυο αυτοκίνητα, προκαλώντας τους ζημιές. Αυτή, όμως, η θέση του Κατηγορούμενου δεν συνάδει με την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 Αστ. 3568 Σιρανίδη ο οποίος μετέβηκε στη σκηνή και αφού επιθεώρησε και τα τρία ενεχόμενα οχήματα διαπίστωσε μικροζημιές μόνο στο Mercedes και όχι στα άλλα δυο αυτοκίνητα, ενώ η πρόκληση ζημιάς σε αυτά θα ήταν αναμενόμενη και δεδομένη εάν ευσταθούσε η θέση της υπεράσπισης περί «επίμονων» κτυπημάτων. Αξίζει δε να τονιστεί ότι η θέση αυτή του Μ.Κ. 2 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση εφόσον δεν αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη θέση του Κατηγορούμενου περί υπόδειξης ζημιών που προκλήθηκαν στο van στον Μ.Κ. 2, η οποία και δεν επιβεβαιώνεται από τον τελευταίο, όπως ούτε και η θέση του ότι ερωτηθείς ο παραπονούμενος Αριστόδημος Αριστοδήμου εάν είχε παράπονο συνεπεία του περιστατικού ανάφερε «θα δω αν θα προχωρήσουν τα παιδιά μεταξύ τους». Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι η Χρυστάλλα κτυπούσε επίμονα τα δυο οχήματα προκειμένου να καταφέρει να μετακινήσει το Mercedes δεν συνάδει με τη θέση του επί το ότι η απόσταση του van από το Mercedes ήταν περί το ένα μέτρο, αφού μια τέτοια απόσταση θα ήταν ικανοποιητική για σκοπούς μετακίνησής του εάν τo van παρέμενε αμετακίνητο στη θέση του. Παράλληλα, το Δικαστήριο αδυνατεί να αποδεχθεί τη θέση του Κατηγορούμενου ότι την ώρα που η Χρυστάλλα κινείτο επίμονα κτυπώντας τα δυο οχήματα, ο πατέρας της βρισκόταν στον δρόμο και δη στο μέρος του δρόμου όπου θα εκινείτο το Mercedes όταν αυτό απεγκλωβιζόταν από τα δυο οχήματα με κίνδυνο να τον κτυπήσει. Για τους ίδιους λόγους το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία της Μ.Υ. 1 Ιωάννας Πεππή, οι θέσεις της οποίας κινήθηκαν στα ίδια πλαίσια με τον αδελφό της. Τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο σε σχέση με τα όσα διαδραματίστηκαν στα πλαίσια του επίδικου περιστατικού δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά για τους λόγους που καταγράφονται πιο πάνω αναφορικά με τις θέσεις που προβλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο. Τέλος, υποδεικνύεται ότι η θέση της Μ.Υ.1 επί το ότι η Αστυνομία μετέβηκε στο μέρος αφού κλήθηκε από τους ίδιους, δεν επιβεβαιώνεται από τον Μ.Κ. 2 ο οποίος κατέθεσε ότι η Αστυνομία επισκέφθηκε το μέρος μετά από κλήση της Χρυστάλλας. Σημειώνεται, τέλος, ότι τα όσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι Μ.Κ. 1 και 3 καθώς επίσης ο Κατηγορούμενος και η Μ.Υ. 1 αναφορικά με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το ζευγάρι κατά τον ουσιώδη χρόνο και κατά πόσον διέμεναν στη συγκεκριμένη οικία και τι προηγήθηκε της μετάβασης της Μ.Κ. 3 στην εν λόγω οικία κατά την επίδικη ημερομηνία δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση και για το λόγο αυτό δεν έτυχαν της δέουσας αξιολόγησης. Ευρήματα του Δικαστηρίου Με δεδομένη τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή όπως περιγράφεται πιο πάνω το Δικαστήριο εξάγει ανάλογα ευρήματα. Ειδικότερα, ότι κατά την 6.11.2013 και περί ώρα 18:30 ο Αριστόδημος Αριστοδήμου μετέβηκε μαζί με την κόρη του Χρυστάλλα Αριστοδήμου στην οδό Μαχαιρά 9 στο Τσέρι. Η Χρυστάλλα Αριστοδήμου μετέβηκε στο μέρος με το όχημα τύπου Mercedes με αρ. εγγραφής KJF 627 το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Κατηγορούμενου. Η Χρυστάλλα Αριστοδήμου πάρκαρε το όχημα KJF 627 επί της οδού Μαχαιρά 9 και πίσω από το όχημα τύπου van με αρ. εγγραφής ΗΡΖ 403 (ιδιοκτησίας του Κατηγορούμενου) και σε απόσταση από αυτό μικρότερη από ένα
(1)μέτρο. Αργότερα την ίδια ημέρα και ενώ ο Αριστόδημος Αριστοδήμου βρισκόταν στη βεράντα της οικίας, ο Κατηγορούμενος εξήλθε αυτής και μετακίνησε το διπλοκάμπινο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΧΝ 713 τοποθετώντας το λίγα εκατοστά πίσω από το Mercedes με αρ. εγγραφής KJF
- Ακολούθως, και ενώ ο Κατηγορούμενος βγήκε από το διπλοκάμπινο και κινείτο προς το van, ο Αριστόδημος αντιλήφθηκε ότι πρόθεση του Κατηγορούμενου ήταν να μετακινήσει το van και να παρκάρει με τέτοιο τρόπο ώστε το Mercedes να εγκλωβιστεί και η Χρυστάλλα να μην μπορεί να το μετακινήσει. Ο Αριστοδήμου φώναξε, τότε, στην Χρυστάλλα να μετακινήσει το Mercedes προτού προλάβει ο Κατηγορούμενος να το εγκλωβίσει μεταξύ των δύο οχημάτων και ο ίδιος κατέβηκε και μπήκε στο δρόμο και πιο συγκεκριμένα στάθηκε μπροστά από το Mercedes πίσω από το van. Ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την παρουσία του Αριστοδήμου στο συγκεκριμένο σημείο και τόσο ο ίδιος όσο και η Χρυστάλλα Αριστοδήμου φώναξαν στον Κατηγορούμενο να μην κινηθεί με το van με όπισθεν πορεία διότι θα κτυπούσε τον Αριστοδήμου. Παρόλα αυτά, και ενώ ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο Αριστοδήμου δεν μπορούσε να κινηθεί γοργά λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε με τον σπόνδυλό του, ο Κατηγορούμενος κινήθηκε με το van με πορεία προς τα πίσω με τρόπο ώστε ο Αριστοδήμου να εγκλωβιστεί μεταξύ των δύο οχημάτων, ήτοι μεταξύ του van και του Mercedes. Η Χρυστάλλα κινήθηκε τότε προς τα πίσω κτυπώντας το διπλοκάμπινο και με τον τρόπο αυτό ο Αριστοδήμου κατάφερε να εξέλθει από το συγκεκριμένο σημείο. Κλήθηκε στο μέρος η Αστυνομία και τόσο η Χρυστάλλα όσο και ο Αριστόδημος Αριστοδήμου ανέφεραν τα πιο πάνω γεγονότα στον Αστ. 3568 Συρανίδη καθώς επίσης ότι ο Αριστοδήμου ένιωθε πόνο στο γόνατο. Παράλληλα, ο Αστ. 3568 επιθεώρησε και τα τρία ενεχόμενα οχήματα και εντόπισε στο πίσω μέρος του Mercedes τις ζημιές που καταγράφονται πιο πάνω. Ο Αριστοδήμου επισκέφθηκε το Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου εξετάστηκε από την Δρ. Αίγλη Γιαπανά (Μ.Κ.4) και ακολούθως απολύθηκε. Στα πλαίσια αυτά η Δρ. Γιαπανά ετοίμασε σχετική Έκθεση η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Νομική Πτυχή Το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων το οποίο αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης προβλέπεται στο άρθρο 236(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
- Όποιος, µε τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασµένο ή αµελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόµενο να προκαλέσει σωµατική βλάβη σε άλλο— (α) οδηγεί όχηµα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δηµόσια διάβαση· ή .................................................................... είναι ένοχος πληµµελήµατος:». Με βάση το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι ο βαθμός αμέλειας που πρέπει να αποδεικνύεται έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου. Το θέμα αυτό αναλύθηκε στην υπόθεση Χρήστος Μαυρομμάτης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 69 όπου έγινε και εκτενής ανασκόπηση της μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος της ποινικής αμέλειας. Στην εν λόγω απόφαση έγινε αναφορά και ταξινόμηση των αδικημάτων τα οποία περιέχουν και απαιτούν αμέλεια στη διάπραξη τους αρχίζοντας από το αδίκημα της ανθρωποκτονίας του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο, όπως υποδείχθηκε, απαιτεί υπαίτιο αμέλεια που είναι ο ψηλότερος βαθμός αμέλειας. Ακολουθεί σε σειρά το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο αφορά την περίπτωση που κάποιος λόγω αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επιφέρει το θάνατο άλλου. Σε σχέση με το αδίκημα αυτό επισημαίνεται με μετά την τροποποίησή του, εισάγεται η έννοια της αλόγιστης συμπεριφοράς (recklessness) όπως αυτή ερμηνεύεται στις αποφάσεις R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R.961 και R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 στις οποίες αναλύεται εκτενώς το θέμα της αλόγιστης πράξης. Αναφορικά με το άρθρο 236 του Κεφ. 154, αναφέρθηκε καταρχήν ότι αποκλείει ως εκ της διατυπώσεως του την υπαίτιο αμέλεια. Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του Ν. 86/72. Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas v. The Police
(1985)2 C.L.R. 114). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Περαιτέρω, υποδείχθηκε ότι δεν θα πρέπει να τίθεται ούτε το ανώτατο ή έστω ένα πολύ υψηλό επίπεδο, αλλά ούτε από την άλλη το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται με ένα πολύ χαμηλό επίπεδο προσοχής. Απαιτείται δίκαιο και εύλογο επίπεδο προσοχής και ικανότητας. Τέλος, διευκρινίστηκε ότι στην μετάφραση του Ποινικού Κώδικα, στο άρθρο 236 έχει προστεθεί στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και η αλόγιστη συμπεριφορά που δεν υπάρχει στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο, με τρόπο ώστε να εισάγεται στα συστατικά του άρθρου και η καλούμενη «αλόγιστη συμπεριφορά» ή κατά την ελληνική νομική ορολογία ο «ενδεχόμενος δόλος» με αποτέλεσμα η ευρύτητα του άρθρου να μεταβάλλεται παρά τη σαφή περί του αντιθέτου νομολογία. Κατάληξη Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον η Κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα γεγονότα είναι ότι η ενέργεια του Κατηγορούμενου να μετακινήσει το van με όπισθεν ενώ πίσω από αυτό ήταν βρισκόταν ο παραπονούμενος, γεγονός το οποίο γνώριζε και σε κάθε περίπτωση όφειλε υπό τις περιστάσεις να γνωρίζει αλλά και προειδοποιήθηκε περί αυτού τόσο από τον παραπονούμενο όσο και από την Χρυστάλλα (Μ.Κ. 3) και εν γνώσει του ότι ο παραπονούμενος ήταν δυσκίνητος λόγω του προβλήματος που αντιμετώπιζε με τον σπόνδυλο του, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως βεβιασμένη και αμελής εν τη έννοια του άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα. Ο Κατηγορούμενος με την επιμονή του να αρνείται να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του παραπονούμενου και να θέλει να κινηθεί προς τα πίσω με τρόπο ώστε να εγκλωβίσει το Mercedes μεταξύ του van και του διπλοκάμπινου, βεβιασμένα προχώρησε το όχημα του με τον τρόπο που το έπραξε. Η ενέργεια του αυτή και ο τρόπος οδήγησης του οχήματος του υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απλά αμελής με την έννοια της απροσεξίας ή του απλού λάθους. Η αμέλεια του Κατηγορουμένου είναι υψηλότερου βαθμού, αφού όπως έχει προκύψει ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν πίσω από το van και δεν αντιλήφθηκε αυτόν να έχει μετακινηθεί προς τον δρόμο ή το πεζοδρόμιο, προχώρησε προς το μέρος του το όχημα και τον εγκλώβισε μεταξύ των δυο οχημάτων. Στη ουσία, από τα όσα περιγράφονται πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος εν γνώσει του κινδύνου που υπήρχε και αδιαφορώντας για τις συνέπειες που εύλογα και αναμενόμενα θα μπορούσαν να προκληθούν από την ενέργεια του να κινηθεί με το van προς τα πίσω, αποφάσισε να ενεργήσει και ενήργησε με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Κρίνω επίσης, ότι από την πιο πάνω οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε ενδεχόμενο να προκληθεί σωματική βλάβη στον παραπονούμενο Αριστόδημο Αριστοδήμου, ενώ ενδεικτικό τούτου είναι το γεγονός ότι αρχικά αυτός παραπονείτο για πόνο στο γόνατο και μετέπειτα για οσφυοϊσχυαλγία και προς τούτο επισκέφθηκε το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Επί τούτου δε να σημειωθεί ότι το γεγονός της μη διαπίστωσης από την πλευρά της Μ.Κ. 4 οποιασδήποτε κάκωσης επί κορμού ή παρεκτοπής, δεν αλλοιώνει την όλη εικόνα εφόσον προκειμένου να αποδειχθεί το αδίκημα δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί η πρόκληση σωματικής βλάβης αλλά απλά ότι η ενέργεια του Κατηγορούμενου ήταν τέτοια ώστε ενδεχόμενα να προκαλείτο τέτοια βλάβη. Καταλήγοντας, θεωρώ ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και για το λόγο αυτό κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......................................... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο