← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λουκά Λουκά, Αρ. Υπόθεσης: 12/2016, 22/1/2016

Αστυνομικού Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λουκά Λουκά, Αρ. Υπόθεσης: 12/2016, 22/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12/2016 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Λουκά Λουκά Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παρασκευάς Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του στην κατηγορία της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση του άρθρου 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος την 22.6.2009 στη Λευκωσία, στο κατάστημα τηλεπικοινωνιών της εταιρείας ΜΤΝ ενώ ήταν υπάλληλος της προαναφερθείσας εταιρείας έκλεψε το χρηματικό ποσό των €5.161,73 σε διάφορα χαρτονομίσματα και διάφορες επιταγές συνολικού ποσού €2.229,83 περιουσία του εργοδότη του, δηλαδή της εταιρείας ΜΤΝ. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως ακολούθως: Παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση είναι η εταιρεία τηλεπικοινωνιών «Μ.Τ.Ν», ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπάλληλος του καταστήματος της «Μ.Τ.Ν» στην Λεωφ. Κέννετυ 87 και εκτελούσε καθήκοντα πωλητή και διαχειριζόταν ένα εκ των ταμείων του καταστήματος. Για την εκτέλεση των καθηκόντων του ο Kατηγορούμενος είχε στην κατοχή του κλειδί της αποθήκης του καταστήματος και είχε πρόσβαση στο χρηματοκιβώτιο που υπήρχε εντός της αποθήκης, αφού γνώριζε τον κωδικό αριθμό ασφαλείας. Την 22.6.2009 και περί ώρα 09:30 η Μ.Κ.1, υπεύθυνη του καταστήματος στην Λεωφ. Κένεντυ 87 στη Λευκωσία της εταιρείας τηλεπικοινωνιών «ΜΤΝ» μετά από έλεγχο που διενήργησε στο χρηματοκιβώτιο του εν λόγω καταστήματος στο οποίο φυλάγονται οι εισπράξεις της προηγούμενης εργάσιμης ημέρας, διαπίστωσε ότι από αυτό κλάπηκαν οι εισπράξεις του καταστήματος για τις ημερομηνίες 19-20.6.
  2. Ακολούθως η Μ.Κ.1 ενημέρωσε τον υπάλληλο του λογιστηρίου (Μ.Κ.5), ότι μετά από έλεγχο που διενήργησαν διαπιστώθηκε ότι κλάπηκε το χρηματικό ποσό των €5.161,73 σε διάφορα χαρτονομίσματα και διάφορες επιταγές συνολικού ποσού €2.229,
  3. Στη συνέχεια ενημερώθηκε σχετικά από την Μ.Κ.1 ο υπεύθυνος ασφαλείας της εταιρείας/Μ.Κ. 2 ο οποίος έδωσε οδηγίες στον τεχνικό του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης Μάριο Ιορδανούς (Μ.Κ.3), όπως ελέγξει τις κάμερες του κυκλώματος προς εντοπισμό του δράστη. Από έλεγχο που διενήργησε ακολούθως ο Μ.Κ.3 στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, αvαγνωρίστηκε ως δράστης, τόσο από τον ίδιο όσο και από την Μ.Κ.1 ο Κατηγορούμενος, υπάλληλος της εταιρείας ο οποίος εργαζόταν στο ίδιο κατάστημα. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 20:00-20:50 στο ΤΑΕ Λ/σίας, ο Μ.Κ.11 έλαβε γραπτώς το παράπονο από την Μ.Κ.1 και ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Από τις επιτόπιες εξετάσεις της Αστυνομίας, διαπιστώθηκε πως ο Κατηγορούμενος μετέβηκε πρώτος στο χώρο εργασίας του το πρωί της 22.6.2009 και ακολούθως εισήλθε εντός της αποθήκης όπου βρίσκεται το χρηματοκιβώτιο στο οποίο φυλάγονται οι εισπράξεις και αφού πήρε το χρηματικό ποσό που υπήρχε εντός του χρηματοκιβωτίου, εγκατέλειψε την εργασία του, ενημερώνοντας την Μ.Κ.1 πως θα απουσίαζε από την δουλειά του την συγκεκριμένη ημέρα λόγω ασθένειας. Επίσης από τις εξετάσεις της Αστυνομίας διαπιστώθηκε πως ο Κατηγορούμενος προτού εγκαταλείψει το μέρος, τοποθέτησε διάφορα μικρά μέταλλα στην κλειδωνιά της πόρτας εισόδου της αποθήκης, ώστε να καθυστερήσει να γίνει αντιληπτή η διάπραξη του αδικήματος και να του δοθεί ο απαραίτητος χρόνος να αποφύγει τον εντοπισμό του. Ως εκ τούτου η Μ.Κ.1 μη μπορώντας να απασφαλίσει την πόρτα της αποθήκης, ενημέρωσε σχετικά τον κλειδαρά (Μ.Κ. 8) ο οποίος μετέβηκε στο μέρος και αφαίρεσε την συγκεκριμένη κλειδαριά τοποθετώντας καινούργια. Από έλεγχο που έγινε μέσω της υπεύθυνης προσωπικού της εταιρείας τηλεπικοινωνιών «Μ.Τ.Ν»/Μ.Κ.4, διαπιστώθηκε πως ο Κατηγορούμενος εργαζόταν στην πιο πάνω εταιρεία από τις 13.10.2008 κατόπιν γραπτού συμβολαίου εργασίας. Επίσης στο χρηματοκιβώτιο της αποθήκης του καταστήματος υπήρχε κωδικός αριθμός ασφαλείας, ο οποίος δόθηκε από την Μ.Κ.1 ως υπεύθυνη του καταστήματος στους υπαλλήλους του καταστήματος, μεταξύ αυτών και του Κατηγορούμενου, για την καλύτερη και ευκολότερη εκτέλεση των καθηκόντων τους. Σύμφωνα με τις συναδέλφους του Κατηγορούμενου, Μ.Κ. 6 και Μ.Κ. 7, αυτός αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, πράγμα το οποίο διαπιστώθηκε από τις εξετάσεις της Αστυνομίας, καθότι εναντίον του εκκρεμούσαν τρία εντάλματα προστίμου. Την 26.6.2009 και ώρα 11:00, ο Μ.Κ.11 έλαβε από τον Μ.Κ.3 τα τεκμήρια 1 και 2, τα οποία μετέφερε την 30.6.2009 στο εργαστήριο φωτογραφίας, εικόνας και γραφικών της ΥΠ.ΕΓ.Ε Αρχηγείου, όπου την 10:00 της ίδιας ημέρας τα παρέδωσε στον Μ.Κ.10 για να τύχουν επεξεργασίας και εκτύπωση φωτογραφιών με τις κινήσεις του Κατηγορούμενου. Την 30.6.2009 εξασφαλίστηκε μαρτυρία από Τουρκοκύπριο φίλο και συγκάτοικο του Κατηγορούμενου (Μ.Κ.9) επί το ότι ο τελευταίος μετέβηκε την 22.6.2009 μετά την διάπραξη του αδικήματος στην Τουρκία και συγκεκριμένα στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο M.K.9 μετέβηκε εκεί και τον συνάντησε κατόπιν επιθυμίας του. Περαιτέρω σύμφωνα με τον Μ.Κ.9 ο Κατηγορούμενος του εκμυστηρεύτηκε την διάπραξη του αδικήματος, αναφέροντας του χαρακτηριστικά πως μετάνιωσε και ντρέπεται για αυτό που έκανε και φοβάται να επιστρέψει στην Κύπρο, υποδεικνύοντας του το χρηματικό ποσό που έκλεψε και το οποίο είχε στην κατοχή του. Την 3.8.2009 και ώρα 10:30, ο Μ.Κ.11 παρέλαβε τα τεκμήρια 1 - 4 από τον Μ.Κ. 10, αφού έτυχαν της σχετικής επεξεργασίας και εκτύπωσης φωτογραφιών. Την 19.8.2009 ο Μ.Κ.11 συνομίλησε με τον αδελφό του Κατηγορούμενου, Αστ.1261 Βαγγέλη Λουκά Φ/δι ΜΜΑΔ, ο οποίος ανέφερε ότι την 18.8.2009 και περί ώρα 21:00, κατάφερε να επικοινωνήσει με τον Κατηγορούμενο μέσω διαδικτύου και συγκεκριμένα της ιστοσελίδας Facebook. Kατά την συνομιλία τους o Κατηγορούμενος ανέφερε στον αδελφό του ότι βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη και ότι θα επιστρέψει στην Κύπρο τον Σεπτέμβριο του
  4. Επίσης του παραδέχθηκε την διάπραξη του αδικήματος της παρούσας υπόθεσης. Την 6.1.2016 και ώρα 16:25 ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος στο ΚΕΔ Αερολιμένα Πάφου, κατά την προσπάθεια του να αναχωρήσει στο εξωτερικό, από τον Μ.Κ.
  5. Του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του, του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και απάντησε «Εντάξει κάμετε τη δουλειά σας». Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 19:50-20:10 ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε θεληματική κατάθεση στον Μ.Κ.13, όπου παραδέχθηκε τη διάπραξη του υπό κρίση αδικήματος. Στη συνέχεια κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Κατηγορουμένου διενεργήθηκε έρευνα στη οικία του, στην οδό Περικλέους 11, Διαμ.4, Λευκωσία, χωρίς ωστόσο να εντοπισθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας αρχής ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής ο κ. Παρασκευάς αναγνώρισε από την αρχή τη σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος και εξέφρασε την μεταμέλεια του. Απέδωσε τη διάπραξη του αδικήματος στο πρόβλημα χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο και τόνισε ότι στο παρόν στάδιο ο Κατηγορούμενος έχει απεξαρτητοποιηθεί. Παράλληλα, ο συνήγορος υπεράσπισης επεσήμανε την αποζημίωση της παραπονούμενης εταιρείας, η οποία με δεδομένη την είσπραξη του χρηματικού ποσού των €5.161,73 (εφόσον οι επιταγές που κλάπηκαν δεν είχαν εξαργυρωθεί) με έγγραφο ημερομηνίας 13.1.2016 δηλώνει ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του (η σχετική δήλωση παραδόθηκε στο Δικαστήριο). Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου υιοθετήθηκε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας από την οποία προκύπτει ότι είναι ηλικίας 41 ετών, άγαμος και ζει μόνιμα στο Manchester στη Μεγάλη Βρετανία όπου και εργάζεται ως υπεύθυνος καταστήματος με μηνιαίο μισθό €
  6. Αναμφίβολα το αδίκημα που παραδέχτηκε ότι διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται καταρχήν μέσα από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο Νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (βλέπε μεταξύ άλλων Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου θεωρείται κακούργημα και επισύρει, με βάση το άρθρο 268 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια. Αυτό από μόνο του δεικνύει και τη σοβαρότητα που ο νομοθέτης του αποδίδει όπως και την αυστηρότητα με την οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Το αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος συσχετίζεται με τη φύση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου. Η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος είναι σοβαρή για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχει θέμα προδοσίας και κατάχρησης εμπιστοσύνης που ο εργοδότης επιδεικνύει προς το πρόσωπο του υπαλλήλου του και αναμένει ότι αυτός θα ανταποκριθεί στο υψηλό καθήκον του αυτό. Πρόκειται ακόμη για αδίκημα που φανερώνει ασέβεια και ταυτόχρονα καταπατεί τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Θεώρηση της νομολογίας υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια επιβάλουν ποινές αποτρεπτικής φύσεως σε μια προσπάθεια πάταξης του πολύ σοβαρού αυτού φαινομένου. Η ποινή φυλάκισης εμφανίζεται ως το είδος ποινής που αναπόφευκτα επιβάλλεται όταν διαπράττονται τέτοιου είδους αδικήματα. Επί τούτου άντλησα καθοδήγηση από τις αγγλικές υποθέσεις R. v. Barrick [1985] 7 Cr.App.R.(S) 142 και R. v. Clark [1988] 2 Cr.App.R.(S) 95, μέσα από τις οποίες προβάλλονται διάφοροι παράγοντες που το αγγλικό εφετείο προσδιόρισε και δυνητικά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής σε παρόμοιας φύσεως με τη δική μας περίπτωση υποθέσεις. Από την κυπριακή νομολογία αναφορά αξίζει να γίνει στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 519 όπου το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 ετών σε άτομο ηλικίας 50 ετών με λευκό ποινικό μητρώο που ασκούσε καθήκοντα γραμματέα Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας και καρπώθηκε δεκάδες χιλιάδες λίρες καθώς επίσης φρόντιζε να επωφελούνται και άλλοι, εν πολλοίς συνδεδεμένοι με αυτόν και σε πολλές περιπτώσεις για τις ανάγκες δραστηριοτήτων στις οποίες, εν πάση περιπτώσει, ήταν αναμεμειγμένος, διαπράττοντας έτσι, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου, ποινή η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 19 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών σε άτομο ηλικίας 36 ετών με λευκό ποινικό μητρώο, νυμφευμένο και πατέρα ενός προβληματικού στην υγεία αγοριού ηλικίας 8,5 ετών, με άμεση παραδοχή και δεινή οικονομική κατάσταση που διέπραξε το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου και κατά καιρούς απέσπασε μεγάλα χρηματικά ποσά, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε άτομο οικογενειάρχη, πατέρα 3 μικρών παιδιών που από την απόλυση του υπέστηκε καταστροφικό πλήγμα αλλά και την παράταση της αγωνίας του ιδίου και της οικογένειας του ένεκα του μεγάλου χρονικού διαστήματος που η υπόθεση του βρισκόταν σε εκκρεμότητα. Τέλος, στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Καλλή v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 238/2013, ημερομηνίας 10.09.2014, ο εφεσείοντας ήταν ο γραμματέας της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίου Αμβροσίου και υπό την ιδιότητα του αυτή προέβηκε σε δύο περιπτώσεις το έτος 2008 σε κλοπή ποσών €24.000,00 και €10.038,28 αντίστοιχα. Σε αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ο εφεσείοντας δήλωσε παραδοχή και αφού λήφθηκε υπόψη η παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο, οι πιέσεις που ασκήθηκαν σ' αυτόν από άλλο πρόσωπο να προβεί στη διάπραξη των αδικημάτων, τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης συνοδευόμενη με μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του και ότι πρόσωπα που συμμετείχαν στην κλοπή δεν διώχθηκαν, η καλή συμπεριφορά του από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, οι επιπτώσεις στην οικογένεια του από τις ενέργειες του καθώς και το ότι ήταν άνεργος και συντηρείτο από δημόσιο βοήθημα, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 16 μηνών. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.» Σύμφωνα με τη νομολογία κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.2009). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε μεταξύ άλλων Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για σκοπούς προσδιορισμού της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο λαμβάνεται καταρχήν υπόψη η σοβαρότητα του αδικήματος και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση και επιβολή αποτρεπτικής ποινής όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Σε σχέση με τα γεγονότα παρατηρείται ότι ο Κατηγορούμενος καταχραζόμενος την εμπιστοσύνη που η παραπονούμενη εταιρεία ως εργοδότης του εναπόθεσε στο πρόσωπο του χρησιμοποίησε τον κωδικό αριθμό ασφαλείας του χρηματοκιβωτίου που του δόθηκε λόγω της ιδιότητάς του και αφού άνοιξε το χρηματοκιβώτιο προχώρησε σε οικειοποίηση ποσού ύψους €5.161,73 και επιταγών ύψους €2.229,83 οι οποίες, ωστόσο, δεν εξαργυρώθηκαν. Παράλληλα, από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώνεται κάποιου είδους προσχεδιασμός από την πλευρά του Κατηγορούμενου εφόσον προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες ώστε να μην γίνει αμέσως αντιληπτή η διάπραξη του αδικήματος και να του δοθεί χρόνος ώστε να διαφύγει. Δεν παραγνωρίζεται, όμως, ότι η όλη ενέργεια του Κατηγορούμενου χαρακτηριζόταν από ερασιτεχνισμό αφού προέβηκε στις συγκεκριμένες πράξεις γνωρίζοντας ότι ο χώρος ελεγχόταν από σύστημα παρακολούθησης. Προς όφελος του Κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο και τη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές. (γ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε διά του συνηγόρου του. (δ) Την πλήρη αποζημίωση της παραπονούμενης εταιρείας και την απουσία οποιουδήποτε παραπόνου εναντίον του από μέρους της. (ε) Το γεγονός ότι το υπό κρίση αδίκημα ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό και ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε σε φιλικά και συγγενικά του πρόσωπα την διάπραξη του νιώθοντας άσχημα για τις πράξεις του και μετανιώνοντας για αυτές. (στ) Τις προσωπικές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τον συνήγορο υπεράσπισης. (ζ) Το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο επτά περίπου χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ενώ οι συνθήκες του στο μεσοδιάστημα έχουν αλλάξει εφόσον ο ίδιος έχει αντιληφθεί τα λάθη του παρελθόντος και έχει απεμπλακεί από τα ναρκωτικά. Τούτο σημειώνεται χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η παρούσα έχει αχθεί ενώπιον του μετά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος λόγω της φυγής του Κατηγορούμενου αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος και τη σύλληψη του στο ΚΕΔ Αερολιμένα Πάφου στις 6.1.2016 κατά την προσπάθεια του να αναχωρήσει στο εξωτερικό. Καθοδηγούμενη από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας. Επιβάλλεται, λοιπόν, στον Κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Έχοντας επιβάλει την πιο πάνω αναφερόμενη ποινή φυλάκισης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 186(Ι)/2003. Όπως δε έχει επανειλημμένα λεχθεί, η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά αφού το Δικαστήριο αποφασίσει το ύψος της ποινής ακολούθως εξετάζει κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Σε σχέση με τις αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως αντλώ καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 ΑΑΔ 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 CLR 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 CLR 17, Koukos v. Police
(1986)2 CLR 1, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 ΑΑΔ 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 ΑΑΔ 303, Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (αρ. 2)
(2005)2 ΑΑΔ 327. Καθοδηγούμενη, λοιπόν, από τις πιο πάνω νομικές αρχές, εξετάζω τόσο τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσο και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Χωρίς σε καμία περίπτωση να παραγνωρίζω τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και την ανάγκη για αποτροπή, κρίνω ότι με δεδομένη την αποζημίωση της παραπονούμενης εταιρείας και την αλλαγή στη στάση ζωής του Κατηγορούμενου και έχοντας υπόψη την άμεση παραδοχή του και το λευκό ποινικό του μητρώο, δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Συνεπακόλουθα, η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ......................................... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.