Χαράλαμπος Χαραλάμπους ν. Σταύρος Πέρδικος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8808/2011, 21/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, E. Δ Αρ. Υπόθεσης: 8808/2011 Χαράλαμπος Χαραλάμπους Κατηγορούσα Αρχή - ν -
- Σταύρος Πέρδικος
- Αναστασίου Τζούλια Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Τσίγκης (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ε. Ευριπίδου με κα Μ. Τσίγκη) Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Στ. Παπαθεοδώρου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση το κατηγορητήριο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης ισάριθμων επιταγών οι οποίες δεν εξοφλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι κατά ή περί την 26/7/2010 στη Λευκωσία, εξέδωσαν εις διαταγή του παραπονούμενου την επιταγή της Σ.Π.Ε. Γερίου υπ' αριθμό 22511532 για το ποσό των €1000, η οποία όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο εκδότης της επιταγής είχε άνευ εύλογης αιτίας ανακαλέσει την πληρωμή της. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας έχει τις ίδιες λεπτομέρειες, με τη διαφορά ότι αφορά την επιταγή της Σ.Π.Ε. Γερίου με αρ. 22511548 για το ποσό των €12000, η οποία σύμφωνα με το κατηγορητήριο εκδόθηκε κατά ή περί τις 27/12/2010. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Προς απόδειξη των κατηγοριών κατέθεσε ο ίδιος ο παραπονούμενος (ΜΚ1), η Σταυρούλλα Σολομώντος (ΜΚ2) υπάλληλος στην Περιφερειακή Σ.Π.Ε. Λευκωσίας Λτδ (πρώην Σ.Π.Ε. Γερίου) και η Άντρη Καλαβαζίδου (ΜΚ3), υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα. Αφού οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και επεξηγήθηκαν σε αυτούς τα δικαιώματα τους, επέλεξαν να προβάλουν κοινή υπεράσπιση στα πλαίσια της οποίας κατέθεσε ο κατηγορούμενος 1 και ο πρώην δικηγόρος του παραπονούμενου, Σπύρος Σπύρου (ΜΥ2). Η μαρτυρία καθώς και το σύνολο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας που διεξήχθη, είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη. Δεν θεωρώ σκόπιμο να προβώ σε λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αφού αναφορά στη μαρτυρία θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια της αξιολόγησης της και στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Αρκεί να σημειωθεί στο σημείο αυτό για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης της παρούσας, ότι η πλευρά της κατηγορούσας αρχής προώθησε τη θέση ότι ο παραπονούμενος δάνεισε στους κατηγορούμενους ποσό ίσο με αυτό των επίδικων επιταγών, εκδίδοντας τους τις επιταγές Τεκμήριο 1 και οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές (βλ. Τεκμήρια 2 και 3) από κοινό τους λογαριασμό με σκοπό να εξοφληθεί το εν λόγω χρέος, αλλά εν τέλει χωρίς εύλογη αιτία ανακάλεσαν την πληρωμή των επιταγών, οι οποίες έκτοτε παραμένουν απλήρωτες. Αντίθετα οι κατηγορούμενοι παρουσίασαν την εξής εκδοχή. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 η θέση που προωθήθηκε ήταν ότι η ίδια δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με την έκδοση και ανάκληση των επίδικων επιταγών, ούτε και συμμετείχε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην έκδοση ή ανάκληση τους. Ο κατηγορούμενος 1 προώθησε με τη μαρτυρία του τη θέση ότι ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές σαν αποτέλεσμα αθέτησης συμφωνίας μεταξύ του ίδιου και του παραπονούμενου. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολούθησω με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας, τον κατηγορούμενο 1 και το μάρτυρα υπεράσπισης να καταθέτουν ενόρκως και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνω υπόψη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, την ειλικρίνεια τους, την αμεσότητα των απαντήσεων τους, τη μνήμη και εν γένει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση λαμβάνω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, σε σχέση με τον ορθό τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας και δη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος κατά την αξιολόγηση έλαβα υπόψη και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αρχίζοντας από τον παραπονούμενο (ΜΚ1), σημειώνω ότι η εκδοχή που πρόβαλε περιστρεφόταν γύρω από το ότι με τους κατηγορούμενους είναι γνωστοί και ότι στην προκειμένη περίπτωση του είχαν ζητήσει δανεικά και επειδή δεν είχε κακό προηγούμενο μαζί τους δέχθηκε να τους δανείσει δίνοντας τους επιταγές (βλ. Τεκμήριο 1). Όπως υποστήριξε οι ίδιοι του έδωσαν πίσω το αντίστοιχο ποσό με τις επίδικες επιταγές (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). Ως επίσης ανέφερε η μοναδική οικονομική σχέση που είχε μαζί τους πριν τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση των επίδικων επιταγών ήταν ότι είχε δανείσει στους κατηγορούμενους χρήματα και αυτοί του έδωσαν ως αντάλλαγμα χωράφια, πράξεις οι οποίες ως ανέφερε, τελείωσαν και έκλεισαν. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του περιείχε πολλές ασάφειες και αντιφάσεις και εν γένει ο τρόπος με τον οποίο κατέθετε έδιδε ξεκάθαρα την εντύπωση ότι ο ίδιος δεν αντιλαμβανόταν τη σοβαρότητα που είχαν οι δηλώσεις του ενόρκως, αφού για το ίδιο ζήτημα μεταπηδούσε από τη μια θέση στην άλλη και τανάπαλιν, χωρίς μάλιστα πολλή σκέψη. Ένα τέτοιο ζήτημα ήταν ο χρόνος έκδοσης των επιταγών με τις οποίες δάνεισε ο ίδιος το ποσό των €13.000 στον κατηγορούμενο 1 (βλ. Τεκμήριο 1) και ο χρόνος έκδοσης των επίδικων επιταγών από τους κατηγορούμενους (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). Συγκεκριμένα ενώ ξεκάθαρα ανέφερε σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου του κατά την κυρίως εξέταση του ότι όλες τις επιταγές που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 1 τις έδωσε στους κατηγορούμενους την ίδια μέρα και ότι την ίδια μέρα του εξέδωσαν και αυτοί τις επίδικες επιταγές[1], σε άλλο σημείο ερωτηθείς γιατί οι επιταγές του Τεκμηρίου 1 φέρουν ημερομηνία προοδευτικά από τον Ιούλιο του 2010 μέχρι το Νοέμβριο του 2010, ανέφερε ότι τα λεφτά οι κατηγορούμενοι τα χρειάζονταν για να κάνουν γήπεδο paintball και έτσι δίνονταν σταδιακά τα ποσά για να προχωρεί και να πληρώνει τους προμηθευτές. Παρεμβάλλεται εδώ ότι παρά τις πιο πάνω αναφορές του, στη συνέχεια ανέφερε ότι το ποσό της πρώτης επιταγής €1000 (Τεκμήριο 2) δεν σχετιζόταν με τη δημιουργία γηπέδου paintball. Στη συνέχεια δε ερωτηθείς πότε εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές από τους κατηγορούμενους, αρχικά ανέφερε «ό,τι αναφέρεται στις επιταγές», ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι εκδίδονταν όταν τους δίνονταν επιταγές από τον ίδιο[2] . Η τελευταία αυτή θέση του, πρέπει να λεχθεί ότι δεν συνάδει ούτε λογικά εφόσον οι επιταγές του Τεκμηρίου 1 (πέντε στο σύνολο) είναι περισσότερες από τις επίδικες (Τεκμήρια 2 και 3) που είναι δύο. Η θέση δε αυτή δεν συνάδει ούτε με τη θέση που αρχικά πρόβαλε ο παραπονούμενος ότι όλες οι δικές του επιταγές δόθηκαν την ίδια μέρα και ότι την ίδια μέρα έλαβε και ο ίδιος τις επιταγές από τους κατηγορούμενους. Πέραν των πιο πάνω σε άλλο σημείο ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν πάει δύο φορές στο γραφείο του 26/7 και 27/12, αφήνοντας να νοηθεί ότι οι δοσοληψίες έγιναν σε εκείνες τις δύο ημερομηνίες. Στα πιο πάνω θα πρέπει να προστεθούν οι επίσης συγκεχυμένες θέσεις του για το συγκεκριμένο ζήτημα κατά την αντεξέταση του, όταν ερωτηθείς σχετικά ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι επιταγές του Τεκμηρίου 1 που έδωσε στους κατηγορούμενους δεν εκδόθηκαν την ίδια μέρα όλες, και ότι εκδόθηκαν την ημερομηνία που αναγράφουν πάνω, ενώ σε άλλο σημείο ερωτηθείς ανέφερε ότι η πρώτη επιταγή του Τεκμηρίου 1 ημερ.1/7/2010 εκδόθηκε εκείνη τη μέρα και ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επιταγή Τεκμήριο 2 στις 26/7/2010, δηλαδή όχι την ίδια μέρα που έλαβε τα €
- Ως προς την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής των €12.000 δεν είχε ξεκάθαρη θέση, ενώ εν τέλει φαίνεται να προώθησε τη θέση ότι οι κατηγορούμενοι του την εξέδωσαν πριν τους εκδώσει τις τελευταίες δύο ή τρεις επιταγές του Τεκμηρίου 1, επειδή ο ίδιος αρνείτο να τους δώσει περαιτέρω χρήματα χωρίς κάποια εξασφάλιση. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ο παραπονούμενος αναφερόμενος στις επιταγές που έλαβε από τους κατηγορούμενους οι οποίες ήταν δύο (βλ. Τεκμήρια 2 και 3) άλλοτε μιλούσε για μια επιταγή και άλλοτε για δύο. Χαρακτηριστική είναι η εξής αναφορά του την οποία παραθέτω αυτούσια: «Για να τους δώσω εγώ επιταγές μου έδωσαν οι ίδιοι τη δική τους επιταγή γιατί δεν είχαμε τόσο αδελφικές, φιλικές, που να τους δώσω €13.000 χωρίς κάποιο αντίκρισμα. Γι' αυτό μου έδωσαν δική τους επιταγή, που έδωσα δικές μου πολλές φορές.» Επίσης ουσιώδης αντίφαση παρουσιάζεται στη θέση του ως προς τη συμπλήρωση των επιταγών. Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση του ανέφερε με θετικότητα ότι οι επιταγές συμπληρώθηκαν από τους κατηγορούμενους μπροστά του και συγκεκριμένα στο ιατρείο του όταν ήταν παρόντες ο ίδιος και οι δύο κατηγορούμενοι. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανασκεύασε αναφέροντας ότι τις επιταγές συμπλήρωσε ο κατηγορούμενος 1 στην παρουσία της κατηγορούμενης
- Ερωτηθείς δε για το ίδιο θέμα κατά την αντεξέταση του παρουσίασε ουσιωδώς διαφοροποιημένες θέσεις. Συγκεκριμένα ερωτηθείς ποιος έβαλε τα στοιχεία στην πρώτη επιταγή Τεκμήριο 2 πλην της υπογραφής η οποία ως του αναφέρθηκε από τον τότε συνήγορο υπεράσπισης τέθηκε από τον κατηγορούμενο 1, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και δεν θυμάται επειδή πέρασε πολύς καιρός από το
- Όταν του υπεδείχθη ότι στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι συμπληρώθηκαν και του δόθηκαν στο γραφείο του και ερωτηθείς πως είναι δυνατόν τώρα να λέει ότι δεν θυμάται, ανέφερε ότι μπορεί να την άφησαν ανοιχτή σε σχέση με το ποσό για να το γράψει ο ίδιος, αλλά εν τέλει ανέφερε ότι αυτό είναι μια λεπτομέρεια που δεν τη θυμάται. Εύλογα βέβαια διερωτάται κάποιος για ποιο λόγο προχώρησε και ανέφερε στο Δικαστήριο θέσεις για ζητήματα τα οποία δεν θυμόταν και γιατί δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ευθέως και εξ αρχής ότι δεν θυμόταν, εάν αυτή ήταν στην πραγματικότητα η θέση του. Εν τέλει κατά την αντεξέταση του ανέφερε σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 2 ότι το όνομα είναι συμπληρωμένο με τα δικά του γράμματα, αλλά όχι το ποσό και η ημερομηνία, και για την επιταγή Τεκμήριο
- ότι την εν λόγω επιταγή τη συμπλήρωσε ο ίδιος σε όλα τα στοιχεία αυτής πλην της υπογραφής. Από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι ο ΜΚ1 χωρίς πολλή σκέψη προέβαινε ανεπιφύλακτα και με περισσή βεβαιότητα σε τοποθετήσεις για τις οποίες δεν ήταν προφανώς σίγουρος ή βέβαιος, και τις οποίες αναιρούσε στη συνέχεια χωρίς ιδιαίτερο ενδοιασμό και χωρίς πολλή σκέψη. Η πιο πάνω στάση του παραπονούμενου δημιουργεί πολύ σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο για την αξιοπιστία του και σίγουρα δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία του για εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων, ιδιαίτερα με δεδομένο και το άμεσο του συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. H ΜΚ2 υπάλληλος στην Περιφερειακή ΣΠΕ Λευκωσίας Λτδ (πρώην ΣΠΕ Γερίου) μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Μου έδωσε την εντύπωση προσώπου που ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει τα όσα πραγματικά η ίδια γνώριζε για την υπόθεση και αυτό έπραξε. Η μαρτυρία της στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι. Με τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στο λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές, αναγνώρισε τα αντίγραφα των επιταγών και ανέφερε ότι εκδόθηκαν από τον συγκεκριμένο λογαριασμό των κατηγορουμένων και δεν τιμήθηκαν με βάση τα αρχεία που τηρούν, επειδή, ως ανέφερε, ο πελάτης ανακάλεσε την πληρωμή των εν λόγω επιταγών. Παρουσίασε τις γραπτές οδηγίες για ανάκληση που δόθηκαν από τον κατηγορούμενο 1 (βλ. Τεκμήριο 5 και 6), με αιτιολογία την αθέτηση συμφωνίας, αλλά δεν μπορούσε να αναφέρει ακριβώς πότε δόθηκαν οι σχετικές οδηγίες ανάκλησης, εφόσον αυτό δεν φαινόταν ξεκάθαρα από τα έγγραφα που παρουσίασε. Εξήγησε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές δεν εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού των κατηγορουμένων που παρουσίασε, επειδή όταν ανακληθεί η πληρωμή επιταγών δεν χρεώνεται ο λογαριασμός. Επίσης κατόπιν που της ζητήθηκε σύγκρινε τα Τεκμήρια 2 και 3 (αντίγραφα των επίδικων επιταγών) με τα δικά της αντίγραφα, ενώ προτού απαντήσει εξήγησε ότι οι επιταγές φωτογραφίζονται και έρχονται κοντά τους ως φωτογραφίες στο στάδιο που παρουσιάζονται για πληρωμή και πως η ίδια όταν πήρε την κλήση απλά τις τύπωσε. Επί της ουσίας της ερώτησης ανέφερε ότι τα Τεκμήρια 2 και 3 είναι τα ίδια με αυτά που τύπωσε και κατέθεσε ως Τεκμήρια 7 και
- Ερωτηθείσα αν αυτά που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και αυτά που έχει η ίδια είναι πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων που δεν έχουν εξαργυρωθεί απάντησε ότι είναι οι ίδιες επιταγές. Η ΜΚ3 Άντρη Καλαβαζίδου υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα στο υποκατάστημα της λεωφόρου Στροβόλου, επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Η μάρτυρας αυτή στην ουσία κλήθηκε για να καταθέσει σε σχέση με το ότι οι επιταγές του Τεκμηρίου 1 τιμήθηκαν προς όφελος του κατηγορούμενου
- Η μαρτυρία της στην ουσία αμφισβητήθηκε μόνο σε σχέση με το αν εξαργυρώθηκαν όλες οι επιταγές του Τεκμηρίου 1 από τον κατηγορούμενο 1, υπό το φως του ότι η ίδια είχε αναφέρει ότι είχε προσωπική ανάμειξη στην εξαργύρωση μόνο μιας εκ των επιταγών του Τεκμηρίου
- Πέραν των όσων η ίδια ανέφερε ότι δηλαδή μπορεί να επιβεβαιώσει το γεγονός της εξαργύρωσης όλων των επιταγών από τον κατηγορούμενο 1 από τα ίδια τα τεκμήρια, διότι ως ανέφερε όταν έχουν το όνομα του δικαιούχου την υπογραφή του πίσω, την ανάλυση των μετρητών και τη σφραγίδα paid, σημαίνει ότι έχουν πληρωθεί cash στο ταμείο, υπενθυμίζω ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος με τη μαρτυρία του δέχθηκε ότι έλαβε τα ποσά των επιταγών του Τεκμηρίου 1, ενώ ούτε και ο παραπονούμενος αμφισβητήθηκε σε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του. Επομένως αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ως έχει ήδη αναφερθεί για την υπεράσπιση κατέθεσε ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος
- Ο κατηγορούμενος εν ολίγοις προώθησε την εξής εκδοχή. Κατ' αρχάς ήταν η θέση του ότι η σύζυγος του, κατηγορούμενη 2 δεν είχε καμία ανάμειξη είτε στην έκδοση είτε στην ανάκληση των επίδικων επιταγών. Σε σχέση με την εμπλοκή του ίδιου προώθησε τη θέση ότι ο παραπονούμενος του είχε δανείσε και άλλα χρήματα (όχι τις επίδικες €13.000) περί το 2008 και προς εξόφληση της οφειλής του αυτής συμφώνησε με τον παραπονούμενο όπως του μεταβιβάσει ακίνητη περιουσία και συγκεκριμένα τρία τεμάχια. Επειδή όμως η ακίνητη περιουσία που θα μεταβιβάζετο ήταν μεγαλύτερης αξίας από το χρέος του κατηγορούμενου 1, συμφώνησαν όπως ο παραπονούμενος του δώσει επιπλέον το ποσό των €30.
- Συνακόλουθα κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο παραπονούμενος του εξέδωσε και του παρέδωσε επιταγή μεταχρονολογημένη, πληρωτέα μετά από ένα έτος, και συγκεκριμένα με ημερομηνία 28/4/2011 για €30.000 (βλ. Τεκμήριο 10) την οποία ο κατηγορούμενος 1, με βάση τη συμφωνία τους δεν θα εξαργύρωνε μέχρι να έβρισκε (ο κατηγορούμενος 1) κάποιον αγοραστή για να πωληθούν οι μεταβιβασθείσες περιουσίες και να πάρει τα λεφτά του ο παραπονούμενος και ο ίδιος οποιοδήποτε τυχόν υπόλοιπο. Όπως υποστήριξε αν ο ίδιος δεν έβρισκε αγοραστή σε ένα χρόνο τότε, θα διαπραγματεύονταν και πάλι το ποσό των €30.000 και αν δεν γινόταν εφικτό να συμφωνήσουν τότε ο κατηγορούμενος 1 θα του επέστρεφε τα λεφτά που του χρωστούσε και ο παραπονούμενος θα του επέστρεφε τις περιουσίες που του μεταβίβασε. Ο κατηγορούμενος 1 υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε εξεύρει αγοραστή, αλλά ο παραπονούμενος δεν συναινούσε στην πώληση προβάλλοντας ως λόγο ότι η περιουσία ήταν στο όνομα των παιδιών του ή εταιρείας. Σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο 1 εφόσον δεν δεχόταν την πώληση έπρεπε να πληρώσει. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο ίδιος χρειαζόταν λεφτά για κάποιο γήπεδο χρωματοσφαίρισης (paintball) που κατασκεύαζε και επειδή ο παραπονούμενος του είπε ότι δεν είχε χρήματα για να του δώσει από προσωπικό του λογαριασμό και θα έπαιρνε χρήματα από εταιρεία που είχε με τη γυναίκα του για να του δώσει, ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να του εκδόσει ανοικτή επιταγή για να τη δείξει στη γυναίκα του έτσι ώστε να την πείσει ότι θα έβαζε πίσω αυτά τα λεφτά, μέχρι να βρει ο ίδιος τα χρήματα για να τα καλύψει. Υπό το φως των πιο πάνω και σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 1, η επιταγή Τεκμήριο 3 η οποία δόθηκε με μόνη την υπογραφή του και κενή κατά τα λοιπά, δεν θα κατατίθετο. Όπως υποστήριξε πράγματι ο παραπονούμενος τους έδωσε τα χρήματα με τις επιταγές Τεκμήριο 1, αλλά σε κάποιο σημείο ο παραπονούμενος σταμάτησε να τους δίνει χρήματα και ο κατηγορούμενος 1 του ανέφερε ότι θα σταματήσει την επιταγή Τεκμήριο
- Μετά από αυτή την εξέλιξη ο παραπονούμενος συμπλήρωσε την επιταγή Τεκμήριο 3 και την κατέθεσε προς εξαργύρωση. Ήταν η θέση του πως μετά που ενημερώθηκε από την τράπεζα ότι κατατέθηκαν οι επιταγές για εξαργύρωση, πήγε και βρήκε τον παραπονούμενο και λογομάχησαν και ακολούθως κατέληξαν σε συμφωνία, αφού ο ίδιος έδωσε στον παραπονούμενο την επιταγή των €30000 (βλ. Τεκμήριο 10) και ο παραπονούμενος του επέστρεψε τις επίδικες επιταγές (δηλαδή τα πρωτότυπα των Τεκμηρίων 2 και 3) τα οποία ο ίδιος κατέστρεψε. Αυτός υποστήριξε ήταν και ο λόγος που ο παραπονούμενος δεν είχε τις πρωτότυπες επιταγές για να τις παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του πως τότε ο ίδιος ο παραπονούμενος έγραψε πάνω στην επιταγή των €30.000 (Τεκμήριο 10) τη φράση «Μένουν 15 000», αφού τον χρέωσε το ποσό των €13.000 πλέον €2000 τόκους και ακολούθως ο ίδιος για να δείξει στον παραπονούμενο πως δεν θα προχωρούσε να καταθέσει την επιταγή των €30.000 (Τεκμήριο 10), την έσχισε μπροστά του, αλλά την κράτησε ως απόδειξη, εξ ου και το Τεκμήριο 10 είναι σχισμένο και μετά κολλημένο. Σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 2 δέχθηκε ότι την εξέδωσε και επικαλέστηκε ως λόγο για την ανάκληση τη συμφωνία αυτή που είχε με τον παραπονούμενο, ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε ότι αυτή η επιταγή είχε εκδοθεί πιο πριν και πως ο λόγος που την ανακάλεσε ήταν διότι ο παραπονούμενος του είχε πει ότι θα του χάριζε τα χρήματα εκείνα λόγω δουλειών που έκανε ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 για λογαριασμό του παραπονούμενου στην Πάφο. Πρέπει να πω ότι ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατ' αρχάς η πιο πάνω εκδοχή του την οποία συνοπτικά προσπάθησα να παραθέσω, αναδύεται μέσα από τη μαρτυρία του, με πολύ κόπο αφού ο τρόπος με τον οποίο κατέθετε, ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση του ήταν ασαφής, συγκεχυμένος και δυσνόητος. Εν γένει σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του αναφερόταν σε άσχετα ζητήματα και πλατείαζε αχρείαστα αποφεύγοντας συχνά να απαντήσει το ζητούμενο. Δεν ήταν δε λίγες οι φορές που εμφανώς προσπαθούσε να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο με αναφορές σε άσχετα ζητήματα, όπως ο ισχυρισμός του ότι ο παραπονούμενος έχει για παράδειγμα καταδολιεύσει το δημόσιο, ισχυρισμός ο οποίος εν πάση περιπτώσει παρέμεινε μετέωρος. Επίσης χωρίς λόγο αρνείτο να απαντήσει σε ερωτήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η ερώτηση που του τέθηκε σε σχέση με το Τεκμήριο 6 (επιστολή ανάκλησης), το οποίο αναφέρει ως λόγο ανάκλησης την αθέτηση συμφωνίας, όμως περιλαμβάνει πέραν από την επιταγή Τεκμήριο 2 και άλλες επιταγές. Συγκεκριμένα ερωτήθηκε σε σχέση με αυτό το Τεκμήριο, ποια ήταν η συμφωνία που αθετήθηκε για τις άλλες επιταγές που αναφέρονται στο εν λόγω τεκμήριο, όπου αρνήθηκε ρητά να απαντήσει, ενώ ακολούθως και προφανώς για να αποφύγει να απαντήσει ανέφερε ότι δεν θυμάται. Ανεξαρτήτως τούτου όμως η όλη του εκδοχή είναι διάτρητη και πιο κάτω εξηγώ τους λόγους. Κατ' αρχάς η εκδοχή που προώθησε ο κατηγορούμενος 1 ποτέ δεν τέθηκε στο σύνολο της στον παραπονούμενο ενόσω κατέθετε, αφού κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου από τον τότε συνήγορο υπεράσπισης οι θέσεις που προωθήθηκαν ήταν οι εξής. Πρώτον τέθηκε θέμα ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εξοφληθεί πριν την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης (η οποία καταχωρήθηκε 2/3/2011) χωρίς καν να προσδιοριστεί ο τρόπος. Άλλη θέση που προωθήθηκε ήταν ότι η επιταγή ημερ. 28/4/2011 (Τεκμήριο 10) είχε εκδοθεί το 2011 γιατί ο παραπονούμενος όφειλε στον κατηγορούμενο χρήματα για ακίνητα σε σχέση με τα οποία συναλλασσόταν με τον κατηγορούμενο 1 ή και προμήθειες που του έδινε και σε άλλο σημείο ότι η επιταγή (Τεκμήριο 10) αφορούσε χρήματα για χωράφια που κατά καιρούς ο κατηγορούμενος 1 του μεταβίβαζε. Οι θέσεις όμως που τέθηκαν στον παραπονούμενο σε κανένα σημείο δεν διαφώτιζαν ως προς το πως συσχετίζεται η εν λόγω επιταγή των €30.000 (Τεκμήριο 10) με τις επίδικες. Η μοναδική θέση που μπόρεσα να εντοπίσω που μπορεί να θεωρηθεί ότι προορίζεται προς αυτή τη κατεύθυνση ήταν για να πω το λιγότερο δυσνόητη, και σε καμία περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ότι έθεσε στο παραπονούμενο την ουσία της εκδοχής που προώθησε ο κατηγορούμενος
- Παραθέτω αυτούσια τη σχετική θέση ως τέθηκε στον παραπονούμενο από τον τότε συνήγορο υπεράσπισης των κατηγορουμένων: «Ο λόγος που αναγράφηκε 15.000 μείον είναι γιατί οι 13.000 αφορούσε την οφειλή τους και εκείνο το οποίο έγινε βάλετε και 15.000 τόκους για αυτό γράφει μείον 15.000». Από την άλλη η ουσία της εκδοχής του κατηγορούμενου 1 που ήταν εν τέλει ότι ο παραπονούμενος του χρωστούσε €30.000 από τη μεταβίβαση κτημάτων που έγιναν για εξόφληση προγενέστερου χρέους του κατηγορούμενου 1 που εκκρεμούσε από το 2008, το οποίο χρέος ήταν μικρότερο από την αξία της μεταβιβασθείσας ακίνητης ιδιοκτησίας εξ ου και του έδωσε την επιταγή των €30,000 την οποία ο κατηγορούμενος 1 δεν θα κατέθετε μέχρι να εξεύρει αγοραστή και να πάρει τα λεφτά του ο παραονούμενος και ότι τα λεφτά των επίδικων επιταγών δόθηκαν στον κατηγορούμενο 1 έναντι εκείνου του χρέους του παραπονούμενου (των €30.000) επειδή ο παραπονούμενος αρνείτο να συγκατατεθεί στην πώληση των μεταβιβασθέντων τεμαχίων, είναι προφανές ότι ποτέ δεν τέθηκε ούτε κατά προσέγγιση στον μάρτυρα κατηγορίας όταν κατέθετε. Αφήνω δε κατά μέρος ότι δεν τέθηκαν ούτε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες της συμφωνίας με βάση την οποία προέκυψε η οφειλή των €30.000, συμπεριλαμβανομένων και των λεπτομερειών των ακινήτων, την ημερομηνία της μεταβίβασης ή το ποσό για το οποίο έγινε η μεταβίβαση. Ούτε όμως τέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η θέση ότι η επιταγή Τεκμήριο 3 δόθηκε με μόνο σκοπό να τη δείξει ο παραπονούμενος στη σύζυγο του για να μπορέσει να εξασφαλίσει ο παραπονούμενος την πληρωμή των ποσών προς τον κατηγορούμενο από λογαριασμό εταιρείας που διατηρούσε με τη σύζυγο του. Περαιτέρω ούτε και η θέση που προβλήθηκε σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 2, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 1 ανακάλεσε την πληρωμή της διότι ο παραπονούμενος του είχε πει ότι θα του «χάριζε» το ποσό της επιταγής εκείνης λόγω κάποιων δουλειών που του είχε κάνει ο κατηγορούμενος 1 στην Πάφο, τέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στον παραπονούμενο, παρά μόνο ακούστηκε για πρώτη φορά στα πλαίσια της μαρτυρίας του κατηγορούμενου
- Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της παράλειψης αντεξέτασης μαρτύρων κατηγορίας πάνω σε συγκεκριμένες θέσεις και θέματα. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 στη σελ. 590 στην οποία με παρέπεμψε και ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκαν τα εξής «Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599. Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ... Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων.» Από τα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί προκύπτει αβίαστα, κατά την κρίση μου, ότι η παράλειψη που βαραίνει την υπεράσπιση, αφορά την καρδιά των θέσεων που προωθήθηκαν με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 και συναφώς η περί του αντιθέτου εισήγηση του κ. Παπαθεοδώρου με αναφορά στην υπόθεση Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 102 στη σελίδα 118, ότι δηλαδή η ουσία της εκδοχής των κατηγορουμένων τέθηκε στον παραπονούμενο και πως δεν θα πρέπει επομένως να επηρεαστεί το Δικαστήριο από τον παράγοντα αυτό κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 1, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Και για να το θέσω αλλιώς και πιο απλά, υπό τις περιστάσεις κανένας κατά την κρίση μου δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι αυτή θα ήταν η εκδοχή του κατηγορούμενου 1 στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη του την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθησαν οι μάρτυρες κατηγορίας. Επομένως και υπό το φως των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη μου ότι ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η υπεράσπιση του κατηγορούμενου 1 πλήττει την καίρια την αξιοπιστία της εκδοχής του, ενώ η ίδια η εκδοχή του ως μονόπλευρη δεν θα ήταν δίκαιο και δεν θα πρέπει κατά την κρίση μου να ληφθεί υπόψη εν πάση περιπτώσει. Ανεξαρτήτως όμως τούτου η εκδοχή που πρόβαλε ο κατηγορούμενος 1 είναι προβληματική και επί των δικών της όρων, αφού πολλές πτυχές τις ισχυριζόμενης συμφωνίας και εν γένει των θέσεων που πρόβαλε ο κατηγορούμενος 1 ήταν ασαφείς, αντιφατικές και συγκεχυμένες. Συγκεκριμένα ενώ ο κατηγορούμενος 1 αναφέρθηκε σε 3 τεμάχια ως το αντικείμενο της συναλλαγής με την οποία θα εξοφλείτο το παλαιό χρέος, στη συνέχεια της μαρτυρίας του προώθησε τη θέση ότι η συμφωνία στη βάση της οποίας του δόθηκε η επιταγή των €30.000 (Τεκμήριο 10) αφορούσε δύο τεμάχια (το 0/8739 που αναφέρεται στο Τεκμήριο 11 και το ακίνητο που αναφέρεται στη γνωστοποίηση Τεκμήριο 12) και πως το τρίτο δόθηκε αργότερα σαν "extra bonus" για τα λεφτά που θα τους έδιδε αργότερα ο παραπονούμενος. Πέραν τούτου ενώ η αρχική του θέση ήταν ότι τα ακίνητα που μεταβίβασε στον παραπονούμενο ανήκαν στη σύζυγο του, με τη μαρτυρία που ο ίδιος παρουσίασε προέκυψε ότι το ένα εκ των ακινήτων το οποίο επικαλέστηκε ανήκε πράγματι στη σύζυγο του, αλλά το άλλο ανήκε στον παππού του. Ενώ δε ο ίδιος στην αρχή της μαρτυρίας του δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιο ήταν το ποσό που του είχε δανείσει το 2008 ο παραπονούμενος, ούτε σε τι ποσό ανέρχονταν οι κατ' ισχυρισμό τόκοι που του επέβαλε, ούτε για ποιο ποσό θα γινόταν η μεταβίβαση των ακινήτων στην οποία ο ίδιος έκανε αναφορά, κατά την αντεξέταση του προέβη σε συγκεκριμένες αναφορές για τα ζητήματα αυτά, προωθώντας τη θέση ότι ο παραπονούμενος του ζητούσε €27.000 με τους τόκους και ότι η συμφωνία για τη γη που του μεταβίβασε ήταν €57.
- Πέραν τούτου ανέφερε ότι την επιταγή των €30.000 (βλ. Τεκμήριο 10) του την είχε δώσει ο παραπονούμενος κατά το χρόνο της μεταβίβασης και εκδόθηκε μεταχρονολογημένη αφού ήταν πληρωτέα ένα έτος μετά. Η μεταβίβαση όμως, όπως εν τέλει υποστήριξε, έγινε τον Απρίλιο του 2009, ενώ η επιταγή Τεκμήριο 10 ήταν πληρωτέα τον Απρίλιο του 2011, θέση η οποία προφανώς και δε συνάδει με τη θέση του ότι η επιταγή του δόθηκε με μεταχρονολόγηση ενός έτους από την ημερομηνία που έγινε η μεταβίβαση. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι σε δύο τουλάχιστον σημεία της αντεξέτασης του ΜΚ1 προωθήθηκε η θέση ότι η επιταγή Τεκμήριο 10 εκδόθηκε το 2011, θέση η οποία σαφώς και αντιστρατεύεται τις θέσεις που προώθησε ο κατηγορούμενος
- Επίσης χωρίς συνοχή ήταν και η πιο κάτω θέση του. Συγκεκριμένα ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η συμφωνία τους διαλάμβανε ότι είτε θα έβρισκαν αγοραστή στον 1 χρόνο ή αν δεν έβρισκαν θα συμφωνούσαν για το ποσό των €30000 ή κάτι λιγότερο και αν δεν συμφωνούσαν ο κατηγορούμενος 1 θα του έδινε πίσω τα λεφτά που του χρωστούσε και ο παραπονούμενος θα του μεταβίβαζε τις περιουσίες του πίσω. Κατ' αρχάς δεν καθίσταται αντιληπτό τι εννοούσε με την αναφορά του στο ότι θα έπρεπε να συμφωνούσαν για το ποσό των €30.000, το οποίο σύμφωνα με τα λεγόμενα του ήταν ήδη συμφωνημένο. Πέραν τούτου κληθείς να διευκρινίσει ποια λεφτά θα επέστρεφε ο ίδιος και ενώ λογικά θα ανένεμενε κάποιος να αναφέρει τα λεφτά που του είχε δανείσει ο παραπονούμενος το 2008, αφού για αυτά είχε γίνει η συγκεκριμένη δοσοληψία σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ο ίδιος έκανε αναφορά στις €13.000 που ήταν χρήματα που δόθηκαν μετέπειτα. Επίσης σε σχέση με την επιταγή των €30000 (Τεκμήριο 10) αρχικά ανέφερε ότι μετά που επεστράφησαν απλήρωτες οι επιταγές Τεκμήρια 2 και 3, πήγε και συνάντησε τον παραπονούμενο και αφού λογομάχησαν κατέληξαν σε συμφωνία, αφότου ο ίδιος του έδωσε την επιταγή Τεκμήριο
- Στη συνέχεια όμως υποστήριξε ότι ο ίδιος κρατούσε την επιταγή Τεκμήριο 10 και την έσχισε για να δείξει στον παραπονούμενο ότι δεν θα την κατέθετε, επισημαίνοντας του μάλιστα πως θα την κρατούσε ως απόδειξη. Είναι προφανές ότι και οι πιο πάνω θέσεις του κατηγορούμενου 1 αντιφάσκουν μεταξύ τους. Περαιτέρω εύλογα δημιουργείται το ερώτημα για ποιο λόγο τη συγκεκριμένη επιταγή (Τεκμήριο 10) έκρινε σκόπιμο να την κρατήσει για απόδειξη, ενώ τα πρωτότυτα των Τεκμηρίων 2 και 3 τα οποία ως ισχυρίστηκε του δόθηκαν από τον κατηγορούμενο τα κατέστρεψε. Περαιτέρω ιδιαίτερα κακή εντύπωση έκανε στο Δικαστήριο η προσπάθεια που έκανε κατά την αντεξέταση του και δη προς το τέλος αυτής, να προωθήσει για πρώτη φορά τη θέση ότι δεν ήταν η υπογραφή του στις επίδικες επιταγές, κάνοντας μάλιστα αναφορά και σε ενδεχόμενο κλήσης γραφολόγου, τη στιγμή που καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας δεν είχε τεθεί τέτοιο θέμα. Στη συνέχεια βέβαια και αντιλαμβανόμενος προφανώς ότι δεν είχε πιθανότητα επιτυχίας η θέση αυτή, την εγκατέλειψε. Επίσης χωρίς συνοχή θεωρώ και τη θέση του, η οποία στην ουσία αποτέλεσε και τη βάση της εκδοχής του, ότι εφόσον ο παραπονούμενος αρνείτο να πωλήσει τα μεταβιβασθέντα ακίνητα, θα έπρεπε να πληρώσει. Και τούτο διότι σύμφωνα με τα ίδια του τα λεγόμενα ο παραπονούμενος είχε ήδη πληρώσει με τη μεταχρονολογημένη επιταγή Τεκμήριο 10 και επομένως δεν καθίσταται αντιληπτό από που προέκυπτε η υποχρέωση του παραπονούμενου να του εκδόσει επιταγές έναντι του ισχυριζόμενου χρέους, για το οποίο είχε ήδη δώσει, σύμφωνα πάντα με τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε, επιταγή για €30.000 (Τεκμήριο 10) την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 είχε πάντοτε στην κατοχή του. Περαιτέρω δεν συνάδει λογικά η έκδοση της επιταγής Τεκμήριο 2 από τον κατηγορούμενο 1, με τη θέση του τελευταίου ότι ο παραπονούμενος όφειλε σε αυτόν χρήματα κατά τον χρόνο εκείνο. Η εξήγηση που προσπάθησε να προωθήσει, ερωτηθείς για αυτό, ότι δηλαδή ο παραπονούμενος ήθελε απόδειξη ότι του έδωσε €1000, σίγουρα δεν πείθει, αφού αν αυτό ήταν που ήθελε ο παραπονούμενος, θα μπορούσε να του δώσει μια γραπτή απόδειξη για το σκοπό αυτό και όχι επιταγή με όλες τις συνέπειες που μια τέτοια ενέργεια μπορούσε να έχει. Επίσης αντιφατική ήταν η εκδοχή του ως προς τους λόγους ανάκλησης των επίδικων επιταγών, αφού ως λόγος ανάκλησης στα Τεκμήρια 5 και 6 αναφέρεται η αθέτηση συμφωνίας, ενώ ο ίδιος ερωτηθείς συγκεκριμένα κατά την κυρίως εξέταση του για ποιο λόγο προχώρησε στην ανάκληση των επίδικων επιταγών ανέφερε επί λέξει «Διότι δεν είχα εμπιστοσύνη του γιατρού ότι δεν θα έκαμνε κάτι με τες επιταγές μου, μπορεί να έγραφε και 50.000 ευρώ, μπορεί και 100.000, διότι ήταν ανοικτή η επιταγή, τουλάχιστον. Όταν επεστράφησαν οι επιταγές με ενημέρωσαν από την ΣΠΕ ότι παρουσιάστηκαν για να εξαργυρωθούν.» Σε κάθε δε περίπτωση ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν σαφής ως προς το αν η συμφωνία που αθετήθηκε ήταν η ίδια και για τις δύο επιταγές, αφού άλλοτε φάνηκε να προωθούσε τη θέση ότι και η επιταγή Τεκμήριο 2 ανακλήθηκε λόγω των όσων ανέφερε σε σχέση με τις μεταβιβάσεις ακινήτων και την επιταγή των €30.000, ενώ σε άλλο σημείο προέβαλε τη θέση ότι ο λόγος ανάκλησης της επιταγής Τεκμήριο 2 ήταν διότι ο παραπονούμενος του είχε πει ότι θα του χάριζε τα χρήματα του Τεκμηρίου 2, λόγω εργασιών που είχε κάνει προς όφελος του ο κατηγορούμενος 1 στον Πύργο της επαρχίας Πάφου. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και με δεδομένο το άμεσο συμφέρον του κατηγορούμενου από την έκβαση της παρούσας δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Ως προς τη θέση του κατηγορούμενου 1 ότι ο παραπονούμενος δεν είχε στην κατοχή του τις πρωτότυπες επιταγές για να τις παρουσιάσει επειδή τις είχε επιστρέψει στον ίδιο τον κατηγορούμενο 1, σημειώνω τα εξής. Η θέση αυτή ακόμη και εάν κρινόταν αποδεκτή ουδόλως θα επηρέαζε τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων τα οποία ως φαίνεται και από τις σχετικές σφραγίδες και τη μαρτυρία της ΜΚ2 διαπράχθηκαν, δηλαδή οι επιταγές ανακλήθηκαν από τον κατηγορούμενο 1 πριν παρουσιαστούν για πληρωμή από τον παραπονούμενο και ακολούθως και αφού παρουσιάστηκαν για πληρωμή δεν τιμήθηκαν για αυτό το λόγο. Το εάν επεστράφησαν στη συνέχεια οι επιταγές είχε να κάνει, ενδεχομένως, με το ζήτημα της μετέπειτα συμμόρφωσης και σίγουρα η υπεράσπιση είχε το βάρος να αποδείξει το σχετικό ισχυρισμό που προώθησε. Πέραν της γενικότητας του ισχυρισμού που προωθήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 ο οποίος δεν έθεσε στον παραπονούμενο καν με ποιο τρόπο έγινε η εξόφληση, ο κατηγορούμενος 1 δεν προώθησε τη θέση ότι εξόφλησε πριν τη καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, αλλά ότι ο παραπονούμενος δεν δικαιούτο να καταθέσει τις επίδικες επιταγές ενόψει των συμφωνιών που είχαν ή και ότι τα ποσά των επιταγών δόθηκαν λόγω του ότι παραπονούμενος είχε χρέος προς τον κατηγορούμενο 1 ύψους €30.
- Επομένως δεδομένης της διάστασης των επί του προκειμένου θέσεων του κατηγορούμενου 1, αλλά και της εν γένει αναξιοπιστίας της μαρτυρίας του, δεν θα μπορούσα να δεχθώ τη θέση ότι ο κατηγορούμενος 1 εξόφλησε τις επίδικες επιταγές. Προχωρώ τώρα στον (ΜΥ2) Σπύρο Σπύρου. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν προηγουμένως δικηγόρος του παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση και ότι είναι ο ίδιος που καταχώρησε εκ μέρους του την παρούσα ποινική υπόθεση. Η μαρτυρία του στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε πλην όμως, η μαρτυρία του δεν μπορούσε να ρίξει φως στα επίδικα ζητήματα που απασχολούν το Δικαστήριο, εφόσον επί του κρίσιμου ζητήματος του εάν ο ίδιος είχε στην κατοχή του τα πρωτότυπτα των Τεκμηρίων 2 και 3, όταν καταχωρούσε την παρούσα υπόθεση, δεν απάντησε προβάλλοντας το απόρρητο δικηγόρου πελάτη το οποίο όπως υποστήριξε δεν εξαλείφεται με τη λήξη της εκπροσώπησης ενός πελάτη. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο παραπονούμενος εξέδωσε τις επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1 με τις οποίες δάνεισε το ποσό στο οποίο συμποσούνται οι επιταγές αυτές (€13.000) στον κατηγορούμενο 1, ο οποίος εξαργύρωσε τις εν λόγω επιταγές και έλαβε το σχετικό ποσό. Ο κατηγορούμενος 1 συμπλήρωσε την επιταγή Τεκμήριο 2 πλην του ονόματος του παραπονούμενου, την υπέγραψε και την παρέδωσε στον παραπονούμενο ο οποίος συμπλήρωσε το όνομα του σε αυτή και περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 υπέγραψε και παρέδωσε την επιταγή Τεκμήριο 3, την οποία συμπλήρωσε κατά τα λοιπά ο παραπονούμενος. Οι εν λόγω επιταγές κατατέθηκαν στην Ελληνική Τράπεζα από τον παραπονούμενο στις 27/12/2010 για πληρωμή και επεστράφησαν απλήρωτες με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Ο κατηγορούμενος 1 πριν τη παρουσίαση των επιταγών για πληρωμή υπέγραψε τα Τεκμήρια 5 και 6 δίδοντας οδηγίες για ανάκληση των επίδικων επιταγών προβάλλοντας ως λόγο «Αθέτηση Συμφωνίας». Οι επίδικες επιταγές εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Νομική Πτυχή Οι κατηγορούμενοι ως έχει ήδη αναφερθεί κατηγορούνται για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154, από το λεκτικό του οποίου ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο
- Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του. Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με την κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας, η μαρτυρία του ΜΚ1 κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Όμως η πιο πάνω κατάληξη μου δεν επηρεάζει την απόδειξη της έκδοσης των επιταγών, αφού το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του παραπονούμενου που αφορούσε την έκδοση των επιταγών δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε θετικό τρόπο από το συνήγορο των κατηγορουμένων. Και εξηγώ. Συγκεκριμένα η θέση του παραπονούμενου ότι ο ίδιος εξέδωσε τις επιταγές του Τεκμηρίου 1 προς τον κατηγορούμενο 1 με σκοπό να τον δανείσει χρήματα και πως οι επιταγές Τεκμήρια 2 και 3 δόθηκαν στον ίδιο προς εξόφληση των προαναφερόμενων ποσών που του δόθηκαν δεν αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε θετικό τρόπο κατά την αντεξέταση του αφού οι μοναδικές καθαρές θέσεις που προωθήθηκαν κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 ήταν ότι, η δεύτερη επιταγή Τεκμήριο 3 εκδόθηκε «εν λευκώ» δηλαδή υπογραμμένη από τον κατηγορούμενο 1 και κατά τα λοιπά ασυμπλήρωτη, χωρίς όμως να προωθηθεί με την αντεξέταση η θέση ότι ο παραπονούμενος στη συνέχεια τη συμπλήρωσε κατά τρόπο που δεν εδικαιούτο. Σε σχέση δε με την επιταγή Τεκμήριο 2, η θέση που τελικώς προώθησε ο παραπονούμενος ότι δηλαδή η εν λόγω επιταγή υπεγράφη από τον κατηγορούμενο 1 και παραδόθηκε στον παραπονούμενο 1 συμπληρωμένη σε σχέση με όλα τα στοιχεία αυτής πλην του ονόματος του παραπονούμενου, (θέση η οποία στην ουσία συνάδει και με τα όσα επί του προκειμένου ανέφερε ο κατηγορούμενος 1), δεν αμφισβητήθηκε, ούτε και τέθηκε στον παραπονούμενο ότι δεν είχε δικαίωμα να συμπληρώσει το όνομα του στην εν λόγω επιταγή. Δεύτερον του τέθηκε ότι οι επιταγές αυτές εξοφλήθηκαν πριν την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, θέση η οποία όχι μόνο δεν αμφισβητεί τη νομότυπη έκδοση των επίδικων επιταγών, αλλά αντίθετα την επιβεβαιώνει. Εξάλλου όπως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 116/2011, ημερ. 30/1/2015 L.C.D. Domiki Ltd v.
- R.K.A. Kikkos Developers Ltd
- Ανδρέα Γρηγορίου: «Είναι κατ΄ αρχάς ορθή η παρατήρηση της εφεσείουσας ότι το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2)σχετίζεται και ερμηνεύεται σε σχέση με την περίπτωση ανάκλησης επιταγής και προϋποθέτει βέβαια εκ προοιμίου την ύπαρξη επιταγής, η οποία θα πρέπει λογικά να θεωρείται δεδομένο ότι εκδόθηκε έγκυρα και νομότυπα. Αυτό είναι σαφές από το λεκτικό, αλλά και το νόημα του εδαφίου
(2), εφόσον ανακαλείται χωρίς εύλογη αιτία με οποιαδήποτε πράξη, η εκδοθείσα από τον εκδότη επιταγή ως αποτέλεσμα της οποίας πράξης, η επιταγή δεν εξοφλείται. Δεν θα ήταν νομικά, ή, και λογικά εφικτό, να γίνεται λόγος για ανάκληση επιταγής, αν το εκδοθέν έγγραφο δεν είναι εν πάση περιπτώσει επιταγή. Συνεπώς, η εστίαση της προσοχής σε κατηγορία επί του άρθρου 305Α
(2), ευρίσκεται στην υπεράσπιση που προνοείται από την επιφύλαξη του εδαφίου που αφορά στην «εύλογη αιτία». Στην ίδια υπόθεση μάλιστα επισημάνθηκαν τα εξής: « Μάλιστα ο συνήγορος των εφεσίβλητων αποδέχθηκε χωρίς ένσταση την κατάθεση της επιταγής ως Τεκμήριο 1 από νωρίς, ήδη από την αρχή της κύριας εξέτασης του Α. Μενελάου, διευθυντή της εφεσείουσας, Μ.Κ.
- Στην πορεία, η υπόθεση, και κυρίως η υπεράσπιση, κινήθηκε γύρω από τη θέση ότι ευλόγως ήταν που ανακλήθηκε η πληρωμή της επιταγής. Ρωτήθηκε βεβαίως ο Π. Χατζηζηνοβίου, Μ.Κ.3, περί του τρόπου συμπλήρωσης της επιταγής, αλλά η συναφής υποβολή ήταν ότι ο ίδιος ο μάρτυρας εξέδωσε την επιταγή προς όφελος της εφεσείουσας για να την εξυπηρετήσει και όχι ότι το εκδοθέν έγγραφο δεν ήταν καν επιταγή. Σε καμιά δε περίπτωση δεν υπήρξε ισχυρισμός περί πλαστογραφίας της επιταγής. Άλλωστε ήταν δεδομένη η θέση του εφεσίβλητου 2 ότι η επιταγή έφερε πράγματι την υπογραφή του.» Στην προκειμένη περίπτωση έχω ήδη κάνει αναφορά στις θέσεις που προώθησε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 (βλ. και πιο πάνω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 1) και μέσα από αυτές δεν προέκυψε καμία αμφισβήτηση της έκδοσης των επίδικων επιταγών. Ρωτήθηκε βέβαια περί του τρόπου συμπλήρωσης των επιταγών ο ΜΚ1 (όπως και στην Kikkos ανωτέρω), αλλά σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 2 δεν του έγινε κάποια σχετική υποβολή, ενώ ούτε και ο κατηγορούμενος 1 αμφισβήτησε την έκδοση της εν λόγω επιταγής. Σε σχέση δε με την επιταγή Τεκμήριο 3 του τέθηκε η θέση ότι ήταν «λευκή» η εν λόγω επιταγή και ότι αυτός (ο παραπονούμενος) συμπλήρωσε πολύ αργότερα και την ημερομηνία και το ποσό, χωρίς όμως πουθενά να προωθηθεί η θέση ότι η συμπλήρωση έγινε χωρίς εξουσία ή ότι τα Τεκμήρια 2 και 3 δεν είναι επιταγές. Επίσης ζήτημα πλαστογραφίας παρ' όλο που επιχειρήθηκε να εγερθεί σε κάποιο στάδιο από τον κατηγορούμενο 1 με τη μαρτυρία του, η θέση αυτή εγκαταλείφθηκε πολύ σύντομα από τον ίδιο, ο οποίος δεχόταν μέχρι το τέλος ότι ο ίδιος υπέγραψε τις επιταγές Τεκμήρια 2 και
- Υπό το φως των πιο πάνω και κατ' αναλογία των όσων αναφέρθηκαν στην απόφαση Kikkos (ανωτέρω) και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι κατά το χρόνο της παρουσίασης των επίδικων επιταγών για πληρωμή δεν τέθηκε από την τράπεζα κανένα ζήτημα κακής έκδοσης/προβλήματος με τις υπογραφές, αλλά ο λόγος μη πληρωμής ήταν καθαρά η ανάκληση των επιταγών, καταλήγω ότι δεν τίθεται ζήτημα μη απόδειξης της έκδοσης των επίδικων επιταγών και συναφώς οι σχετικές εισηγήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης στην αγόρευση του θα πρέπει να απορριφθούν. Ερχόμενη τώρα στο συστατικό στοιχείο που αφορά στην πρόκληση μη εξόφλησης, σημειώνω τα εξής. Ο κατηγορούμενος 1 δέχθηκε ότι ο ίδιος έδωσε τις οδηγίες για μη πληρωμή των επίδικων επιταγών ως τα Τεκμήρια 5 και 6 προβάλλοντας ως λόγο την αθέτηση συμφωνίας. Ως προς το χρόνο που έδωσε τις οδηγίες και παρά το ότι η ίδια η ΜΚ2 δεν μπορούσε να το καθορίσει ούτε προκύπτει από τα Τεκμήρια 5 και 6, σημειώνω ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι έδωσε τις οδηγίες και μετά τον ενημέρωσε η τράπεζα ότι παρουσιάστηκαν προς εξαργύρωση γεγονός από το οποίο ξεκάθαρα συνάγεται ότι πράγματι οι οδηγίες δόθηκαν πριν τη παρουσίαση των επίδικων επιταγών για πληρωμή. Σημειώνω ότι αυτή του η θέση δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο και συνεπώς καταλήγω ότι το σχετικό συστατικό στοιχείο πληρούται σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1[3]. Όμως το συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο δεν πληρούται για την κατηγορούμενη 2 σε σχέση με την οποία μετά και από την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων, καμία αξιόπιστη μαρτυρία υπάρχει ενώπιον μου που να οδηγεί στην κατάληξη ότι η κατηγορούμενη 2 είχε με οποιαδήποτε πράξη της συμμετάσχει ή έστω ότι γνώριζε για την ανάκληση των επίδικων επιταγών, έτσι που δεν μπορώ να καταλήξω ότι το δεύτερο συστατικό στοιχείο πληρούται σε σχέση με αυτήν. Θυμίζω ότι δεν υπήρξε καμία παραδοχή από πλευράς υπεράσπισης για ανάμειξη της κατηγορούμενης 2 στην ανάκληση των επίδικων επιταγών, ενώ τα Τεκμήρια 5 και 6 παρέμεινε αδιαμφισβήτητο ότι υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο 1 και μόνο. Τα πιο πάνω σφραγίζουν και την τύχη της παρούσας υπόθεσης σε σχέση με την κατηγορούμενη 2, η οποία θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω κατά πόσον ο κατηγορούμενος 1 απέδειξε την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 παρατηρώ τα εξής. Το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το Νόμο είτε από το Κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)1 CLR 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)CLR 91, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 CLR 10, Cross on evidence 4η έκδοση σελ. 85-87), και Ν. C. Diamonds Co Ltd v. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 A.A.Δ 763. Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds (ανωτέρω). Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Περαιτέρω στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία, ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστη) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Από την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει ότι σε σχέση με την υπεράσπιση αυτή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά). Ερχόμενη τώρα να εξετάσω αν ο κατηγορούμενος 1 πέτυχε να αποσείσει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης που τον βαραίνει, θα πρέπει κατ΄ αρχάς να ελεγχθεί κατά πόσο πληρούνται οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Από τις πρόνοιες της παραγράφου 2 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 προκύπτει σαφέστατα ότι η επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, μπορεί να γίνει με την προϋπόθεση ότι ο εκδότης της επιταγής κατά ή πριν την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή παράθεσε γραπτώς στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή το λόγο για τον οποίο δόθηκε εντολή μη πληρωμή της. Στην προκειμένη περίπτωση ως έχω ήδη αναφέρει ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι ο ίδιος έδωσε τις οδηγίες ανάκλησης ως τα Τεκμήρια 5 και 6 και ότι μετά από αυτή του την ενέργεια ειδοποιήθηκε από την τράπεζα ότι παρουσιάστηκαν προς πληρωμή οι επίδικες επιταγές και δεν αμφισβητήθηκε σε αυτή του θέση. Επομένως καταλήγω ότι οι οδηγίες για τη μη πληρωμή δόθηκαν πριν παρουσιαστούν οι επίδικες επιταγές για πληρωμή και συνακόλουθα η προϋπόθεση που θέτει ο νόμος σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να δοθούν οι οδηγίες πληρούται κατά την κρίση μου. Ως προς την προϋπόθεση του να έχει δώσει το λόγο για την ανάκληση, σημειώνω ότι ο λόγος ο οποίος δόθηκε για την ανάκληση ήταν αθέτηση συμφωνίας, θέση την οποία μεταξύ άλλων προώθησε και ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος 1. Με την απόρριψη όμως της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 1 για τους λόγους που έχω λεπτομερώς επεξηγήσει πιο πάνω δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι έχει αποδείξει ότι είχε εύλογη αιτία για την ανάκληση της επιταγής εν τη εννοία που προαναφέρθηκε. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Επιδικάζονται εναντίον του και υπέρ του παραπονούμενου τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η κατηγορούμενη 2 απαλλάσσεται και αθωώνεται από τις κατηγορίες. Επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούμενης 2 και εναντίον του παραπονούμενου τα έξοδα της παρούσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)........ Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά της κυρίως εξέτασης του παραπονούμενου: «Ε. Εξήγησε στο Δικαστήριο τι έγινε εκείνη τη μέρα που τους έδωσες τις επιταγές αυτές Α. Για να τους δώσω δική μου επιταγή μου δώσαν δική τους σαν εγγύηση ότι θα πάρω τα λεφτά μου μεταχρονολογημένα, ένα μήνα δηλαδή με το αντίστοιχο ακριβώς ποσό. . Ε. Δηλαδή εκείνη τη μέρα που τους έδωσες τα λεφτά, σου έδωκαν και τις επιταγές; A. Μάλιστα.» [2] Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Ε. Ναι ημερομηνία χρονικά πότε ήταν που συμπληρώθηκαν στο γραφείο σου, όπως μας λες; Α. Όταν τους δίνονταν οι άλλες επιταγές. Αφού για να τους δώσω τα λεφτά, διούσαν μου επιταγές.» [3] Βλ. και Philippou Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, ως προς το ότι ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος της ανάκλησης δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα και ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη η μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας αυτής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο