← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρη Ιωάννου Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 22312/2013, 29/1/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρη Ιωάννου Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 22312/2013, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22312/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας v. Δημήτρη Ιωάννου Κωνσταντίνου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Χαραλάμπους Για Κατηγορούμενο: κ. Λ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του στις ακόλουθες κατηγορίες: Στην πρώτη κατηγορία για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι ότι την 25.8.2013 στη Λευκωσία παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον της Γ/Αστ. 2510 Α. Τσολάκη της ΥΑΜ Αρχηγείου, δηλαδή την τσίμπησε στο στήθος. Στην δεύτερη κατηγορία για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα,ήτοι ότι την ίδια ημέρα επιτέθηκε εναντίον της Γ/Αστ. 2510 Α. Τσολάκη της ΥΑΜ Αρχηγείου και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Στην τέταρτη κατηγορία για το αδίκημα της επίθεσης εναντίον Αστυνομικού με σκοπό την ματαίωση της νόμιμης σύλληψής του κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα, ήτοι ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται πιο πάνω επιτέθηκε στην προαναφερόμενη Γ/Αστ. 2510 Α. Τσολάκη με σκοπό να ματαιώσει τη νόμιμη σύλληψή του για το αυτόφωρο αδίκημα της άσεμνης επίθεσης που περιγράφεται στην 1η κατηγορία. Να σημειωθεί ότι ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ήτοι στις 19.1.2016, ημερομηνία κατά την οποία οι κατηγορίες υπ. αρ. 3 και 5 που επίσης αντιμετώπιζε και αφορούσαν αδικήματα επίθεσης εναντίον Αστυνομικού κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του και απόδραση από νόμιμη κράτηση, διακόπηκαν και ο Κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές. Τα γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση ως εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως ακολούθως: Στις 15.8.2013 και περί η ώρα 21:30, οι M.K. 1 και 2 με άλλα μέλη της ΥΑΜ αρχηγείου μεταφέρθηκαν στην οδό Γερμανού Πατρών στη Λευκωσία προς διερεύνηση πληροφορίας που είχαν σχετικά με αλλοδαπούς που διέμεναν στο μέρος της Δημοκρατίας. Κατά την άφιξη τους, η ΜΚ1 εντόπισε αλλοδαπή να στέκεται στο πεζοδρόμιο. Αφού την πλησίασε και της υπέδειξε την αστυνομική της ταυτότητα, ζήτησε όπως της παρουσιάσει τα προσωπικά της στοιχεία για έλεγχο. Η αλλοδαπή δεν είχε στην κατοχή της οποιοδήποτε έγγραφο. Η αλλοδαπή στη συνέχεια οδήγησε τα μέλη της ΥΑΜ στην οικία της στην οδό Βουλγαροκτόνου 11 στη Λευκωσία, όπου από έλεγχο διαπίστωσαν ότι πρόκειται για αλλοδαπή που διέμενε νόμιμα στη Δημοκρατία. Κατά την είσοδο της ΥΑΜ στην οικία, εντός αυτού βρίσκονταν 4 αλλοδαπές καθώς και ο Κατηγορούμενος. Κατά τον έλεγχο των στοιχείων τους διαπίστωσαν ότι άτομο το οποίο διέμενε στην οικία δεν είχε νόμιμη παραμονή στη Δημοκρατία. Ενώ η ΜΚ1 κατευθύνονταν σε διπλανό δωμάτιο, μια εκ των αλλοδαπών την έσπρωξε και τράπηκε σε φυγή. Η ΜΚ1 ζήτησε τη βοήθεια του ΜΚ3 και ενώ αυτός γύρισε για να κοιτάξει τι συμβαίνει, η αλλοδαπή που δεν είχε παρουσιάσει ακόμη τα στοιχεία της, εκμεταλλευόμενη του γεγονότος αυτού, τράπηκε σε φυγή. Τα μέλη της ΥΑΜ έτρεξαν να τις κυνηγήσουν. Η ΜΚ1 κατάφερε να ανακόψει τη μια από τις 2, αλλά ο Κατηγορούμενος άρπαξε τη ΜΚ1 από τα χέρια φωνάζοντας της "έχει βίζα άφηστην". Η ΜΚ1 είπε στον Κατηγορούμενο ότι εάν μετά από έλεγχο διαπίστωνε ότι βρισκόταν νόμιμα στο έδαφος της Δημοκρατίας θα την άφηνε, όμως ο Κατηγορούμενος συνέχιζε να τραβά από τα χέρια τη ΜΚ1 με σκοπό να απελευθερώσει την αλλοδαπή και η ΜΚ1 τον κάλεσε να σταματήσει για να μην τον καταγγείλει για επέμβαση στο έργο της Αστυνομίας. Αντ' αυτού ο Κατηγορούμενος την τσίμπησε στο στήθος προκαλώντας της πόνο και έφυγε. Η ΜΚ1 αναφέροντας του ότι είναι υπό σύλληψη για τα αυτόφωρα αδικήματα που διέπραξε αλλά ο Κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή. Στην προσπάθεια της να τον ακινητοποιήσει τον άρπαξε από τη φανέλα αλλά αυτός αντέδρασε σπρώχνοντας, πρώτα έπεσε σε όχημα που περνούσε εκείνη τη στιγμή, σταμάτησε και ο οδηγός προσπαθούσε να δει τι συμβαίνει, ενώ η ΜΚ1 έπεσε στο έδαφος. Της χορηγήθηκε έντυπο για να μεταβεί στις Πρώτες Βοήθειες Λευκωσίας (Τεκμήριο Α). Η ΜΚ1 επισκέφθηκε το ΤΑΕ και διαπιστώθηκε ότι έφερε άλγος στις δεξιές πλευρές, υπεραιμία στο δεξί μαστό και εκδορά στο δεξιό βραχίονα. Ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε και απάντησε "δεν παραδέχομαι" Επιπρόσθετα, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Στα πλαίσια της αγόρευσης του για μετριασμό της ποινής ο κ. Κυριακίδης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή του Κατηγορούμενου, το λευκό ποινικό του μητρώο καθώς επίσης ότι τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν σε μια στιγμή συναισθηματικής φόρτισης και αφορούσαν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ο συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, ενώ αναφορικά με τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 14.10.2015 όπου αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος νοσηλεύθηκε στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας κατά τις περιόδους 7.11.2012 - 4.12.2012, 26.10.2013 - 9.12.2013 και 29.7.2014 - 29.8.2014 λόγω ψυχωσικής διαταραχής. Από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 32 ετών και κατάγεται από τη Λευκωσία. Οι γονείς του είναι διαζευγμένοι εδώ και 30 χρόνια ενώ ο πατέρας του εγκαταστάθηκε στο εξωτερικό και δεν έχει επικοινωνία μαζί του. Διαμένει με τη μητέρα του και είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος, ενώ η μητέρα του λαμβάνει επίσης δημόσιο βοήθημα. Καταλήγοντας, ο κ. Κυριακίδης κάλεσε το Δικαστήριο όπως σε περίπτωση που προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της. Αναμφίβολα τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας στην προκειμένη περίπτωση έχει το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας το οποίο θεωρείται κακούργημα και σύμφωνα με το άρθρο 151 του Κεφ.154 επισύρει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 5 έτη. Το δε αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης θεωρείται πλημμέλημα και με βάση το άρθρο 243 του Κεφ.154 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Παράλληλα, το αδίκημα της επίθεσης εναντίον Αστυνομικού με σκοπό την ματαίωση της νόμιμης σύλληψής του είναι πλημμέλημα και τιμωρείται με βάση το άρθρο 244(α) του Ποινικού Κώδικα με ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια. Η σοβαρότητα του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων και πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας. Τα αδικήματα αυτά θεωρούνται σοβαρά και για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτά διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου

(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο που διέπραξε το αδίκημα της κοινής επίθεσης ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Αιμίλιος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 όπου το ίδιο αδίκημα διαπράχτηκε σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων παρευρισκομένων επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο και κατόπιν συμφιλίωσης με τον παραπονούμενο, ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581 ποινή φυλάκισης ενός μηνός που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που επιτέθηκε στο θύμα του προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη σε δημόσιο χώρο στην απουσία στοιχείου προσχεδιασμού, κατόπιν πρόκλησης και με παραδοχή, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και επικυρώθηκε κατ' έφεση. Το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας είναι επίσης σοβαρό για τον επιπρόσθετο λόγο ότι προσβάλλει τα ήθη γενικά αλλά και καθότι προσβάλλει και συνθλίβει την προσωπικότητα των θυμάτων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου, Ποινική Έφεση 33/2008 ημερ. 17.7.2008). Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε μεταξύ άλλων Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε μεταξύ άλλων Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του Κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, καθώς και τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτά διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις ενώπιον μου υποθέσεις. (β) Το ότι τα αδικήματα έλαβαν χώρα στην παρουσία τρίτων προσώπων και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της παραπονούμενης. (γ) Το είδος της άσεμνης επίθεσης που δέχθηκε η παραπονούμενη και τη φύση και την έκταση του τραυματισμού της για την οποία δεν έλαβε οποιαδήποτε αποζημίωση από τον Κατηγορούμενο. Προς όφελος του Κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής του στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του έστω και αν αυτή έγινε σ' αυτό το στάδιο. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (γ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου του. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και συνοψίζονται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα προβλήματα ψυχικής υγείας τα οποία αντιμετωπίζει. (ε) Το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό καθώς επίσης ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε κάτω από συναισθηματική φόρτιση, χωρίς σε καμία περίπτωση να υποβαθμίζεται η σοβαρότητα των πράξεων του. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και χωρίς να παραγνωρίζω τους ελαφρυντικούς παράγοντες κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η στερητική της ελευθερίας. Επιβάλλω, λοιπόν, στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 45 ημερών. Στην δεύτερη κατηγορία καμία ποινή εφόσον τα γεγονότα της εμπεριέχονται στα γεγονότα της 1ης κατηγορίας Στην τέταρτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 21 ημερών. Οι επιβληθείσες ποινές να συντρέχουν. Ενόψει της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον ενδείκνυται η αναστολή εκτέλεσης της. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, ενώ όπως προκύπτει από την νομολογία που διέπει το θέμα (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας αλλά αφού το Δικαστήριο αποφασίσει το ύψος της ποινής ακολούθως εξετάζει κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της. Σε σχέση με τις αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης αντλώ καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 CLR 1, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Καθοδηγούμενη, λοιπόν, από τις πιο πάνω νομικές αρχές και εξετάζοντας την παρούσα υπόθεση κρίνω ότι η παραδοχή του Κατηγορούμενου σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό του μητρώο και τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει είναι στοιχεία που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί, χωρίς σε καμία περίπτωση να παραγνωρίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει. Συνεπώς, η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στον Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Το ποσό των εξόδων εκ €90 να καταβληθεί από τον Κατηγορούμενο. (Υπ.) ......................................... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.