Δημοκρατία ν. Αντώνη Νικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 894/15, 20/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 894/15 Δημοκρατία v. 1. Αντώνη Νικολάου 2. Άθου Χαραλάμπους 3. Νέαρχου Μαλεκκίδη 4. Αχιλλέα Παφίτη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: κα Α. Σιαπανή, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Χριστοδούλου για Χρ. Τριανταφυλλίδη Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Α. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Μ. Κιτρομηλίδης Κατηγορούμενοι παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΚΗΣ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ) Κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του Μ.Κ.1 Αστ. 2554 Χ. Μιχαήλ η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο μέσω του μάρτυρα αυτού, που ήταν ο χειριστής τεκμηρίων, τα παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο 1 στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Το εγχείρημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση της Υπεράσπισης του εν λόγω Κατηγορουμένου. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι το πιο πάνω αντικείμενο δεν μπορεί να γίνει δεκτό ως μαρτυρία καθότι η λήψη του ήταν αποτέλεσμα παράνομων και αντισυνταγματικών ενεργειών της Αστυνομίας. Οι βασικοί λόγοι ένστασης αποκρυσταλλώνονται στις ακόλουθες θέσεις: (
- i)Δεν υπήρξε από τον Κατηγορούμενο 1 συγκατάθεση στη λήψη των παρειακών του επιχρισμάτων και (
- ii)Δεν υπήρξε ενημέρωση του για τα δικαιώματα του κατά το στάδιο της σύλληψης του με αποτέλεσμα η λήψη των παρειακών επιχρισμάτων και ό,τι ακολούθησε της σύλληψης του να είναι παράνομα ληφθέντα. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ότι το υπό κρίση αντικείμενο λήφθηκε νομότυπα και με τον ενδεδειγμένο τρόπο κατά το στάδιο που ο Κατηγορούμενος ήταν υπό σύλληψη για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης. Το Δικαστήριο, αφού άκουσε και τις δύο πλευρές και λαμβάνοντας υπόψη ότι εγέρθηκε ζήτημα νομιμότητας στη λήψη της συγκεκριμένης μαρτυρίας στη βάση ενός πραγματικού υποβάθρου που είναι αμφισβητούμενο, διέταξε όπως διενεργηθεί Δίκη εντός Δίκης προκειμένου να διαπιστωθούν οι συνθήκες λήψης του πιο πάνω αντικειμένου για να μπορεί να αποφασιστεί κατά πόσο το εν λόγω αντικείμενο θα γίνει αποδεκτό ως μαρτυρία. Μαρτυρία Κατά τη Δίκη εντός Δίκης προσφέρθηκε μαρτυρία μόνο από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής εκ μέρους της οποίας κατέθεσαν τρεις συνολικά μάρτυρες ως ακολούθως: · Α/Αστ. 2554 Χαράλαμπος Μιχαήλ (Μ.Κ.1) · Αστ.4798 Ματθαίος Νικολάου ( Μ.Κ.2) · Αστ.209 Δαμιανός Χ' Χριστοφή (Μ.Κ.3) Ο φάκελος με τα παρειακά επιχρίσματα κατατέθηκε ενώπιον μας ως Τεκμήριο 1. Ο Μ.Κ.1, ο οποίος είναι ο χειριστής τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης, κατέθεσε ότι το Τεκμήριο 1 του παραδόθηκε από τον Αστ.4798 στις 23.3.15 και ώρα 22.00. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ότι έλαβε από τον Κατηγορούμενο στις 23.3.15 τα παρειακά του επιχρίσματα τα οποία αργότερα και συγκεκριμένα στις 22.00 παρέδωσε στον χειριστή τεκμηρίων Μ.Κ.1. Έγινε δε παραδεκτό γεγονός ότι η λήψη των παρειακών επιχρισμάτων έγινε κατόπιν οδηγιών της Λοχ. 39 Μαρίας Ευαγγέλου μετά που αυτή ενημερώθηκε για το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν υπό σύλληψη. Παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό και το παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συνελήφθη από τον Αστ. Γ. Χειμωνή στις 23.3.15 και ώρα 18.15 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας, του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης, τού επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ο Μ.Κ.2 αναφερόμενος στις συνθήκες λήψης των παρειακών επιχρισμάτων του Κατηγορούμενου είπε ότι αφού τον ενημέρωσε ότι θα του λάμβανε τα παρειακά του επιχρίσματα ο Κατηγορούμενος του απάντησε «εντάξει» και άνοιξε το στόμα του. Πρόσθεσε πως ο Κατηγορούμενος ήταν συνεργάσιμος. Ανέφερε ακόμη ότι ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να υπογράψει το φάκελο με τα παρειακά του επιχρίσματα και αυτός αρνήθηκε. Δεν θυμόταν, ωστόσο, αν είχε επικαλεσθεί οποιοδήποτε λόγο σε σχέση με την άρνηση του αυτή. Εν πάση περιπτώσει ο φάκελος σφραγίστηκε από τον Μ.Κ.2 στην παρουσία του Κατηγορούμενου. Σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι υπάρχει σχετικό έντυπο για γραπτή συγκατάθεση για λήψη παρειακών επιχρισμάτων. Διευκρίνισε ότι στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, δεν χρησιμοποιήθηκε τέτοιο έντυπο, επαναλαμβάνοντας τις συνθήκες λήψης των παρειακών επιχρισμάτων από τον Κατηγορούμενο τις οποίες χαρακτήρισε ως «ρητή συγκατάθεση». Ο Μ.Κ.3 καταθέτοντας ανέφερε ότι μετά τη σύλληψη του Κατηγορούμενου του έδωσε το έντυπο με τα δικαιώματα του, Τεκμήριο 3 και αυτός αφού το διάβασε το υπόγραψε. Υπέδειξε την υπογραφή του στη σελίδα 12 του εν λόγω Τεκμηρίου. Επίσης τον πληροφόρησε ότι όποτε επιθυμούσε θα μπορούσε να μιλήσει με δικηγόρο και ο Κατηγορούμενος του είπε «εντάξει». Αρνήθηκε δε την υποβολή ότι το μόνο που είχε δώσει στον Κατηγορούμενο ήταν το Παράρτημα Γ επιμένοντας ότι του είχε δώσει ολόκληρο το σχετικό έντυπο. Μετά την ολοκλήρωση της προσκόμισης της μαρτυρίας αμφότερες οι διάδικες πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, στις οποίες θα γίνει αναφορά κατωτέρω εάν και όπου κρίνεται αναγκαίο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Διαπιστώσεις Με δεδομένη την ένσταση που προβλήθηκε από την Υπεράσπιση στην προκειμένη υπόθεση αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει θετικά και πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι η λήψη παρειακών επιχρισμάτων από τον Κατηγορούμενο δεν εξασφαλίστηκε κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που διασφαλίζονται από το Σύνταγμα και ειδικότερα των Άρθρων που έχουν εξειδικευθεί ανωτέρω ή ακόμη ότι δεν πρόκειται για μαρτυρία που λήφθηκε κατόπιν παράνομης ή επιλήψιμης ενέργειας ή παράλειψης της Αστυνομίας. Αναπόφευκτα η απόδειξη του τρόπου εξασφάλισης της υπό ένσταση μαρτυρίας, προϋποθέτει τη διατύπωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση μαρτυρίας σε μια Δίκη εντός Δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και να γίνεται μόνο στον βαθμό που κρίνεται απολύτως απαραίτητο για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα της Δίκης εντός Δίκης. Είναι πάγια νομολογημένο ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορουμένου. Δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα που δυνατόν να επηρεάσουν τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του, όπως για παράδειγμα, γενικά συμπεράσματα αξιοπιστίας του. Είναι λοιπόν μέσα σε αυτά τα πλαίσια που θα προσεγγίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία και θα διατυπώσουμε τα απολύτως απαραίτητα ευρήματα μας στον βαθμό που αυτά είναι αρκετά για να καλύψουν τους περιορισμένους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας. Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 αφού την εξετάσαμε με προσοχή λέμε ότι κατέθεσαν με σαφήνεια και θετικότητα αναφορικά με το σύνολο των ενεργειών τους. Επιπλέον σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 επισημαίνουμε ότι αυτή δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης, ενώ σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 η αμφισβήτηση από πλευράς Υπεράσπισης αφορούσε το κατά πόσο τα λεχθέντα του Κατηγορούμενου και η αντίδραση του όταν πληροφορήθηκε από τον Μ.Κ.2 ότι θα του λαμβάνονταν τα παρειακά του επιχρίσματα - τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν - συνιστούσαν ρητή συγκατάθεση. Δεχόμαστε επίσης ότι ο Μ.Κ.3 έδωσε στον Κατηγορούμενο το έντυπο των δικαιωμάτων του, Τεκμήριο 3, στο σύνολο του και εκείνος αφού το διάβασε το υπέγραψε και ότι όντως τον πληροφόρησε και για το δικαίωμα του να επικοινωνήσει με δικηγόρο. Είναι γεγονός, το οποίο έχει παραδεχθεί και ο Μ.Κ.3, πως δεν συμπληρώθηκαν και ο Κατηγορούμενος δεν υπέγραψε στα Παραρτήματα Α και Β τα οποία αφορούν το μεν πρώτο δήλωση κρατουμένου ότι δεν επιθυμεί τις υπηρεσίες δικηγόρου, το δε δεύτερο ειδικότερες ρυθμίσεις του δικαιώματος σε ιατρική εξέταση. Δεν θεωρούμε ότι αυτό υποκρύπτει οποιαδήποτε σκοπιμότητα από πλευράς του Μ.Κ.3. Ως προς το πρώτο παρατηρούμε ότι στο Παράρτημα Γ, για το οποίο ήταν και θέση της Υπεράσπισης ότι παρέλαβε ο Κατηγορούμενος, υπήρχε αναφορά για το δικαίωμα συνέντευξης με δικηγόρο καθ΄οιονδήποτε μέρα και ώρα, ενώ ως προς το δεύτερο δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα για τυχόν αναγκαία ιατρική εξέταση η οποία να μην επιτράπηκε. Το Δικαστήριο έχει, με ιδιαίτερη προσοχή, αναλογιστεί την όλη μαρτυρία ενώπιον του και δεν διατηρεί επομένως οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα ουσιαστικά για τα υπό κρίση θέματα, γεγονότα, εκτυλίχθηκαν όπως οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν και ότι ο τρόπος, οι συνθήκες και η διαδικασία λήψης των παρειακών επιχρισμάτων του Κατηγορούμενου αλλά και της παράδοσης γραπτώς των δικαιωμάτων του μέσω του σχετικού εντύπου της Αστυνομίας, Τεκμηρίου 3, ήταν όπως τις περιέγραψαν οι δύο μάρτυρες κατηγορίας που κατέθεσαν σε σχέση με αυτά. Όπως ήδη προέκυψε από την αξιολόγηση που έγινε στην προσαχθείσα μαρτυρία τα γεγονότα που αποτελούν το βασικό πλαίσιο επί του οποίου επιχειρηματολόγησαν οι δύο διάδικες πλευρές αφενός μεν δεν είναι αμφισβητούμενα και αφετέρου πως σε πολύ λίγα και μάλλον επουσιώδη ζητήματα υπήρξαν τελικά διαφορετικές θέσεις για τα οποία προηγήθηκε αξιολόγηση μας. Εν ολίγοις προέκυψε ότι: § Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη από τον Αστ. Γ. Χειμωνή στις 23.3.15 και ώρα 18.15 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας, του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε « ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». § Λίγο μετά τη σύλληψη, ήτοι στις 18.30, στα γραφεία της ΥΚΑΝ ο Μ.Κ.3 έδωσε στον Κατηγορούμενο το έντυπο των δικαιωμάτων του το οποίο, αφού διάβασε, υπέγραψε στην τελευταία σελίδα (σελ.12). Ταυτόχρονα τον πληροφόρησε ότι μπορούσε να επικοινωνήσει, αν ήθελε, με δικηγόρο, πράγμα που ήταν καταγραμμένο και στο Παράρτημα Γ. § Κατόπιν οδηγιών της Λοχ. 39 Μαρίας Ευαγγέλου, μετά που αυτή ενημερώθηκε για το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν υπό σύλληψη, ο Μ.Κ.2 στις 18.55 έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορούμενου. Πριν τη λήψη αυτών ο Μ.Κ.2 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα του λαμβάνονταν τα παρειακά του επιχρίσματα, αυτός απάντησε «εντάξει» και άνοιξε το στόμα του. Νομική Πτυχή Στην Κύπρο δεν υπάρχει, ενόψει των διατάξεων των Άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, δυνατότητα έγκρισης και προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παράβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, για οποιονδήποτε σκοπό ή κάτω από οποιοδήποτε πρόσχημα. Είναι θεμελιώδης αρχή ότι μαρτυρία η οποία λαμβάνεται ή εξασφαλίζεται με τρόπο παράνομο και η οποία παρανομία παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα κατηγορουμένου όπως αυτά κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Πρόκειται για μαρτυρία παρανόμως ληφθείσα η οποία αυτομάτως αποκλείεται και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.[1] Όπως συναφώς τονίσθηκε στην υπόθεση Αστυνομία v. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147: ''Ο αποκλεισμός μαρτυρίας η οποία λαμβάνεται κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου (εκτός όπου η παρέκκλιση εξουσιοδοτείται με νόμο για τους σκοπούς που καθορίζει το Σύνταγμα) είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται κανένα συμβιβασμό ή εξαίρεση''. Διάφορη είναι η κατάσταση σε σχέση με την αποδοχή μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε κατά παράβαση νομοθετικών προνοιών. Η γενική αρχή που εφαρμόζεται σε τέτοια περίπτωση είναι ότι η μαρτυρία αυτή δεν αποκλείεται εκ προοιμίου και η αποδοχή της ή μη αφορά ενάσκηση διακριτικής εξουσίας από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με το Άρθρο 25 του περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004 κάθε μέλος της Αστυνομίας με βαθμό Λοχία ή ανώτερο μπορεί να λάβει ή να μεριμνήσει ώστε να ληφθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση, για σκοπούς καταχώρισης, σύγκρισης, αναγνώρισης και γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος: (α) μετρήσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα, αποτυπώματα παλάμης και πέλματος, δείγματα γραφικού χαρακτήρα, αποκόμματα ονύχων, δείγματα τριχών, σάλιου, κατάλοιπα ξένης ουσίας στο σώμα οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί. (β) με τη βοήθεια ιατρικού λειτουργού δείγματα αίματος και ούρων οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί. Για ό,τι αφορά στην επίδικη περίπτωση όπως προκύπτει από το πιο πάνω Άρθρο για να είναι νόμιμη η λήψη παρειακών επιχρισμάτων θα πρέπει να γίνεται: (i) Από Λοχία ή Ανώτερο μέλος της Αστυνομίας ή με μέριμνα τέτοιου προσώπου (ii) Για σκοπούς διερεύνησης αδικήματος (iii) Από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο τελεί υπό νόμιμη κράτηση (iv) Με συναίνεση του εν λόγω προσώπου ή κατόπιν Δικαστικής διαταγής, αν δεν υπάρχει συναίνεση. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 364 η λήψη γενετικού υλικού επιτρέπεται με βάση το Νόμο για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος και ότι η Αστυνομία νομιμοποιείται στη λήψη γενετικού υλικού είτε με τη συγκατάθεση του ατόμου, είτε με διάταγμα του Δικαστηρίου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί τούτο για το υπό διερεύνηση αδίκημα. Τονίσθηκε δε ότι στην προκειμένη περίπτωση το γενετικό υλικό είχε ληφθεί με τη συγκατάθεση του εφεσείοντα αφού του είχε εξηγηθεί ότι τελούσε υπό διερεύνηση το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο θεωρείτο ύποπτος. Στην υπόθεση Γιώργος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ, 164/2011, ημερ. 3.10.2012, κρίθηκε ως αβάσιμη η θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα εδραζόμενη επί του Άρθρου 25 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν. 73(Ι)/2004) ότι ο εφεσείων έπρεπε να τεθεί υπό νομική κράτηση για να ληφθούν από αυτόν οποιαδήποτε αποτυπώματα. Όπως αναφέρθηκε συγκεκριμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η πιο πάνω πρόνοια σαφώς προνοεί ότι είναι δυνατή η λήψη διαφόρων αποτυπωμάτων από ένα πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση. Αυτή η πρόνοια προστατεύει τα μέλη της αστυνομίας αλλά και τους ίδιους τους υπόπτους. Δεν αποκλείεται, όμως, να ληφθεί αποτύπωμα από πρόσωπο που δεν τελεί υπό νόμιμη κράτηση υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δίδει οικειοθελώς τη συγκατάθεση του, όπως έγινε εδώ. Το άρθρο 25 του Νόμου, δεν αποκλείει αυτή τη δυνατότητα.» Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Γιώργου Κωνσταντίνου Πολιτική Αίτηση αρ. 28/13, ημερ. 22.4.13 παρόμοια περιστατικά σε σχέση με τη λήψη παρειακών επιχρισμάτων από ύποπτο όπως η υπό εξέταση κρίθηκαν ότι συνιστούσαν περίπτωση όπου αυτός είχε συγκατατεθεί. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι κατατοπιστικό: «Επιπρόσθετα όμως εκτιμώ ότι ο αιτητής, έστω και με εσφαλμένη καθοδήγηση από τον τότε δικηγόρο του, συγκατατέθηκε στη λήψη παρειακού επιχρίσματος. Η κατ΄ ισχυρισμόν εσφαλμένη νομική συμβουλή που πήρε, κατά την κρίση μου, δεν εξουδετερώνει τη συγκατάθεση του αιτητή ο οποίος, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε αντίσταση ή ένσταση, άνοιξε το στόμα του και επέτρεψε τη λήψη παρειακού επιχρίσματος. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο ότι ασκήθηκε εναντίον του οποιαδήποτε βία ή ότι η συγκατάθεση του λήφθηκε με οποιοδήποτε δόλιο ή παράνομο τρόπο». Στην παρούσα περίπτωση αμφισβητήθηκε ότι υπήρξε συναίνεση του Κατηγορούμενου και τούτο στη βάση δύο αξόνων, ήτοι ότι δεν υπήρξε γραπτή συγκατάθεση όπως απαιτεί η Αστυνομική Διάταξη 3/17 και ότι εν πάση περιπτώσει τα γεγονότα δεν συνιστούν συναίνεση του Κατηγορουμένου. Όσον αφορά τις Αστυνομικές Διατάξεις θα πρέπει να επισημάνουμε πως αυτές δεν έχουν την ισχύ νόμου. Σε υποθέσεις που αφορούσαν ζητήματα σε σχέση με την παραδεκτή διαδικασία αναγνώρισης λέχθηκε ότι οι σχετικές επί τούτου Αστυνομικές Διατάξεις «είναι προσαρμοσμένες προς και απηχούν τις αρχές της νομολογίας» για το εν λόγω θέμα[2]. Αυτό που πρέπει να εξεταστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το κατά πόσον έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες του Άρθρου 25 του Ν.73(Ι)/04. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι συνέτρεχαν οι τρεις πρώτες προϋποθέσεις και συνεπώς εξετάζεται μόνον η ύπαρξη ή όχι συναίνεσης. Η ανταπόκριση και η αντίδραση του Κατηγορούμενου αμέσως μετά την πληροφόρηση του από τον Μ.Κ.2 αναφορικά με την πρόθεση του να του λάβει τα παρειακά επιχρίσματα όπως περιγράφηκε ανωτέρω δεν μπορεί παρά να συνιστά ρητή συγκατάθεση εκ μέρους του. Επισημαίνουμε περαιτέρω ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός, ούτε και τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μας ότι η συγκατάθεση του Κατηγορούμενου, όπως εκδηλώθηκε, εξασφαλίστηκε με οποιοδήποτε παράνομο ή επιλήψιμο τρόπο. Το γεγονός ότι δεν δόθηκε γραπτή συγκατάθεση δεν αλλοιώνει την ουσία του θέματος εφόσον με βάση τη σχετική νομοθετική πρόνοια απαιτείται απλώς η ύπαρξη συναίνεσης χωρίς να προσδιορίζεται ότι αυτή θα πρέπει να δίδεται γραπτώς. Με δεδομένο δε ότι λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα χωρίς να απαιτηθεί δικαστική διαταγή και χωρίς να προβάλλεται ισχυρισμός ότι υπήρξε οποιαδήποτε αντίσταση ή ότι απαιτήθηκε ή ασκήθηκε οποιασδήποτε μορφής βία είναι αναπόφευκτο το συμπέρασμα ότι αυτά εξασφαλίστηκαν με τη σαφή συναίνεση του Κατηγορούμενου στις σχετικές ενέργειες λήψης τους. Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα που τέθηκε από την Υπεράσπιση με δεδομένη την κατάληξη μας ότι στον Κατηγορούμενο δόθηκε αμέσως μετά τη σύλληψη του το έγγραφο των δικαιωμάτων του όπως προβλέπει ο Ν.163(Ι)/05 και αυτός αφού το διάβασε το υπέγραψε κρίνουμε ότι και αυτός ο λόγος ένστασης είναι άνευ ερείσματος. Εκ περισσού θα προσθέταμε ότι η ενημέρωση από τις αστυνομικές αρχές των δικαιωμάτων ενός κρατουμένου μπορεί να γίνει με την παράδοση του εντύπου εκείνου που τα περιέχει χωρίς να κρίνεται ως προαπαιτούμενο η προσυπογραφή από τον Κατηγορούμενο κάθε σελίδας που αποτελεί το εν λόγω έντυπο. Εν πάσει περιπτώσει στην προκειμένη περίπτωση το έντυπο αυτό υπεγράφη από τον Κατηγορούμενο στην τελευταία σελίδα όπου γίνεται ρητή αναφορά ότι έχει παραλάβει τον κατάλογο δικαιωμάτων και τους κανόνες κρατητηρίου. Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω καταλήγουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος το οποίο επωμίζεται, να αποδείξει δηλαδή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι η λήψη των παρειακών επιχρισμάτων του Κατηγορούμενου έγινε νόμιμα και συμφώνως των προβλεπόμενων νομοθετικών προνοιών. Ως εκ τούτου η ένσταση της Υπεράσπισης απορρίπτεται και επιτρέπεται η παρουσίαση του φακέλου με τα παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορουμένου ως Τεκμηρίου. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δέστε Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186, 216, Δημοκρατίας ν. Κυπριανίδη
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, 47, Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, 36, Al-Hamad ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, 128, Merthodja ν. Police
(1987)2 C.L.R. 277, Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143. [2] Δέστε Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 160 και Γ-Ε ν. Γεωργίου Ποινική Έφεση7/15 ημερ. 16/12/15. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο