Δημοκρατία ν. Κωνσταντίνου Μωσαϊκού, Ποιν. Υπόθεση: 9290/15, 25/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 9290/15 Δημοκρατία ν. Κωνσταντίνου Μωσαϊκού Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ματθαίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κούμας Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Κατόπιν παραδοχής του ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες τρείς κατηγορίες: · Κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, δηλ. κάνναβης βάρους 511,8277 γραμμάρια ( πρώτη κατηγορία) · Κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, δηλ. κάνναβης βάρους 511,8277 γραμμάρια με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (δεύτερη κατηγορία) · Προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, δηλ. κάνναβης ενός γραμμαρίου( τρίτη κατηγορία) Γεγονότα Τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως ακολούθως: Στις 23/5/15 και περί ώρα 17.50 τα μέλη της ΥΚΑΝ Α/Αστ.696 και Αστ.51 στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας διενήργησαν έρευνα στην οικία του Κατηγορούμενου στην παρουσία του ιδίου, της συζύγου του και του Νικόλα Μικέλλη. Κατά την έναρξη της έρευνας ο Κατηγορούμενος υπέδειξε στον Α/Αστ.696 πάνω σε τραπεζάκι ηλεκτρονικού υπολογιστή στο σαλόνι τρία κομμάτια χαρτί που περιείχαν ξηρή φυτική ύλη κάνναβης και τα οποία βρίσκονταν δίπλα από μία ζυγαριά ακριβείας πάνω στην οποία υπήρχαν ίχνη κάνναβης. Ο Α/Αστ.696 παρέλαβε τα πιο πάνω τεκμήρια, πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο Κατηγορούμενος απάντησε «εν πράμα». Ακολούθως ο Α/Αστ.696 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε «εντάξει». Την ίδια ώρα ανευρέθηκε στην κατοχή του Νικόλα Μικέλλη ένα γραμμάριο κάνναβης με το οποίο τον είχε προμηθεύσει προηγουμένως ο Κατηγορούμενος. Στη συνέχεια ο Α/Αστ.696 εντόπισε σε πολυθρόνα στο σαλόνι μία τσάντα εντός της οποίας υπήρχε μία δεύτερη τσάντα η οποία περιείχε ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, όπως επίσης και μία τσάντα χρώματος άσπρου μέσα στην οποία υπήρχε μία άλλη τσάντα η οποία περιείχε και αυτή ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Ο Α/Αστ.696 υπέδειξε τα πιο πάνω τεκμήρια στον Κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «εν για την οικογένεια μου που το κάμνω». Στη συνέχεια τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο Νικόλας Μικέλλης μεταφέρθηκαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ όπου λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση στην οποία παραδέχτηκε τη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων. Με βάση τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους προέκυψε ότι η ξηρή φυτική ύλη που εντοπίστηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου είναι ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β δηλ. κάνναβη συνολικού βάρους 511,8277 γραμμαρίων. Ποινικό Μητρώο Κατηγορουμένου Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη ημερ. 24/9/14 στην υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 205/13 αναφορικά με το αδίκημα κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 μηνών με τριετή αναστολή. Αγόρευση για μετριασμό ποινής Στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορούμενου, χωρίς να παραγνωρίζει τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση, αναφέρθηκε σε σειρά ελαφρυντικών παραγόντων που, όπως εισηγήθηκε, υφίστανται στην παρούσα υπόθεση και θα πρέπει να προσμετρήσουν προς όφελός του Κατηγορουμένου στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής. Ως προς τις συνθήκες τέλεσης των αδικημάτων ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν του ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι ο ίδιος επαγγελματίας προμηθευτής ναρκωτικών και ότι απλώς αγόρασε τα ναρκωτικά με σκοπό τη χρήση και σε περίπτωση που προέκυπτε αγοραστής να τα πωλήσει για να συντηρήσει την οικογένεια του οικονομικά. Ως μετριαστικούς παράγοντες ο κ. Κούμας κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του: (
- i)Την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονός, πού, όπως επισήμανε, αποδεικνύει έμπρακτα τη μεταμέλεια του. (
- ii)Την πλήρη συνεργασία του με τις Αστυνομικές αρχές στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. (iii) Τις προσωπικές του περιστάσεις όπως προκύπτουν από τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. (
- iv)Τις σοβαρές επιπτώσεις που αναμένεται να έχει η ενδεχόμενη στέρηση της ελευθερίας του στην οικογένεια του. Νομική πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή είναι καλώς γνωστή η αρχή ότι η προβλεπόμενη ποινή στο νόμο αποτελεί τη βάση από την οποίαν ξεκινά το δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβάλει σε συγκεκριμένο αδίκημα. Στα πλαίσια αυτά σημειώνεται ότι για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β προβλέπεται φυλάκιση μέχρι 8 έτη ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές ενώ για την κατοχή του με σκοπό την προμήθεια και την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα προνοείται φυλάκιση διά βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει ότι η κατοχή ναρκωτικών, ειδικότερα με σκοπό την προμήθεια, αποτελεί κοινωνική μάστιγα και απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια λαμβανομένων υπόψη των πολύ σοβαρών συνεπειών που συνεπάγεται η χρήση τους στην ανθρώπινη υπόσταση γενικά. Συγκεκριμένα έχει υποδειχθεί η ανάγκη για την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε όσους εμπλέκονται με ναρκωτικά, τα οποία ενσπείρουν τον πόνο και τη δυστυχία σε μεγάλο αριθμό νέων, κυρίως, ανθρώπων, καθώς και στις οικογένειες τους. Προς τούτο έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία από την οποία διαπιστώνεται πως από το σύνολο των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής έχει εδραιωθεί στη δικανική κρίση ο παράγοντας που αφορά στην αποτροπή. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη τονισθεί στη συλλογική προσπάθεια που καταβάλλεται για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών, ο παράγοντας που αφορά στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι περιορισμένης σημασίας, ενώ τονίζεται ιδιαίτερα η ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών με σκοπό την αποτροπή διάπραξης τέτοιων ή παρόμοιων αδικημάτων, γενικώς. Χαρακτηριστικά παραπέμπουμε στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χρίστου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 448: «...Τα αδικήματα που παραβιάζουν τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμο, και ιδιαίτερα η προμήθεια και εμπορία των παρανόμων ουσιών που αναφέρονται σ' αυτόν, είναι άκρως σοβαρά. Γι΄αυτό και πρέπει να αντιμετωπίζονται με αποτρεπτικές ποινές για να προστατευθεί η κοινωνία μας από τη μάστιγα των ναρκωτικών που δυστυχώς επέλασε και στη μικρή μας χώρα, μολονότι έχει μια μικρή κοινωνία η οποία παλαιότερα ήταν συνεκτική και συνδεδεμένη. Η ιδιότητα αυτή της κοινωνίας μας απέτρεπε το είδος του εγκλήματος, ειδικά του οργανωμένου, που σήμερα όμως παρουσιάζει αυξητική τάση με πολύ αρνητικές επιπτώσεις στην ευταξία του κράτους. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού η νομολογία ορίζει πως οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου έχουν περιθωριακή συμβολή ως ελαφρυντικό στοιχείο στην επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Mansour and other ν Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 434, Landau ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 178, Chanine ν. Δημοκρατίας
(1987)2 Α.Α.Δ. 183 και Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127).» Η θεώρηση της πλούσιας, δυστυχώς, νομολογίας για υποθέσεις ναρκωτικών καταδεικνύει την αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιας φύσης αδικημάτων με την επιβολή πολύχρονων ποινών φυλάκισης, το ύψος των οποίων εξαρτάται, μεταξύ άλλων παραγόντων, από το είδος, την ποσότητα και τον σκοπό κατοχής των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Berne ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437 επισημάνθηκε ότι το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών, καθώς επίσης ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στον καθορισμό της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ιδιαίτερα σοβαρή σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για κατοχή 1 ½ περίπου κιλού κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Ο εφεσείων ήταν 25 ετών, είχε λευκό ποινικό μητρώο είχε παραδεχθεί και εξέφρασε τη μεταμέλεια του. Στην υπόθεση Soleimani v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 476 επικυρώθηκε η επιβολή ποινής φυλάκισης 8 ετών στον εφεσείοντα, 26 ετών, για κατοχή σχεδόν ενός κιλού ρητίνης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Η ίδια ποινή για ποσότητα 733 γρ. κάνναβης επικυρώθηκε λίγο αργότερα στην υπόθεση Πολυδώρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 492. Στην υπόθεση Ahmed κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 801 επικυρώθηκε φυλάκιση 6 ετών για το αδίκημα της κατοχής 974 γρ. ρητίνης κάνναβης παρά το λευκό ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας, τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις των εφεσειόντων, και παρά το ότι ο ιθύνων νους ήταν άλλο πρόσωπο. Από τις αποφάσεις αυτές, διαφαίνεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων μας να επιβάλλουν αυστηρές ποινές ώστε να δίδεται ξεκάθαρα το μήνυμα σε όλους τους επίδοξους προμηθευτές ναρκωτικών ουσιών ότι αυστηρή θα είναι η αντιμετώπιση τους.[1] Οι αποφάσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια υπόψη επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων. Όπως όμως τονίστηκε και στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, με τις ποινές που επιβάλλονται, δεν καθορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά το χρόνο διάπραξής τους. Όπως χαρακτηριστικά επισημάνθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1: «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, το δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη». Όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία για υποθέσεις ναρκωτικών, το ύψος της ποινής εξαρτάται μεταξύ άλλων παραγόντων από το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνουμε υπόψη τόσο το είδος της ναρκωτικής ουσίας που βρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορουμένου, που αφορά σε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β όσο και την ποσότητα που είναι βάρους 511,8277 γραμμαρίων η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ευκαταφρόνητη, ούτε μικρή και η οποία βεβαίως θα διοχετευόταν στην αγορά και θα κατέληγε στους χρήστες ναρκωτικών. Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων ήταν η θέση του κ. Κούμα ότι ο Κατηγορούμενος δεν λειτουργούσε ως επαγγελματίας προμηθευτής ναρκωτικών και ότι είχε αγοράσει την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών με σκοπό τη χρήση και, σε περίπτωση που προέκυπτε κάποιος ενδιαφερόμενος αγοραστής, να προβεί στην προμήθεια της για να συντηρήσει την οικογένεια του. Σύμφωνα με την υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466 πρέπει να επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή από ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές. Ανεξαρτήτως όμως αυτού εκείνο που έχει σημασία σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση είναι πως είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Αυτά που πρέπει να επισημανθούν για την παρούσα είναι πως:
- i)O Kατηγορούμενος ήταν μεν και ο ίδιος χρήστης, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση βρέθηκε να κατέχει μια καθόλου ευκαταφρόνητη ποσότητα, η οποία στην πραγματικότητα δεν συνάδει με δική του προσωπική χρήση.
- ii)Η παραδοχή του στην Κατηγορία 2 καταδεικνύει ότι πρόθεση του ήταν να διαθέσει σε άλλους την κάνναβη, πράγμα που επιβεβαιώνεται από την κατοχή ζυγαριάς ακριβείας και την ανεύρεση τριών κομματιών χαρτιού με κάνναβη τα οποία παραπέμπουν σε προετοιμασία δόσεων για πιθανούς αγοραστές. iii) Η δήλωση του συνηγόρου του απλώς επιβεβαιώνει πως η διάθεση αυτή θα γινόταν έναντι χρηματικού ανταλλάγματος έστω και αν γίνεται επίκληση των αναγκών συντήρησης της οικογένειας του Κατηγορουμένου.
- iv)Ο εντοπισμός του Νικόλα Μικέλλη την ίδια μέρα με ένα γραμμάριο κάνναβης που είχε προμηθευτεί από τον Κατηγορούμενο συνάδει με όλα τα πιο πάνω και καταδεικνύει ακριβώς τον τρόπο δράσης του Κατηγορουμένου, ο οποίος επιβεβαιώνεται από την παραδοχή του στην Κατηγορία 3. Κρίνουμε πως την εικόνα αποδίδει εναργώς το ακόλουθο απόσπασμα από την Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 541: «Έχει λέχθει - και μπορεί να το επαναλάβουμε - ότι αυστηρή τιμωρία ατόμων που ενέχονται στη χρήση ναρκωτικών, όλως ιδιαίτερα των εμπόρων ναρκωτικών και των συνεργών τους, αποτελεί στοιχειώδη άμυνα της κοινωνίας και πράξη συμβάλλουσα στην παγκόσμια εκστρατεία καταπολέμησης και, ει δυνατόν, εκρίζωσης του κακού, που έχει επανειλημμένα χαρακτηριστεί ως η «μάστιγα των ναρκωτικών.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ενόψει της σοβαρότητας τέτοιας φύσης αδικημάτων και της επιτακτικής ανάγκης για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου ή άλλοι ελαφρυντικοί παράγοντες δεν πρέπει να εξουδετερώνουν την προσπάθεια των Δικαστηρίων που καταβάλλεται για την προστασία της κοινωνίας από τη σύγχρονη μάστιγα των ναρκωτικών. Έτσι, παρόλο που αυτοί δεν παραγνωρίζονται στο πλαίσιο του καθήκοντος των Δικαστηρίων για εξατομίκευση της ποινής, εντούτοις περιορισμένη βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί σε αυτούς[2]. Ιδιαίτερα δε, σε περιπτώσεις εμπορίας ναρκωτικών, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, έχει νομολογηθεί ότι είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό της ποινής[3]. Εντός των πιο πάνω πλαισίων λαμβάνουμε υπόψη τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: i. Την άμεση παραδοχή του τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο η οποία καταδεικνύει τη μεταμέλεια του και διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα και του δίνει το δικαίωμα για σχετική έκπτωση στην ποινή. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.» Δεν διαφεύγει την προσοχή μας βέβαια ότι υπό τις περιστάσεις που έχει συλληφθεί ο Κατηγορούμενος σίγουρα ήταν μειωμένες και οι επιλογές του. Ωστόσο η παραδοχή ενός κατηγορούμενου - ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος - είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας όπως έχει λίαν προσφάτως υπογραμμισθεί και στην υπόθεση Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 110/14, ημερ. 15/6/
- ii. Την πλήρη συνεργασία με τις Αστυνομικές Αρχές και την ομολογία του Κατηγορουμένου στην Αστυνομία κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης. iii. Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις με βάση τα όσα έχει σε έκταση αναπτύξει ενώπιον μας ο συνήγορός του. Όπως προέκυψε ο Κατηγορούμενος, ηλικίας 37 ετών, έχει αποφοιτήσει από το Λύκειο και παρόλο που μετά την ολοκλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων έκανε εγγραφή σε ιδιωτικό Πανεπιστήμιο στην Κύπρο δεν φοίτησε σε αυτό επιθυμώντας να εργαστεί και να έχει το δικό του εισόδημα. Για το λόγο αυτό άρχισε να εργάζεται ως ελαιοχρωματιστής στην οικογενειακή επιχείρηση που λειτουργούσε ο πατέρας του με τον αδελφό του. Το 2009 ο Κατηγορούμενος παντρεύτηκε με τη σύζυγο του η οποία κατάγεται από τη Μολδαβία και με την οποία απέκτησε τρία παιδιά σήμερα ηλικίας 7, 3 ½ και 1 ½ ετών αντιστοίχως. Η σύζυγος του έχει παιδί ηλικίας 16 χρόνων από τον πρώτο γάμο της με ομοεθνή της το οποίο διαμένει μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Η οικογένεια διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία η οποία ανήκει στον Κατηγορούμενο. Λόγω και της οικονομικής κρίσης η εργασία του Κατηγορούμενου δεν είναι σταθερή και το μηνιαίο εισόδημα του κυμαίνεται από €500 έως €
- Η οικογένεια λαμβάνει επίσης € 220 το μήνα ως επίδομα τέκνου και ποσό €800 από τη μητέρα του Κατηγορούμενου ως οικονομική στήριξη. Όπως προσέθεσε ο κ. Κούμας ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σωρεία χρεών για τα οποία δεν ευθύνεται ο ίδιος αλλά ο πατέρας του ο οποίος τους εγκατέλειψε εννοώντας προφανώς χωρίς να αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του. Όπως δε αναφέρεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με χρέη για το ποσό των €100.000 στη ΣΠΕ Γερίου για σκοπούς αγοράς ανυψωτικών μηχανημάτων της οικογενειακής εταιρείας που διατηρούσε ο πατέρας του - στην οποία εργάζετο και ο ίδιος- και ότι για το εν λόγω δάνειο είναι δεσμευμένη η κατοικία του Κατηγορούμενου. Ακόμη αντιμετωπίζει οφειλές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της τάξεως των €5000- €10000 για την περίοδο που εργαζόταν ως υπάλληλος στην οικογενειακή επιχείρηση. Δεν μας διαφεύγουν οι λόγοι που ώθησαν τον Κατηγορούμενο να εμπλακεί στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων που δεν ήταν άλλοι από οικονομικοί. Διευκρινίζουμε όμως πως η οποιαδήποτε οικονομική ανάγκη και δυσχέρεια του Κατηγορούμενου δεν μπορεί ασφαλώς να δικαιολογήσει την καταφυγή του στο έγκλημα Δεν μπορούμε να επικροτούμε άτομα που βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση να προσφεύγουν σε εγκληματικές δραστηριότητες για να αποκομίζουν όφελος, καθότι κάτι τέτοιο συνιστά ρήγμα στην κοινωνία και καταστρατήγηση του ρόλου του Δικαστηρίου στη διατήρηση της νομιμότητας. Όπως έχει λεχθεί στη Φάντης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 61 η κακή οικονομική κατάσταση δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή κάποιου στο έγκλημα. Όπως έχει πλειστάκις τονισθεί στη νομολογία μας είναι απαράδεκτο να ενσπείρεται ο θάνατος μέσω της διάδοσης ναρκωτικών ουσιών κατ' επίκληση οικονομικών προβλημάτων[4]. Συνεπώς οι λόγοι για τους οποίους ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε σ΄αυτή την εγκληματική δραστηριότητα με προεξέχον στοιχείο αυτό της οικονομικής του ανέχειας και των πιεστικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειας του, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ασφαλώς και δεν αποτελούν ελαφρυντικό παράγοντα στην επιμέτρηση της ποινής. Περαιτέρω, όπως συναφώς τονίστηκε στην υπόθεση Μixaylov κ.α. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175: «...τα οικονομικά προβλήματα τα οποία επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες και ανέκυπταν ανάγλυφα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, δεν μπορούσαν ποσώς να δικαιολογήσουν τη διάπραξη των αδικημάτων.» Όπως τονίστηκε από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Χατζηχαμπή στην υπόθεση Παναγιώτης Μακρή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 33/12 ημερ. 15.1.13: «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Όσον αφορά το ιστορικό του δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει προς όφελος του το λευκό ποινικό μητρώο εφόσον βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη η οποία μάλιστα αφορά παρόμοιας φύσεως αδίκημα, πράγμα που δείχνει και τη ροπή του προς τα συγκεκριμένα αδικήματα. Αυτό, βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως θα τιμωρηθεί για δεύτερη φορά για τα παλαιότερα αδικήματα του. Όπως είναι πάγια νομολογημένο η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μικρό ή μεγάλο, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των παλαιών αδικημάτων την επιείκεια που δύναται να επιδειχθεί[5]. Δεν διαφεύγουν επίσης την προσοχή μας οι επιπτώσεις που θα υπάρξουν ως αποτέλεσμα της διάπραξης του επίδικου αδικήματος, έστω με δική του ευθύνη, τόσο για τον ίδιο όσο και για τα εξαρτώμενα του πρόσωπα. Οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου συγκαταλέγονται επίσης μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως ούτε αυτές είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής[6]. Να σημειώσουμε και κάτι τελευταίο. Επικροτούμε τη διακοπή από τον Κατηγορούμενο της χρήσης ναρκωτικών έστω και μετά τη σύλληψη του στην παρούσα υπόθεση όπως και την απόφαση του να προβεί σε αποτοξίνωση. Είναι, ωστόσο, λυπηρό που δεν προέβη σε αυτή την ενέργεια και απόφαση πριν τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης και ενώ του είχε δοθεί η ευκαιρία στα πλαίσια της προηγούμενης υπόθεσης που αντιμετώπισε στο Δικαστήριο και είχε τύχει του ευεργετήματος της αναστολής στη φυλάκιση που του επεβλήθη. Αν το έπραττε πιθανόν να απέφευγε να βρεθεί στη δυσμενή θέση που βρίσκεται σήμερα. Με βάση όλα όσα αναφέρουμε πιο πάνω καταλήγουμε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε οι Κατηγορούμενος και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις καθιστούν την επιβολή σοβαρής ποινής φυλάκισης αναπόφευκτη. Το ύψος αυτής βέβαια θα αντανακλά κατά τρόπο όσο το δυνατό ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες, και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημαίνονται πιο πάνω. Ως εκ τούτου επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 1: Καμιά ποινή δεδομένου ότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται στα γεγονότα της κατηγορίας 2. Στην κατηγορία 2: Φυλάκιση 4 1/2 ετών. Στην κατηγορία 3: Φυλάκιση 2 ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η έκτιση της ποινής να αρχίζει από 15.1.16 που ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση. Τα ναρκωτικά κατάσχονται προς καταστροφή από την Αστυνομία. Ενόψει του ύψους της ποινής δεν εγείρεται θέμα εξέτασης ενδεχόμενης αναστολής. Ενεργοποίηση προηγούμενης ποινής φυλάκισης Όπως διαφαίνεται, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ.205/13 είχε αναστείλει ποινή φυλακίσεως που επέβαλε στις 24/9/14 στον Κατηγορούμενο. Τα επίδικα αδικήματα διαπράχθησαν εντός της 3ετούς αυτής περιόδου αναστολής και ως εκ τούτου θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο δικαιολογείται η ενεργοποίηση της προναφερθείσας ποινής φυλακίσεως. Το Άρθρο 4
(1)του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο ή την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά στην περίοδο εφαρμογής του διατάγματος ή να μη λάβει κανένα μέτρο σχετικά με την ανασταλείσα ποινή. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409, ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς. Η αναστολή αναβάλλει την εκτέλεση της ποινής αλλά δεν αλλοιώνει τη φύση της. Σε περίπτωση παράβασης των όρων αναστολής, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο αποφασίστηκε η αναστολή καταρρέει και ο λόγος για μη ενεργοποίηση της φυλάκισης εξαφανίζεται. Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στην Ιερόθεος Μιχαήλ Χριστοδούλου ν. Αστυνομία
(1993)2 Α.Α.Δ. 443: «Η ενεργοποίηση ποινής φυλάκισης με αναστολή, με βάση το Άρθρο 4
(1)του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, (Αρ. 95/72), είναι ποινή για το προηγούμενο αδίκημα, δηλαδή, για το αδίκημα στο οποίο επιβλήθηκε. Δεν είναι ποινή για το νέο αδίκημα που διαπράχθηκε μέσα στην καθορισμένη περίοδο της αναστολής της εκτέλεσης της πρώτης ποινής - (βλ., μεταξύ άλλων, Louca v. Republic
(1986)2 C.L.R. 141· Ιωαννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 A.A.Δ. 251· Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 A.A.Δ. 409· Έλβις Αντωνίου Σύμκασης ν. Της Αστυνομίας
(1993)2 A.A.Δ. 1, Νίκος Ευαγγέλου Αργυρού Χριστούδκιας ν. Της Αστυνομίας `
(1993)2 Α.Α.Δ. 52». Όπως προκύπτει περαιτέρω από τη Νομολογία ως ερμηνεία του Άρθρου 4 του Ν.95/72, εκδίδεται διάταγμα για ενεργοποίηση της ποινής φυλακίσεως, εκτός αν το Δικαστήριο πιστεύει ότι αυτό θα ήταν άδικο έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που μεσολάβησαν από την αναστολή της ποινής και τις περιστάσεις διάπραξης του νέου αδικήματος. Στην Δημήτρης Παράσχου Λούκα ν. Αστυνομίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 141, λέχθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση των όρων της αναστολής, το πρωταρχικό ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιστατικών. Τονίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν εκδικάζει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί, στην απουσία δε κατάλληλων περιστατικών που μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης των όρων της αναστολής, ενεργοποίηση πρέπει να διατάσσεται ως κανόνας. Όπως δε περαιτέρω τονίστηκε στην πιο πάνω απόφαση, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να παραπονεθεί, γιατί παραβαίνοντας τους όρους με τους οποίους η φυλάκιση αναστάληκε, υπολογισμένα ριψοκινδύνεψε την ελευθερία του την οποία και στερείται από δική του εσκεμμένη πράξη. Περαιτέρω στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ.52 λέχθηκε ότι η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής διατάσσεται κατά κανόνα εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων. Το Δικαστήριο επίσης οφείλει να λάβει υπόψη ότι η συνολική ποινή, δηλαδή η ποινή για τη βασική υπόθεση και η ενεργοποιημένη ποινή, δεν πρέπει να είναι υπερβολική[7]. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Χριστοφίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.148, Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.62. Παρατηρούμε ότι ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν υπέβαλε οποιαδήποτε εισήγηση για την πιθανότητα ενεργοποίησης πλην της αναφοράς του ότι αυτή η προηγούμενη καταδίκη δεν θα πρέπει να επενεργήσει ως επιβαρυντικός παράγων υπό την έννοια της εκ δευτέρου τιμωρίας του για αδίκημα που διέπραξε στο παρελθόν. Προκύπτει, συνεπώς, ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οτιδήποτε που να δύναται να επενεργήσει ώστε να θεωρηθεί η ενεργοποίηση μέρους της ανασταλείσας ποινής φυλακίσεως άδικη. Αντιθέτως εκείνο το οποίο διαπιστώνουμε είναι ότι ο Κατηγορούμενος, αντί να αδράξει την ευκαιρία που του δόθηκε από το Δικαστήριο σε παρόμοιας φύσης αδικήμα όπως τα επίδικα, διέπραξε τα υπό εκδίκαση αδικήματα εντός της περιόδου αναστολής, επιδεικνύοντας έτσι πλήρη αδιαφορία προς την επιείκεια που του είχε επιδειχθεί. Κατ' επέκταση, αποτελεί κατάληξη μας ότι μη ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής φυλακίσεως θα έχει ως αποτέλεσμα η φυλάκιση με αναστολή να χάσει το νόημα της. Όπως αναφέρθηκε και στην Πέτρος Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148: «Κατά την κρίση μας, η ενεργοποίηση κάποιου μέρους της ποινής καθίστατο επιβεβλημένη. Για να μην απωλέσει η φυλάκιση με αναστολή το νόημα της, για να μην εξασθενήσει ή να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητα της ως σωφρονιστικό μέτρο». Έχοντας υπ' όψιν μας τη συνολικότητα της ποινής, και όλες τις περιστάσεις που περιστοιχίζουν την υπόθεση, κρίνουμε ότι η συνολική τιμωρία του Κατηγορουμένου δεν θα είναι υπερβολική με την ενεργοποίηση 4 μηνών από την ανασταλείσα ποινή φυλάκισης των 8 μηνών που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο στις 24/9/14 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση αρ. 205/13. Ως εκ τούτου εκδίδεται ανάλογη διαταγή ενεργοποίησης 4 μηνών από την εν λόγω ποινή. Η πιο πάνω ποινή να εκτελεστεί μετά την εκτέλεση των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην υπό εκδίκαση υπόθεση. (υπ.) .................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (υπ) ................... Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (υπ).................. Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δέστε Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 498. [2]Δέστε Παναγιώτου v. Δημοκρατίας (ανώτερω) και Tomatari v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 169. [3] Δέστε Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60 [4] Δέστε Jovanovic v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.635 [5] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17. [6] Δέστε Domotov κ.α. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 328. [7] Βλέπε Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.546 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο