← Κύπρος

Spatium Trading Ltd ν. Bello Colore Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 42805/2011, 25/2/2016

Spatium Trading Ltd ν. Bello Colore Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 42805/2011, 25/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, E. Δ Αρ. Υπόθεσης: 42805/2011 Spatium Trading Ltd Κατηγορούσα Αρχή -ν-

  1. Bello Colore Ltd
  2. Μαρία Παρασκευά Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 25/2/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Αργυρού (για ν' ακούσει απόφαση κ. Λουκά) Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Θ.Θωμά (για ν' ακούσει απόφαση κ. Γ. Ντορζής). Κατηγορούμενη 2 παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση το κατηγορητήριο ως αυτό τροποποιήθηκε οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν 8 κατηγορίες. Οι κατηγορίες 10,11,12,13,15,16 και 17 αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής η οποία δεν εξοφλήθηκε χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Η κατηγορία 14 αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 10 η κατηγορούμενη 1 μαζί με την κατηγορούμενη 2 κατηγορούνται ότι στη Λευκωσία στις 23/3/2011 εξέδωσαν την επιταγή υπ' αρ. 26654770 της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγροτικής Ανάπτυξης (στο εξής καλούμενης «Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης»), για το ποσό των €500 προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας έναντι νομίμου ανταλλάγματος, η οποία αφού παρουσιάστηκε στη Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης κατά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι η κατηγορούμενη 2 ενεργούσα ως διευθύντρια και υπογράφουσα για την κατηγορούμενη 1, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση της πιο πάνω επιταγής, δίδοντας οδηγίες για ανάκληση της. Οι λεπτομέρειες των κατηγοριών 11,12,13,15,16, και 17 είναι οι ίδιες με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 10 με τη διαφορά ότι αναφέρονται και αφορούν διαφορετικές επιταγές της Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης που εκδόθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες και συγκεκριμένα: - Η κατηγορία 11 αφορά την επιταγή 26654771 εκδοθείσα στις 17/4/2011 για ποσό €
  2. - Η κατηγορία 12 αφορά την επιταγή 26654768 εκδοθείσα στις 28/2/2011 για ποσό €
  3. - Η κατηγορία 13 αφορά την επιταγή 26654759 εκδοθείσα στις 15/2/2011 για ποσό €
  4. - Η κατηγορία 15 αφορά την επιταγή 26654769 εκδοθείσα στις 13/3/2011 για ποσό €
  5. - Η κατηγορία 16 αφορά την επιταγή 26654760 εκδοθείσα στις 30/1/2011 για ποσό €
  6. - Η κατηγορία 17 αφορά την επιταγή 26654772 εκδοθείσα στις 10/2/2011 για ποσό €
  7. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 14, η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι μαζί με την κατηγορούμενη 2 στις 18/12/2010 εξέδωσαν την υπ' αριθμό 22824086 επιταγή της Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης, για το ποσό των €1,818.00 προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας, η οποία αφού παρουσιάστηκε κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να την εξοφλήσουν εντός 15 ημερών από της παρουσιάσεως της. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δήλωσαν μη παραδοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη των κατηγοριών κατέθεσαν 3 μάρτυρες και συγκεκριμένα η Μαρία-Λουϊζα Αβρααμίδου, διευθύντρια της παραπονούμενης (Μ.Κ.1), ο Σάββας Πύριλλος (Μ.Κ.2) επίσης διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας και ο Παύλος Παπακώστας (Μ.Κ.3), υπάλληλος στη Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης. Μετά που η κατηγορούσα αρχή ολοκλήρωσε την παρουσίαση της υπόθεσης της, ο κ. Θωμά υπέβαλε εισήγηση ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Aκολούθως και με δεδομένα τα όσα εισηγήθηκε ο κ. Θωμά, ο κ. Σ. Αργυρού υπέβαλε αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου, στο οποίο ο κ. Θωμά έφερε ένσταση. Ακολούθησε η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία το αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου εγκρίθηκε με την προσθήκη των κατηγοριών 10-17 που αντιμετωπίζουν τώρα οι κατηγορούμενοι και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο τους τις επιταγές οι οποίες ήταν αντικείμενο των κατηγοριών 2-9 (αλλά όχι με αντίστοιχη σειρά). Σημειώνεται ότι οι κατηγορίες 2-9 αναστάληκαν και οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν στη βάση σχετικής απόφασης του Γενικού Εισαγγελέα και ανάλογης διαταγής του Δικαστηρίου. Για τη δε κατηγορία 1 δηλώθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής, λίγο μέτα την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ότι δεν θα προσφερθεί μαρτυρία (ενόψει του ότι σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε και τιμήθηκε) και έτσι αυτή απεσύρθη και απερρίφθη και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάχθηκαν και αθωώθηκαν σε σχέση με αυτή. Μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου ο κ. Θωμά ζήτησε την επανακλήτευση της ΜΚ1 για να αντεξεταστεί σε σχέση με ζητήματα που προέκυψαν λόγω της τροποποίησης, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε. Στη συνέχεια ο κ. Θωμά υπέβαλε εκ νέου την εισήγηση του ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση, εισήγηση η οποία απερρίφθη για τους λόγους που εμφαίνονται στη σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Αφότου οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και επεξηγήθηκαν σε αυτούς τα δικαιώματα τους, επέλεξαν να προβάλουν κοινή υπεράσπιση στα πλαίσια της οποίας η κατηγορούμενη 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν κλήθηκαν οποιοιδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η μαρτυρία καθώς και το σύνολο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας που διεξήχθη, είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη. Δεν θεωρώ σκόπιμο να προβώ σε λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αφού αναφορά στη μαρτυρία θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια αξιολόγησης της και στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Αρκεί να σημειωθεί στο σημείο αυτό για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης της παρούσας, ότι η πλευρά της κατηγορούσας αρχής προώθησε τη θέση ότι η παραπονούμενη εταιρεία είχε συνεργασία με τους κατηγορούμενους στα πλαίσια της οποίας κατόπιν οδηγιών της κατηγορούμενης 2 προμήθευαν με προϊόντα την κατηγορούμενη 1 και πως οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν έναντι χρέους της κατηγορούμενης 1 που προέξυψε από πωληθέντα προϊόντα. Οι κατηγορούμενοι αμφισβήτησαν ότι η κατηγορούμενη 1 οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην παραπονούμενη και ότι η κατηγορούμενη 2 υπέγραψε και παρέδωσε τις επίδικες επιταγές ενώπιον οιουδήποτε εκ των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά ως διαφάνηκε στη συνέχεια κατά την επανακλήτευση της ΜΚ1, η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τελικώς τη νομότυπη έκδοση και ανάκληση των επιταγών οι οποίες ανακλήθηκαν (βλ. επιταγές Τεκμήρια 4,6,8,10,12,14 και 16 που αφορούν τις κατηγορίες 10,11,12,13,15,16, και 17) αφού προώθησε τη θέση ότι οι επιταγές που ανακλήθηκαν, ανακλήθηκαν λόγω παραβίασης κάποιας συμφωνίας μεταξύ παραπονούμενης 1 εταιρείας και κατηγορούμενης
  8. Σημειώνεται επίσης ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία του ΜΚ3 (τραπεζικού υπαλλήλου) και δη τη θέση του ότι οι επιταγές Τεκμήρια 4,6,8,10,12,14 και 16, ανακλήθηκαν από τον πελάτη τους (κατηγορούμενη 1) και ότι το μόνο πρόσωπο που μπορούσε να υπογράφει για το συγκεκριμένο λογαριασμό ήταν η κατηγορούμενη 2 (βλ. και Τεκμήριο 45), όμως με την ανώμοτη δήλωσή της η κατηγορούμενη 2 αμφισβήτησε την εμπλοκή της, τόσο στην έκδοση οιασδήποτε εκ των επίδικων επιταγών όσο και στην ανάκληση των επιταγών εκείνων που ανακλήθηκαν. Αρχίζοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας από τη ΜΚ1 σημειώνω τα εξής. Βασική θέση της μάρτυρος αυτής ήταν ότι η κατηγορούμενη 1, δια της κατηγορούμενης 2 (η οποία σύμφωνα με τη μάρτυρα ήταν διευθύντρια, γραμματέας και μοναδική μέτοχος της κατηγορούμενης 1), συνεργαζόταν με την παραπονούμενη από την οποία προμηθευόταν και αγόραζε διάφορα προϊόντα από αυτά που εμπορεύεται η παραπονούμενη (δηλαδή καλλυντικά, είδη εξοπλισμού, είδη ομορφιάς και θεραπείας προσώπου και άλλα εμπορεύματα αισθητικής) σε χονδρική τιμή με σκοπό να τα μεταπωλήσει, καθώς και για δική της χρήση για επαγγελματικούς σκοπούς. Ήταν επίσης θέση της ότι η κατηγορούμενη 2 εξέδωσε και υπέγραψε ενώπιον της, για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 και προς όφελος της παραπονούμενης τις επιταγές που αποτελούσαν το αντικείμενο των κατηγοριών 1-9, ως ήταν πριν την τροποποίηση. Αναφέρθηκε επίσης σε λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 που διατηρούσαν, στον οποίο αναγράφοντο αναλυτικά όλες οι αγορές βάση τιμολογίων και οι πληρωμές των κατηγορουμένων (βλ. κατάσταση λογιαριασμού Τεκμήριο 21). Ως ανέφερε ο συνήθης τρόπος εξόφλησης ήταν στο τέλος κάθε μήνα ή κάθε δύο μηνών να πληρώνεται το σύνολο των προϊόντων που παρέδιδε μετά από παραγγελία η παραπονούμενη στην κατηγορούμενη
  9. Σύμφωνα με την εν λόγω μάρτυρα από το Δεκέμβριο του 2010 έως και τα τέλη Απριλίου του 2011 στη Λευκωσία όπου και έγιναν οι αντίστοιχες συναλλαγές και οι συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορουμένων, η κατηγορούμενη 2 υπέγραψε και εξέδωσε σε διαφορετικές ημερομηνίες και πάντοτε ενώπιον της και επ' ονόματι της κατηγορούμενης 1 έναντι νομίμου ανταλλάγματος, τις 9 επιταγές που αποτελούσαν κατά το χρόνο που έδιδε μαρτυρία το αντικείμενο των κατηγοριών 1-
  10. Περαιτέρω ανέφερε ότι οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν δεόντως σε τραπεζικό οργανισμό από την παραπονούμενη εντός ευλόγου χρόνου, αλλά δεν τιμήθηκαν και επεστράφησαν απλήρωτες. Κατέθεσε τις επιταγές στις οποίες αναφέρθηκε με εξαίρεση την επιταγή αντικείμενο της κατηγορίας 1 (βλ. Τεκμήρια 2,4,6,8,10,12,14,16) καθώς και ειδοποίηση του Τραπεζικού οραγανισμού στον οποίο κατατέθηκαν οι επιταγές και επεστράφησαν απλήρωτες. Όπως επίσης ανέφερε οι εν λόγω επιταγές παραμένουν σήμερα απλήρωτες, παρόλο που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κλήθηκαν επανειλημμένα από την παραπονούμενη και από τους δικηγόρους της να εξοφλήσουν τα πιο πάνω ποσά. H μάρτυρας αυτή δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, όχι τόσο λόγω της φυσικής της παρουσίας στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά λόγω του περιεχομένου της μαρτυρίας της, το οποίο βρίθει ασαφειών και αντιφάσεων επί ουσιωδών θεμάτων, ενώ σε πολλά σημεία δεν συνάδει ούτε με τη μαρτυρία του ΜΚ2, έτσι που το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία της για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Και εξηγώ. Κατ' αρχάς ενώ η μάρτυρας ανέφερε ότι η ίδια είχε εισαγάγει τις πληροφορίες στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 21, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια για ποιο λόγο το Τεκμήριο 21 δεικνύει ως υπόλοιπο το ποσό των €7.335,30, ενώ οι ιδιοι καταχώρησαν αγωγή εναντίον της κατηγορούμενης 1 για το ποσό των €8.117,00 (βλ. Τεκμήριο 23). Η προσπάθεια της να αναφέρει ότι το ποσό της αγωγής συμπεριλαμβάνει τόκους και την επιταγή της κατηγορίας 1, (για το ποσό των €1.817,00) η οποία πληρώθηκε και εκ παραδρομής διεκδικείται με την αγωγή και η οποία δεν περιλαμβάνεται στην κατάσταση λογαριασμού, δε δύναται να πείσει. Και τούτο διότι κατ' αρχάς με την αφαίρεση του ποσού των €1817 από το ποσό των €8.117,00 το ποσό που μένει είναι αυτό των €6300 και όχι των €7.335,
  11. Από την άλλη η θέση της ότι η το ποσό της αγωγής περιλαμβάνει και τόκους δεν μπορεί να «διασώσει» την τοποθέτηση της, αφού δε συνάδει με τη θέση του ΜΚ2 ο οποίος για το ίδιο ζήτημα ανέφερε ότι η διαφορά των €1000 ήταν κάποιο υπόλοιπο ποσό που είχε μείνει ως οφειλόμενο. Πέραν τούτου, η μάρτυρας αυτή, η ίδια με τη γραπτή της δήλωση (την οποία σημειώνω ότι κατέθεσε πριν την τροποποίηση του κατηγορητηρίου) ανέφερε ότι είχε αναγνώσει το κατηγορητήριο και ότι συμφωνούσε πλήρως με αυτό και το υιοθετούσε, ενώ το κατηγορητήριο ως είχε τότε, προφανώς και δεν ήταν ορθό αφού εν πρώτοις οι λόγοι για τους οποίους δεν πληρώθηκαν οι επιταγές δεν ήταν οι ορθοί (με εξαίρεση την επιταγή Τεκμήριο 2 - βλ. κατηγορία 6 πριν την τροποποίηση), εξ ου και υπεβλήθη αργότερα αίτημα για τροποποίηση, ενώ σε κάθε περίπτωση η επιταγή αντικείμενο της κατηγορίας 1, σύμφωνα με τα όσα η ίδια η μάρτυρας τελικά ανέφερε, είχε κατατεθεί και ξεκαθάρισε στις 20/6/2011 και επομένως δεν επεστράφη απλήρωτη ούτε και εξακολουθούσε να παραμένει απλήρωτη, ως η ίδια αρχικά και προφανώς λανθασμένα ανέφερε με τη γραπτή της δήλωση. Πέραν τούτου και παρά το ότι υιοθέτησε το κατηγορητήριο ως ορθό και παρά το ότι ήταν η θέση της ότι όλες οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν ενώπιον της, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε εκδόθηκαν, ούτε να επιβεβαιώσει ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν στις ημερομηνίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, αφού η μάρτυρας ερωτηθείσα σχετικά ανέφερε ότι κάποιες εκδίδονταν τη μέρα που ήταν πληρωτέες και κάποιες πριν την ημερομηνία που ήταν πληρωτέες, δηλαδή μεταχρονολογημένες. Ως προς το χρόνο έκδοσης τους επικαλέστηκε τις αποδείξεις που εκδίδονταν, χωρίς όμως να τις παρουσιάσει, και υποστηρίζοντας ότι η ημερομηνία έκδοσης των εν λόγω αποδείξεων θα ήταν και η ημερομηνία έκδοσης των επιταγών. Πέραν του ότι η μαρτυρία της ήταν προφανώς υποθετική στο συγκεκριμένο σημείο, το αβάσιμο εν πάση περιπτώσει της θέσης της καταδεικνύεται τουλάχιστον από την επιταγή Τεκμήριο 2 ημερομηνίας 18/12/2010, η οποία περιλαμβάνεται στην απόδειξη με αρ. 2146, Τεκμήριο 35 (που κατέθεσε αργότερα ο ΜΚ2) και η οποία απόδειξη φέρει ημερομηνία 30/1/2011, δηλαδή μεταγενέστερη της ημερομηνίας που φέρει η επιταγή Τεκμήριο 2, η οποία ως έχω ήδη αναφέρει φέρει ημερομηνία 18/12/
  12. Εάν δε πράγματι η επιταγή Τεκμήριο 2 εκδόθηκε τη μέρα που αναφέρεται στην απόδειξη Τεκμήριο 35, δηλαδή 30/1/2011, τότε καταρρίπτεται πλήρως η θέση της μάρτυρος ότι οι επιταγές εκδίδονταν είτε στην ημερομηνία που ήταν πληρωτέες, είτε πιο πριν από την ημερομηνία που ήταν πληρωτέες. Περαιτέρω ενώ σε δύο σημεία της γραπτής της δήλωσης (βλ. παρ. 5 και παράγραφο 9 της γραπτής δήλωσης Τεκμήριο 1) με έμφαση ανέφερε ότι όλες οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και υπεγράφησαν ενώπιον της, κατά την αντεξέταση της διαφοροποίησε ουσιωδώς τη θέση της, εφόσον ανέφερε ότι κάποιες εκδόθηκαν ενώπιον της και κάποιες ενώπιον του συνεταίρου της (Μ.Κ.2), χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει συγκεκριμένα ποιες εκδόθηκαν ενώπιόν της και ποιες ενώπιον του συνεταίρου της. Ο δε συνέταιρός της (Μ.Κ.2) καταθέτοντας ενόρκως ισχυρίστηκε και εκείνος αρχικά ότι όλες οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και υπεγράφησαν ενώπιον του, για να αναιρέσει και αυτός στη συνέχεια τη θέση του αυτή, αφήνοντας παράλληλα ξεκάθαρα να νοηθεί ότι κάποιες από τις επιταγές παραλήφθηκαν από κοπέλα στο λογιστήριο της παραπονούμενης εταιρείας, στην οποία η ΜΚ1 καμία αναφορά έκανε. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι για το συγκεκριμένο ζήτημα η ΜΚ1 με τη μαρτυρία της επικαλέστηκε και πάλι τις αποδείξεις, τις οποίες ως έχω αναφέρει δεν παρουσίασε, για να ισχυριστεί ότι το πρόσωπο το οποίο υπογράφει τη σχετική απόδειξη, αυτό θα ήταν παρόν κατά την έκδοση της αναφερόμενης στην απόδειξη επιταγής. Όμως ο ΜΚ2 ο οποίος παρουσίασε τις σχετικές αποδείξεις, πουθενά δεν ανέφερε ότι οποιαδήποτε εκ των αποδείξεων φέρει την υπογραφή της ΜΚ
  13. Κατ' ακρίβειαν δεν ανέφερε για καμιά εκ των αποδείξεων που αφορούσαν τις επίδικες επιταγές ποιου την υπογραφή φέρει. Αντίθετα έκανε αναφορά ότι ο ίδιος εισέπραξε 2 επιταγές και συγκεκριμένα τις επιταγές που αναφέρονται στις αποδείξεις Τεκμήρια 26 και 27, που όμως δεν είναι εκ των επίδικων, ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις έκανε αναφορά σε άτομο του λογιστηρίου που εισέπραξε, στο οποίο η ΜΚ1 ως έχω ήδη πει καμία αναφορά έκανε, αφού η θέση που τελικά προώθησε ήταν ότι κάποιες εκ των επίδικων επιταγών εκδόθηκαν ενώπιον της και κάποιες ενώπιον του συνεταίρου της, χωρίς πουθενά να συγκεκριμενοποιήσει την αναφορά της αυτή. Βέβαια ως διαφάνηκε στη συνέχεια τόσο μέσα από τις θέσεις που προωθήκαν από το συνήγορο υπεράσπισης στα πλαίσια της αντεξέτασης της ΜΚ1 όταν αυτή επανακλητεύθηκε, αλλά και από τη μη αμφισβήτηση της μαρτυρίας του ΜΚ3, η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε εν τέλει τη νομότυπη έκδοση και ανάκληση από την κατηγορούμενη 1 των επιταγών που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών 10,11,12,13,15,16 και 17 (περαιτέρω ανάλυση του θέματος αυτού γίνεται κατωτέρω). Ανεξαρτήτως όμως τούτου εύλογα διερωτάται κάποιος για ποιο λόγο η ΜΚ1 προχώρησε και ανέφερε στο Δικαστήριο θέσεις για ζητήματα τα οποία δεν γνώριζε ή δεν θυμόταν, παρουσιάζοντας τα μάλιστα με απόλυτη βεβαιότητα, για να τα αναιρέσει αμέσως μετά και γιατί δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ευθέως και εξ αρχής ότι δεν θυμόταν ή δεν γνώριζε, εάν αυτή ήταν στην πραγματικότητα η θέση της. Η πιο πάνω στάση της δημιουργεί πολύ σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο για την αξιοπιστία της και σίγουρα δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία της για εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων, ιδιαίτερα με δεδομένη τη σχέση της ΜΚ1 με την παραπονούμενη εταιρεία όπως η ίδια την περιέγραψε και κατ' επέκταση το συμφέρον της από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Όμως η πιο πάνω κατάληξη μου δεν επηρεάζει το νομότυπο της έκδοσης και ανάκλησης από την κατηγορούμενη 1 των επιταγών που ανακλήθηκαν (βλ. κατηγορίες 10,11,12,13,15,16 και 17) δεδομένου του ότι το ζήτημα αυτό ως έχω ήδη αναφέρει δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Η μαρτυρία του ΜΚ2 κινήθηκε περίπου στις ίδιες γραμμές με τη μαρτυρία της ΜΚ1, αφού η δήλωση που κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ήταν σχεδόν ταυτόσημη, και λέω σχεδόν, εφόσον περιείχε κάποιες επουσιώδεις διαφοροποιήσεις, πλην όμως κατά τα λοιπά το κείμενο ήταν στην ουσία το ίδιο (βλ. Τεκμήρια 1 και 24). Ούτε και αυτός ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση και πιο κάτω εξηγώ τους λόγους. Κατ' αρχάς κακή εντύπωση άφησε το γεγονός ότι ενώ αρχικά ο ίδιος ανέφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι η επιταγή που ήταν το αντικείμενο της κατηγορίας 1 είχε κατατεθεί και πληρώθηκε, αργότερα κατά την αντεξέταση του για το ίδιο θέμα αρνείτο να απαντήσει. Ερωτηθείς δε για το ύψος του ποσού που διεκδικεί η παραπονούμενη εταιρεία με την αγωγή που καταχώρησε εναντίον της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, έκανε αναφορά σε €7.335,00, ενώ στην πραγματικότητα το ποσό που διεκδικείται με την αγωγή (βλ. Τεκμήριο 23) είναι €8.117,
  14. Στην προσπάθεια του δε στη συνέχεια να δικαιολογήσει τη διαφορά μεταξύ της κατάστασης λογαριασμού και της αγωγής, περιέπεσε σε αντίφαση σε σχέση με την επί του προκειμένου μαρτυρία της ΜΚ1, αναφορά στην οποία έγινε πιο πάνω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΚ
  15. Υπενθυμίζω επίσης ότι και αυτός ο μάρτυρας όπως και η ΜΚ1, ανέφερε με περισσή βεβαιότητα, ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν υπεγράφησαν και παραδόθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες, αλλά πάντοτε ενώπιον του, για να παραδεχθεί στη συνέχεια ότι δεν εκδόθηκαν όλες ενώπιον του και να αφήσει ξεκάθαρα να νοηθεί[1] ότι κάποιες εισπράχθηκαν από την κοπέλα στο λογιστήριο, στην οποία θυμίζω ότι η ΜΚ1 ουδεμία αναφορά έκανε, αφού θέση της ήταν ότι κάποιες εκδόθηκαν ενώπιον της και κάποιες ενώπιον του ΜΚ
  16. Συγκεκριμένα ο ΜΚ2 παραδέχθηκε ότι δεν ήταν παρών κατά την έκδοση των επιταγών Τεκμήρια 4 και 6, όμως δεν προσδιόρισε σε ποιες ήταν παρών. Περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι ήταν παρών στο 80% των εισπράξεων, θέση η οποία δεν ρίχνει φως στο ζητούμενο και την οποία εν πάση περιπτώσει διαφοροποίησε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, αναφέροντας ότι ήταν παρών στο 90% των εισπράξεων. Μετά δε από αυτές του τις τοποθετήσεις επανήλθε και επέμεινε ότι ο ίδιος είχε λάβει τις επίδικες επιταγές, αλλά αναφερόμενος στις αποδείξεις είσπραξης που αφορούν τις επίδικες επιταγές, δεν ανέφερε πουθενά ότι φέρουν την υπογραφή του ή της ΜΚ2 ή ότι η συγκεκριμένη είσπραξη έγινε στην παρουσία του. Ανέφερε βέβαια ότι εισέπραξε τις επιταγές αντικείμενο των αποδείξεων Τεκμήριο 26 και 27, οι οποίες δεν είναι όμως εκ των επίδικων. Υπό το φως των πιο πάνω το Δικαστήριο διατηρεί σοβαρότατες επιφυλάξεις ως προς την αξιοπιστία του, με δεδομένες τις εναλλαγές των θέσεων του και των αντιφάσεων που παρατηρούνται στη μαρτυρία του κατ' αντιπαραβολή με τη μαρτυρία της ΜΚ1, πράγμα που αναπόφευκτα οδηγεί στην κατάληξη ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Τονίζω όμως ότι η πιο πάνω κατάληξη μου δεν επηρεάζει το νομότυπο της έκδοσης και ανάκλησης από την κατηγορούμενη 1 των επιταγών που ανακλήθηκαν (βλ. κατηγορίες 10,11,12,13,15,16 και 17) για τους λόγους που ήδη επεξηγήθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΚ1 και οι οποίοι αναλύονται περαιτέρω και πιο κάτω. Προχωρώντας τώρα στον ΜΚ3, πρέπει να πω πως μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Ήταν πρόσωπο το οποίο δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και εν γένει μου έδωσε την εντύπωση προσώπου το οποίο ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει τα όσα ο ίδιος γνώριζε σε σχέση με τα όσα ερωτάτο και αυτό πιστεύω ότι έπραξε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του η οποία στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του παρουσίασε την αίτηση για άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας (βλ. Τεκμήριο 44), κάρτα δείγματος υπογραφής πελάτη (βλ. Τεκμήριο 45), το πρακτικό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 46), πιστοποιητικό διευθυντών και γραμματέα της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ημερ. 1/2/2010 (βλ. Τεκμήριο 47), καταστάσεις του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές (βλ. Τεκμήριο 48), επίσης παρουσίασε τα έγγραφα ανάκλησης των επίδικων επιταγών (βλ. Τεκμήρια 49 και 50). Ερωτηθείς δε σχετικά ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές ανακλήθηκαν στις 6/6/
  17. Ως προς το όριο του λογαριασμού ανέφερε ότι ήταν €30.000 χρεωστικό. Ανέφερε επίσης ότι η επιταγή Τεκμήριο 2 που αφορά την επιταγή με αρ. 22824086 (βλ. κατηγορία 14) παρουσιάστηκε για πληρωμή 23/12/2010 και επεστράφη απλήρωτη με την ένδειξη αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή, ενώ το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν €30,348.71 σε υπέρβαση. Η εν λόγω επιταγή ως ανέφερε επίσης παρουσιάστηκε ακόμα μια φορά στις 20/6/2011 και το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν €30.065.95 σε υπέρβαση. Για το Τεκμήριο 4 ( επιταγή με αρ. 26654760 - βλ. κατηγορία 16) ανέφερε ότι παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 20/6/2011 και δεν πληρώθηκε διότι η πληρωμή ανακλήθηκε από τον εκδότη της επιταγής και ο λόγος που προβλήθηκε ήταν η αθέτηση συμφωνίας. Για την επιταγή Τεκμήριο 6 (επιταγή με αρ. 26654768 - βλ. κατηγορία 12) ανέφερε ότι και αυτή παρουσιάστηκε στις 20/6/2011 και επεστράφη πίσω με την ίδια ένδειξη ως το Τεκμήριο
  18. Για τη μονογραφή επί της εν λόγω επιταγής ανέφερε ότι αυτή είναι η συνήθης πρακτική όταν αλλάζεται κάποιο στοιχείο από κάποια επιταγή. Για το Τεκμήριο 8 (επιταγή με αρ. 26654772 - βλ. κατηγορία 17) ανέφερε ότι παρουσιάστηκε κοντά τους στις 20/6/2011 και επεστράφη απλήρωτη με την ίδια ένδειξη όπως και οι επιταγές Τεκμήρια 4 και
  19. Τα ίδια ανέφερε και για το Τεκμήριο 10 (επιταγή με αρ. 26654759 - βλ. κατηγορία 13)[2]. Τα ίδια ανέφερε και γα το Τεκμήριο 12 (επιταγή με αρ. 26654769 - βλ. κατηγορία 15) και για το Τεκμήριο 14 (επιταγή με αρ. 26654770 - βλ. κατηγορία 10) και για το Τεκμήριο 16 (επιταγή με αρ. 26654771 - βλ. κατηγορία 11) για το οποίο επίσης ανέφερε ότι υπάρχει υπογραφή πάνω από την ημερομηνία και πως ούτε αυτή καταγγέλθηκε ότι πλαστογραφήθηκε ή χάθηκε. Επίσης ανέφερε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά το χρόνο παρουσίασης των πιο πάνω επιταγών για πληρωμή, ήτοι 20/6/2011, ήταν €30.447.07 σε υπέρβαση. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι η επιταγή Τεκμήριο 8 η οποία ήταν πληρωτέα στις 10/2/2011, δεν θα μπορούσε να εξαργυρωθεί ακόμα και εάν κατατίθετο τη μέρα που ήταν πληρωτέα, εφόσον το υπόλοιπο κατά την εν λόγω ημερομηνία ήταν €30,353.40 χρεωστικό. Ερωτηθείς δε αν εξαργυρώνονταν επιταγές ακόμα και εάν υπήρχε υπέρβαση ανέφερε ότι η πολιτική της εταιρείας ήταν να μην εξαργυρώνονται επιταγές. Ερωτηθείς αν γνωρίζει κατά πόσο για την κατηγορούμενη 1 είχαν εξαργυρωθεί επιταγές ακόμα και μετά που είχε ξεπεράσει το όριο των €30.000, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Σε υποβολή ότι πριν τις 23/12/2010 εξαργυρώνονταν επιταγές ακόμα και μετά που είχε ξεπεράσει το όριο ανέφερε ότι δεν γνώριζε για να απαντήσει. Η κατηγορούμενη 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση, στα πλαίσια της οποίας ανέφερε ότι η ίδια σε καμία περίπτωση δεν έχει υπογράψει οποιαδήποτε από τις επίδικες επιταγές ενώπιον οιουδήποτε από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 και επίσης σε καμία περίπτωση η ίδια έχει παραδώσει τις εν λόγω επιταγές σε οιοδήποτε από τους δύο πιο πάνω αναφερόμενους. Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν είχε ούτε έχει τον έλεγχο των λογαριασμών της κατηγορούμενης 1, διότι τον έλεγχο των λογαριασμών είχε ο λογιστής και πρώην σύζυγος της. Περαιτέρω ανέφερε ότι η ίδια σε καμία περίπτωση δεν έχει δώσει εντολή μη πληρωμής των επίδικων επιταγών προσωπικά και σε κάθε περίπτωση οδηγίες αν δόθηκαν, δόθηκαν από άλλο πρόσωπο. Τέλος αναφέρει ότι οι επιταγές κατατέθηκαν όλες την ίδια ημερομηνία, παρόλο που οι ημερομηνίες πληρωμής της κάθε μιας ήταν διαφορετικές. Αυτό καθιστούσε, όπως υποστήριξε, εκτός του δικού της ελέγχου ή του συζύγου της ή του λογιστή τους, την πληρωμή τους. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη η κατηγορούμενη 2 λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία, αλλά δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. Από την επιλογή αυτή του κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Στην προκειμένη περίπτωση η ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης δεν μπορεί να κατά την κρίση μου να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα και δει αυτά που σχετίζονται με τις επιταγές που ανακλήθηκαν, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: H κατηγορούμενη 1 εταιρεία εξέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας τις επιταγές Τεκμήρια 4,6,8,10,12,14 και 16, αντικείμενο των κατηγοριών 10,11,12,13,15,16 και
  1. Στις 6/6/2011 η πληρωμή των εν λόγω επιταγών ανακλήθηκε από την κατηγορούμενη 1 (βλ. Τεκμήρια 49 και 50) με προβαλλόμενο λόγο την παράβαση συμφωνίας. Τα πιο πάνω προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα, αφού αφενός η μαρτυρία του ΜΚ3 με την οποία ανέφερε ότι οι ως άνω επιταγές παρουσιάστηκαν προς πληρωμή στις 20/6/2011 και δεν πληρώθηκαν ενόψει του ότι η πληρωμή τους είχε ανακληθεί από τον εκδότη δεν αμφισβητήθηκε, ενώ αφετέρου ο συνήγορος των κατηγορουμένων στα πλαίσια της αντεξέτασης της ΜΚ1 όταν αυτή επανακλητεύθηκε για να αντεξεταστεί μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου κατόπιν αιτήματος του ίδιου του συνηγόρου των κατηγορουμένων, προώθησε τη θέση ότι οι επιταγές που ανακλήθηκαν, ανακλήθηκαν λόγω παραβίασης κάποιας συμφωνίας που υπήρχε μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης
  2. Συγκεκριμένα έθεσε το θέμα ως εξής: «Ε. Κυρία σου υποβάλλω ότι οι επιταγές που ανακλήθηκαν εκτός από μια που δεν φαίνεται να έχει ανακληθεί είναι αυτή της κατηγορίας 14, αυτή της κατηγορίας 14 δεν φαίνεται να έχει ανακληθεί τουλάχιστον έτσι φαίνεται στο κατηγορητήριο, έχουν ανακληθεί λόγω του ότι υπήρχε καταπάτηση κάποιας συμφωνίας μαζί σας με την εταιρεία.» Από την πιο πάνω θέση της υπεράσπισης προκύπτει ξεκάθαρα κατά την κρίση μου ότι οι κατηγορούμενοι παρά την προηγηθείσα αντεξέταση επί του ζητήματος της έκδοσης, δεν αμφισβήτησαν εν τέλει τη νομότυπη έκδοση και ανάκληση των επιταγών αντικείμενο των κατηγοριών 10,11,12,13,15,16 και 17 από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Τουναντίον με την πιο πάνω υποβολή την επιβεβαίωσαν. Εξάλλου ανάλογη ήταν η προσέγγιση και στην Ποινική Έφεση 116/2011, ημερ. 30/1/2015 L.C.D. Domiki Ltd v.
  3. R.K.A. Kikkos Developers Ltd
  4. Ανδρέα Γρηγορίου όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «...Μάλιστα ο συνήγορος των εφεσίβλητων αποδέχθηκε χωρίς ένσταση την κατάθεση της επιταγής ως Τεκμήριο 1 από νωρίς, ήδη από την αρχή της κύριας εξέτασης του Α. Μενελάου, διευθυντή της εφεσείουσας, Μ.Κ.
  5. Στην πορεία, η υπόθεση, και κυρίως η υπεράσπιση, κινήθηκε γύρω από τη θέση ότι ευλόγως ήταν που ανακλήθηκε η πληρωμή της επιταγής. Ρωτήθηκε βεβαίως ο Π. Χατζηζηνοβίου, Μ.Κ.3, περί του τρόπου συμπλήρωσης της επιταγής, αλλά η συναφής υποβολή ήταν ότι ο ίδιος ο μάρτυρας εξέδωσε την επιταγή προς όφελος της εφεσείουσας για να την εξυπηρετήσει και όχι ότι το εκδοθέν έγγραφο δεν ήταν καν επιταγή. Σε καμιά δε περίπτωση δεν υπήρξε ισχυρισμός περί πλαστογραφίας της επιταγής. ...» Τονίζω ότι όπως στην L.C.D. Domiki (ανωτέρω) έτσι και στην προκειμένη περίπτωση δεν τέθηκε ζήτημα πλαστογραφίας οιασδήποτε εκ των ως άνω αναφερόμενων επιταγών, ούτε και προβλήθηκε οποιαδήποτε ένσταση στην κατάθεση τους, ενώ εν τέλει ως έχω ήδη αναφέρει η θέση που προωθήθηκε ήταν ότι αυτές ανακλήθηκαν λόγω παραβίασης κάποιας συμφωνίας μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης
  6. Προχωρώντας τώρα στα ευρήματα μου σε σχέση με την κατηγορία 14 σημειώνω πως δεδομένης της αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2 και της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι δεν μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία τους για εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ως προς τις περιστάσεις έκδοσης της επιταγής Τεκμήριο 2 αντικείμενο της κατηγορίας 14, η έκδοση της οποίας παρέμεινε αμφισβητούμενη από την υπεράσπιση μέχρι το τέλος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αρχίζω από την εξέταση της 14ης κατηγορίας που εδράζεται στο άρθρο 305Α
(1)το οποίο έχει ως εξής : «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών, από την παρουσίαση της, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10,000.00) ή και στις δύο ποινές.» Με βάση το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που πρέπει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή είναι: Η έκδοση επιταγής Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με την απόρριψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας 1 και 2, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία για την εξαγωγή ευρημάτων αναφορικά με τις περιστάσεις έκδοσης της επιταγής Τεκμήριο 2, έτσι που δεν μπορώ να καταλήξω ότι πληρούται το συστατικό στοιχείο της έκδοσης για οιοδήποτε εκ των κατηγορουμένων, το οποίο συστατικό στοιχείο πρέπει απαραιτήτως να πληρούται σε σχέση με κατηγορίες εδραζόμενες στο άρθρο 305A
(1). Περαιτέρω σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 σημειώνω τα εξής. Η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ως συνεργός στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Για του λόγου το αληθές παραπέμπω στην ίδια την κατηγορία 14, η οποία εδράζεται και επί του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προβλέπει ότι όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, μεταξύ άλλων εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός. Και είναι προφανώς με αυτή την ιδιότητα που κατηγορείται η κατηγορούμενη
  2. Το γεγονός δε ότι η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι προέβη στις πράξεις που συνιστούν το αδίκημα της κατηγορίας 14 (δηλαδή καταγορείται ως αυτουργός - ότι εξέδωσε μαζί με την κατηγορούμενη 1 την επιταγή Τεκμήριο 2) δεν καθιστά ελαττωματική τη σχετική κατηγορία, αφού όπως προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο 20, πρόσωπο το οποίο συμμετείχε στη διάπραξη του αδικήματος με οιονδήποτε από τους τρόπους που επεξηγούνται στο εν λόγω άρθρο, μπορεί να κατηγορείται ως αυτουργός στη βάση ακριβώς του άρθρου 20, το οποίο περιέχεται στην έκθεση αδικήματος της επίδικης κατηγορίας. (βλ. Ευγένιος Ajini και άλλοι v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319 η οποία επιβεβαιώθηκε μεταγενέταστερα στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261). Εκδότης βέβαια, είναι σε τέτοια περίπτωση όπως σαφώς υποδεικνύει η νομολογία, η εταιρεία (βλ. Militos Trading Ltd v. Αθηνάς Μαλέκκου Ποιν. Έφεση 150/2009 ημερ. 15/10/2012). Με δεδομένη λοιπόν την ιδιότητα στη βάση της οποίας κατηγορείται η κατηγορούμενη 2, θα πρέπει να καταδειχθεί η ένοχη διάνοια της ως προκύπτει από την απόφαση Παυλόπουλος (ανωτέρω) στις σελίδες 267- 268 όπου αναφέρονται τα εξής: «. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» (« . . . aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances"). Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή, όπως φαίνεται από Αγγλική νομολογία ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. Στην υπόθεση Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, κτηνίατρος αμελώς πιστοποίησε ότι κρέας ήταν κατάλληλο για κατανάλωση. Ο κρεοπώλης που το εξέθεσε προς πώληση καταδικάστηκε για το αυστηρής ευθύνης αδίκημα έκθεσης προς πώληση ακατάλληλου κρέατος. Ο κτηνίατρος επίσης καταδικάστηκε ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος. Η καταδίκη του κτηνίατρου παραμερίστηκε, αφού θεωρήθηκε πως η αμέλεια δεν ήταν αρκετή για ποινική ευθύνη συνεργού, έστω και αν η ευθύνη του αυτουργού δεν βασιζόταν σε απόδειξη οποιουδήποτε βαθμού σφάλματος. (Δέστε και Smith v. Mellors [1987] 84 Cr. App. R. 279).» Στη δε υπόθεση Militos Trading Ltd (πιο πάνω) έχει υποδειχθεί ότι στην περίπτωση αδικήματος στη βάση του άρθρου 305Α
(1), ο κρίσιμος χρόνος για τη διαπίστωση ύπαρξης πρόθεσης εκ μέρους κατηγορούμενου που κατηγορείται ως συνεργός, είναι ο χρόνος έκδοσης της επιταγής. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Είναι δυνατόν σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεσή του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σωστά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή. Η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261). Δεν είναι ορθή η θέση των εφεσειόντων ότι η ημερομηνία υπογραφής των επιταγών είναι η 23.11.2006. Αυτή είναι η ημερομηνία η οποία εμφαίνεται στις επιταγές και αντιπροσωπεύει την ημερομηνία κατά την οποία ήταν πληρωτέες, μια και ο ίδιος ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ότι η εφεσίβλητη του εξέδωσε νέες μεταχρονολογημένες επιταγές. Ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο υπογραφής των επιταγών, δεν αποδεικνύεται και η πρόθεση της εφεσίβλητης. Εν όψει όλων των πιο πάνω, η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί αφού ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι δεν έχει αποδειχθεί η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Δεν συμφωνούμε με τους εφεσείοντες ότι υπήρξε περιστατική μαρτυρία που αποδεικνύει το χρόνο υπογραφής των συγκεκριμένων επιταγών και την ύπαρξη πρόθεσης της εφεσίβλητης. Κανένα από τα προβαλλόμενα επιχειρήματα στο δεύτερο λόγο έφεσης δεν απαντά στο βασικό ερώτημα του χρόνου υπογραφής των επιταγών.» (η έμφαση είναι δική μου) Συνεπάγεται λοιπόν από τα πιο πάνω πως για να μπορεί να καταδειχθεί η ύπαρξη πρόθεσης συνεργού στα πλαίσια εξέτασης κατηγορίας στη βάση του άρθρου 305A
(1), θα πρέπει πρώτα να υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με την ημερομηνία της έκδοσης της επιταγής, αφού είναι σε συνάρτηση με αυτή την ημερομηνία που προσδιορίζεται η ύπαρξη τυχόν πρόθεσης του εν λόγω κατηγορούμενου-συνεργού, δηλαδή η ένοχη διάνοια του. Στην προκειμένη περίπτωση σε σχέση με το ζήτημα της ημερομηνίας έκδοσης της επιταγής Τεκμήριο 2 (που αφορά την κατηγορία 14) το κατηγορητήριο αναφέρει ως ημερομηνία έκδοσης την 18/12/2010 (που είναι η ημερομηνία που ήταν πληρωτέα η επιταγή). Όμως η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας δεν κρίθηκε ότι μπορούσε να αποτελέσει βάση για εξαγωγή ευρημάτων. Εν πάση περιπτώσει θυμίζω ότι η ΜΚ1 ερωτηθείσα σχετικά δεν θυμόταν να αναφέρει καν αν η επίδικη επιταγή υπεγράφη ενώπιον της ή ενώπιον του συνεταίρου της και παρέπεμψε στην απόδειξη που εκδόθηκε κατά την είσπραξη της και την οποία κατέθεσε ο ΜΚ2. Η σχετική απόδειξη Τεκμήριο 35 όμως έχει ημερομηνία την 30/1/2011, ημερομηνία μεταγενέστερη της επιταγής, ενώ θυμίζω ότι θέση της ΜΚ1 ήταν ότι οι επιταγές είτε εκδίδονταν τη μέρα που ήταν πληρωτέες ή εκδίδονταν μεταχρονολογημένες, χωρίς να διευκρινίσει τι ακριβώς συνέβη σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 2, ενώ ανάλογα ασαφής ήταν και η μαρτυρία του ΜΚ2 για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά ανωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Εφόσον δε, δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να μπορεί να οδηγήσει σε κατάληξη ως προς την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής Τεκμήριο 2, καταλήγω πως κατ' αναλογία των όσων αναφέρθηκαν στην Militos (πιο πάνω), δεν μπορεί να αποδειχθεί και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για την κατηγορούμενη 2, γεγονός το οποίο θα πρέπει να οδηγήσει τη σχετική κατηγορία σε απόρριψη για την κατηγορούμενη 2 και για αυτό το λόγο. Τονίζω δε ότι η αναγκαία ένοχη διάνοια, θα πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής ο οποίος σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 2 για τους λόγους που εξήγησα δεν μπορεί να προσδιοριστεί, έτσι η μαρτυρία που προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 η οποία κατατέθηκε από το ΜΚ3 (βλ. Τεκμήριο 48), σύμφωνα με την οποία από το Δεκέμβριο του 2010 φαίνεται να μην υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα για πληρωμή της εν λόγω επιταγής, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα πράγματα. Και τούτο διότι το γεγονός παραμένει ότι δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με το χρόνο έκδοσης της επιταγής, για να μπορεί να συναρτηθεί προς αυτόν τυχόν πρόθεση της κατηγορούμενης 2 για τη διάπραξη του αδικήματος που της καταλογίζεται με την κατηγορία 14 και το Δικαστήριο στα πλαίσια ποινικών υποθέσεων δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι αυτές (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Προχωρώ τώρα στην εξέταση των κατηγοριών 10,11,12,13,15,16 και 17 οι οποίες όπως έχω ήδη αναφέρει εδράζονται στο άρθρο 305A
(2)το οποίο προβλέπει τα εξής: «305Α
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημεριμηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε η εντολή μη πληρωμής της.» Με βάση το λεκτικό του άρθρου αυτού τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που πρέπει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή είναι: (α) η έκδοση επιταγής, (β) η πρόκληση μη εξόφλησης από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, (γ) η πράξη του εκδότη να γίνει καθ΄ οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή. (βλ.και Philippa Estates Ltd ν. Ρούσου
(2006)2 ΑΑΔ 146) Στην προκειμένη περίπτωση έχω ήδη επεξηγήσει στα πλαίσια αξιολόγησης της ΜΚ1 αλλά και στην ενότητα «Ευρήματα» ανωτέρω, τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι το πρώτο συστατικό στοιχείο πληρούται. Εξάλλου όπως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ημερ. 30/1/2015) L.C.D. Domiki Ltd (ανωτέρω): «Είναι κατ΄ αρχάς ορθή η παρατήρηση της εφεσείουσας ότι το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2)σχετίζεται και ερμηνεύεται σε σχέση με την περίπτωση ανάκλησης επιταγής και προϋποθέτει βέβαια εκ προοιμίου την ύπαρξη επιταγής, η οποία θα πρέπει λογικά να θεωρείται δεδομένο ότι εκδόθηκε έγκυρα και νομότυπα. Αυτό είναι σαφές από το λεκτικό, αλλά και το νόημα του εδαφίου
(2), εφόσον ανακαλείται χωρίς εύλογη αιτία με οποιαδήποτε πράξη, η εκδοθείσα από τον εκδότη επιταγή ως αποτέλεσμα της οποίας πράξης, η επιταγή δεν εξοφλείται. Δεν θα ήταν νομικά, ή, και λογικά εφικτό, να γίνεται λόγος για ανάκληση επιταγής, αν το εκδοθέν έγγραφο δεν είναι εν πάση περιπτώσει επιταγή. Συνεπώς, η εστίαση της προσοχής σε κατηγορία επί του άρθρου 305Α
(2), ευρίσκεται στην υπεράσπιση που προνοείται από την επιφύλαξη του εδαφίου που αφορά στην «εύλογη αιτία». (η έμφαση δική μου) Προχωρώ τώρα στο δεύτερο συστατικό στοιχείο που αφορά την πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής και το οποίο ήταν η εισήγηση του κ. Θωμά ότι δεν απεδείχθη. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κατ' αρχάς σε σχέση με την κατηγορούμενη 1, προκύπτει ξεκάθαρα από τη θέση που προωθήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της ΜΚ1 (και η οποία παρατέθηκε πιο πάνω στην ενότητα «Ευρήματα») αλλά και από τη μη αντεξέταση του ΜΚ3 ο οποίος αναφέρθηκε στην ανάκληση των επιταγών από τον πελάτη τους (που ήταν η κατηγορούμενη 1) και ο οποίος δεν αντεξετάστηκε επ' αυτού, ότι δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός της ανάκλησης των επιταγών 10,11,12,13,15,16 και 17, από την κατηγορούμενη
  1. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω κατά πόσο το συστατικό στοιχείο αυτό πληρούται σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 η οποία ως έχω αναφέρει κατηγορείται ως συνεργός στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 σημειώνω τα εξής. Με δεδομένη την ιδιότητα στη βάση της οποίας κατηγορείται η κατηγορούμενη 2, θα πρέπει να καταδειχθεί η ένοχη διάνοια της ως προς τη συνέργεια, ως προκύπτει από την απόφαση Παυλόπουλος (ανωτέρω). Αυτό το οποίο εισηγήθηκε ο κ. Θωμά σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 είναι ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με το δεύτερο συστατικό στοιχείο και συγκεκριμένα ότι η πρόκληση της επιταγής έγινε με οποιαδήποτε πράξη της κατηγορούμενης 2 ή ότι η κατηγορούμενη 2 γνώριζε για το γεγονός αυτό κατά τον κρίσιμο χρόνο της ανάκλησης. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη και πιο κάτω επεξηγώ τους λόγους. Είναι γεγονός πως από τα ευρήματα μου, ως αυτά παρατίθενται πιο πάνω, προκύπτει πως δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να συνδέει την κατηγορούμενη 2 με την πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής. Και τούτο διότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη 2 έδωσε οδηγίες για την ανάκληση των επιταγών που ανακλήθηκαν, εφόσον ο ΜΚ3 ο οποίος κατέθεσε τα έγγραφα που σχετίζονται με την ανάκληση, ανέφερε μεν το λόγο ανάκλησης που αναγράφεται σε αυτά, αλλά δεν ανέφερε ποιο πρόσωπο υπέγραψε εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 τα συγκεκριμένα έντυπα. Τα δε έντυπα αυτά (βλ. Τεκμήρια 49 και 50) αναφέρουν ως πελάτη την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και φέρουν κάποια υπογραφή χωρίς να προκύπτει από αυτά σε ποιον ανήκει. Περαιτέρω σημειώνω ίσως εκ του περισσού ότι ανεξαρτήτως της αξιολόγησης της οποίας έτυχε η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, αυτοί ούτως ή άλλως περιορίστηκαν στο να αναφέρουν ότι οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα και επεστράφησαν απλήρωτες χωρίς αναφορά στο ότι οι επιταγές ανακλήθηκαν με οδηγίες ή ενέργεια της κατηγορούμενης
  2. Η μαρτυρία που υπάρχει για το ζήτημα αυτό, είναι περιστατική και συνίσταται στο ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ3 η οποία δεν αμφισβητήθηκε, οι υπό αναφορά επιταγές ανακλήθηκαν από τον πελάτη (κατηγορούμενη 1) και πως το μόνο πρόσωπο που είχε δικαίωμα να υπογράφει σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό ήταν η κατηγορούμενη 2 (βλ. και Τεκμήριο 45). Επίσης άλλο στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας αποτελεί και το ότι η ανάκληση ήταν νομότυπη, γεγονός το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ3 στον οποίο καμία σχετική υποβολή έγινε για να αμφισβητηθεί το ζήτημα της ανάκλησης, υπό την έννοια ότι οι οδηγίες δόθηκαν από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα να δώσει τέτοιες οδηγίες ή ότι εν πάση περιπτώσει δεν δόθηκαν από την κατηγορούμενη 2, η οποία ήταν με βάση και τα όσα ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε το μοναδικό πρόσωπο που μπορούσε να υπογράφει για τον επίδικο λογαριασμό (βλ. και Τεκμήριο 45). Άλλωστε θυμίζω ότι η θέση που προωθήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της ΜΚ1 ήταν, ως έχω ήδη αναφέρει, ότι οι επιταγές που ανακλήθηκαν, ανακλήθηκαν λόγω παραβίασης κάποιας συμφωνίας μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης 1, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το νομότυπο της ανάκλησης των επιταγών που ανακλήθηκαν, δηλαδή των Τεκμηρίων 4,6,8,10,12,14 και
  3. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της περιστατικής μαρτυρίας έχουν αναλυθεί σε πλειάδα αποφάσεων. Χαρακτηριστικά είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1990)2 A.A.Δ 102, στις σελίδες 119-120 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: « Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης λογικής την ενοχή του.» Στην δε υπόθεση Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 104 στις σελίδες 110-111 αναφέρονται τα εξής: «Η φύση και σημασία της περιστατικής μαρτυρίας έχουν αναλυθεί από τη νομολογία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 55, οι διαζευκτικές πιθανότητες κατά την προσέγγιση της περιστατικής μαρτυρίας, θα πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλιώς τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιόν τους, κάτι που δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Έργο της κατηγορούσας αρχής παραμένει βέβαια πάντοτε η απόδειξη της ενοχής κάθε κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η βασική αρχή, όπως εξάγεται από τη νομολογία, είναι ότι σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η ενοχή του κατηγορούμενου στηρίζεται καθ' ολοκληρίαν ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νομικό να αποφασίσει, όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά ακόμα ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με το να δίδονται από τον κατηγορούμενο λογικοφανείς, έστω, εξηγήσεις, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και απορρίπτονται από το Δικαστήριο ως αναληθείς, αδυνατίζει το τελικό συμπέρασμα της ενοχής του. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του (Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 120).» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον η περιστατική μαρτυρία που προσκομίστηκε μπορεί να οδηγήσει στην κατάληξη ότι οι οδηγίες ανάκλησης δόθηκαν από την κατηγορούμενη 2 ή ότι η ίδια γνώριζε ή και συνέδραμε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην πρόκληση μη εξόφλησης των επιταγών που ανακλήθηκαν. Αυτό το οποίο θα πρέπει στην ουσία το Δικαστήριο να εξετάσει στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με την πιο πάνω νομολογία είναι βέβαια όχι μόνο κατά πόσον η περιστατική μαρτυρία που προσκομίστηκε συμβιβάζεται με το ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν το πρόσωπο που έδωσε τις οδηγίες ανάκλησης ή ότι συνήργησε σε αυτό, αλλά ακόμα ότι η περιστατική μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν συμβιβάζεται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, πέραν από αυτό. Εξετάζοντας την περιστατική μαρτυρία υπό το φως των πιο πάνω αρχών και έχοντας υπόψη αφενός το ότι η θέση του ΜΚ3 ότι οι επιταγές ανακλήθηκαν από τον πελάτη τους δήλαδή την κατηγορούμενη 1 παρέμεινε αναντίλεκτη, όπως αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του πως το μόνο πρόσωπο που είχε δικαίωμα να υπογράφει σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό ήταν η κατηγορούμενη 2 (βλ. και Τεκμήριο 45) και αφετέρου το γεγονός ότι παρέμεινε επίσης αδιαμφισβήτητο το νομότυπο της ανάκλησης, εφόσον καμία σχετική υποβολή έγινε στο ΜΚ3 για να αμφισβητηθεί το ζήτημα της ανάκλησης, υπό την έννοια ότι οι οδηγίες ανάκλησης δόθηκαν από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή ότι δεν δόθηκαν από την κατηγορούμενη 2 που ήταν με βάση και τα όσα ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε το μοναδικό πρόσωπο που μπορούσε να υπογράφει για τον επίδικο λογαριασμό, καταλήγω ότι η περιστατική αυτή μαρτυρία δεν μπορεί να συμβιβαστεί με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα πέρα από το ότι οι οδηγίες ανάκλησης δόθηκαν από την κατηγορούμενη
  1. Και για να το θέσω αλλιώς, οι πιο πάνω κρίκοι περιστατικής μαρτυρίας οδηγούν συμπερασματικά, πλην όμως κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο στο ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν αυτή που έδωσε τις οδηγίες ανάκλησης των υπό εξέταση επιταγών, εξ ου και οι οδηγίες ως προερχόμενες από αυτήν που ήταν και το μόνο πρόσωπο που είχε δικαίωμα να υπογράφει για τον επίδικο λογαριασμό έγιναν αποδεκτές από την Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης, με αποτέλεσμα να ανακληθεί η πληρωμή των υπό αναφορά επιταγών, οι οποίες εν τέλει δεν πληρώθηκαν σύμφωνα με το ΜΚ3 για αυτόν ακριβώς το λόγο. Υπό αυτές τις περιστάσεις αποτελεί κρίση μου ότι τα πιο πάνω κομμάτια αδιαμφισβήτητης περιστατικής μαρτυρίας σωρευτικά ειδωμένα τεκμηριώνουν ως θέμα λογικής συνέπειας και μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας, ότι οι οδηγίες ανάκλησης δεν μπορεί να δόθηκαν από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά την κατηγορούμενη 2, η οποία και συνέδραμε έτσι στην πρόκληση μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών. Ως προς τη θέση της κατηγορούμενης 2 την οποία προώθησε με την ανώμοτή της δήλωση, ότι δηλαδή η ίδια δεν είχε σχέση με τις οδηγίες ανάκλησης, θέση η οποία ποτέ δεν τέθηκε στο ΜΚ3 που ήταν ο πλέον αρμόδιος να απαντήσει σε σχέση με το θέμα, θεωρώ ότι δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τα πράγματα, ούτε να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα, αφού με τον τρόπο που προωθήθηκε παρέμεινε στην ουσία μονόπλευρη. Ειδωμένη δε υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας και δη της αδιαμφισβήτητης περιστατικής μαρτυρίας που παρέθεσα πιο πάνω, δεν αντέχει στην βάσανο της λογικής και είναι συνεπώς απορριπτέα. Όπως εξ άλλου επισημαίνεται στην απόφαση Φανιέρος (ανωτέρω) το γεγονός ότι δίδονται από τον κατηγορούμενο λογικοφανείς, έστω, εξηγήσεις, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και απορρίπτονται από το Δικαστήριο, δε σημαίνει ότι αδυνατίζει το τελικό συμπέρασμα της ενοχής του. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης μου και κατ' επέκταση της απόδειξης από πλευράς κατηγορούσας αρχής των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες 10,11,12,13,15,16 και 17, θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απέδειξαν την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό παρατηρώ τα εξής. Το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το Νόμο είτε από το Κοινοδίκαιο, έχει ο κατηγορούμενος, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)1 CLR 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)CLR 91, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 CLR 10, Cross on evidence 4η έκδοση σελ. 85-87), και Ν. C. Diamonds Co Ltd v. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 A.A.Δ 763. Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds (ανωτέρω). Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Περαιτέρω στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία, ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστη) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Από την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει ότι σε σχέση με την υπεράσπιση αυτή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω αν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 πέτυχαν να αποσείσουν στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης που τους βαραίνει, θα πρέπει κατ΄ αρχάς να ελεγχθεί κατά πόσο πληρούνται οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Από τις πρόνοιες της παραγράφου 2 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 προκύπτει σαφέστατα, ότι η επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, μπορεί να γίνει με την προϋπόθεση ότι ο εκδότης της επιταγής κατά ή πριν την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή παράθεσε γραπτώς στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή το λόγο για τον οποίο δόθηκε εντολή μη πληρωμή της. Οι επιταγές αντικείμενο των κατηγοριών 10,11,12,13,15,16 και 17 παρουσιάστηκαν για πληρωμή στις 20/6/2011, ενώ για τους λόγους που έχουν αναφερθεί και πιο πάνω το Δικαστήριο κατέληξε ότι η κατηγορούμενη 2 εκ μέρους της κατηγορούμενης 1, έδωσε προηγουμένως οδηγίες για μη πληρωμή τους, με προβαλλόμενο λόγο την παραβίαση συμφωνίας. Όμως οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ουδεμία μαρτυρία παρουσίασαν για να υποστηρίξουν τη θέση τους αυτή, αφού μάρτυρες υπεράσπισης δεν κλήθηκαν, η δε κατηγορούμενη 2 δεν κάνει καν αναφορά στο θέμα αυτό στην ανώμοτή της δήλωση. Έτσι η σχετική υποβολή, που τέθηκε στη ΜΚ1 κατά την επανακλήτευση της για αντεξέταση, ότι δηλαδή ο λόγος ανάκλησης αφορούσε παραβίαση συμφωνίας μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης 1, παρέμεινε μετέωρη. Συνακόλουθα καταλήγω ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απέτυχαν να αποδείξουν στο μέτρο που απαιτείται την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας και συνακόλουθα κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 10,11,12,13,15,16 και 17. Ως εκ των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται από την κατηγορία 14, ενώ κρίνονται ένοχοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 10,11,12,13,15,16 και 17. Τα έξοδα επιδικάζονται υπερ της παραπονούμενης εταιρείας και εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. [1] (βλ. τις αναφορές του για τα Τεκμήρια 34 και 37) [2] Για το Τεκμήριο 10 επίσης έκανε αναφορά στο ότι υπάρχει μονογραφή επί της επιταγής, αλλά ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι δεν καταγγέλθηκε ότι η υπογραφή πλαστογραφήθηκε ή ότι χάθηκε η εν λόγω επιταγή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.