← Κύπρος

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ν. ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19257/15, 5/2/2016

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ν. ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19257/15, 5/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19257/15 ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ -εναντίον- ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΓΑΒΡΙΛΗΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κος Γεωργίου. Για τον Κατηγορούμενο 2: κος Αγγελίδης. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όταν ο Κατηγορούμενος 2 κλήθηκε να απαντήσει στο Κατηγορητήριο, ο δικηγόρος του, πριν την απάντηση του Κατηγορουμένου, ήγειρε προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα ιδιωτική υπόθεση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και ως τέτοια θα πρέπει να ανασταλεί. Το επιχείρημα του για κατάχρηση, είναι συνυφασμένο με την καθυστέρηση που υπάρχει στην καταχώρηση της υπόθεσης. Πριν τις αγορεύσεις και προς εξέταση του ζητήματος, έχουν δηλωθεί εκ συμφώνου, τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: Ο Παραπονούμενος ουδέποτε προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία για την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων, τα οποία αναφέρονται στο Κατηγορητήριο. Ο Παραπανούμενος στις 4/3/2009 και στις 12/3/2009 καταχώρησε τις αγωγές 1340/2009 και 1522/2009, εναντίον του Κατηγορούμενου

  1. Ο θέση του δικηγόρου του Κατηγορουμένου 2, είναι ότι, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα σε συνδυασμό με την ίδια την κατηγορία, όπως αυτή καταγράφεται στο κατηγορητήριο και αναφέρει ότι τα κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα έχουν τελεστεί το έτος 2008, είναι ξεκάθαρο ότι η παρούσα ποινική δίωξη είναι καταχρηστική για τον Κατηγορούμενο
  2. Αυτό, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από την ημερομηνία που αναφέρεται στις λεπτομέρειες κατηγορίας ως η κατ΄ ισχυρισμό ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων (24/9/2008) μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης του Κατηγορητηρίου, στις 22/9/
  3. Επισημαίνει ότι, αν και ο γενικός κανόνας, ο οποίος αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης, εξετάζεται στο τέλος της διαδικασίας, όταν και το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσον ο Κατηγορούμενος αντιμετώπισε δίκαιη δίκη, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται. Υποστηρίζει, ότι υπάρχει η δυνατότητα διακοπής της διαδικασίας από αυτό το στάδιο, εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι συντρέχει ένα από τα δύο πιο κάτω κριτήρια (ο έλεγχος συνδρομής είναι διαζευκτικός και όχι σωρευτικός): Κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατία. Επηρεασμός του Κατηγορουμένου, σε σημείο που να θεωρηθεί ότι δεν θα ήταν δίκαιο να δικαστεί. Σύμφωνα με τη νομολογία συνεχίζει, οι προϋποθέσεις για να αποφασιστεί κατά πόσον υπάρχει κατάχρηση λόγω καθυστέρησης είναι: Πολυπλοκότητα υπόθεσης. Αυτή η προϋπόθεση εισηγείται ότι δεν πληρείται καθότι από απλή ανάγνωση του κατηγορητηρίου, προκύπτει ότι τα αδικήματα δεν είναι πολύπλοκα. Ο Παραπονούμενος να είναι η αιτία για την καθυστέρηση. Επίσης, σημειώνει ότι η καθυστέρηση οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην πλευρά του παραπονούμενου, εφόσον αυτός καταχώρησε την υπόθεση αυτή τόσο αργοπορημένα. Η συμπεριφορά του Δικαστικού Οργάνου. Και σε σχέση με την προϋπόθεση αυτή, επίσης είναι η θέση του δικηγόρου του Κατηγορούμενου 2, ότι η καθυστέρηση δεν οφείλεται στο Δικαστικό Όργανο. Η καθυστέρηση υπάρχει στην καταχώρηση της υπόθεσης και αυτό οφείλεται στον ίδιο τον Παραπονούμενο. Πως επηρεάζεται ο Κατηγορούμενος. Είναι η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος 2, επηρεάζεται από την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας του, είναι 77 ετών ο παράγοντας μνήμη επηρεάζει την υπεράσπισή του. Από την πλευρά του ο δικηγόρος του Παραπονούμενου, ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με τη απόφαση στην υπόθεση Ttofinis v. Theocharides and Another

(1983)2 CLR 363 άμεσα επηρεαζόμενος πολίτης έχει δικαίωμα στην καταχώρηση ιδιωτικής υπόθεσης. Το βάρος απόδειξης του προβαλλόμενου ισχυρισμού το φέρει η πλευρά του Κατηγορούμενου 2 στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και δεν κατάφερε να αποσείσει αυτό. Τέλος, με αναφορά σε 2 πρωτόδικες αποφάσεις, εισηγήθηκε ότι το εγειρόμενο ζήτημα δεν αποφασίζεται στο στάδιο αυτό, αλλά στο τέλος της δίκης. Έχω ακούσει με ιδιαίτερη προσοχή και τις δύο πλευρές, όπως επίσης έχω μελετήσει τα όσα έχουν παραδώσει προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας και οι εξουσίες του Δικαστηρίου σε τέτοια περίπτωση έχουν καταγραφεί αναλυτικά στην υπόθεση Δ/ντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Επίσης, πιο πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα αυτό στηνPambos Kostakis Moleskis Trading Ltd και Άλλοι ν. Melpomeni Hotel Apartments Ltd,
(2011)2 Α.Α.Δ. 365, στην οποία έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Το δικαστήριο, όταν τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης. Εφόσον το διαπιστώσει, είτε απορρίπτει τη διαδικασία που θεωρεί καταχρηστική, είτε την αναστέλλει - (βλ. Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911). Στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αναγνωρίζεται ότι ποινική διαδικασία μπορεί να ανασταλεί εφόσον διαπιστώνεται ότι η συνέχισή της θα συνιστούσε κατάχρηση του δικαιώματος του κατήγορου να προσφύγει στο Δικαστήριο. Πρόκειται, όπως εξηγείται, για εξουσία η οποία ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όπου διαπιστώνεται ότι ηδιαδικασία απολήγει σε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.» Βεβαίως το υπό εξέταση ζήτημα διαφοροποιείται από το θέμα της κατάχρησης. Αυτό που ο δικηγόρος του Κατηγορουμένου 2, ζητεί από το Δικαστήριο, είναι να εξετάσει εάν δικαιολογείται διακοπή της διαδικασίας από αυτό το στάδιο λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης, σε τέτοιο βαθμό που να τίθεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας, λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος 2 στερείται του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη. Το ζήτημα το οποίο εγείρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Κατηγορουμένου 2, δεν είναι καινοφανές, αλλά έχει απασχολήσει σε διάφορες περιπτώσεις το Ανώτατο Δικαστήριο. Πριν προχωρήσω σε ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα και παράθεση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, σημειώνεται η βασική αρχή, σύμφωνα με την οποία, το θέμα της καθυστέρησης, εφόσον άπτεται της δίκαιης δίκης, είναι κάτι το οποίο εξετάζεται στα πλαίσια της δίκης και όχι νωρίτερα. Σε κάθε περίπτωση, απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού, τον φέρει η πλευρά που τον επικαλείται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όταν το Δικαστήριο προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται καθυστέρηση σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογείται η διακοπή της διαδικασίας, οι συνιστάμενες ή τα κριτήρια τα οποία ελέγχονται, έχουν αναλυθεί, μεταξύ άλλων, στην Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, και είναι τα ακόλουθα: α. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης β. τη σημασία για τους αιτούντες γ. τη στάση των αρχών δ. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα Η πιο πάνω απόφαση έχει υιοθετηθεί και σε μεταγενέστερες αποφάσεις, ενδεικτικά αναφέρονται οι ΚΡΙΝΟΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 185/2006 και 210/2006, 21 Ιανουαρίου 2008, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΗΛΙΑ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Ποινική ΄Εφεση αρ. 89/2008, 23 Ioυνίου 2009, Μελάς Λίνος και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, Kαϊλής Kυριάκος ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 251, ΛΙΝΟΣ ΜΕΛΑΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 55/2007, 72/2007 και 73/2007, 19 Ιουνίου 2008, Xαραλαμπίδης Mιχάλης Aναξαγόρα ν. Aστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330, Μεταξάς Παντελάκης ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 560, Θεοχάρους Κρίνος ν. Kυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ.141/2005 και 190/2005, 11 Δεκεμβρίου 2007, ΠΑΝΤΕΛΑΚΗΣ ΜΕΤΑΞΑ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 203/2008, 23 Οκτωβρίου 2009, Ιωάννου Γεώργιος και άλλος ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 244, ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική ΄Εφεση αρ. 183/2010, 3/5/2012, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Γαβριήλ και Άλλων
(2005)2 Α.Α.Δ. 10, Ονουφρίου Ανδρέας ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505, στις οποίες εκφράζεται η αρχή ότι το ζήτημα της καθυστέρησης, εφόσον είναι άμεσα συναρτώμενο με το θέμα της δίκαιης δίκης, εξετάζεται σε αυτά τα πλαίσια, στο τέλος της διαδικασίας. Έχοντας αναφέρει τις αρχές που έθεσε η νομολογία σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης, προχωρώ σε καταγραφή της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα διακοπής της διαδικασίας ΠΡΙΝ τη δίκη, σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι λόγω της καθυστέρησης ο κατηγορούμενος 2, στερείται του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη. Ακριβώς επί του υπό εξέταση σημείου, απασχολήθηκε η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία v. Φάντη και Άλλων
(1994)2 A.A.Δ. 160. Στην εν λόγω απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά πλειοψηφεία απάντησε αρνητικά όταν κλήθηκε να απαντήσει στο: «Νομικό ερώτημα το οποίο επιφυλάχθηκε για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, με βάση το Άρθρο 148 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, μεταξύ άλλων, κατά πόσον το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, προτού αναγνωσθεί το κατηγορητήριο στους κατηγορουμένους να εξετάσει παράπονο των κατηγορουμένων ότι υπήρξε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος τους για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη.» Η πιο πάνω αρχή, επαναλήφθηκε πρόσφατα, στην ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΤΕΜΗ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D484, Αίτηση αρ. 82/15, 7/7/2015 : Σύμφωνα με αυτή, οι αποφάσεις στην Αστυνομία ν. Φάντη και Αλλων
(1994)2 ΑΑΔ 160 και Δημοκρατία ν. Ηρακλέους
(1994)2 ΑΑΔ 225 δεν υποστηρίζουν την αρχή ότι ισχυρισμοί για την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου εξετάζονται, ανεξάρτητα από τη φύση και την εμβέλειά τους, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ήθελε κρίνει πρόσφορο το εκδικάζον την ποινική υπόθεση δικαστήριο. Ο λόγος της Φάντη (απόφαση πλειοψηφίας) είναι ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το ΄Αρθρο 30.3 του Συντάγματος είναι συνυφασμένα με τη διεξαγωγή της δίκης και όχι με την κατάργησή της. Ο δικηγόρος του Κατηγορουμένου 2, προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του, παρέδωσε απόφαση στην υπόθεση Αρ.Υπόθεσης 35887/99, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστόδουλου Νικολαϊδη, ημερομηνίας 3/3/2000 η οποία αναφέρεται στην Alexander Valentinovich Bodrov (Aρ. 1),
(1996)1 Α.Α.Δ. 781. Ολοκληρωμένο το απόσπασμα από την δεύτερη απόφαση, έχει ως ακολούθως: «Θα ήθελα εδώ να καταγράψω μερικές θεωρητικές σκέψεις που άπτονται όμως της υπόθεσης και αφορούν την κατάχρηση διαδικασίας. Ιδιαίτερα επειδή η υπόθεση δεν συζητήθηκε από το δικηγόρο του αιτητή υπό το πρίσμα οποιωνδήποτε δικαστικών προηγούμενων. Ούτε απασχόλησε το ερώτημα κατά πόσο το ενδεδειγμένο ένδικο μέσο για την προώθηση θεραπείας στις περιπτώσεις κατάχρησης διαδικασίας είναι τα διατάγματα την έκδοση των οποίων επιζητεί τώρα ο Αιτητής. Η κατάχρηση διαδικασίας απασχόλησε τα τελευταία χρόνια την αγγλική νομολογία, που είχε στο πεδίο αυτό μια ραγδαία εξέλιξη. Αναγνωρίστηκε από τα αγγλικά δικαστήρια πως η διαδικασία για αναστολή της διαδικασίας (stay of proceedings) ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Εχουν μέχρι τώρα εκδηλωθεί - και καθιερωθεί - δύο βασικές τάσεις (α) όπου υπάρχει καθυστέρηση των διωκτικών αρχών στην προσαγωγή κατηγορουμένου στη Δικαιοσύνη για την οποία δεν ευθύνεται ή δεν έχει συμβάλει το κατηγορούμενο πρόσωπο και (β) στην περίπτωση που είναι αδύνατη η διεξαγωγή δίκαιης δίκης: βλ. R. v. Beckford
(1995)Crim.L.R. 712. Ομως η κατάχρηση μπορεί να προσλάβει και άλλες μορφές: R. v. Heston-Francois
(1984)1 Q.B.
  1. Είναι όμως σωστό να λεχθεί ότι η συνηθέστερη μορφή είναι εκείνη της καθυστέρησης που μπορεί να σημειωθεί από τη διάπραξη αδικήματος μέχρι την έναρξη της δίκης. Τα κυπριακά δικαστήρια αντιμετώπισαν επίσης το ίδιο πρόβλημα, αλλά όχι σε τόσο μεγάλη έκταση. Κυρίως εμφανίστηκε από τη δικονομική του πλευρά. Ετσι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο νομικό ερώτημα αρ. 290 Αστυνομία ν. Ακη Φάντη κ.α. ημερ. 17.10.1994 έγινε δεκτό ότι θέμα συσχετιζόμενο με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης μπορεί να αποτελέσει επίδικο θέμα της δίκης "όπως επιτρέπει ο Νόμος και το Σύνταγμα" (απόφαση πλειοψηφίας). Ενώ η μειοψηφία έκρινε ότι ήταν δυνατό να εγερθεί και αποφασιστεί πριν ακόμη απαγγελθεί η κατηγορία. Ας σημειωθεί ότι η πλειοψηφία του Δικαστηρίου δεν αποδέχθηκε την πρόταση ότι δυσμενή για τον κατηγορούμενο δημοσιεύματα προ της δίκης είναι δυνατό εκ προοιμίου να οδηγήσουν σε ακύρωση του κατηγορητηρίου, δεδομένου ότι η ακροαματική διαδικασία διεξάγεται από επαγγελματίες δικαστές χωρίς τη συμμετοχή ενόρκων. Βλέπε επίσης Δημοκρατία ν. Alan Carl Ford κ.α Νομικά ερωτήματα αρ. 305 και 306 ημερ. 11.7.1995, στην οποία γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Φάντη ανωτέρω. Σημασία για την κρινόμενη υπόθεση έχει το παρακάτω μέρος της γνωμάτευσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου: "Τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη συναρτώνται με τη διεξαγωγή της δίκης. Παραβίαση τους δε συνεπάγεται, είτε τη διαγραφή της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου, ή την κατάργηση της δίκης." Τέλος παρατίθεται και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα, Blackstone´s, CRIMINAL PRACTICE,2009, στο σημείο D.3.60 (pg 1294), αναφέρεται: «The same approach was adopted by the House of Lords in A-G´s Ref (No.2 of 2001) [2004] 2 AC
  2. Two questions had been certified by the Court of Appeal:
(1)whether criminal proceedings may be stayed on the ground that there had been a breach of the reasonable time requirement in the ECHR, Article 6
(1), in circumstances where the accused cannot demonstrate any prejudice arising from the delay; and
(2)when the relevant time period commences in determination of whether, for the purposes of Article 6
(1), a criminal charge has been heard within a reasonable time. The House of Lords ruled that criminal proceedings may be stayed on the ground that there had been a violation of the reasonable time requirement in the Article 6
(1), only if "(
  1. a)there can no longer be a fair hearing, or (
  2. b)it would otherwise be unfair to try the defendant" (per Lord Bingham at [24]). It was said that it would be anomalous if breach of the reasonable time requirement were to have an effect that is more far-reaching than breach of the accused´s other Article 6
(1)rights. Lord Bingham said that the remedy for such a breach must be "effective and proportionate". It follows that a stay of the proceedings would not be an appropriate remedy "if any lesser remedy will be just and proportionate in all the circumstances". His lordship added that, if breach of the reasonable time requirement is established retrospectively (in other words, used as a ground for appeal against conviction), it would not be appropriate to quash any conviction unless the hearing was unfair or it was unfair to try the accused at all (ibid.). »(έμφαση από το Δικαστήριο) Κάνοντας υπαγωγή όλων των πιο πάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση σημειώνονται τα ακόλουθα. Το θέμα που εγείρει ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου 2, εμπίπτει στα πλαίσια ελέγχου της δίκαιης δίκης και εξετάζεται στο τέλος της διαδικασίας. Ακόμα όμως και εάν θεωρηθεί ότι είναι ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί προκαταρκτικά, τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δε παρέχουν ασφαλές υπόβαθρο γεγονότων, στο οποίο θα μπορούσε το Δικαστήριο να στηριχθεί προκειμένου να αποφανθεί περί διακοπής της διαδικασίας σε αυτό το στάδιο. Σε σχέση με το εάν η καθυστέρηση είναι εξαιτίας του Κατηγορουμένου, αυτό το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να το γνωρίζει και να το αξιολογήσει από αυτό το στάδιο. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα γεγονός που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό, πέραν από την καθυστέρηση η οποία συνάγεται από την ημέρα καταχώρησης του κατηγορητηρίου σε σχέση με την ημερομηνία των κατ΄ ισχυρισμό διαπραχθέντων αδικημάτων. Δεν γνωρίζει το Δικαστήριο για τη μεταξύ των διαδίκων σχέση και εάν έχουν μεσολαβήσει τα οποιαδήποτε γεγονότα που ενδεχομένως να δικαιολογούν την καθυστέρηση. Το ότι σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα ο Παραπονούμενος δεν προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία, ούτε και καταχώρησε αστικής φύσεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 2, δεν αποτελεί απόδειξη ότι η καθυστέρηση που έχει επιδειχθεί είναι αδικαιολόγητη, επαναλαμβάνω και τονίζω ότι αναφέρομαι πάντοτε στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Επίσης, το επιχείρημα του δικηγόρου του Κατηγορούμενου 2, για δυσμενή επηρεασμό του λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, η οποία συνεπάγεται και απώλεια μνήμης, σημειώνεται, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει σε τέτοιο εύρημα ή να στηρίξει απόφαση στηριζόμενο στο πιο πάνω επιχείρημα. Δεν έχω ενώπιον μου καμία μαρτυρία ούτε και γνώση για την ηλικία του Κατηγορούμενου 2 σήμερα, ούτε και για την πνευματική του κατάσταση. Το ότι ο Κατηγορούμενος 2, εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε ημερομηνίες που ήταν ορισμένη η υπόθεση δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει και σε συμπεράσματα σε σχέση με την ηλικία του και την πνευματική του διαύγεια. Παρά την εκ πρώτης όψεως διαφαινόμενη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, δεν διαβλέπω κάποιο αποχρώντα λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την εξέταση του ζητήματος της δίκαιης δίκης τώρα και διακοπή της διαδικασίας προδικαστικά. Από τα δεδομένα της υπό εξέταση υπόθεσης σε συνδυασμό με τις πιο πάνω αρχές, θεωρώ ότι το αίτημα της Υπεράσπισης για απαλλαγή του Κατηγορουμένου, στο στάδιο αυτό τουλάχιστον, λόγω καθυστέρησης δεν μπορεί να επιτύχει. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου.» Ενόψει του ότι η σχετική εισήγηση του Κατηγορουμένου 2, έχει απορριφθεί, ο Κατηγορούμενος καλείται να απαντήσει στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ) ................................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.