← Κύπρος

ΘΕΚΛΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΠΙΕΡΗ, Αρ. Υπόθεσης: 7382/12, 26/2/2016

ΘΕΚΛΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΠΙΕΡΗ, Αρ. Υπόθεσης: 7382/12, 26/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7382/12 ΘΕΚΛΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ -εναντίον- ΜΑΡΙΟΣ ΠΙΕΡΗ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Παραπονουμένη: κος Γεωργίου. Για τον Κατηγορούμενο: κος Πισιάρας. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ O Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Πρώτη μάρτυρας ήταν η ίδια η Παραπονουμένη. Αρχές του έτους 2011, συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο, να της φέρει από την Αγγλία αυτοκίνητο μάρκας Mercedes C180, μαύρου χρώματος για το συνολικό ποσό των €13.

  1. Στις 17/2/2011, του έδωσε προκαταβολή €10.000 (1η κατηγορία) και στις 8/4/2011 ποσό €3.500 (2η κατηγορία). Για την είσπραξη των πιο πάνω ποσών έλαβε δύο αποδείξεις. Το Τεκμήριο 2, το οποίο συνιστά απόδειξη την οποία ο Κατηγορούμενος εξέδωσε στο όνομα της εταιρείας «MARIOS PIERI MOTOR CARS LTD», εταιρεία η οποία ουδέποτε έχει εγγράφει στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη (σύμφωνα και με σχετική έρευνα στο εν λόγω μητρώο Τεκμήριο 3). Η άλλη απόδειξη, το Τεκμήριο 4 είναι απόδειξη, που εκδόθηκε στο όνομα του Κατηγορουμένου, ως παραλήπτη του συνολικού ποσού των €13.500, η οποία ως η εκδοχή της Παραπονουμένης εκδόθηκε στις 8/4/2011, μια μέρα μετά που ο Κατηγορούμενος, της είπε ότι το αυτοκίνητο είχε φτάσει στη Λεμεσό και η Παραπονουμένη του έδωσε σχετική εξουσιοδότηση για εκτελωνισμό του (Τεκμήριο 5). Είναι η θέση της ότι παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις του Κατηγορουμένου, ότι θα της έφερνε το αυτοκίνητο μάρκας Mercedes C180, μαύρου χρώματος για το οποίο πήρε το ποσό των €13.500, ουδέποτε παρέλαβε από τον Κατηγορούμενο το αυτοκίνητο και ο Κατηγορούμενος δεν έχει μέχρι σήμερα επιστρέψει σε αυτήν το ποσό των €13.
  2. Τελικά, η Παραπονουμένη αγόρασε από την εταιρεία "A&H ANDREOU MOTORS DEALERS LTD", άλλο αυτοκίνητο μάρκας Mercedes C
  3. Το σχετικό τιμολόγιο για την αγορά του εν λόγω αυτοκινήτου το κατέθεσε ως Τεκμήριο
  4. Είναι η θέση της ότι ο Κατηγορούμενος, γνώριζε από την αρχή ότι ουδέποτε θα παράγγελλε το αυτοκίνητο και με ψευδείς παραστάσεις της απέσπασε το ποσό των €13.
  5. Κατά την αντεξέτασή της από το δικηγόρο του Κατηγορουμένου, της υποβλήθηκε η θέση ότι το ποσό των €13.500, το οποίο έδωσε στον Κατηγορούμενο, αυτός το έδωσε στην "A&H ANDREOU MOTORS DEALERS LTD", για το αυτοκίνητο το οποίο τελικά αγόρασε. Η Παραπονουμένη απέρριψε τη θέση αυτή. Ο ισχυρισμός της είναι ότι για το αυτοκίνητο που έχει σήμερα, πλήρωσε €21.869,27 στην "A&H ANDREOU MOTORS DEALERS LTD". Δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, έδωσε μαρτυρία ο Χάρης Αντρέου, εισαγωγέας αυτοκινήτων με την εταιρεία "A&H ANDREOU MOTORS DEALERS LTD". Είπε ότι η Παραπονουμένη αγόρασε από αυτόν αυτοκίνητο για το ποσό των €15.000 και έκδωσε το τιμολόγιο-Τεκμήριο 7, στο οποίο ως συνολικό ποσό τιμολογίου αναγράφεται €21.869,
  6. Επειδή το αυτοκίνητο θα ήταν αφορολόγητο, η Παραπονουμένη πλήρωσε €15.000 και το υπόλοιπο ποσό το κατέβαλε ο ίδιος και ακολούθως έκανε αίτηση στα αρμόδια τμήματα και του επιστράφηκε το υπόλοιπο. Την παραγγελία του αυτοκινήτου αυτού, την έκανε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος έδωσε ως προκαταβολή για την παραγγελία ποσό €1.
  7. Κατά την αντεξέτασή του, συμφώνησε, ότι αυτόν που ήξερε ήταν τον Κατηγορούμενο, ο οποίος κάνει τον μεταπωλητή αυτοκινήτων. Ο Κατηγορούμενος, του έδωσε προκαταβολή €1.000, για να φέρει το αυτοκίνητο το οποίο έφερε. Την μέρα πληρωμής του ποσού των €1.000, ο ίδιος έλειπε από το μαγαζί και ήταν ο γιος του εκεί, ο οποίος πήρε το ποσό και του έδωσε σχετική χειρόγραφη απόδειξη. Η θέση του δικηγόρου του Κατηγορούμενου, ήταν ότι ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε μόνο €1.000 στο γιο του ΜΚ2, αλλά €15.000 και του παρουσίασε μάλιστα την εν λόγω απόδειξη, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Ο ΜΚ2, αναγνώρισε την υπογραφή του γιου του στο Τεκμήριο 10, σε σχέση με το ποσό που αναγράφει η θέση του ήταν ότι ουδέποτε έλαβαν €15.000 από τον Κατηγορούμενο και ότι το εν λόγω αναγραφόμενο ποσό είναι πλαστογραφημένο. Οι πιο πάνω ήταν οι μόνοι μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονουμένης. Το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι εκ πρώτη όψεως υπάρχει υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, κάλεσε αυτόν σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε, ως είχε κάθε δικαίωμα, να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Η δήλωσή του ήταν η ακόλουθη: «Είμαι αθώος, δεν απέσπασα χρήματα από την κα Παπαντωνίου με ψευδείς παραστάσεις. Μου έδωσε €13.500 για να φέρω Mercedes C200 cdi sport με πετρέλαιο. Αυτό και έπραξα. Πήγα στον συνεργάτη μου, Andrea Motors. Μιλήσαμε και μου είπε για αυτό το αυτοκίνητο πρέπει να φέρεις στο γραφείο μου €15.
  9. Εγώ του είπα €13.
  10. Μου είπε δώσε μου €15.000 και μόλις το αυτοκίνητο παραδοθεί θα επιστρέψω τα €1.
  11. Έτσι και έγινε. Του παρέδωσα €15.000, μου έδωσε την απόδειξη Τεκμήριο 10, την οποία κατάθεσα στο Δικαστήριο. Το αυτοκίνητο ήρθε Κύπρο, παραδόθηκε στη Θέκλα. Εγώ είσπραξα τα €1.
  12. Αυτά.» Με τις αγορεύσεις της, η πλευρά της Παραπονουμένης, ισχυρίζεται ότι έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του Κατηγορουμένου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με αναφορά στη σχετική νομολογία σύμφωνα με την οποία το ψευδές της παράστασης ανάγεται στην εξ΄ αρχής πρόθεση του Κατηγορούμενου για μη εκπλήρωση της υποχρέωσής που ανέλαβε, είναι η θέση του ότι από τα γεγονότα και τα τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτή η πρόθεση έχει αποδειχτεί και το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Από την πλευρά του ο δικηγόρος του Κατηγορουμένου, ισχυρίζεται ότι η Παραπονουμένη απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος, έλαβε ποσό για αγορά αυτοκινήτου από την Κατηγορούμενη, το οποίο όντως αξιοποίησε για αυτό το σκοπό και επομένως κανένα αδίκημα στοιχειοθετείται εναντίον του. Πριν προχωρήσω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω από το σημείο αυτό τη νομική πτυχή του υπό εξέταση ζητήματος, καθότι θεωρώ ότι αυτή η πορεία, θα είναι πιο βοηθητική για παρακολούθηση του σκεπτικού του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου, ότι στην Έκθεση Αδικήματος ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για παράβαση των άρθρων 297, 298 και 301 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  13. Δεν έχει εγερθεί από την πλευρά του Κατηγορουμένου ζήτημα πολλαπλότητας του Κατηγορητηρίου. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον το άρθρο 301, είναι άσχετο, τόσο με τις λεπτομέρειες αδικήματος, όσο και με την μαρτυρία η οποία έχει προσφερθεί, όσο επίσης και με τις αγορεύσεις αμφότερων πλευρών οι οποίες επικεντρώθηκαν στα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, θεωρώ ότι έχει εκ του περισσού συμπεριληφθεί στο Κατηγορητήριο και ο Κατηγορούμενος δεν έχει παραπλανηθεί σε σχέση με τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει, ούτε έχει επηρεαστεί η υπεράσπισή του. Ο ορισμός της ψευδούς παράστασης, καταγράφεται στο άρθρο 297 του Κεφ.154, σύμφωνα με το οποίο: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Ενώ το αδίκημα, το οποίο κατηγορείται ότι έχει διαπράξει ο Κατηγορούμενος, είναι αυτό του άρθρου 298

(1)του Κεφ.154: «Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Είναι δεδομένη η αρχή, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος τα αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι τα ακόλουθα: Ψευδής Παράσταση (η οποία πρέπει να αφορά σε γεγονός παρελθόν ή παρόν), η οποία γίνεται με Σκοπό καταδολίευσης, συνεπεία της οποίας Ο Κατηγορούμενος αποκτά ή υποκινεί άλλο να του παραδώσει οτιδήποτε το οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής Από τον ίδιο τον ορισμό της παράστασης, όπως αυτός ρητά αναφέρεται στο άρθρο 297 του Κεφ.154, η ψευδής παράσταση πρέπει να αφορά σε γεγονός παρελθόν ή παρόν. Το προαπαιτούμενο αυτό από το νόμο, αν και είναι, πιστεύω, αυτονόητο, σημειώνεται ότι έχει τη σημασία του, καθότι γεγονός είναι συμβάν ή κατάσταση η οποία αναφέρεται είτε στο παρελθόν είτε στο παρόν και μπορεί να αποδειχθεί. Οτιδήποτε αναφέρεται στο μέλλον δεν μπορεί να είναι γεγονός, καθότι ακόμα αυτό δεν έχει επέλθει και επομένως η ύπαρξη του στον παρόντα χρόνο δεν μπορεί να αποδειχθεί και ως τέτοιο, δεν δύναται να αποτελέσει παράσταση γεγονότος εν τη εννοία του άρθρου 297. Επίσης, σύμφωνα με το πώς έχει η νομολογία ερμηνεύσει το πώς στοιχειοθετείται ψευδής παράσταση, το Δικαστήριο, προκειμένου να προχωρήσει σε καταδίκη, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η πρόθεση καταδολίευσης υπήρχε το χρόνο της παράστασης. Επομένως το ψεύδος της παράστασης ανάγεται στο χρόνο που αυτή γίνεται, με το δράστη να παρουσιάζει ως αληθές γεγονός κάτι το οποίο γνωρίζει ότι είναι ψευδές ή το οποίο δεν θα μπορούσε να είναι αληθινό. Ας σημειωθεί ότι, το ίδιο το Κατηγορητήριο δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε ψευδή παράσταση. Στις ίδιες τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου, δεν αναφέρεται κάποιο γεγονός παρελθόν ή παρόν το οποίο να συνιστά ψευδή παράσταση. Στο Κατηγορητήριο γίνεται αναφορά σε αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, ως ακολούθως: «αναλαμβάνοντας την υποχρέωση και/ή υποσχόμενος ψευδώς». Δεν γίνεται αναφορά στις ίδιες τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου στο γεγονός (παρελθόν ή παρόν) το οποίο συνιστά τη ψευδή παράσταση. Αναφορά επί του πιο πάνω σημείου, έχει γίνει στην Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861, όπου έχουν λεχθεί τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις δικές μου): ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Η θέση της Παραπονουμένης, ήταν ότι ενώ συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο, όπως αυτός της φέρει αυτοκίνητο μάρκας Mercedes C180, μαύρου χρώματος για το συνολικό ποσό των €13.500 και ενώ του έδωσε το ποσό αυτό ο Κατηγορούμενος ουδέποτε προχώρησε στην αγορά του εν λόγω αυτοκινήτου, ουδέποτε της επέστρεψε τα λεφτά και έτσι η ίδια προχώρησε και αγόρασε από την εταιρεία A&H Andreou Motors Dealers Ltd, αυτοκίνητο Mercedes C
  1. Η εκδοχή της Παραπονουμένης, έτσι όπως αυτή προκύπτει από τη μαρτυρία της έχει κενά και αοριστίες, τα οποία συνιστούν εμπόδια στην απόδειξη της υπόθεσης της. Στη Γραπτή τη Δήλωση «ΕΓΓΡΑΦΟ Α», στην παράγραφο 24, δηλώνει ότι επειδή ο Κατηγορούμενος δεν της έφερε το αυτοκίνητο που παράγγειλε, προχώρησε και αγόρασε η ίδια αυτοκίνητο από τον A&H Andreou Motor Dealers Ltd. Σύμφωνα με το Χάρη Αντρέου (ΜΚ1), το αυτοκίνητο το παρήγγειλε για λογαριασμό της Παραπονουμένης ο Κατηγορούμενος, καταβάλλοντας προκαταβολή €1.
  2. Το πιο πάνω γεγονός η Παραπονουμένη επέλεξε να το αποκρύψει όταν έδιδε η ίδια μαρτυρία, αφήνοντας να αιωρείται η εντύπωση ότι ο Κατηγορούμενος ουδέν έπραξε για την αγορά αυτοκινήτου. Επίσης επιλεκτικά επέλεξε να αποκρύψει το γεγονός ότι δεν ήταν η ίδια αλλά ο Κατηγορούμενος που προχώρησε στην παραγγελία του αυτοκινήτου που έχει σήμερα. Επίσης δεν παραβλέπω το γεγονός ότι ενώ σε σχέση με τον Κατηγορούμενο η Παραπονουμένη υπήρξε επιμελής σε σχέση με όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε, παρουσιάζοντας όλες τις αποδείξεις είσπραξης χρημάτων από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2 και 4), σε σχέση με τα χρήματα τα οποία έδωσε στο Χάρη Αντρέου, παρουσίασε μόνο τιμολόγιο (Τεκμήριο 7) και καμία απόδειξη είσπραξης των χρημάτων αυτών, έτσι ώστε να αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της ότι κατέβαλε δύο φορές το ποσό αγοράς του αυτοκινήτου. Η μαρτυρία της έχει ασάφειες και κενά σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορεί στο στάδιο αξιολόγησης της να θεωρηθεί ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση του αδικήματος των ψευδών παραστάσεων και ως τέτοια δεν γίνεται αποδεκτή, υπό την έννοια ότι δεν έχει αποδεικτική αξία και βαρύτητα τέτοια ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1, ουδέν πρόσφερε στην υπόθεση της Παραπονουμένης. Η μαρτυρία που έδωσε κατά την κυρίως εξέτασή του είναι ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο, ως μεταπωλητή αυτοκινήτων και ότι αυτός επικοινώνησε μαζί του, προκειμένου να παραγγείλει αυτοκίνητο για την Παραπονουμένη, πληρώνοντας €1.
  3. Στο μέτρο αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία του, η οποία ούτως ή άλλως δεν έχει αμφισβητηθεί επί του σημείου αυτού από την υπεράσπιση. Τα όσα αναφέρθηκαν κατά την αντεξέτασή του σε σχέση με το Τεκμήριο 10, και το ποσό το οποίο τελικώς έλαβε από τον Κατηγορούμενο, παραμένουν ασχολίαστα, καθότι πρόκειται για ισχυρισμούς, οι οποίοι ούτως ή άλλως δεν δύνανται να επηρεάσουν την κατάληξή του Δικαστηρίου. Από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος υποσχέθηκε στην Παραπονουμένη, ότι θα αναλάμβανε να μεσολαβήσει για την αγορά αυτοκινήτου και τελικά η Παραπονούμενη κατόπιν της μεσολάβησης του Κατηγορουμένου, πήρε το αυτοκίνητο. Το πώς αξιοποιήθηκαν τα χρήματα που η Παραπονουμένη έδωσε στον Κατηγορούμενο, το γιατί τελικώς η Παραπονουμένη, ενώ ως η ίδια ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος δεν ικανοποίησε την υπόσχεσή του αλλά τελικώς το αυτοκίνητο το αγόρασε με τη βοήθεια του, παραμένουν σκιώδη και ασαφή γιατί η Παραπονουμένη επέλεξε να τα αφήσει έτσι. Στην υπό εξέταση περίπτωση, αυτό που καταλογίζεται από την Παραπονουμένη στον Κατηγορούμενο, είναι αναφορά σε γεγονός μελλοντικό (θα μεσολαβήσει για την αγορά αυτοκινήτου προς όφελος της Παραπονουμένης, έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος). Σύμφωνα με τα όσα η ίδια η πλευρά της Παραπονουμένης επέλεξε να παρουσιάσει ως γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση, δεν έχει κατατεθεί παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος η οποία να μην είναι αληθινή, δυνάμει της οποίας ο Κατηγορούμενος, να απόκτησε κάτι το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής (σύμφωνα με το άρθρο 298). Με δεδομένα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος των ψευδών παραστάσεων, τα οποία απαιτούν η παράσταση την ώρα που γίνεται να είναι ψευδής επειδή ο «προβαίνων» σε αυτήν γνώριζε για το αδύνατο πραγμάτωσής της, θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σύμφωνα με τις επιταγές της νομολογίας, ο χαρακτήρας της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστικής παρά αποδεικτικής αξίας, εφόσον δεν δύναται να τεκμηριώσει ή αποδείξει γεγονότα τα οποία δεν στοιχειοθετούνται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δύναται όμως να επεξηγήσει αποδεδειγμένα γεγονότα. Anastassiades v. The Republic
(1997)2 C.L.R. 97. Ο Κατηγορούμενος, δεν είχε κάποιο αποδεικτικό βάρος να αποσείσει (ειδικό), υπό την έννοια ότι στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας, η μαρτυρία που έχει παρασχεθεί αξιολογούμενη δεν δύναται να αποδείξει υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τα γεγονότα της υπόθεσης Ιωάννου Μαργαρίτα και άλλος ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417: «Η πιο πάνω εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων, εισήγηση με την οποία ας σημειωθεί συμφώνησε και η κα Σοφοκλέους, μας βρίσκει σύμφωνους. Στην παρούσα περίπτωση, το γεγονός ότι οι εφεσείοντες δεν εκπλήρωσαν εντός του συμφωνηθέντος χρόνου, τη συμβατική τους υποχρέωση να παραδώσουν στην παραπονουμένη τα εμπορεύματα που συμφώνησαν να παραδώσουν, δεν οδηγεί και μάλιστα με την ασφάλεια που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, σε συμπέρασμα εξ' αρχής ψευδούς παράστασης και πρόθεσης καταδολίευσης από πλευράς εφεσειόντων.» Σε συνάρτηση με τα όσα έχουν αποφασιστεί στην Ευθυμίου (ανωτέρω), εκείνο που εξετάζεται είναι το ψεύδος να υπάρχει κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Η υποκειμενική υπόσταση, αποδεικνύεται με αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία προκειμένου να μπορούν να οδηγήσουν σε καταδίκη θα πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν καμία αμφιβολία. Τέτοια στοιχεία δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζεται τέλος το αυτονόητο, ότι η υπό εξέταση υπόθεση είναι ποινική, με την Κατηγορούσα Αρχή να φέρει αυξημένο βάρος απόδειξης της υπόθεσής της, όπως επίσης φέρει και την υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος. Δεν επιτρέπονται ούτε εικασίες ούτε πιθανολογήσεις όσο εύλογες και εάν είναι αυτές. Κενά ή αδυναμίες στην μαρτυρία αφήνουν έκθετη την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και αναπόφευκτα υποκείμενη σε απόρριψη. (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Η Παραπονουμένη επέλεξε να μην προχωρήσει σε καταγγελία στην αστυνομία για το κατ΄ ισχυρισμό παράπονό της εναντίον του Κατηγορουμένου, έτσι ώστε η Αστυνομία να προχωρήσει με τη λήψη καταθέσεων και να υπάρχει ολοκληρωμένο ανακριτικό έργο εάν και εφόσον αχθεί η υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου. Σημειώνω αμέσως κάτω το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ-ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 84/2015, 3/2/2016: «Προτού δώσουμε την τελική μας κατάληξη, να μας επιτραπεί ένα σχόλιο. Όλο και πιο συχνά διαπιστώνουμε ότι για σοβαρά αδικήματα πολίτες αναλαμβάνουν την ιδιωτική δίωξη των ενόχων, ενώ η πολιτεία απουσιάζει, χωρίς να υπάρχει εμφανής εξήγηση. Αδικήματα όπως αυτά που αντιμετωπίζει εδώ ο Εφεσίβλητος είναι πολύ σοβαρά, εφόσον επηρεάζουν την ασφάλεια των συναλλαγών του τόπου και κατά την ταπεινή μας άποψη η πολιτεία θα πρέπει να έχει η ίδια τον έλεγχο της διαδικασίας.» Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω, η Παραπονουμένη απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Έξοδα εναντίον της Παραπονουμένης και υπέρ του Κατηγορούμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό. (Υπ) .............................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.