← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Φειδία Πεττεμερίδη, Αρ. Υπόθεσης: 592/2014, 3/2/2016

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Φειδία Πεττεμερίδη, Αρ. Υπόθεσης: 592/2014, 3/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 592/2014 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ εναντίον Φειδία Πεττεμερίδη Κατηγορούμενου ------------ Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο: κ Λ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από παραδοχή του στην κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και πιο συγκεκριμένα επί το ότι μεταξύ των μηνών Απριλίου και Οκτωβρίου 2013 στον Άγιο Θεόδωρο Σολέας της Επαρχίας Λευκωσίας έκλεψε από την κατοικία του Γεώργιου Αλεξάντρου το χρηματικό ποσό των €104,330, περιουσία του προαναφερθέντα Γεώργιου Αλεξάντρου. Να σημειωθεί ότι αρχικά η κατηγορία στηριζόταν στο άρθρο 266(β) του Ποινικού Κώδικα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής από κατοικία, πλην όμως μετά από σχετική τροποποίηση του κατηγορητηρίου, έγινε αντικατάσταση τούτου με το άρθρο 262, σύμφωνα με το οποίο η προβλεπόμενη ποινή περιορίζεται σε τρία χρόνια. Τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας αρχής έχουν ως ακολούθως: O παραπονούμενος διαμένει στον Άγιο Θεόδωρο Σολέας και από τον Οκτώβριο του 2012 φιλοξενούσε στην οικία του τον Κατηγορούμενο ο οποίος ήταν οικογενειακός του φίλος. Από τον Απρίλιο 2013 μέχρι Αύγουστο 2013, λόγω του προβλήματος των τραπεζών, ο παραπονούμενος σταδιακά έκαμνε αναλήψεις από την τράπεζα όπου διατηρεί λογαριασμούς και το χρηματικό ποσό που έπαιρνε κάθε φορά το φύλαγε εντός του υπνοδωματίου του, κάτω από χαλί του κρεβατιού του, μέσα σε χάρτινους φακέλους. Αρχές Οκτωβρίου 2013 ο παραπονούμενος διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος αγόραζε και μετέφερε στο σπίτι ακριβά ρούχα, ρολόγια χειρός, διάφορες ηλεκτρονικές συσκευές, όπως ηλεκτρονικό υπολογιστή και εκτυπωτή και αυτό του κίνησε την περιέργεια καθότι ο Κατηγορούμενος δεν εργαζόταν όσο καιρό φιλοξενείτο από αυτόν και αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Την 20.10.2013 και περί ώρα 16:00, ο παραπονούμενος λόγω του ότι υποψιάστηκε ότι ο Κατηγορούμενος πιθανόν να του έκλεβε χρήματα, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος απουσίαζε από την οικία του, πήρε τους φακέλους εντός των οποίων βρίσκονταν τα χρήματα του και από καταμέτρηση που έκανε διαπίστωσε ότι εντός των φακέλων υπήρχε συνολικά το χρηματικό ποσό των €23850 αντί αυτό των €94500, δηλαδή κλάπηκε το χρηματικό ποσό των €70650, σε χαρτονομίσματα των €500, €200, €100 και €50, ενώ όπως ανέφερε κλάπηκαν επίσης και αρκετοί φάκελοι. Την ίδια ημέρα και ώρα 16:30 ο παραπονούμενος κατήγγειλε το συμβάν στον Αστυνομικό Σταθμό Ευρύχου. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 16:50 επισκέφθηκε τη σκηνή ο ΜΚ2 και την φρουρούσε μέχρι η ώρα 17:00 που κατέφθασε η ΜΚ8 μαζί με τον Αστ.

  1. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν στην σκηνή δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε παραβίαση στην οικία. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 17:10 - 17:20 ο παραπονούμενος παρέδωσε στην ΜΚ8 τα τεκμήρια 1-3 επί του Καταλόγου Τεκμηρίων (Τεκμήριο Α), οι οποίοι ήταν οι φάκελοι που αναφέρονται πιο πάνω και σύμφωνα με τον παραπονούμενο είχαν κλαπεί μέρος των χρημάτων που υπήρχαν εντός αυτών. Την 21.10.2013 και περί ώρα 11:10 στον Αστρομερίτη, ο ΜΚ3 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον Κατηγορούμενο και αφού τον πληροφόρησε για το αδίκημα το οποίο διερευνούσε, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Γιατί τι έκαμα». Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 11:30-15:10 ο ΜΚ3 με την βοήθεια του ΜΚ4, στην παρουσία του Κατηγορούμενου και κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του, ερεύνησε το όχημα του με αριθμούς εγγραφής KUB
  2. Κατά την έρευνα ο ΜΚ3 εντόπισε και παρέλαβε η ώρα 11:48 τα Τεκμήρια 5-18 επί του Καταλόγου τα οποία αποτελούσαν διάφορα πράγματα όπως ρολόγια, φορτιστές κινητών, δερμάτινα πορτοφόλια του κατηγορούμενου και αφού επέστησε στον Κατηγορούμενο τη προσοχή του στο νόμο, αυτός απάντησε «Εν τα λεφτά του Γιώργου τζιαι ούλλα τούτα τα αγόρασα με τα λεφτά που του έπιασα». Επίσης εντός του οχήματος ο ΜΚ3 εντόπισε και παρέλαβε η ώρα 12:00 τα τεκμήρια 19-53 επί του Καταλόγου/Τεκμήριο Α. Του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Τα λεφτά είναι του Γιώργου και όλα τα πράγματα τα αγόρασα με τα λεφτά που έπιασα από τον Γιώργο». Ακολούθως εντός του πιο πάνω οχήματος, ο ΜΚ3 εντόπισε και παρέλαβε η ώρα 13:10 τα τεκμήρια 54-87 επί του Τεκμηρίου Α. Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Τζιαι τούτα τα αγόρασα με τα λεφτά του Γιώργου». Στη συνέχεια εντός του πιο πάνω οχήματος, ο ΜΚ3 εντόπισε και παρέλαβε η ώρα 13:55 τα τεκμήρια 88-108 επί του Τεκμηρίου Α. Του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε: «Τα αγόρασα με τα λεφτά του Γιώργου». Επίσης εντός του πιο πάνω οχήματος, ο ΜΚ3 εντόπισε και παρέλαβε η ώρα 13:55 τα Τεκμήρια 109-137 επί του Τεκμηρίου Α. Του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Τα αγόρασα όλα με τα λεφτά που έπιασα από τον Γιώργο». Την ίδια ημέρα και ώρα 16:20 ο Κατηγορούμενος οδήγησε τους ΜΚ3, 4 και 5 στην οικία όπου διέμενε στον Άγιο Θεόδωρο Σολέας όπου τους υπέδειξε εντός του υπνοδωματίου του, διάφορα αντικείμενα τα οποία όπως τους ανέφερε αγόρασε με τα λεφτά που έπιασε από τον παραπονούμενο. Η σκηνή φωτογραφήθηκε και οι δέσμες των φωτογραφιών, ήτοι των τεκμηρίων που εντοπίστηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου και των υποδείξεων σκηνής κλοπής κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Β και Γ. Την 23.10.2013 ο παραπονούμενος προέβηκε σε συμπληρωματική κατάθεση στην οποία ανέφερε ότι από έλεγχο που έκανε μέσω της τράπεζας όπου διατηρεί τους λογαριασμούς του, διαπίστωσε ότι από την οικία του κλάπηκε το χρηματικό ποσό των €104,330 και όχι €70,650 που ανέφερε προκαταρκτικά στην αρχική του κατάθεση, προσκομίζοντας και τις σχετικές αποδείξεις της τράπεζας του σε σχέση με τις αναλήψεις των χρημάτων. Ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε: «Παραδέχομαι ότι έκλεψα λεφτά από τον Γιώργο, αλλά όχι αυτό το ποσό που μου αναφέρεις. Τα λεφτά που του έκλεψα είναι γύρω στις ογδόντα χιλιάδες, όχι παραπάνω». Την 30.10.2013 παραλήφθηκε επιστολή από την ALPHA BANK στα πλαίσια του διατάγματος αποκάλυψης με αρ. 167/13 όπου αναφερόταν ότι ο Κατηγορούμενος διατηρεί λογαριασμό στην εν λόγω τράπεζα με υπόλοιπο €2.795,
  3. Σύμφωνα με την σχετική κατάσταση του συγκεκριμένου λογαριασμού ότι κατά την περίοδο 1.4.2013-25.10.2013 κατατέθηκε στον συγκεκριμένο λογαριασμό το χρηματικό ποσό των €13239,
  4. Όπως αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, και πιο συγκεκριμένα στις 11.12.2015 ο παραπονούμενος Γεώργιος Αλεξάντρου δήλωσε ότι δεν έχει πλέον οποιοδήποτε παράπονο από τον Κατηγορούμενο σε σχέση με το συγκεκριμένο περιστατικό. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου και αφού αναγνώρισε τη σοβαρότητα του αδικήματος, ο κ. Κυριακίδης επεσήμανε το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την παραδοχή του και τη συνεργασία του με την Αστυνομία, καθώς επίσης τον χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Ως προς τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου υιοθετήθηκε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας από όπου προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 37 ετών, άνεργος και διαζευγμένος ενώ παράλληλα έχει ένα παιδί ηλικίας 7 ετών, το οποίο διαμένει με τη μητέρα του. Ο Κατηγορούμενος φιλοξενείται σε σπίτι στην Παλλουριώτισσα ενώ βοηθείται οικονομικά από συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα. Από το 2009 δεν είναι σε θέση να καταβάλλει μηνιαίως διατροφή στο παιδί του και για το λόγο αυτό οι μεταξύ τους σχέσεις είναι τυπικές. Σε σχέση με τη σοβαρότητα του αδικήματος για το οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος κατόπιν παραδοχής του γίνεται καταρχήν παραπομπή στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή αφού αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (βλέπε μεταξύ άλλων Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το αδίκημα της κλοπής τιμωρείται γενικά, δυνάμει του άρθρου 262 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Από μελέτη και θεώρηση της νομολογίας διαπιστώνεται ότι για τα αδικήματα της κλοπής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στα αδικήματα διάρρηξης και κλοπής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (βλέπε μεταξύ άλλων Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129 και Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός ευνομούμενου κράτους, (Ανδρέας Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2011)2 A.A.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski κ.ά. v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92. Στην δε Παναγιώτης Φράγκου v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 13, το Εφετείο αρνήθηκε να παρέμβει στην καταδίκη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας του εφεσείοντα σε συνολική ποινή φυλάκισης 15 μηνών σε 22 κατηγορίες διάρρηξης και κλοπής, ενώ εξέτιε και ποινή φυλάκισης 2½ ετών, η οποία επιβλήθηκε σε 26 κατηγορίες διάρρηξης και κλοπής. Το συνολικό ποσό που απεσπάσθη από την καταδίκη του στις 22 κατηγορίες ήταν €8.000. Κρίθηκε ότι η αρχή της συνολικότητας του ποινικού μέτρου δεν είχε παραβιαστεί στην υπόθεση εκείνη, η δε ποινή των 15 μηνών φυλάκισης που επιβλήθηκε για τις 22 κατηγορίες, χαρακτηρίστηκε και επιεικής. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Radoslav Yankov Mixaylov v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175. Αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Hussein Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787, όπου ο εφεσείων καταδικάστηκε κατόπιν παραδοχής του σε τρεις κατηγορίες αναφορικά με κλοπή ποσού €370, συνομωσία προς διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, και παράνομη κατοχή περιουσίας σε σχέση με ποσό €955 το οποίο ανευρέθηκε και για το οποίο υπήρχε, σύμφωνα με την κατηγορία, εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαίο. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου είχε τεθεί Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη ότι δεν υπήρξε οικονομική ζημιά στους παραπονούμενους, εφ' όσον τα κλοπιμαία είχαν επιστραφεί. Στα πλαίσια της υπόθεσης λήφθηκε υπόψη και άλλη υπόθεση σχετικά με κλοπή ποτών από υπεραγορά, στην οποία ο εφεσείοντας εμπλεκόταν μαζί με ένα άλλο πρόσωπο. Κατά την παρουσίαση των γεγονότων αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες που είχε ο εφεσείων σε βάρος του και συγκεκριμένα δύο καταδίκες τον Φεβρουάριο του 2009 για κλοπή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιολογείτο η επιβολή της ποινής φυλάκισης για το αδίκημα της κλοπής, την οποία και καθόρισε στους 18 μήνες. Επιβλήθηκε επίσης ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών στην κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας, η οποία και θα συνέτρεχε με την κυρίως ποινή, ενώ στην κατηγορία της συνομωσίας δεν επιβλήθηκε ποινή. Κατά την εξέταση της έφεσης κατά της ποινής ως έκδηλα υπερβολικής το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή. Σύμφωνα πάντοτε με τη νομολογία κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να τονιστεί ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2012, απόφαση ημερομηνίας 10.10.2012). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Στην παρούσα υπόθεση τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη του αδικήματος τα καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρά. Πέραν από τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, επιβαρυντικό στοιχείο για σκοπούς προσδιορισμού της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι η επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του, με αποτέλεσμα να αποσπάσει από τον παραπονούμενο χρηματικό ποσό ύψους €104,330. Παράλληλα, δεν μπορεί να παραγνωριστεί και αντίθετα λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο που προσθέτει στη σοβαρότητα του αδικήματος το γεγονός ότι το πιο πάνω ποσό κλάπηκε ενώ ο παραπονούμενος φιλοξενούσε τον Κατηγορούμενο στην οικία του λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, καταχρώμενος με αυτόν τον τρόπο την εμπιστοσύνη που επέδειξε προς το πρόσωπο του ο παραπονούμενος. Σημειώνεται, παράλληλα, ότι από την πλευρά της υπεράσπισης δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε θέση σε σχέση με τους λόγους διάπραξης του αδικήματος, στοιχείο το οποίο, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μετριαστικός παράγοντας. Η θέση της υπεράσπισης επί του θέματος ζητήθηκε από το Δικαστήριο ενόψει του από τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο Β προκύπτει ότι το ποσό που αποσπάσθηκε από τον παραπονούμενο χρησιμοποιήθηκε από τον Κατηγορούμενο για αγορά ηλεκτρονικών ειδών και γενικότερα ειδών πολυτελείας, παρόλα αυτά, ως έχω επισημάνει ουδεμία τοποθέτηση έγινε επί τούτου. Τέλος, δεν μπορώ να μην σημειώσω ότι από τις φωτογραφίες που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και απεικονίζουν την κλαπείσα περιουσία όπως υποδείχθηκε από τον Κατηγορούμενο, αυτός χρησιμοποίησε το ποσό που απέσπασε από τον παραπονούμενο προκειμένου να αγοράσει ηλεκτρονικές συσκευές και διάφορα είδη πολυτελείας και όχι οποιαδήποτε είδη πρώτης ανάγκης, χωρίς σε καμία περίπτωση οι πράξεις του να δικαιολογούνταν σε μια τέτοια περίπτωση. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν υποτιμά το γεγονός ότι μέρος των κλαπέντων χρημάτων, ήτοι ποσό €43.120, 21, θα επιστραφεί στον παραπονούμενο αφού όπως προκύπτει από τον κατάλογο τεκμηρίων/Τεκμήριο Α αυτό ανευρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου και υποδείχθηκε από αυτόν ως μέρος του ποσού που είχε κλαπεί. Υπό αυτά τα δεδομένα, το στοιχείο αυτό λαμβάνεται με υπόψη, πλην όμως όχι υπό την μορφή της έμπρακτης μεταμέλειας από μέρος του Κατηγορούμενου η οποία θα μπορούσε να αφήσει περαιτέρω περιθώρια επιείκειας στο Δικαστήριο. Προς όφελος του Κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: - Το λευκό ποινικό του μητρώο. - Την παραδοχή του τόσο στο Δικαστήριο όσο και στην Αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης που είχε ως αποτέλεσμα την εξιχνίασή της. - Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου όπως αυτές έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη συνήγορο υπεράσπισης και ως προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. - Τη δήλωση του παραπονούμενου ως προς την μη ύπαρξη οποιουδήποτε παραπόνου στο παρόν στάδιο εναντίον του Κατηγορούμενου. - Το γεγονός ότι το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο δυόμιση χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος, χωρίς ωστόσο, να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε και προωθήθηκε χωρίς καθυστέρηση και ολοκληρώθηκε σήμερα μετά από παραδοχή του Κατηγορούμενου και ενώ αυτός αρνείτο ενοχή, ως είχε, άλλωστε δικαίωμα. Παρατηρείται επίσης ότι από την πλευρά της υπεράσπισης δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε θέση ως προς την μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα. Καθοδηγούμενη από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και όλους τους επιβαρυντικούς παράγοντες οι οποίοι σημειώθηκαν πιο πάνω, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας. Επιβάλλεται, λοιπόν, στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης ενός έτους. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία για την αναστολή ποινών φυλάκισης (βλέπε μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 221/2012, απόφαση ημερομηνίας 19.12.2012 και Καλλή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 238/2013, απόφαση ημερομηνίας 10.9.2014) θα προχωρήσω να εξετάσω το αίτημα της υπεράσπισης για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Στα πλαίσια αυτά εξετάζονται τόσο οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσο και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου και κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν τέτοια δεδομένα ώστε να δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν δόλια, επαναλαμβανόμενη, προσχεδιασμένη με σοβαρή συνέπεια για το παραπονούμενο, ο οποίος και απώλεσε τελικό το ποσό των €61.209,79 από το συνολικό ποσό των €104,330 το οποίο κλάπηκε. Μπορεί οι πιο πάνω ενέργειες του Κατηγορούμενου τελικά να ανακαλύφθηκε αλλά όχι προτού υποστεί ζημιά ο παραπονούμενος, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο τον φιλοξενούσε στο σπίτι του λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είναι τέτοια που χρήζει της επιβολής άμεσης φυλάκισης παρά των μετριαστικών παραγόντων που έχω λάβει υπόψη μου, εφόσον αποτελεί συμπεριφορά που πρέπει να τιμωρηθεί και να κατασταλεί άμεσα όχι μόνο για σκοπούς τιμωρίας του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και για σκοπούς αποτροπής άλλων επίδωξων παραβατών. Επισημαίνεται ότι δεν παραγνωρίζεται το λευκό ποινικό μητρώο, η παραδοχή του Κατηγορούμενου, όπως ούτε και η δήλωση του παραπονούμενου. Κρίνω ότι οι μετριαστικοί παράγοντες που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν την κατάσταση προς όφελος του Κατηγορούμενου, με τρόπο ώστε να μην παρέχεται δυνατότητα αναστολής της ποινής. Συνακόλουθα, η ποινή που έχει επιβληθεί να εκτελεστεί άμεσα. Ενόψει της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, το ποσό των εξόδων της διαδικασίας εκ €265,00 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τα τεκμήρια να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους, το δε χρηματικό ποσό που ανευρέθηκε να επιστραφεί στον παραπονούμενο Γεώργιο Αλεξάντρου. Τα παρειακά επιχρίσματα να κρατηθούν από την Αστυνομία. (Υπ.) ......................................... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.