← Κύπρος

Δημοκρατία ν. MD Mesbah Uddin κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 9292/15, 16/2/2016

Δημοκρατία ν. MD Mesbah Uddin κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 9292/15, 16/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:6 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 9292/15 Δημοκρατία ν.

  1. MD Mesbah Uddin
  2. Ashraful Alam
  3. Mohammad Jahangir Hosaain
  4. Βάσος Σωτηρίου
  5. Άθως Πολυδώρου
  6. Δημήτρης Ιωάννου
  7. Ευανθία Χριστοφή
  8. Μιχαήλ Χριστοφή Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Καραολίδου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Στυλιανού Για τον Κατηγορούμενο 2: Καμία εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 3: Καμία εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Καψάλης Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Παφίτης Για τον Κατηγορούμενο 6: κ. Καψάλης Για τον Κατηγορούμενο 7: κα Δήμου Για τον Κατηγορούμενο 8: κ. Α. Γεωργίου Κατηγορούμενοι 1-8 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στο παρόν κατηγορητήριο υπάρχουν οκτώ κατηγορούμενοι και συνολικά 37 κατηγορίες. Δεν αντιμετωπίζουν όλοι τις ίδιες κατηγορίες. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 7 και 8 επικαλούμενοι τις πρόνοιες του Άρθρου 41 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 υπέβαλαν αίτημα για διαχωρισμό της δίκης των Κατηγορουμένων 7 και 8 από αυτή των υπολοίπων Κατηγορουμένων. Ο κ. Α. Γεωργίου στην αγόρευση του την οποία υιοθέτησε και η κα Δήμου εισηγήθηκε εν πρώτοις ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι 7 και 8 δεν είναι αδικήματα που έχουν διαπραχθεί κατά τη διάρκεια της ίδιας πράξης. Επεσήμανε ότι οι Κατηγορούμενοι 7 και 8 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες συνωμοσίας μεταξύ τους και εκμετάλλευσης εργάτη στις οποίες δεν εμπλέκεται άλλος Κατηγορούμενος ενώ οι υπόλοιποι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για συνωμοσίες που δεν αφορούν τους Κατηγορούμενους 7 και 8, εκμετάλλευση εργατών σε διαφορετικούς χώρους και τόπους, εμπορία προσώπων, πλαστογραφία, παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία κτλ. Όπως τόνισε η μόνη σύνδεση με κάποιες από τις κατηγορίες και Κατηγορούμενους είναι ότι υπάρχει ο ίδιος παραπονούμενος ενώ το κατηγορητήριο της υπόθεσης αφορά όλα τα αδικήματα εμπορίας και διακινήσεις αλλοδαπών εργατών από τη στιγμή αναχώρησης τους από τη χώρα τους μέχρι της κατάληξης τους σε κάποια αγροτική μονάδα παραγωγής στην Κύπρο όπου υπάρχει ο ισχυρισμός ότι έτυχαν εκμετάλλευσης. Ο κ. Α. Γεωργίου κάλεσε το Δικαστήριο, όπως ακόμα και σε περίπτωση που θεωρήσει ότι η προκειμένη περίπτωση αφορά αδικήματα που έχουν διαπραχθεί κατά τη διάρκεια της ίδιας πράξης, ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να μην δικαστούν οι Κατηγορούμενοι 7 και 8 με τους υπόλοιπους Κατηγορούμενους υποστηρίζοντας ότι εάν παραμείνουν στο παρόν κατηγορητήριο θα υποστούν μία μακρά δίκη η οποία σε μέγάλο βαθμό δεν τους αφορά, θα απολέσουν σημαντικό χρόνο από την εργασία τους, ενώ παράλληλα θα επιβαρυνθεί το δημόσιο με την αμοιβή των δικηγόρων τους ενόψει του ότι είναι λήπτες νομικής αρωγής. Στο πιο πάνω αίτημα υπήρξε ένσταση από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Η κα Καραολίδου υποστήριξε ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 7 και 8 είναι αλληλένδετα με τα υπόλοιπα, η διάπραξη των οποίων είχε ως κοινό σημείο και αφετηρία την στρατολόγηση και μεταφορά του Μ.3 στην Κύπρο μέσω δόλου ή απάτης για να εργαστεί με σκοπό την εκμετάλλευση του. Συγκεκριμένα επεσήμανε ότι από τη μαρτυρία του Μ.3 προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 1 μαζί με άλλα πρόσωπα στρατολόγησαν τον Μ.3 και τον μετέφεραν εξαπατώντας τον σε σχέση με το είδος, τη φύση, τις συνθήκες εργασίας αλλά και το μισθό που θα λάμβανε και ότι μία μέρα μετά από την άφιξη του στην Κύπρο εργοδοτήθηκε από τους Κατηγορούμενους 7 και
  9. Πρόσθεσε ότι η επίδικη από τους Κατηγορούμενους εκμετάλλευση του Μ.3 τόσο από πλευράς γεγονότων όσο και από χρονικής άποψης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν συνδέεται με τη σπείρα εγκλήματος που είχε δημιουργηθεί και τροχιοδρομηθεί από τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 μεμονωμένα και ή σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα. Η νομική δυνατότητα της Κατηγορούσας Αρχής για συνένωση κατηγορουμένων προσδιορίζεται στο δικό μας ποινικό σύστημα με σαφή νομοθετική πρόνοια. Είναι το Άρθρο 41 της Ποινικής Δικονομίας το οποίο παρατίθεται αυτούσιο: «Τα ακόλουθα πρόσωπα δύνανται να περιληφθούν στο ίδιο κατηγορητήριο και να δικαστούν μαζί, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει ότι θα δικαστούν ξεχωριστά, δηλαδή πρόσωπα κατηγορούμενα - (α) για το ίδιο ποινικό αδίκημα· (β) για διάφορα ποινικά αδικήματα που έχουν διαπραχθεί κατά τη διάρκεια της ίδιας πράξης[1]· (γ) για ποινικό αδίκημα και πρόσωπα τα οποία, δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νομοθετήματος, θεωρούνται ότι έχουν μετάσχει στη διάπραξη του ποινικού αυτού αδικήματος·[2] (δ) για ποινικό αδίκημα και πρόσωπα κατηγορούμενα για απόπειρα διάπραξης του ποινικού αυτού αδικήματος· (ε) για ποινικό αδίκημα που αφορά κλοπή, δόλια κατάχρηση εμπιστοσύνης, δόλια ιδιοποίηση περιουσίας, δόλια παραποίηση λογαριασμών ή δόλιο σφετερισμό και πρόσωπα κατηγορούμενα για αποδοχή ή ανάληψη από τα ίδια του ελέγχου ή της διάθεσης του αντικείμενου του ποινικού αυτού αδικήματος». Από τη διατύπωση και το περιεχόμενο του Άρθρου 41(β) του Κεφ..155 προκύπτει, κατά τρόπο επιτακτικό, ότι πρόσωπα που κατηγορούνται για διαφορετικά αδικήματα δεν είναι επιτρεπτό να συμπεριληφθούν στο ίδιο κατηγορητήριο εκτός αν τα αδικήματα διαπράχθηκαν στην πορεία της ίδιας συναλλαγής (in the course of the same transaction).[3] Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα κατηγορούνται ότι διέπραξαν διαφορετικά αδικήματα ο καθένας, ο κανόνας είναι ότι θα πρέπει να δικαστούν ξεχωριστά εάν δεν υπάρχει μεταξύ τους οτιδήποτε το κοινό όσον αφορά τα γεγονότα που περιβάλλουν τα αδικήματα. Κατά συνέπεια τα πρόσωπα αυτά δεν μπορεί να συμπεριληφθούν ως Κατηγορούμενοι στο ίδιο κατηγορητήριο. Κατ' εξαίρεση, για να είναι δυνατό να δικαστούν στο πλαίσιο της ίδιας δίκης θα πρέπει, όπως προκύπτει από το Άρθρο 41 (β) του Κεφ..155, ανωτέρω, τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται να διαπράχθηκαν στο πλαίσιο του ίδιου επεισοδίου ή κατά τη διάρκεια της ίδιας συναλλαγής (same transaction). Ο πιο πάνω κανόνας και η εξαίρεση έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια από το Αγγλικό Ποινικό Εφετείο στην υπόθεση R. v. Assim

(1966)2 All E.R. 881. Παραθέτουμε τη σχετική περικοπή από τις σελ. 887-888: "As a general rule it is, of course, no more proper to have tried by the same jury several offenders on charges of committing individual offences that have nothing to do with each other, than it is to try before the same jury offences committed by the same person that have nothing to do with each other. Where, however, the matters which constitute the individual offences of the several offenders are on the available evidence so related, whether in time or by other factors, that the interests of justice are best served by their being tried together, then they can properly be the subject of counts in one indictment and can, subject always to the discretion of the court, be tried together. Such a rule, of course, includes cases where there is evidence that several offenders acted in concert but is not limited to such cases. Again, while the court has in mind the classes of case that have been particularly the subject of discussion before it, such as incidents which, irrespective of there appearing a joint charge in the indictment, are contemporaneous (as where there has been something in the nature of an affray), or successive (as in protection racket cases), or linked in a similar manner as where two persons individually in the course of the same trial commit perjury as regards the same or a closely connected fact, the court does not intend the operation of the rule to be restricted so as to apply only to such cases as have been discussed before it." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στο πιο πάνω απόσπασμα της προαναφερθείσας αγγλικής υπόθεσης δεν χρησιμοποιείται ο όρος "same transaction". Δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί κυπριακή νομολογία η οποία να ερμηνεύει και να εξηγεί την εφαρμογή του όρου αυτού, σε αντίθεση με αγγλική νομολογία στην οποία εντοπίζεται τέτοια αναφορά. Σχετική είναι η υπόθεση D.P.P. v. Merriman
(1973)A.C. 584[4] όπου στη σελίδα 607 αναφέρονται τα ακόλουθα από την απόφαση του Λόρδου Diplock: "Where a number of acts of a similar nature committed by one or more defendants were connected with one another, in the time and place of their commission or by their common purpose, in such a way that they could fairly be regarded as forming part of the same transaction or criminal enterprise, it was the practice, as early as the eighteenth century, to charge them in a single count of an indictment. Where such a count was laid against more than one defendant, the jury could find each of them guilty of one offence only: but a failure by the prosecution to prove the allegation, formerly expressly stated in the indictment but now only implicit in their joinder in the same count, that the unlawful acts of each were done jointly in aid of one another, did not render the indictment ex post facto bad or invalidate the jury's verdict against those found guilty. To quote Hawkins again: 'On such indictment . some of the defendants may be acquitted, and others convicted; for the law looks on the charge as several against each, though the words of it purport only a joint charge against all." (Pleas of the Crown
(1824)vol.2, p.331, s.89).' " (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Τέλος, χρήσιμη θεωρούμε ότι είναι και η παραπομπή στο Σύγγραμμα "Criminal Procedure", των LaFave, Israel και King, 3η έκδοση, 2000, στο Κεφάλαιο 17, όπου πραγματεύονται σε έκταση πρόνοιες των κανονισμών του ομοσπονδιακού ποινικού συστήματος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής που αναφέρονται στην συνένωση κατηγορουμένων οι οποίοι κατηγορούνται για διαφορετικά αδικήματα. Βασικό κριτήριο και στις πρόνοιες εκείνες είναι η ύπαρξη ίδιας συναλλαγής (same transaction). Στη σελ. 826 αναφέρονται σχετικά τα εξής: "Under the "same transaction" test, it is proper to join a conspiracy charge with a substantive offense committed in furtherance of the conspiracy, or to join offenses which are closely related in that they were interrelated parts of a particular criminal episode." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επιπρόσθετα στη σελίδα 829 καταγράφονται τα ακόλουθα: "Yet another basis for joining defendants is where their crimes are so closely connected in respect of time, place and occasion, that it would be difficult, if not impossible, to separate the proof of one charge from the proof of the other. This close connection is deemed a basis for joinder even absent proof of a common scheme-indeed, even when it is apparent that no such scheme exists. ...........This not to suggest, however, that joinder is proper whenever two defendants have separately committed similar crimes at about the same time and place." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι παραπομπές, ανωτέρω, αν και προερχόμενες από διαφορετικά δικαϊκά συστήματα εντούτοις προσφέρουν χρήσιμη καθοδήγηση στην κατανόηση της εφαρμογής του επίμαχου όρου "same transaction", που εμφανίζεται σε νομοθετικές πρόνοιες ή νομολογία, η οποία έχει ως αντικείμενό της τη συνένωση στο ίδιο κατηγορητήριο κατηγορουμένων, οι οποίοι κατηγορούνται για τη διάπραξη διαφορετικών αδικημάτων. Ειδικότερα, αναφέρονται στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμογή του πιο πάνω βασικού κριτηρίου. Τονίζουμε τέλος ότι ακόμη και εκεί όπου η συνένωση των κατηγορουμένων έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 41 του Κεφ. 155, το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει διακριτική ευχέρεια να διατάξει ξεχωριστές δίκες. Στο Σύγγραμμα "Blackstone's Criminal Practice", 2003, στη σελ. 1289, D 10.32, αναφέρεται ότι: "The court has a discretion to order separate trials of accused who have properly been joined in one indictment.". (Τονίζεται η λέξη properly). Στην υπό εξέταση περίπτωση οι Κατηγορούμενοι 7 και 8 αντιμετωπίζουν συνολικά τέσσερις κατηγορίες (κατηγορίες 3-6). Δύο για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή προς διάπραξη του αδικήματος εκμετάλλευσης προσώπου στην εργασία - του Μ.3 επί του κατηγορητηρίου - και δύο κατηγορίες για τα ουσιαστικά αδικήματα της εκμετάλλευσης προσώπου στην εργασία, που καλύπτουν συνολικά την περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2013 και Σεπτεμβρίου του
  1. Με βάση το ίδιο το κατηγορητήριο αλλά και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας προκύπτει πως το μαρτυρικό υλικό αναφέρεται στο ότι ο Κατηγορούμενος 1 μαζί με άλλα πρόσωπα συνωμότησαν να διαπράξουν το αδίκημα της εμπορίας του Μ.3 και μέσω δόλου και απάτης στρατολόγησαν και μετέφεραν αυτόν στη Δημοκρατία για να εργαστεί με σκοπό την εκμετάλλευση του και να αποκομίσουν οικονομικό όφελος (κατηγορίες 1 και 2). Με βάση δε τη μαρτυρία, που επικαλέστηκε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, ο Μ.3 αφίχθη στην Κύπρο στις 24/9/13 και την επομένη εργοδοτήθηκε από τους Κατηγορούμενους 7 και
  2. Τούτου δοθέντος οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1 αναφορικά με την εμπορία, συστατικό στοιχείο των οποίων είναι η πρόθεση εκμετάλλευσης, που στην προκειμένη περίπτωση αναφέρονται στον Μ.1, δεν είναι ασύνδετες με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 7 και
  3. Αντιθέτως θα λέγαμε ότι η αναμενόμενη και λογική κατάληξη μιας εμπορίας αυτής της μορφής είναι η χρήση της εργασίας του φερόμενου ως θύματος και περαιτέρω πως υπ' αυτή την έννοια η εκμετάλλευση της εργασίας είναι πράξη αν όχι ταυτόχρονη, τουλάχιστον διαδοχική και άρρηκτα συνδεδεμένη με την προηγηθείσα δράση της εμπορίας. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 μόνοι τους αλλά και μαζί με άλλα πρόσωπα κατηγορούνται ότι συνωμότησαν προς διάπραξη του αδικήματος της εμπορίας ενηλίκων προσώπων και επίσης των ουσιαστικών αδικημάτων της εμπορίας δια της στρατολόγησης, μεταφοράς και παραλαβής στη Δημοκρατία εκτός από τον Μ.1 και άλλων προσώπων, ήτοι των Μ.3, 10, 18, 19 και 21, για να εργαστούν με σκοπό την εκμετάλλευση τους και να αποκομίσουν κέρδος. Δηλαδή η εκδοχή αναφέρεται σε σειρά ενεργειών παρόμοιας φύσης που διεπράχθησαν από ένα ή περισσότερους Κατηγορούμενους οι οποίες συνδέονται η μία με την άλλη είτε λόγω της προώθησης του ιδίου εγκληματικού σκοπού, είτε λόγω του γεγονότος της στρατολόγησης και μεταφοράς προσώπων από την Μπαγκλαντές στην Δημοκρατία με τέτοιο τρόπο ή με παρόμοια μέσα ώστε να μπορούν ευλόγως να θεωρηθούν ως μέρος της ίδιας αλυσίδας ή πλέγματος γεγονότων. Και τούτο ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα που φαίνεται να διαρρέει ανάμεσα στη διάπραξη του ενός αδικήματος από το άλλο. Στη βάση αυτή η επισήμανση της κας Καραολίδου ότι η μεταφορά του Μ.3 στην Κύπρο και η άμεση εργοδότηση του από συγκεκριμένους εργοδότες καθιστά τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 7 και 8 αλληλένδετα με τα υπόλοιπα, κρίνουμε ότι είναι ορθή. Στο σημείο αυτό η ανάλυση του όρου "same transaction" που απαντάται στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του Άρθρου 41(β) του Κεφ.155 που δίδεται από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική στο Σύγγραμμα του Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (Δεύτερη Αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus στα Ελληνικά) είναι ιδιαίτερα κατατοπιστική. Την παραθέτουμε: «Ευρίσκει έρεισμα η συνένωση κατηγορουμένων στο ίδιο κατηγορητήριο όπου αυτοί ενέχονται στην προαγωγή του ιδίου εγκληματικού σκοπού. Τι συνθέτει την ίδια αλυσίδα γεγονότων είναι, κατά κύριο λόγο, ζήτημα γεγονότων το οποίο επιλύεται με αναφορά στα περιστατικά τα οποία περιβάλλουν τη διάπραξη αδικημάτων. Η ταύτιση σκοπού και μέσων που χρησιμοποιούνται για εγκληματικές πράξεις, είναι μεταξύ των παραγόντων οι οποίοι προσμετρούν στην κρίση της ροής των γεγονότων υπό εξέταση. Η επίτευξη του σκοπού ο οποίος επιδιώκεται, μπορεί να εκτείνεται σε μακράν περίοδο χρόνου, κατ΄ ακολουθίαν, οποιοδήποτε κενό στις πράξεις των συγκατηγορουμένων δεν συνιστά αφ΄έαυτού καθοριστικό παράγοντα». Ούτε μπορεί να αγνοηθεί ότι με βάση τη δήλωση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής αναμένεται η προσαγωγή κοινής μαρτυρίας που έχει σχέση με όλους τους Κατηγορούμενους εφόσον, όπως αναφέρθηκε, ουσιαστικοί και βασικοί μάρτυρες κατηγορίας αποτελούν κοινούς μάρτυρες για όλους τους Κατηγορούμενους. Ο χρόνος που αναμένεται να χρειασθεί για τους σκοπούς ολοκλήρωσης της ακροαματικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση - κάτι το οποίο θα ήταν εν πάση περιπτώσει πρόωρο να προβλεφθεί στο παρόν στάδιο - και, κατ' επέκταση, ο χρόνος που οι Κατηγορούμενοι 7 και 8 θα απολέσουν από την εργασία τους όπως και η επιβάρυνση που θα υποστεί το δημόσιο για την αμοιβή των δικηγόρων τους μέσω νομικής αρωγής, χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζονται, δεν αποτελούν αφ' εαυτών καθοριστικό κριτήριο λαμβάνοντας υπόψιν και σταθμίζοντας το συμφέρον της δικαιοσύνης το οποίο και αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Ειδικά όσον αφορά τις συνωμοσίες και τον φερόμενο τρόπο δράσης (modus operandi) θα προσθέταμε πως από τα όσα ακούσαμε διαφαίνονται ομοιότητες, οι οποίες μάλλον θα συνεισέφεραν στη συντόμευση της μαρτυρίας και υπ' αυτή την έννοια αποτελούν λόγο για συνεκδίκαση, παρά το αντίθετο. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω και καθοδηγούμενοι από τις αρχές που εκτέθηκαν ανωτέρω κρίνουμε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης εξυπηρετείται στην προκειμένη περίπτωση με τη συμπερίληψη των Κατηγορουμένων 7 και 8 στο παρόν κατηγορητήριο και την ενιαία εκδίκαση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου το αίτημα της Υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 7 και 8 για διαχωρισμό της δίκης απορρίπτεται. (Υπ.) ................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής [1] "
  4. The following persons may be joined in one charge and may be tried together, unless the Court directs that they shall be tried separately, that is to say- ........................... (b) persons accused of different offences committed in the course of the same transaction;" [2] Δέστε Άρθρα 20 και 21του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.
  5. [3] Στο αγγλικό κείμενο του Άρθρου 41(β) του ΚΕΦ. 155 απαντάται ο όρος "in the course of the same transaction." [4] Δέστε και
(1972)3 Αll E.R. 42. Δέστε, επίσης, από το Σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2006, την παράγραφο 1-136: "When two or more acts of a similar nature committed by one or more defendants are connected with one another in the time and place of their commission, or by their common purpose, in such a way that they can fairly be regarded as forming part of the same transaction or criminal enterprise they can be charged as one offence in a single count in an indictment." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.