ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ν. Χ.Α. ΠΑΠΑΕΛΛΗΝΑΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4652/16, 18/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4652/16 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ -εναντίον-
- Χ.Α. ΠΑΠΑΕΛΛΗΝΑΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΤΔ
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΕΛΛΗΝΑΣ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΕΛΛΗΝΑΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 18 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κλεόπα. Για τους Κατηγορούμενους 1,2 και 3: κος Μίτσιγγας. ΑΠΟΦΑΣΗ Το άρθρο 20 (α) του περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και των Όρων Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους, Νόμου του 2006 (155(I)/2006), αναφέρεται στο ωράριο λειτουργίας των γενικών καταστημάτων κατά τη χειμερινή περίοδο. Μεταξύ άλλων, στο σημείο (ιιι) διαλαμβάνει ότι κάθε γενικό κατάστημα, κατά τη χειμερινή περίοδο είναι κλειστό την Κυριακή. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, ως αυτά έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο, στο κατάστημα, «Άλφα Μέγα», το οποίο ευρίσκεται στην οδό Γεωργίου Δάβαρη 9 στη Λευκωσία, την Κυριακή 3/1/2016 δεν τηρήθηκε το ωράριο λειτουργίας γενικού καταστήματος και παρέμεινε ανοικτό. Τα πιο πάνω δηλωθέντα και εγκριθέντα παραδεκτά γεγονότα, συνίστανται ουσιαστικά σε αποδοχή των λεπτομερειών αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι. Ενόψει, της δήλωσης του δικηγόρου της Υπεράσπισης ότι οι λεπτομέρειες αδικήματος είναι αποδεκτές, η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 74
(1)(γ), του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αφού έκρινε ότι στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κάλεσε τους Κατηγορουμένους σε απολογία. Ο δικηγόρος της Υπεράσπισης, ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι, θα ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής. Ακολούθως, ήγειρε ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 20(α) του περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και των Όρων Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους, Νόμου του 2006 (155(I)/2006). Μεταφέροντας επιγραμματικά τις θέσεις του, το επιχείρημά του ευπαίδευτου δικηγόρου για τους Κατηγορουμένους περί αντισυνταγματικότητας του πιο πάνω άρθρου, εδράζεται σε δύο πυλώνες. Αφενός, είναι η θέση του ότι η ρύθμιση ωραρίου των γενικών καταστημάτων, είναι έργο της εκτελεστικής εξουσίας (διοίκησης) και όχι της νομοθετικής εξουσίας και επομένως τίθεται ζήτημα παράβασης της βασικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Το επιχείρημά του αυτό, το στηρίζει στην πρόσφατη Γνωμάτευση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Αναφορά 1/2015, σύμφωνα με την οποία η επιχειρούμενη τροποποίηση του νόμου με τον οποίο ρυθμίζετο το ωράριο των τουριστικών καταστημάτων κρίθηκε αντισυνταγματική λόγω του ότι έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι το εν λόγω άρθρο είναι σε αντίθεση με το άρθρο 25 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε σχέση με τα πιο πάνω του επιχειρήματα κατέθεσε εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση, στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Από την πλευρά της, η ευπαίδευτη δικηγόρος για την Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε, ότι δεν θα προσφέρει αντίλογο στις θέσεις του συναδέλφου της σε σχέση με τη σύγκρουση της ρύθμισης του άρθρου 20(α) του Νόμου (155(Ι)/2006) με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Δεν θα μπορούσε, ως ανέφερε, η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής να είχε άλλη προσέγγιση. Η θέση αυτή, ως είπε, είναι σε συνέπεια με τα όσα υποστήριξε ο Γενικός Εισαγγελέας κατά την εκδίκαση της Αναφοράς 1/2015. Μετά τη θεμελιώδη, επί του ζητήματος, απόφαση Ibrahim Mustafa and others v The Attorney-General of the Republic
(1964)1 CLR 195 , τα Επαρχιακά Δικαστήρια μπορούν στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης να επιλαμβάνονται ζητημάτων αντισυνταγματικότητας. (Χρίστος Ορφανίδης κ.α. ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Α. 168). Σύμφωνα με το ίδιο το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, διακρίνεται σε προληπτικό (Άρθρο 140 Συντάγματος) και κατασταλτικό/παρεμπίπτων (Άρθρο 144 Συντάγματος) (Νικολάου κ.α. ν. Νικολάου και άλλου (Αρ. 2),
(1992)1 Α.Α.Δ. 1338 ). Κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο, εξετάζεται η κατ΄ ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα στα πλαίσια της υπό εξέταση περίπτωσης και εφόσον ο νόμος κριθεί αντισυνταγματικός, το Δικαστήριο δεν τον εφαρμόζει στην κρινόμενη περίπτωση (δεν τον ακυρώνει). Ο νόμος κατά τα λοιπά, εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται από άλλα Δικαστήρια ή ακόμη και από το ίδιο το Δικαστήριο. Ο παρεμπίπτων έλεγχος γίνεται κατόπιν σχετικής εισήγησης διαδίκου και μόνο όταν αυτός είναι επιβεβλημένος για την επίλυση της διαφοράς και αποτελεί, θα έλεγα, τη λογική και αναγκαία συνέπεια της υπεροχής του Συντάγματος απέναντι στους υπόλοιπους νόμους. Όπως στο ίδιο το Σύνταγμα στο Άρθρο 179 αναφέρεται, «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 1Α, το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας». Επομένως, ο παρεμπίπτων έλεγχος προκύπτει από την ίδια τη φύση του Συντάγματος ως του θεμελιώδους νόμου του κράτους. Η πλούσια, ομολογουμένως, νομολογία επί του θέματος έχει θέσει τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες οφείλει να κινείται ένα Δικαστήριο, στα πλαίσια ελέγχου ή όχι συνταγματικότητας νόμου. Βλ. Μεταξύ άλλων Board for Registration of Architects and Civil Engineers v.Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Επιτρ. Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R.
- Οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο αντισυνταγματικότητας νόμου, όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα από τη σχετική επί του θέματος νομολογία, είναι οι ακόλουθες:
- Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
- Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
- Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
- Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Έχοντας πάντοτε κατά νου και με δεδομένες τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ο έλεγχος συνταγματικότητας του άρθρου 20(α) του περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και των Όρων Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους, Νόμου του 2006 (155(I)/2006). Οι Κατηγορούμενοι, έχουν αποδεχτεί τις Λεπτομέρειες Αδικήματος και επομένως δεν τίθεται ζήτημα αξιολόγησης μαρτυρίας προς απόδειξη της υπόθεσης. Το ζήτημα αντισυνταγματικότητας του πιο πάνω άρθρου, είναι και η μόνη υπεράσπιση που εγείρουν οι Κατηγορούμενοι. Κάνοντας παραδεκτές τις λεπτομέρειες αδικήματος και προβάλλοντας το ζήτημα αντισυνταγματικότητας, ουσιαστικά αυτό που εισηγούνται είναι ότι η διαπίστωση ή μη της ενοχής τους, εξαρτάται αποκλειστικά από το εάν η συγκεκριμένη πρόνοια είναι σε σύμπνοια με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ή όχι. Εάν είναι, τότε το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε καταδίκη τους. Εάν από την άλλη, η πρόνοια την οποία κατηγορούνται ότι έχουν παραβεί, κριθεί αντισυνταγματική, τότε το Δικαστήριο, θα πρέπει να τους αθωώσει και απαλλάξει. Θεωρώ επομένως, ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας του άρθρου 20(α) του Ν.155(Ι)/2006, έτσι όπως αυτός εγείρεται από την πλευρά της Υπεράσπισης, είναι αναγκαίος για την επίλυση της παρούσας υπόθεσης. Θα προχωρήσω να εξετάσω τη συνταγματικότητα του άρθρου 20(α) του περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και των Όρων Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους, Νόμου του 2006 (155(I)/2006), έχοντας πάντοτε επίγνωση των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της συνταγματικότητας των νόμων, ιδιαίτερα το τεκμήριο της συνταγματικότητας που επιβάλλει την εφαρμογή κάθε νόμου εκτός αν η συνταγματικότητα του αμφισβητηθεί και η αντισυνταγματικότητα του καταδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας, όπως και τη μεθοδολογία κρίσης της συνταγματικότητας νόμων όπως αυτή έχει καθοριστεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μεταφέροντας πιο εκτεταμένα την εισήγηση του δικηγόρου των Κατηγορουμένων περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 20(α) του Ν.155(Ι)/2006, αυτή έχει ως ακολούθως. Το άρθρο 20(α), καθορίζει τα ωράρια και τις μέρες που λειτουργούν τα γενικά καταστήματα, κατά τη χειμερινή περίοδο. Τον Απρίλη του έτους 2015, η Βουλή ψήφισε κατά πλειοψηφία νόμο που τροποποιεί το άρθρο 20 και 21 του Νόμου 155(Ι)/
- Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν υπέγραψε αυτόν τον νόμο, αλλά υπέβαλε αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 140 του Συντάγματος και ζήτησε τη γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά πόσο αυτός ο τροποποιητικός νόμος είναι συνταγματικός ή όχι. Η Γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορά 1/2015, συνεχίζει, ήταν σαφέστατη, και ο εν λόγω νόμος κρίθηκε αντισυνταγματικός λόγω του ότι αυτός έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, εφόσον επιχειρείται να καθοριστεί με νόμο ζήτημα το οποίο αφορά διοικητική ρύθμιση και ως τέτοιο δύναται να καθοριστεί μόνο από τη διοίκηση (εκτελεστική εξουσία) και όχι από τη Βουλή. Είναι η θέση του ότι παρά το ότι το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω Αναφορά δεν μπορούσε να επέμβει στο άρθρο 20 ως έχει, εφόσον αφορά Νόμο από το 2006, η Γνωμάτευση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορά 1/2015 έχει επιπτώσεις και στο υπόλοιπο άρθρο 20 του Νόμου 155(Ι)/
- Και αυτό γιατί, η εν λόγω γνωμάτευση είναι ξεκάθαρη, ότι ζητήματα ρύθμισης ωραρίου και ημέρες λειτουργίας των καταστημάτων, ρυθμίζονται από τη διοίκηση και όχι από τη Βουλή με γενικό νόμο. Ως εκ τούτου, εισηγείται ότι η κατάληξη του παρόντος Δικαστηρίου δεν μπορεί να είναι διαφορετική και σε σχέση με τη θέση του περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 20(α) του Νόμου 155(Ι)/2006, εφόσον με την επίδικη νομοθετική διάταξη καθορίζονται ζητήματα ρύθμισης χειμερινού ωραρίου γενικών καταστημάτων και ως τέτοια αντίκεινται στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών για όλους εκείνους του λόγους που καταγράφονται στην Αναφορά 1/
- Καταλήγει υποβάλλοντας εισήγηση ότι το εν λόγω άρθρο είναι αντισυνταγματικό και συνεπώς το Δικαστήριο οφείλει να αθωώσει και να απαλλάξει τους κατηγορούμενους. Επικουρικά στηρίζει την εισήγηση του και σε αντισυνταγματικότητα του άρθρου 20(α), λόγω αντίθεσής του με το άρθρο 25 του Συντάγματος. Ως ήδη αναφέρω πιο πάνω, η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, δήλωσε ότι δεν μπορεί να υποστηρίξει τη συνταγματικότητα του άρθρου 20(α) του Νόμου 155(Ι)/
- Με μια σύντομη, πλην όμως περιεκτικότατη δήλωση, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι, «μετά την πρόσφατη Γνωμάτευση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορά 1/2015, κατέστη πλέον σαφές ότι η ρύθμιση του ωραρίου των καταστημάτων και ο καθορισμός των ορίων των τουριστικών περιοχών/ζωνών, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Εκτελεστικής Εξουσίας και συνιστά ρύθμιση διοικητικής φύσεως, η οποία δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Βουλής των Αντιπροσώπων. Κατά συνέπεια, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο υπό αναφορά εκεί νόμος με τον οποίο επιχειρείτο ο καθορισμός των ωραρίων λειτουργίας των καταστημάτων σαφώς εμπεριείχε στοιχεία διοικητικής λειτουργίας. Ως εκ τούτου, καταστρατηγούσε τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών και ήταν αντισυνταγματικός και άκυρος.» Καταλήγει επισημαίνοντας ότι, «η δεσμευτική Γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εγείρει σοβαρότατες αμφιβολίες ως προς τη συνταγματικότητα των προνοιών του άρθρου 20(α) του Ν.155(Ι)/2006 στις διατάξεις του οποίου βασίζεται και η κατηγορία στην παρούσα υπόθεση.» Άκουσα με ιδιαίτερη προσοχή και τις δύο πλευρές και έχω μελετήσει με ενδιαφέρον τα όσα έχουν προσκομίσει. Σύμφωνα με τη νομική θεωρία, ένα από τα σπουδαιότερα εννοιολογικά στοιχεία του κράτους δικαίου είναι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. «Η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών επιτάσσει τη σύμπτωση της ουσιαστικής και της τυπικής διάκρισης των λειτουργιών. Ειδικότερα, η αρχή επιβάλλει τη σύμπτωση του ουσιαστικού και του τυπικού νόμου (άσκηση νομοθετικής λειτουργίας μόνο από τα όργανά της) τη σύμπτωση της ουσιαστικής και της τυπικής διοικητικής πράξης (άσκηση εκτελεστικής λειτουργίας μόνο από τα όργανά της) και τη σύμπτωση της ουσιαστικής και της τυπικής δικαστικής απόφασης (άσκηση δικαστικής εξουσίας μόνο από τα δικαστήρια). Η αρχή απαγορεύει οποιαδήποτε ανάμειξη των οργάνων κάθε λειτουργίας στην άσκηση των άλλων λειτουργιών από τα όργανά τους.» (Συνταγματικό Δίκαιο, Αθ. Ραϊκου, Τόμος Α΄, Εισαγωγή - Οργανωτικό Μέρος, σελ.214) Στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας: Η εκτελεστική εξουσία διασφαλίζεται από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας (Άρθρο 46 Συντάγματος). Το Υπουργικό Συμβούλιο ασκεί εκτελεστική εξουσία κατά σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο
- Εκτελεστική εξουσία, συνίσταται στην εκτέλεση των νόμων (διοίκηση) και στην διαχείριση της πολιτικής εξουσίας στα όρια του Συντάγματος και των νόμων (κυβέρνηση). Η αρμοδιότητα της Εκτελεστικής Εξουσίας να εκδίδει κανονιστικές πράξεις (κανονιστική αρμοδιότητα) προβλέπεται και ρυθμίζεται από το Σύνταγμα, άρθρο 54 (ζ). · το όργανο της νομοθετικής λειτουργίας, σε σχέση με όλα τα θέματα, είναι η Βουλή των Αντιπροσώπων (εξαιρουμένων των θεμάτων εκείνων, τα οποία ρητώς υπάγονται κατά το Σύνταγμα στις Κοινοτικές Συνελεύσεις). (Άρθρο 61 Συντάγματος). · Η δικαστική εξουσία, ασκείται από το Ανώτατο Δικαστήριο και από κατώτερα δικαστήρια (πλην των αναφερόμενων εξαιρέσεων). (Άρθρο 152 Συντάγματος). Δεν διαφεύγει την προσοχή μου, ότι στην Αναφορά 1/2015, ο τεθειμένος ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς Γνωμάτευση Νόμος, αφορούσε τροποποίηση του άρθρου 20 αναφορικά με τα τουριστικά καταστήματα, για τα οποία σύμφωνα με την πρόνοια του άρθρου 27 του Νόμου 155(Ι)/2006, ζητήματα που τα αφορούν, καθορίζονται με κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο μέσω του Υπουργού λαμβάνει προηγουμένως υπόψη τις εισηγήσεις των Συμβουλευτικών Επιτροπών. Ενώ, η υπό εξέταση εισήγηση για αντισυνταγματικότητα του νόμου, αφορά ωράριο λειτουργίας γενικού καταστήματος. Σε σχέση λοιπόν, με το ζήτημα το οποίο αφορούσε η Αναφορά 1/2015, ενώ στον ίδιο το Νόμο (άρθρο 27) δίδεται αρμοδιότητα στην Εκτελεστική Εξουσία (Διοίκηση) να εκδίδει κανονισμούς αναφορικά με το ωράριο κλπ των τουριστικών καταστημάτων η νομοθετική εξουσία, είχε επιχειρήσει να τροποποιήσει το Νόμο, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτόν ρυθμίσεις που αφορούν τα τουριστικά καταστήματα, ενώ κάτι τέτοιο γίνεται με κανονισμούς οι οποίοι εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27 του Νόμου. Όμως, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πιο πάνω Αναφορά 1/2015, εντρύφησε γενικότερα στο ζήτημα ρύθμισης ωραρίου μέσω γενικού νόμου και, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Μέσα στα προαναφερόμενα πλαίσια, μας απασχόλησε το ζήτημα του κατά πόσον το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων, γενικών και ειδικών, κατά την περίοδο Δευτέρας μέχρι Σαββάτου και της Κυριακής, κατά τη χειμερινή και τη θερινή περίοδο, αλλά και ο καθορισμός των τουριστικών περιοχών/ζωνών και η δημιουργία ειδικού καθεστώτος για συγκεκριμένα καταστήματα, δηλαδή της πώλησης αναμνηστικών ειδών, ειδών κυπριακής χειροτεχνίας, χρυσοχοείων και αργυροχοείων και παντοπωλείων, εκτάσεως μέχρι 150 τ.μ. (mini market), είναι έργο που εμπίπτει στον τομέα της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Εκτελεστικής Εξουσίας, κατά το ότι εμπεριέχει στοιχεία διοικητικής λειτουργίας, ή κατά πόσον εμπίπτει στη γενική εξουσία της Βουλής των Αντιπροσώπων να νομοθετεί εν παντί θέματι, σύμφωνα με το Άρθρο 61 του Συντάγματος. Πρόκειται δηλαδή για ρύθμιση που εισάγει ουσιαστικό κανόνα δικαίου κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, για την οποία έχει εξουσία η Βουλή, ή για ρυθμιστική διοικητική λειτουργία για συγκεκριμένες περιπτώσεις, για την οποία έχει εξουσία η Διοίκηση. Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η ρύθμιση του ωραρίου των καταστημάτων, ο καθορισμός των ορίων των τουριστικών περιοχών/ζωνών αλλά και η δημιουργία ειδικού καθεστώτος για κάποια καταστήματα, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Εκτελεστικής Εξουσίας και συνιστά, ουσιαστικά, ρύθμιση διοικητικής φύσεως. .......................................................................... Ζητήματα όπως ο καθορισμός των επηρεαζομένων περιοχών, το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων, τα ειδικά καταστήματα και το μέγεθος τους, κατά την κρίση μας, εμπίπτουν στην αποκλειστικήν αρμοδιότητα της Εκτελεστικής Εξουσίας και της Διοίκησης και όχι της Βουλής.................................................................... Κατά συνέπεια θεωρούμε ότι ολόκληρος ο Νόμος, όπως θεσπίστηκε, σαφώς εμπεριέχει στοιχεία διοικητικής λειτουργίας και, ως εκ τούτου, καταστρατηγεί τη συνταγματική αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Δεν τίθεται, υπό τις περιστάσεις, ζήτημα διαχωρισμού των διατάξεων του Νόμου σε συνταγματικές και αντισυνταγματικές, δεδομένης της αλληλοσύνδεσης τους. ..........................................................................Για τους ρηθέντες λόγους, γνωματεύομε ότι ο Νόμος, στο σύνολό του, βρίσκεται σε αντίθεση με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και επομένως είναι αντισυνταγματικός.» (σημ. υπογραμμίσεις δικές μου) Από το πιο πάνω απόσπασμα γίνεται, πιστεύω, σαφές ότι, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη Γνωμάτευση στην Αναφορά 1/2015 καθιστά ξεκάθαρο τοις πάσι, ότι ζητήματα τα οποία άπτονται της ρυθμίσεως ωραρίων κλπ καταστημάτων (γενικών ή ειδικών), είναι ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Εκτελεστικής Εξουσίας (διοίκησης) και ως τέτοια καθορίζονται και ρυθμίζονται αποκλειστικά από αυτήν. Οποιαδήποτε ανάμιξη της Νομοθετικής Εξουσίας (Βουλής), στη ρύθμιση ζητημάτων τα οποία είναι εκτός των καθορισμένων εξουσιών της, συνιστά παρέκκλιση από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, όπως αυτή είναι διάχυτη στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και σύμφωνη με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η οποία επιτάσσει την ανάθεση της άσκησης των τριών λειτουργιών σε διαφορετικά όργανα.(βλ. μεταξύ άλλων, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη άλλων,
(1991)3 Α.Α.Δ. 159 ). Συνεπώς, ο κοινός νομοθέτης, δεν μπορεί να αποστεί από τη θεμελιώδη αυτή αρχή, η οποία συνιστά και βασικό γνώρισμα ενός Κράτους Δικαίου. Ομοίως, στις αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορά 4/ 85 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1985)3 C.L.R. 2165 και στην Αναφορά 1/84 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1985)3 C.L.R. 1724 αποφασίστηκε ότι υπήρχε σύγκρουση με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Το άρθρο 20(α) του Ν.155(Ι)/2006, ρυθμίζει το χειμερινό ωράριο των γενικών καταστημάτων. Ειδικότερα, το άρθρο 20(α) αναφέρει: «20. Κάθε γενικό κατάστημα τηρεί το ακόλουθο γενικό ωράριο λειτουργίας: (α) Κατά την χειμερινή περίοδο- (
- i)από τη Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή, δεν ανοίγει νωρίτερα από τις 5:00 π.μ. και δεν κλείνει αργότερα από τις 7:30 μ.μ., με εξαίρεση την Τετάρτη, κατά την οποία δεν κλείνει αργότερα από τις 3:00 μ.μ.· (
- ii)το Σάββατο, δεν ανοίγει νωρίτερα από τις 5:00 π.μ. και δεν κλείνει αργότερα από τις 7:00 μ.μ.· και (iii) την Κυριακή, είναι κλειστό·» Από απλή ανάγνωση και μόνο του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι ο μόνος σκοπός του (ratio) είναι η ρύθμιση του ωραρίου λειτουργίας των γενικών καταστημάτων κατά τη χειμερινή περίοδο. Ρύθμιση αυτής της φύσεως, ως έχει με τη Γνωμάτευση στην Αναφορά 1/2015 διασαφηνιστεί, «εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Εκτελεστικής Εξουσίας» και αναπόφευκτα, θα έλεγα, προσκρούει στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Ως αντίθετο με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών το άρθρο 20(α) του περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και των Όρων Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους, Νόμου του 2006, Ν.155(Ι)/2006, δεν μπορεί παρά να είναι αντισυνταγματικό. Ενόψει της κατάληξης μου ότι το επίδικο άρθρο είναι αντισυνταγματικό, ως αντίθετο με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, με δεδομένη την πιο πάνω αναφερόμενη αρχή ότι, τα Δικαστήρια εξετάζουν θέματα αντισυνταγματικότητας μόνο εάν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της διαφοράς, θα συμφωνήσω με την Κατηγορούσα Αρχή ότι παρέλκει η εξέταση εάν το επίδικο άρθρο 20(α) του Ν.155(Ι)/2006, είναι σε αντίθεση με το άρθρο 25 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εφόσον το εν λόγω άρθρο 20(α) του Ν.155(Ι)/2006, έχει κριθεί ως αντισυνταγματικό, το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει να το εφαρμόσει και να στηρίξει σε αυτό καταδίκη των Κατηγορουμένων. Για καθήκον των δικαστηρίων όταν εξετάζουν, στα πλαίσια του παρεμπίπτοντος ελέγχου, τη συνταγματικότητα των νόμων (judicial review) να μην προχωρούν σε εφαρμογή του νόμου ο οποίος είναι σε αντίθεση με το Σύνταγμα, παραθέτω το πιο κάτω ενδιαφέρον απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, στην υπόθεση Marlbury v Madison, 5 U.S. 137
(1803)στην οποία ο Αρχιδικαστής J. Marshall είπε τα ακόλουθα: «. Certainly all those who framed written constitutions contemplate them as forming the fundamental and paramount law of the nation, and consequently, the theory of every such government must be, that an act of the legislature, repugnant to the constitution is void...If, then, the courts are to regard the constitution, and the constitution is superior to any ordinary act of the legislature, the constitution, and not such ordinary act, must govern the case tο which they both apply.. Thus the particular phraseology of the constitution of the United States confirms and strengthens the principle, supposed to be essential to all written constitutions, that a law repugnant to the constitution is void; and that courts, as well as other departments, are bound by that instrument.» Για όλους του λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω, το άρθρο 20(α) του Νόμου 155(Ι)/2006 κρίνεται αντισυνταγματικό, εφόσον είναι αντίθετο με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και επομένως, το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει σε εφαρμογή του στην παρούσα περίπτωση. Συνεπεία των ανωτέρω, η υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 1,2 και 3 απορρίπτεται και οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ) ................................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο