← Κύπρος

PANTHERMIKI (NICOSIA) LTD ν. ΛΟΥΚΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 34067/12, 4/3/2016

PANTHERMIKI (NICOSIA) LTD ν. ΛΟΥΚΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 34067/12, 4/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 34067/12 PANTHERMIKI (NICOSIA) LTD -εναντίον- ΛΟΥΚΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 4 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Παραπονουμένη: κος Παυλίδης με κα Λούτσιου. Κατηγορούμενος προσωπικά. ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει μια κατηγορία για εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Αφού δόθηκε μαρτυρία από δύο μάρτυρες, ο δικηγόρος της Παραπονουμένης εταιρείας δήλωσε ότι αυτή είναι η υπόθεσή εναντίον του Κατηγορουμένου. Σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το Δικαστήριο, αφού η Κατηγορούσα Αρχή παρουσιάσει την υπόθεσή της, εάν κρίνει ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, καλεί τον Κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπισή του. Σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική, 1962, ο Κατηγορούμενος μπορεί να απαλλαγεί των κατηγοριών που τον βαραίνουν εκ πρώτης όψεως, μόνο σε δύο περιπτώσεις: α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. ( Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C. L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 Επομένως, το Δικαστήριο, καλεί τον Κατηγορούμενο σε απολογία, μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος εκ πρώτης όψεως υπόθεση χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R.
  1. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του
  2. Η απαλλαγή του Κατηγορούμενου δικαιολογείται μόνο όταν συντρέχουν τα αναφερόμενα υπό (α) και (β) ανωτέρω. Το κριτήριο είναι καθαρά και αυστηρά αντικειμενικό, διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Έχω υπόψη μου, επομένως, το καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογεί καθόλα αντικειμενικά τη μαρτυρία στο στάδιο αυτό, χωρίς να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε υποκειμενικά ευρήματα. Θα προχωρήσω να παραθέσω τις κυριότερες παραμέτρους της μαρτυρίας που έχει δοθεί από την Παραπονουμένη, όχι για σκοπούς αξιολόγησης της, αλλά για αντικειμενική επισκόπησή της μαρτυρίας στο μέτρο και για το λόγο που επιτρέπεται στο στάδιο αυτό. Ως πρώτος μάρτυρας για την Παραπονούμενη, κατέθεσε ο διευθυντής αυτής Αντρέας Εγγλέζος. Είναι η θέση του, ότι το 2010, ο Κατηγορούμενος αγόρασε από την Παραπονουμένη εταιρεία διάφορα υλικά (λέβητα υγραερίου θέρμανσης και κάποια άλλα υλικά), τα οποία πληρωθήκαν με δύο επιταγές κάποιου Δημητριάδη, οι οποίες είχαν εκδοθεί στο όνομα του Κατηγορουμένου. Η πληρωμή της πρώτης επιταγής ανακλήθηκε από τον εκδότη και αφού ο διευθυντής της Παραπονουμένης εταιρείας επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο, αυτός πλήρωσε σε μετρητά και του επιστράφηκε η επιταγή. Η δεύτερη επιταγή, επίσης ανακλήθηκε η πληρωμή της από τον εκδότη της και ακόμη δεν έχει εισπραχθεί. Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Δεν γνωρίζει τους λόγους ανάκλησης της επιταγής από τον εκδότη της και το ποσό της επιταγής €2.000 εξακολουθεί να είναι οφειλόμενο. Η θέση του Κατηγορούμενου, ήταν ότι η επιταγή έγινε "stop'payment" από τον εκδότη της, ο οποίος είχε ενημέρωσε τον ΜΚ1 ότι θα προχωρούσε σε ανάκληση της πληρωμής της, λόγω του ότι δεν είχε χρήματα στο λογαριασμό του και δεν ήθελε να μπει σε σύστημα μπλοκαρίσματος του λογαριασμού του. Επίσης σε σχέση με την πρώτη επιταγή η οποία πληρώθηκε, η θέση του Κατηγορούμενου, είναι ότι τα λεφτά για πληρωμή της τα πήρε στο ΜΚ1 ο εκδότης αυτής (Δημητριάδης) και όχι ο ίδιος. Δεύτερος μάρτυρας για την Παραπονουμένη, ήταν ο Γιώργος Γεωργίου, ο οποίος εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών και Στρατιωτικών Λτδ. Αναγνώρισε την επιταγή-Τεκμήριο 2 και ανάφερε ότι ο λόγος ανάκλησής της, ήταν «αθέτηση συμφωνίας με το δικαιούχο Λουκά Χριστοδούλου». Η εντολή ανάκλησης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Η επιταγή μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί. Ο Κατηγορούμενος έκανε μόνο μια υποβολή στο ΜΚ2, ότι οι επιταγές εκδόθηκαν στο όνομά του και δε γνωρίζει το λόγο γιατί δεν σταμάτησαν. Αυτή ήταν η υπόθεση για την Παραπονούμενη. Πριν προχωρήσω σε ανάλυση της νομικής πτυχής του όλου ζητήματος, καταγράφω αμέσως πιο κάτω, ποιες είναι οι ψευδείς παραστάσεις οι οποίες καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο, σύμφωνα τις λεπτομέρειες αδικήματος: «Οι ψευδείς παραστάσεις συνίστατο στο ότι ο Κατηγορούμενος απέσπασε τα εν λόγω αγαθά από τους Παραπονούμενους ψευδώς και με πρόθεση καταδολίευσης των ότι θα παρέδιδε αυτά στον Σάββα Δημητριάδη χωρίς να προβεί σε τέτοια ενέργεια » Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος το οποίο αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, στην ουσία καθορίζονται από τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, σύμφωνα με τα οποία, η στοιχειοθέτηση του αδικήματος συνίσταται στην απόδειξη ψευδούς παράστασης γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, η οποία έγινε με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. Πρέπει περαιτέρω να αποδειχθεί πως συνέπεια της ψευδούς παράστασης και με σκοπό καταδολίευσης ο Κατηγορούμενος, απέκτησε από την Παραπονουμένη ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Σύμφωνα με το πώς έχει η νομολογία ερμηνεύσει το πώς στοιχειοθετείται ψευδής παράσταση, το Δικαστήριο, προκειμένου να προχωρήσει σε καταδίκη, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η πρόθεση καταδολίευσης υπήρχε το χρόνο της παράστασης. Επομένως το ψεύδος της παράστασης ανάγεται στο χρόνο που αυτή γίνεται, με το δράστη να παρουσιάζει ως αληθές γεγονός κάτι το οποίο γνωρίζει ότι είναι ψευδές ή το οποίο δεν θα μπορούσε να είναι αληθινό. Κατ΄ αρχήν σημειώνεται ότι, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ίχνος μαρτυρίας από το διευθυντή της Παραπονουμένης εταιρείας, η οποία να είναι σε συνάρτηση με τις λεπτομέρειες αδικήματος. Δεν αναφέρθηκε σε κανένα παράπονο αναφορικά με το ότι ο λόγος που δόθηκαν ο λέβητας και τα λοιπά υλικά στον Κατηγορούμενο ήταν επειδή αυτός τους έδωσε παράσταση ότι αυτά θα παραδίδονταν στο Σάββα Δημητριάδη και ο Κατηγορούμενος δεν προχώρησε στην εν λόγω παράδοση. Η θέση του ΜΚ1, ήταν ότι πώλησε τα εν λόγω αγαθά αξίας €3.500 στον Κατηγορούμενο, ο οποίος του έδωσε δύο επιταγές του Δημητριάδη προς εξόφληση αυτών. Η μια επιταγή τελικώς πληρώθηκε, ενώ της άλλης (Τεκμήριο 2), ανακλήθηκε η πληρωμή της από τον εκδότη και έκτοτε παραμένει απλήρωτη. Είμαι της άποψης, ότι αντικειμενικά θεωρούμενη η μαρτυρία δεν συναρτάται με τις λεπτομέρειες αδικήματος, καθότι με τις λεπτομέρειες αδικήματος παρουσιάζεται ως καταλογιστέα αξιόποινη συμπεριφορά στον Κατηγορούμενο, άλλη από αυτήν που του αποδίδει ο ΜΚ1 κατά το στάδιο μαρτυρίας του. Ακόμα όμως και εάν το Δικαστήριο εξετάσει την παράμετρο που εγέρθηκε με τη μαρτυρία του ΜΚ1 και θεωρηθεί ότι η αξιόποινη συμπεριφορά ότι έγκειται στην απόσπαση αγαθών τα οποία πληρωθήκαν με επιταγή, άλλου εκδότη από τον Κατηγορούμενο και η οποία τελικά ανακλήθηκε από τον εκδότη της με αποτέλεσμα η Παραπονούμενη μέχρι σήμερα να μην έχει εισπράξει το ποσό των €2.000, κατ΄ αρχήν σημειώνω ότι, τα πιο πάνω γεγονότα μάλλον αστικής φύσεως διαφορά στοιχειοθετούν παρά φανερώνουν αξιόποινη συμπεριφορά. Ακόμα όμως και εάν εξεταστεί το ζήτημα αυτό υπό το πρίσμα των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.154, σημειώνονται τα ακόλουθα. Ο Κατηγορούμενος αγόρασε αγαθά, καταβάλλοντας ως αντίτιμο δυο επιταγές με εκδότη άλλο άτομο (Δημητριάδη), η πληρωμή των οποίων ανακλήθηκε. Εδώ το γεγονός το οποίο ήταν η αφορμή η οποία τελικώς οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, ήταν η ανάκληση της επιταγής-Τεκμήριο 2, από τρίτο άτομο και όχι τον Κατηγορούμενο. Πρόκειται δηλαδή, για γεγονός το οποίο επήλθε μετά που Κατηγορούμενος έδωσε την επίδικη επιταγή, στο διευθυντή της Παραπονουμένης (ο οποίος την αποδέχτηκε). Επομένως, και από αυτό το πρίσμα ιδωμένη η μαρτυρία θεωρώ ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την κατηγορία, λόγω του ότι εκλείπει συστατικό στοιχείο, ουσιαστικότατο για σκοπούς απόδειξης της παρούσας υπόθεσης, αυτό της ψευδούς παράστασης γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου καμία μαρτυρία, η οποία αξιολογούμενη σε μεταγενέστερο στάδιο, να μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για διαπίστωσή ότι τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος έδιδε την επιταγή-Τεκμήριο 2 την έδιδε εν γνώσει του ότι η πληρωμή αυτής, είχε ανακληθεί ή επρόκειτο να ανακληθεί από τον εκδότη της. Ο ίδιος ο ΜΚ1, άφησε να νοηθεί ότι απώτερος σκοπός του, είναι η πληρωμή του υπόλοιπου €2.
  5. Όσο θεμιτή και να είναι αυτή του η επιθυμία, η παρούσα διαδικασία, εκ της φύσεως της δεν προσφέρεται για ικανοποίηση οικονομικών του απαιτήσεων. Απόλυτα σχετικό, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα και άλλος ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, η οποία αφορούσε επίσης το αδίκημα των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.154: «Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ήτοι, η ψευδής παράσταση με πρόθεση καταδολίευσης, ουδόλως βρίσκουν, σύμφωνα με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων, έρεισμα στην εν λόγω μαρτυρία, η οποία αποτιμούμενη στο μέγιστο δυνατό βαθμό, μόνο αστικής φύσεως διαφορά και δη αυτή της παράβασης συμφωνίας, μπορεί να στοιχειοθετήσει.» Όπως αναφέρω και πιο πάνω, το Δικαστήριο στο στάδιο που εξετάζει κατά πόσο έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, σύμφωνα με τη νομολογία και τη Δικαστική πρακτική δύναται να απαλλάξει αυτόν, μόνο όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Υπενθυμίζω τη βασική νομολογιακή αρχή ότι δεν θα κληθεί ένας κατηγορούμενος σε απολογία, για να καλύψει κενά ή ατέλειες της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής και ιδιαίτερα όταν η προσκομισθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορούμενου. Από όσα έχω ακούσει και από τα Τεκμήρια που έχουν δοθεί και με βάση πάντα τη Δικαστική Πρακτική και τις αρχές που έχει θέσει η νομολογία, κρίνω ότι η Παραπονουμένη απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου και ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ) ...................................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.