ΔΗΜΟΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ν. ΜΙΣΙΕΛΛΗΣ ΠΙΡΙΠΙΤΣΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 30114/13, 9/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30114/13 ΔΗΜΟΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ -εναντίον-
- ΜΙΣΙΕΛΛΗΣ ΠΙΡΙΠΙΤΣΗΣ
- ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΜΗΝΟΣΙΗ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 9 Μαΐου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σπ. Χριστοδούλου. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Μ. Γεωργίου. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Δήμος Στροβόλου έχει καταχωρήσει την υπό εξέταση ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, προσάπτοντας τους 6 κατηγορίες για παραβάσεις του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96, αναφορικά με ανέγερση, επιτρέπειν και ανέχεσθαι ανέγερση υποστατικού διαστάσεων 3μΧ1,5μ και 3μΧ4μ στην πρόσοψη της κατοικίας υπ΄ αριθμό 3, επί του τεμαχίου 2725, Φ/Σχ ΧΧΧ/5.Ε2, τμήμα G, οδός Τεγέα, στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Επίσης, κατηγορούνται για χρήση, επιτρέπειν και ανέχεσθαι τη χρήση του πιο πάνω υποστατικού χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ο Χριστάκης Πολυκάρπου, ο οποίος εργάζεται στο Δήμο Στροβόλου και είναι υπεύθυνος στο Τμήμα Εκδόσεως Αδειών Οικοδομών. Το επίδικο ακίνητο το επισκέφθηκε τελευταία φορά το πρωί της μέρας που θα έδιδε μαρτυρία. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του, οι Κατηγορούμενοι είναι ιδιοκτήτες μεριδίου γης στο τεμάχιο και συγκεκριμένα, έχουν από 1/10 μερίδιο ο καθένας. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ανήγειραν υποστατικό διαστάσεων 3μ.Χ1,5μ. και 3μΧ4μ, με μεταλλικούς τσίγκους στην πρόσοψη της οικοδομής, χωρίς να έχει εκδοθεί προηγουμένως άδεια οικοδομής για το επίδικο υποστατικό και ούτε υπάρχει πιστοποιητικό έγκρισης του εν λόγω οικοδομήματος. Η υπόλοιπη οικοδομή στην οποία διαμένουν οι Κατηγορούμενοι, έχει άδεια οικοδομής άλλα δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης. Κατά την αντεξέτασή του, ζητήθηκε από το δικηγόρο της υπεράσπισης και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου. Υποδείχθηκε στο μάρτυρα και συμφώνησε ότι σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο, ιδιοκτήτες του επίδικου τεμαχίου είναι και άλλα άτομα εκτός από τους Κατηγορουμένους, η οποίοι δεν διώκονται με αυτή τη διαδικασία. Υπήρξαν όμως όλοι οι συνιδιοκτήτες κατηγορούμενοι σε άλλη διαδικασία. Του υποβλήθηκε και συμφώνησε, ότι άλλο δικηγορικό γραφείο καταχώρησε το έτος 2004, την ποινική υπόθεση 2077/2004, στην οποία κατηγορούμενοι, μεταξύ άλλων ήταν και Μ. Πιριπίτσης και Α. Μηνοσιη. Στην εν λόγω υπόθεση παραδέχθησαν ενοχή, τους επιβλήθηκε πρόστιμο και επίσης εκδόθηκαν διατάγματα κατεδάφισης. Υπήρξε η θέση του δικηγόρου της υπεράσπισης, ότι η εν λόγω υπόθεση, στην οποία οι Κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν, αφορά τα ίδια ζητήματα με την παρούσα υπόθεση. Η θέση του ΜΚ1, υπήρξε ότι η αναφερόμενη υπόθεση 2077/2004, αφορούσε άλλα ζητήματα από αυτά τα οποία εγείρονται με την παρούσα υπόθεση, εξού και οι κατηγορούμενοι στην εν λόγω υπόθεση ήταν και άλλα άτομα. Επίσης, υποβλήθηκε η θέση της υπεράσπισης ότι υπήρξε συμμόρφωση από τους Κατηγορούμενους σε σχέση με την υπόθεση που αντιμετώπιζαν και πως ο Δήμος προωθεί την υπόθεση αυτή, γιατί άλλο άτομο, το οποίο έχει αγοράσει οικία εντός του επίδικου τεμαχίου, προχωρεί συνεχώς με παράπονα τόσο στο Δήμο, όσο και στην Επίτροπο Διοικήσεως (Τεκμήριο 2). Ο ΜΚ1, συμφώνησε ότι έχουν υποβληθεί κάποια παράπονα από τη συγκεκριμένη Δημότη, σε κάθε περίπτωση όμως, ο Δήμος προχωρεί και εφαρμόζει το νόμο. Τέλος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι στο ευρύτερο συγκρότημα στο οποίο ευρίσκεται και η οικία στην οποία διαμένουν οι Κατηγορούμενοι, έχει άδεια οικοδομής, η οποία εκδόθηκε από το Δήμο το έτος
- Στο εν λόγω τεμάχιο έχουν ανεγερθεί πέντε κατοικίες, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν πρόσφερε περαιτέρω μαρτυρία και το Δικαστήριο, αφού έκρινε σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ.155, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων, τους κάλεσε σε απολογία. Για τους κατηγορούμενους μαρτυρία έδωσε ο Κατηγορούμενος 1, Μισιελλής Πιριπίτσης. Σύμφωνα με τα όσα ανάφερε, το έτος 2004, καταχωρήθηκε από το Δήμο Στροβόλου ποινική υπόθεση, εναντίον των συνιδιοκτητών (συμπεριλαμβανομένων και των ιδίων) του συμπλέγματος κατοικιών στο οποίο διαμένουν. Στην εν λόγω υπόθεση, η τότε υπεύθυνη του Δήμου, μια κυρία Χατζηιωνά, τους συμβούλευσε να παραδεχτούν και ο Δήμος δεν θα τους ξαναενοχλήσει και όντως έτσι έπραξαν. Πήγε ο ίδιος στο Πρωτοκολλητείο του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, πλήρωσε και ζήτησε το φάκελο της υπόθεσης 2077/2004, αλλά από το εν λόγω Πρωτοκολλητείο του είπαν ότι ο φάκελος δεν ανευρίσκεται. Κατά την αντεξέτασή του, ερωτήθηκε ποιες ήταν ακριβώς οι κατηγορίες που αφορούσαν την προηγούμενη υπόθεση. Απάντησε πως αφορούσαν το γκαράζ μπροστά, την πέργολα πίσω και τη ψησταρία. Ακολούθως ρωτήθηκε για τις ενέργειες που έκανε κατόπιν της παραδοχής του, εάν κατεδάφισε δηλαδή τις παράνομες οικοδομές και απάντησε πως συμμορφώθηκε με τις οδηγίες της κάς Χατζηιωνά («τα έκοψα από εκεί που μου είπε»). Επίσης είπε ότι για την εν λόγω υπόθεση του επιβλήθηκε πρόστιμο ΛΚ292,
- Επανέλαβε ότι οι οικοδομές για τις οποίες κατηγορείται με την παρούσα υπόθεση, υπήρχαν κατά το στάδιο καταχώρησης της υπόθεσης 2077/2004 και πως συμμορφώθηκε με όλες τις υποδείξεις που του έγιναν. Σε σχετική ερώτηση όμως, της δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, συμφώνησε ότι για το υποστατικό το οποίο αναφέρεται στο κατηγορητήριο δεν υπάρχει άδεια οικοδομής ή πιστοποιητικό έγκρισης και ότι έχει καταθέσει σχετική αίτηση και αναμένει απάντηση από το Δήμο. Ως δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης, κατέθεσε η κα Παφίτου, η οποία εργάζεται στο Ποινικό Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Της υποδείχθηκε ότι εκκρεμεί από εξαμηνίας αίτημα για ανεύρεση του φακέλου της ποινικής υπόθεσης 2077/
- Απάντησε πως παρόλες τις προσπάθειες δεν έχει βρεθεί ο φάκελος και πως είχε στη διάθεσή της το μητρώο που τηρείται στο Πρωτοκολλητείο Ποινικών Υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σύμφωνα με το μητρώο η υπόθεση 2077/2004, αφορούσε 8 άτομα, μεταξύ των οποίων και τους 2 κατηγορούμενους στην παρούσα υπόθεση. Η εν λόγω υπόθεση καταχωρήθηκε στις 12/3/2004 και η πρώτη εμφάνιση είχε οριστεί στις 4/5/
- Οι κατηγορίες στις οποίες αναφέρονταν οι κατηγορούμενοι ήταν οι κατηγορίες 8,9,11,12,14 και
- Το αποτέλεσμα της πιο πάνω υπόθεσης ήταν η επιβολή προστίμου και η έκδοση διαταγμάτων κατεδάφισης μέχρι τις 27/12/2005, εκτός εάν στο μεταξύ εκδοθεί σχετική άδεια. Είπε ότι όλο το κατηγορητήριο αποτελείται από 21 κατηγορίες, οι οποίες αφορούν παραβάσεις του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.
- Κατά την αντεξέτασή της ερωτήθηκε πότε εκδόθηκε το διάταγμα και απάντησε στις 26/10/
- Δεν ήξερε να απαντήσει εάν το διάταγμα απευθυνόταν και στους κατηγορούμενους 5 και 6, δηλαδή στους κατηγορούμενους της παρούσας διαδικασίας. Μετά τη μαρτυρία της Παφίτου, η υπεράσπιση δεν είχε άλλο μάρτυρα. Ο δικηγόρος των Κατηγορουμένων, ξεκίνησε την αγόρευσή του με την εισήγηση ότι η υπόθεση αυτή θα πρέπει να απορριφθεί, μεταξύ άλλων, εξαιτίας της απώλειας του φακέλου της υπόθεσης 2077/2004, ο οποίος αφορά την ίδια οικοδομή. Με αναφορά στο σύγγραμμα "ABUSE OF PROCESS AND JUDICIAL STAYS OF CRIMINAL PROCEEDINGS",2nd edition, Andrew L-T Choo, αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου η απώλεια μαρτυρικού υλικού οδήγησε στην αθώωση του Κατηγορούμενου. Αναφορά κάνει επίσης και στην Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D88, Αίτηση 12/2015, ημερομηνίας 10/2/
- Στην υπό εξέταση περίπτωση θεωρεί ως απώλεια δυνάμενη να οδηγήσει σε αθώωση, την απώλεια του φακέλου στην υπόθεση 2077/2004, εφόσον η απώλεια του πρακτικού στερεί από τους κατηγορούμενους την υπερασπιστική γραμμή που θα μπορούσαν να προωθήσουν εάν αυτό ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα η δίκη να καθίσταται άδικη κατά παράβαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εάν το πρακτικό υπήρχε ενδεχομένως οι Κατηγορούμενοι να ήταν σε θέση να προωθήσουν υπεράσπιση autrefois convict ή issue estoppel, κάτι το οποίο έχουν στερηθεί δικαιώματος να πράξουν ακριβώς λόγω της απώλειας του φακέλου της υπόθεσης 2077/
- Από την πλευρά της η δικηγόρος για την Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται ότι η απώλεια του πρακτικού δεν μπορεί να έχει σημασία για το αποτέλεσμα της υπό εξέταση περίπτωσης. Επισημαίνει ότι, οι Κατηγορίες αφορούν ανέγερση, ανοχή και επιτρέπειν ανέγερση χωρίς άδεια οικοδομής και χρήση, ανοχή και επιτρέπειν χρήση οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Επίσης επισημαίνει ότι, η άλλη πλευρά δεν έχει κάνει κανένα ισχυρισμό αναφορικά με συμμόρφωση σε σχέση με την υπόθεση 2077/04, αλλά ούτε και παρουσίασε την οποιαδήποτε άδεια αναφορικά με την επίδικη οικοδομή. Είναι η θέση της, ότι το Δικαστήριο οφείλει να αποδεχτεί τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας και εισηγείται ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει στο καθήκον να αποδείξει την υπόθεσή της. Η μαρτυρία που έχει δοθεί και η οποία γίνεται αποδεκτή πριν «χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων, αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί εάν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.180/10, ημ. 11.10.2012, ιωάννου ν Παλάζη 1(Α) ΑΑΔ276 κ.α.) με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου (Miorage v Radivojenik
(1998)1 (Β) ΑΑΔ614) και να μην αποδεικνύει τίποτε (Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614)» (βλ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Σάντης, σελ.129). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΚ1, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Προκάλεσε την ασφαλή εντύπωση ότι γνώριζε για τα γεγονότα για τα οποία κατέθετε, ενώ για γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στη σφαίρα γνώσης του δε δίστασε να δηλώσει ότι δεν γνώριζε, χωρίς να προβαίνει σε εικασίες. Απαντούσε με αμεσότητα και ειλικρίνεια σε όλες τις ερωτήσεις οι οποίες του γίνονταν. Για τα γεγονότα τα οποία αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, ήταν ξεκάθαρος ότι έχει γνώση αυτών για την περίοδο η οποία αφορά από την πρώτη επιτόπια επίσκεψή του και μετά και περαιτέρω, από μελέτη των σχετικών φακέλων. Ήταν ιδιαίτερα σαφής και συγκεκριμένος αναφορικά με τις παρανομίες που υπάρχουν στην επίδικη οικοδομή και ειδικότερα αναφορικά με τα μέρη που δεν καλύπτονταν από άδεια οικοδομής, καθώς και για το γεγονός ότι δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης. Σημειώνεται, ότι οι πιο πάνω θέσεις του, αναφορικά με τις παραβάσεις της νομοθεσίας δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση κατά το στάδιο αντεξέτασης του μάρτυρα, παρέμειναν αναντίλεκτες και όπως θα αναφέρω πιο κάτω, τα όσα είπε ο ΜΚ1 επιβεβαιωθήκαν κατά το στάδιο που έδιδε μαρτυρία ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος επιβεβαίωσε το γεγονός ότι δεν υπάρχει άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό έγκρισης. Τον αποδέχομαι σαν μάρτυρα αλήθειας και κατ΄ επέκταση αποδέχομαι τη μαρτυρία του, στην ολότητά της. Ο Κατηγορούμενος 1, επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε στην προηγούμενη ποινική υπόθεση εναντίον του και στις άκαρπες προσπάθειές του να ανευρεθεί εκείνος ο φάκελος. Ενώ όπως είπε, στην υπόθεση εκείνη παραδέχτηκε τις κατηγορίες, από όσα ανάφερε δεν καθίσταται ξεκάθαρο το ακριβές των κατηγοριών εκείνων. Το ουσιώδες, είναι ότι κατά τη μαρτυρία του, παραδέχτηκε ότι όντως οι παραβάσεις στις οποίες αναφέρεται το κατηγορητήριο υφίστανται. Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από το ζήτημα της ύπαρξης προηγούμενης υπόθεσης και τη μη ανεύρεση του φακέλου αυτής. Η μαρτυρία του, δεν αντικρούει αλλά αντίθετα, επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του ΜΚ
- Στο μέτρο και στο βαθμό που αναφέρω πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Αναφορικά με τη ΜΥ1, η οποία εργάζεται στο Πρωτοκολλητείο του Ποινικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δέχομαι τη μαρτυρία της, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, ότι εναντίον των Κατηγορουμένων και ακόμα 6 άλλων ατόμων καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση 2077/2004, η οποία τελείωσε με την επιβολή ποινής και έκδοση διαταγμάτων. Ο εν λόγω φάκελος δεν δύναται να ανευρεθεί. Με βάση τη μαρτυρία όπως αυτή έχει αξιολογηθεί και τα ενώπιον μου τεκμήρια, μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι Κατηγορούμενοι είναι εξ΄ αδιαιρέτου ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου κατά 1/10 έκαστος. Στο ακίνητο έχουν κτιστεί πέντε οικίες για τις οποίες υπάρχει άδεια οικοδομής. Οι Κατηγορούμενοι διαμένουν σε μια από τις πέντε οικίες, την κατοικία υπ΄ αριθμό
- Δεν έχει μέχρι σήμερα εξασφαλιστεί πιστοποιητικό έγκρισης στο όλο σύμπλεγμα κατοικιών και ούτε για την οικία των Κατηγορουμένων. Στο ακίνητο και συγκεκριμένα, στην οικία στην οποία διαμένουν οι Κατηγορούμενοι, υπάρχει υποστατικό διαστάσεων 3μΧ1,5μ και 3μΧ4μ στην πρόσοψη της κατοικίας 3, το οποίο έχει ανεγερθεί, χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση άδειας οικοδομής. Οι Κατηγορούμενοι χρησιμοποιούν και κατέχουν το πιο πάνω υποστατικό χωρίς να έχουν προηγουμένως εξασφαλίσει πιστοποιητικό έγκρισης. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 γνωρίζουν για τις παρανομίες που υπάρχουν στην οικοδομή, ως αυτές καταγράφονται στο Κατηγορητήριο. Εναντίον των Κατηγορουμένων, έχει καταχωρηθεί η υπόθεση 2077/2004 η οποία αφορούσε παραβάσεις του Κεφ. 96, ο φάκελος της οποίας δεν ανευρίσκεται στο Πρωτοκολλητείο του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων. Τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι, δύνανται να χωριστούν σε δύο ενότητες. Η πρώτη ενότητα, αφορά τις κατηγορίες 1,2 και 3 και συνίσταται στην ανέγερση, επιτρέπειν και ανέχεσθαι ανέγερση οικοδομής χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση της σχετικής άδειας κατά παράβαση των άρθρων 3 και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.
- Η δεύτερη ενότητα αφορά τις κατηγορίες 4, 5 και 6 και συνίσταται στη χρήση, επιστρέπειν και ανέχεσθαι χρήση οικοδομής, χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης κατά παράβαση των άρθρων 10 και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.
- Τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι είναι αδικήματα «απόλυτης ευθύνης». Δεν απαιτείται η συνδρομή mens rea για τη διάπραξή τους, αλλά μόνο actus reus. Για το ποια αδικήματα είναι απόλυτης ευθύνης έχει λεχθεί τα ακόλουθα, στην απόφαση στην υπόθεση AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015 Πριν υπεισέλθουμε στην εξέταση του 2ου λόγου έφεσης θα πρέπει να εξεταστεί η φύση του αδικήματος που δημιουργεί το άρθρο 23 Α
(1)(γ) του Νόμου. Τόσο το ίδιο το νομοθέτημα, όσο και το επιμέρους άρθρο 23, δημιουργούν αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης, της φύσης των γνωστών άλλως πως και ως ρυθμιστικών (regulatory) αδικημάτων, που αποβλέπουν στη ρύθμιση συμπεριφοράς πολιτών σε συγκεκριμένους τομείς κοινωνικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σε τέτοιας φύσης αδικήματα η εγκληματική πρόθεση (mens rea) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο. Gammon (Hong Kong) Ltd v. A.G.
(1984)1 All E.R. 347, 362, Karaoglanian v. Police
(1984)2 C.L.R. 161, Οικονομίδης ν. Διευθ. Κοινων. Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235, 240-241.» Τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων καθορίζονται από τα άρθρα 3, 10 και 20 του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96. Για τις 3 πρώτες κατηγορίες, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(β), κανένα πρόσωπο δεν δύναται να ανεγείρει, ανέχεται ή επιτρέπει ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Για τις κατηγορίες 4 έως και 6 με το άρθρο 10, του Κεφαλαίου 96, κανένα πρόσωπο: «κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής, μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή». Σε περίπτωση παράβασης των άρθρων 3 και 10, διαπράττεται ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 20 του Κεφ.96. Σημειώνεται ότι, το άρθρο 10 δεν καθορίζει ούτε καθιστά αδίκημα το επιτρέπειν ή ανέχεσθαι τη χρήση ή κατοχή οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης, αλλά σαφέστατα το αδίκημα συντελείται είτε με την κατοχή, είτε με τη χρήση οικοδομής ή τμήματος αυτής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης, είτε με ενέργεια ώστε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή χρησιμοποιεί οικοδομή ή τμήμα αυτής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Επομένως, τα αναφερόμενα στις κατηγορίες 5 και 6 δεν υφίστανται ως αδικήματα, τα οποία να προβλέπονται και να ρυθμίζονται από τις υπό αναφορά νομοθετικές διατάξεις. Ως αναφέρεται πιο πάνω στα ευρήματα, αλλά επίσης αποτελεί και αναντίλεκτο γεγονός, η ανέγερση των οικοδομών ως αυτές καταγράφονται και αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία έχουν γίνει και υφίστανται χωρίς να έχει εξασφαλιστεί προηγούμενη άδεια, όπως επίσης και οι εν λόγω οικοδομές χρησιμοποιούνται και κατέχονται χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Η γνώση και των δύο Κατηγορούμενων σε σχέση με τις παραβάσεις στην οικοδομή δεν αμφισβητείται. Και οι δύο Κατηγορούμενοι γνώριζαν για τη μη ύπαρξη άδειας οικοδομής αναφορικά με τα υποστατικά που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία, όπως επίσης και για το γεγονός ότι δεν υπάρχει πιστοποιητικό έγκρισης. Ως αναφέρεται και πιο πάνω, η χρήση και η κατοχή της οικοδομής από τους Κατηγορούμενους, έχει αποδειχθεί και συνιστά αναντίλεκτο γεγονός. Σε σχέση με το ζήτημα της ανοχής και του επιτρέπειν την ανέγερση, εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την ύπαρξη της παράνομης οικοδομής, κατ΄ ακολουθία στοιχειοθετείται ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων σε σχέση με το αδίκημα του ανέχεσθαι και επιτρέπειν ανέγερση οικοδομής χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση άδειας οικοδομής (Ανδρέας Οικονόμου ν Δήμος Παραλιμνίου
(2000)2 ΑΑΔ 614). Βέβαια, ο δικηγόρος της Υπεράσπισης, επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στο ζήτημα της απώλειας του φακέλου της υπόθεσης 2077/2004 σε μια προσπάθεια να αναδείξει ζήτημα κατάχρησης από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής με την προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας και οι εξουσίες του Δικαστηρίου σε τέτοια περίπτωση έχουν καταγραφεί αναλυτικά στην υπόθεση Δ/ντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Επίσης, πιο πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα αυτό στην Pambos Kostakis Moleskis Trading Ltd και Άλλοι ν. Melpomeni Hotel Apartments Ltd,
(2011)2 Α.Α.Δ. 365, στην οποία έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Το δικαστήριο, όταν τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης. Εφόσον το διαπιστώσει, είτε απορρίπτει τη διαδικασία που θεωρεί καταχρηστική, είτε την αναστέλλει - (βλ. Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911). Στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αναγνωρίζεται ότι ποινική διαδικασία μπορεί να ανασταλεί εφόσον διαπιστώνεται ότι η συνέχισή της θα συνιστούσε κατάχρηση του δικαιώματος του κατήγορου να προσφύγει στο Δικαστήριο. Πρόκειται, όπως εξηγείται, για εξουσία η οποία ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όπου διαπιστώνεται ότι ηδιαδικασία απολήγει σε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.» Μελέτησα με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα ο δικηγόρος των Κατηγορουμένων εισηγείται. Κατ΄ αρχή σημειώνω ότι δεν διαφεύγει την προσοχή μου, το ότι η Πολιτική Αίτηση 12/2015, την οποία επικαλείται με τις αγορεύσεις του και εισηγείται ότι θα πρέπει να τύχει εφαρμογής και στην παρούσα περίπτωση, αναφέρεται σε φάκελο του Δικαστηρίου ο οποίος έχει απωλεσθεί σε υπόθεση η οποία περατώθηκε στην απουσία της Κατηγορουμένης και επομένως η Κατηγορούμενη δεν θα μπορούσε να έχει καμία γνώση της εναντίον της διεξαχθείσας διαδικασίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι Κατηγορούμενοι ήταν παρόντες στη διαδικασία 2077/2004, εκπροσωπούνταν από δικηγόρο και σύμφωνα με τη μαρτυρία ενώπιον μου, υπήρχαν ακόμα 6 συγκατηγορούμενοι, οι οποίοι θα μπορούσαν επίσης να προσφέρουν μαρτυρία αναφορικά με τη φύση και άλλες λεπτομέρειες για την υπόθεση 2077/
- Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν καταγραφεί και αναλυθεί από το Δικαστήριο δεν είναι τέτοια που να δικαιολογείται η εισήγηση περί κατάχρησης της διαδικασίας από πλευράς του Παραπονουμένου δήμου. Πόσο μάλλον δε, όταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δίδοντας μαρτυρία δήλωσε ότι οι παραβάσεις για τις οποίες κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι υφίστανται αλλά, δεν ήταν βέβαιος αναφορικά με τις παραβάσεις τις οποίες αφορούσε η υπόθεση 2077/
- Επομένως, είναι ξεκάθαρο, πιστεύω, ότι η σχετική εισήγηση του δικηγόρου της Υπεράσπισης δεν θα μπορούσε να πετύχει. Επίσης, ο δικηγόρος των κατηγορουμένων, εμμέσως εγείρει ζήτημα δις δικαζείν, αναφορικά με την υπόθεση 2077/
- Σημειώνεται κατ΄ αρχή ότι το βάρος απόδειξης εφαρμογής του δόγματος autrefois convict, το φέρει ο Κατηγορούμενος στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων «Once the plea has been entered and issue joined by the prosecution, the burden of proof is on the accused to make good the plea an a balance of probabilities (Coughlan
(1976)63Cr App R33)» (βλ. Blackstone´s, CRIMINAL PRACTICE,2009, σημείο D.12.29). Αν και η υπεράσπιση δεν προώθησε άμεσα τη σχετική θέση, η οποία συνιστά ειδική απάντηση, η οποία είθισται να καταχωρείται αμέσως αφού ο Κατηγορούμενος κατηγορηθεί, θα ασχοληθώ ακροθιγώς και με το ζήτημα αυτό. Πρώτα όμως, θα αναφερθώ στη φύση των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Συν. Ταμ. Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού,
(1994)2 Α.Α.Δ. 145, το αδίκημα της ανέγερσης είναι συνεχές αδίκημα. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πλειοψηφία αποφάσισε τα εξής: «Αναφορικά με το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, όπως καθορίζεται στα κατηγορητήρια, επισημαίνουμε πως το αδίκημα που παραδέχθηκε ο εφεσείων είναι συνεχούς φύσεως. Το άρθρο 3
(1)(β) του Νόμου λέγει: "ουδέν πρόσωπον δύναται να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανέχεται οικοδομή....." Ο χρόνος διάπραξης του αδικήματος μπορεί να προσδιοριστεί στο κατηγορητήριο σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ημερομηνία, από την έναρξη των οικοδομικών εργασιών και μετά.» Αναφορικά με το ζήτημα ανοχής και επιτρέπειν την ανέγερση, σημειώνεται ότι τα αδικήματα αυτά, επίσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφαση Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ν Δήμος Λεμεσού
(1994)2 ΑΑΔ, 145, είναι αδικήματα συνεχούς φύσεως και ως τέτοια καλύπτουν κάθε περίοδο ακολούθως της ανέγερσης. Τέλος, και το αδίκημα της κατοχής και χρήσης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης είναι συνεχούς φύσεως. Φράγκος Στέφανος ν. Aλεξάνδρας Aληφάντη και Άλλης,
(2003)2 Α.Α.Δ. 528. Αναφορικά με την έννοια του συνεχούς αδικήματος, καταγράφω τα ακόλουθα από το σύγγραμμα Blackstone´s, CRIMINAL PRACTICE,2009, στο σημείο D.11.29 (pg 1547): «In most instances, the rule against duplicity (i.e. each count may allege only one offence, see D.11.41) requires that a count must allege that the offence occurred on one day, not on several days. Were it to be otherwise, the only sensible interpretation of such an allegation would be that the accused had committed several distinct offences on different days. Although, the prosecution is permitted to have one count for what are technically distinct criminal acts where those acts formed a single activity or transaction (e.g., pursuant to the CrimPR, r.14.2
(2)), the mention of more than one day (whether conjunctively or disjunctively) in the count is inconsistent with there having been a single activity on the accused´s part. The difference here is between an offence being committed once between a start and end date, and the offence having been committed repeatedly but separately on a number of days. The exception to the general principle just stated is that where an offence is properly to be regarded as a continuing offence which may take place continuously or intermittently over a period of time, then a count may properly allege that it occurred on more than one day.» Μπορεί λοιπόν, να μην ανευρίσκεται ο φάκελος της υπόθεσης 2077/2004, αυτό το γεγονός όμως δεν είναι αρκετό για να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα αναφορικά με την εφαρμογή του δόγματος του δις δικάζειν. Οι Κατηγορούμενοι είχαν στη διάθεσή τους, εάν το επιθυμούσαν, άλλες επιλογές προκειμένου να προωθήσουν και στοιχειοθετήσουν ισχυρισμό περί autrefois convict, όπως πχ θα μπορούσαν να καλέσουν ως μάρτυρα το δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής στην υπόθεση 2077/2004 για να καταθέσει σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό υπόθεση στην οποία καταδικαστήκαν σε σχέση με τα ίδια αδικήματα ή θα μπορούσαν να καλέσουν τους συγκατηγορούμενούς τους σε εκείνη την υπόθεση κ.α. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, επισημαίνω ότι, ακόμα και εάν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι Κατηγορούμενοι, έχουν στα πλαίσια της υπόθεσης 2077/2004, καταδικαστεί για παραβάσεις του Κεφ.96 πανομοιότυπες με αυτές της υπό εξέταση υπόθεση, δηλαδή, ανέγερση, επιτρέπειν και ανέχεσθαι ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια οικοδομής και χρήση οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης, τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται, εμπίπτουν στην έννοια του συνεχιζόμενου αδικήματος, αφού καλύπτουν κάθε μέρα της περιόδου που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και αυτές οι παραβάσεις θεωρούνται από τη νομολογία και τη νομική θεωρία ως συνεχή αδικήματα με αποτέλεσμα να μη τίθεται ζήτημα δις δικάζειν, εφόσον για τα αδικήματα αυτής της φύσεως, το δόγμα του autrefois convict δεν εφαρμόζεται. Απόλυτα σχετικά είναι τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ, Αίτηση Αρ. 90/2003, 3 Οκτωβρίου, 2003: «Εκείνο που προκύπτει από τη Chiltern είναι ότι ένα "συνεχιζόμενο αδίκημα" μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο μιας κατηγορίας, ως ένα ποινικό αδίκημα, που διαπράχθηκε μέσα σε ορισμένη χρονική περίοδο, χωρίς η κατηγορία να πάσχει λόγω πολλαπλότητας, και ότι η καλύτερη πρακτική θα ήταν όπως τα "συνεχιζόμενα αδικήματα" αποτελούν το αντικείμενο μιας κατηγορίας, ως ένα αδίκημα, που διαπράχθηκε μεταξύ της ημερομηνίας που άρχισε η παράβαση και της ημερομηνίας καταχώρησης του κατηγορητηρίου ή της ημερομηνίας συμμόρφωσης, οποιαδήποτε προηγείται χρονικά. Δεν προκύπτει ότι ένα "συνεχιζόμενο αδίκημα" δεν μπορεί, νομικά, να αποτελέσει και το αντικείμενο περισσοτέρων της μίας κατηγοριών, ως περισσότερα του ενός αδικήματα, που διαπράχθηκαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα ή διάφορες ημερομηνίες. Ούτε προκύπτει ότι, σ΄αυτή την περίπτωση, εγείρεται ζήτημα autrefois convict ή acquit.» Καταλήγοντας, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ως αυτή έχει αξιολογηθεί και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη κατηγορία και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 1,2,3 και 4. Αδίκημα ανοχής χρήσης και επιτρέπειν χρήση οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης δεν υπάρχει ούτε στο άρθρο 3 ούτε στο άρθρο 10 του Κεφαλαίου 96, τα οποία αναφέρονται στις κατηγορίες 5 και 6 και επομένως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες 5 και 6. (Υπ) ................................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο