← Κύπρος

Λοΐζος Ελευθερίου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5445/12, 20/5/2016

Λοΐζος Ελευθερίου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5445/12, 20/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5445/12 Μεταξύ: Λοΐζος Ελευθερίου Ενάγοντας και

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  2. Marfin CLR (Financial Services) Ltd
  3. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  4. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
  5. Ανδρέας Βγενόπουλος
  6. Νεοκλής Λυσάνδρου
  7. Βασίλειος Θεοχαράκης
  8. Ευθύμιος Μπουλούτας
  9. Χρίστος Στυλιανίδης
  10. Παναγιώτης Κουννής
  11. Ελευθέριος Χιλιαδάκης
  12. Πλάτων Ε. Λανίτης
  13. Στέλιος Στυλιανού
  14. Joseph Kamal Eskander
  15. Pricewaterhouse Coopers Ltd
  16. Grant Thornton
  17. Omnium Corporate and Trustees Services Ltd Εναγομένων ------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 13.1.16 από εναγόμενους 8 και 11 - αιτητές για έκδοση διαταγμάτων ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αγωγής σε σχέση με τους αιτητές, για απόρριψη και διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης κατά των αιτητών, ακύρωσης του διατάγματος ημερ. 19.12.12 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και διατάγματος ότι η προσφυγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας συνιστά κατάχρηση διαδικασίας Ημερομηνία: 20 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 8 και 11 - Αιτητές: κα. Στ. Παπουή για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Ενάγοντα-Καθ΄ ου η αίτηση: κα. Ν. Νικολάου για κ. Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της παρούσας απόφασης, θεωρώ ορθό να παραθέσω πρώτα το ιστορικό, όπως προκύπτει από τα εντός του φακέλου στοιχεία. Στις 3.8.12 ο ενάγοντας καταχώρισε την παρούσα αγωγή σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος ακύρωσης των ομολόγων και/ή του δανείου και/ή των αξιογράφων κεφαλαίου της εναγόμενης 1, τα οποία εκδόθηκαν κατά ή περί το 2009, καθώς και παντός σχετιζόμενου εγγράφου, λόγω απάτης και/ή δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή άσκησης πίεσης και ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης κατά ή περί τον Απρίλιο του 2000 και έπειτα, καθώς και αποζημιώσεις. Η αγωγή εγείρεται εναντίον είκοσι ενός συνολικά προσώπων, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη του τότε Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και διάφοροι ελεγκτικοί οίκοι. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 12.3.
  18. Προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 12.12.12 καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα μονομερής αίτηση με την οποία ζητούσε άδεια του δικαστηρίου για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και διάταγμα που να διατάττει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας σε κάποιους από τους εναγομένους που έχουν την διεύθυνση τους εκτός δικαιοδοσίας, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι 8 και 11 - αιτητές. Το Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση, εξέδωσε στις 19.12.12 τα αιτούμενα διατάγματα. Στις 4.6.13 οι εναγόμενοι 8 και 11 - αιτητές καταχώρισαν μονομερή αίτηση για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και της σχετικής επίδοσης σε αυτούς λόγω παρατυπίας και λανθασμένου τρόπου επίδοσης και/ή λόγω του ότι η επίδοση, όπως έγινε στους αιτητές, δεν ήταν σύμφωνη με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.12.
  19. Στην αίτηση αυτή καταχωρίστηκε ένσταση από τον ενάγοντα, η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και το Δικαστήριο εξέδωσε στις 21.11.13 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των αιτητών. Οι αιτητές καταχώρησαν στις 11.2.14 έφεση κατά της απόφασης ημερομηνίας 21.11.13, την έφεση με αριθμό Ε42/14 και στις 20.3.14 σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Στις 27.11.14 οι αιτητές καταχώρησαν αίτηση για αναστολή της διαδικασίας σε σχέση με αυτούς μέχρι της εκδίκασης και έκδοσης απόφασης στην Ε42/14, στην οποία και πάλι καταχωρήθηκε ένσταση από τον ενάγοντα στις 6.2.
  20. Στα πλαίσια της αίτησης για αναστολή, καταχωρήθηκε αίτηση από τους αιτητές για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης τους για αναστολή η οποία και πάλι προσέκρουσε στην ένσταση του ενάγοντα και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 26.10.15 επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους αιτητές, η οποία και καταχωρήθηκε στις 27.10.
  21. Ακολούθως προχώρησε σε ακρόαση η αίτηση των αιτητών ημερομηνίας 27.11.14 η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.12.
  22. Στις 13.1.16 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση η οποία προσέκρουσε στην ένσταση των δικηγόρων του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 21.3.16 και είναι το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Οι αιτητές συγκεκριμένα επειδή είναι Έλληνες υπήκοοι οι οποίοι δεν ενάγονται στα δικαστήρια του τόπου της κατοικίας τους δηλαδή της Ελλάδας και επειδή, ως η θέση τους, δεν έχει τύχει επίκλησης και/ή δεν έχει αποδειχθεί από τον ενάγοντα η δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων, ζητούν την έκδοση διατάγματος του δικαστηρίου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αγωγής σε σχέση με αυτούς. Ζητούν επίσης για τους ίδιους λόγους, δηλαδή ότι είναι Έλληνες υπήκοοι και δεν ενάγονται στα δικαστήρια του τόπου κατοικίας τους δηλαδή της Ελλάδας και δεν έχει τύχει επίκλησης και/ή αποδεικτεί από τον ενάγοντα η δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων, διάταγμα για απόρριψη και διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης τούτου και της έκθεσης απαίτησης σε ότι τους αφορά και ακύρωση του διατάγματος ημερ. 19.12.
  23. Περαιτέρω ως οι ίδιοι οι αιτητές το θέτουν, επικουρικά, ζητούν διάταγμα του δικαστηρίου ότι εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η Κύπρος είναι το κατάλληλο forum, η προσφυγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας συνιστά κατάχρηση διαδικασίας για τον λόγο ότι προκαλεί αδικία στους αιτητές, δεν είναι αναγκαία και/ή είναι σκανδαλώδης και/ή διότι τείνει να επηρεάσει δυσμενώς να παρενοχλήσει, διαταράξει, φέρει σε αδιέξοδο ή καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Ζητούν τέλος διάταγμα αναστολής της διαδικασίας κατά των αιτητών μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της παρούσας αίτησης, έξοδα και ΦΠΑ. Η βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας ΔΔ.1-2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 θ1-9, Δ.27, Δ.48, θ.1-4, ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ.44/2001 άρθρα 2, 3, 5, 6, 22, 24, 25, 26 και 59, το κοινό δίκαιο, ο περί Εταιρειών Νόμος Κεφ.113, το Άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (Αρ.1) του 2008 και η εγγενής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση δεν συνοδεύει ένορκος δήλωση, θέση των αιτητών στο σώμα της αίτησης είναι ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται φαίνονται στην έκθεση απαίτησης, το κλητήριο και στο φάκελλο δικογραφίας και προχωρούν να τα απαριθμήσει. Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η αίτηση, σύμφωνα με το σώμα της, είναι ότι οι αιτητές είναι Έλληνες υπήκοοι και μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας σε γνωστή διεύθυνση, οι πρόνοιες του Κυπριακού Δικαίου που επικαλείται ο Ενάγοντας δεν εφαρμόζονται διότι υποχωρούν έναντι του ΕΚ 44/2001 που ως ευρωπαϊκό δίκαιο, υπερισχύει του κυπριακού δικαίου σε σχέση με την δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων, ότι ο ΕΚ44/2001 επιβάλλει στο δικαστήριο να διαπιστώσει αυτεπάγγελτα την έλλειψη δικαιοδοσίας εάν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους του κανονισμού, όλοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον τους και ειδικά αιτία αγωγής εναντίον τους στην Κύπρο και ειδικότερα ότι ο ενάγοντας δεν αποδεικνύει σύμβαση με τους αιτητές που καταρτίστηκε και/ή παραβιάστηκε στην Κύπρο ούτε και συγκεκριμένες άδικες πράξεις των αιτητών που συνδέονται με την κατ΄ ισχυρισμό ζημία του ενάγοντα που να έλαβαν χώρα στην Κύπρο. Αναφέρεται ακόμα ότι η ένορκη δήλωση που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στην αίτηση αλλά και η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτουν αιτία αγωγής εναντίον των αιτητών και επίσης δεν έχει αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας έχει προβάλει λόγους που να δείχνουν ότι υφίσταται κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων από την χωριστή εκδίκαση της υπόθεσης στα δικαστήρια της Κύπρου και τα δικαστήρια της Ελλάδος. Επί της αίτησης επίσης αναγράφεται τελικά ότι το δικαστήριο αν θεωρεί ότι τα ζητήματα αυτά δεν καλύπτονται επαρκώς από την μέχρι σήμερα νομολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να παραπέμψει τα ζητήματα αυτά στο ΔΕΕ. Η ένσταση του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση ημερ. 21.3.16 έχει ως νομική βάση τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς και συγκεκριμένα τις Δ.9 θ.2 και θ.10, Δ.12, Δ.25, θ1 θ5, Δ.35 θ1-32, Δ.48, θ1-9, Δ.64, θ.1-2, το άρθρο 47 του Περί Δικαστηρίου Νόμο Ν.14/1960, τα άρθρα 30 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, τη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων καθώς και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Μαρίας Ψάλτη και ως λόγοι ένστασης καταγράφονται ότι η αίτηση δεν έχει καμία βάση, είναι καταχρηστική, καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει στον ενάγοντα ανεπανόρθωτη ζημιά, η αίτηση παράτυπα δεν συνοδεύεται με ένορκη δήλωση που να την δικαιολογεί και συνεπώς πάσχει δικονομικά, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το διάταγμα του οποίου επιδιώκεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός, ο ενάγοντας έχει αποδείξει καλή βάση αγωγής στην Κύπρο, και ο στόχος της επίδοσης είναι να περιέλθει εις γνώση των διαδίκων η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου, πράγμα το οποίο και έγινε, με την εξασφάλιση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης και της επίδοσης στους εναγόμενους 8 και 11 που είναι καθ΄ όλα νομότυπη. Αναφέρεται επίσης ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν όχι μόνο δικαιοδοσία αλλά αποκλειστική δικαιοδοσία με βάση την ευρωπαϊκή εθνική νομοθεσία και εφόσον η βάση της αγωγής προέκυψε εντός Κύπρου, δυνάμει της σύμβασης αποκλειστική δικαιοδοσία με βάση των ΕΚ 44/2001 έχουν τα κυπριακά δικαστήρια, καθώς και η θέση του είναι ότι οι αιτητές έχουν δεχθεί και υπαχθεί την δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων. Η Μαρία Ψάλτη στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ουσιαστικά επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει καλή βάση αγωγής, η επίδοση είναι ορθή και νομότυπη και η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν καταργεί τους δικονομικούς θεσμούς οι οποίοι υπάρχουν και υιοθετήθηκαν δυνάμει προνοιών του Συντάγματος. Έχει τη θέση ότι η βάση της αγωγής προέκυψε εντός της Κύπρου και με βάση τον ΕΚ44/2001 αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια ενώ αντίθετα τα δικαστήρια της Ελλάδας δεν έχουν καμιά δικαιοδοσία. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, η ενόρκως δηλούσα Μαρία Ψάλτη δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τις οποίες και υιοθέτησαν. Σε αυτές, η κάθε πλευρά επαναλαμβάνει τη θέση της όπως εκδηλώνεται μέσα από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και με αναφορά στη νομολογία ζητά δικαίωση της θέσης της. Θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε το διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στους εναγόμενους 8 και 11 - αιτητές στις 19.12.12 τέθηκε η ένορκος δήλωση του ίδιου του ενάγοντα συνοδευόμενη από 5 τεκμήρια και μέσα από αυτά προκύπτει η θέση ότι οι εναγόμενοι 8 και 11 είναι αναγκαίοι διάδικοι ως εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 1, βαρύνονται με παράβαση σύμβασης που υπεγράφη στην Κύπρο και/ή με αστικά αδικήματα. Η συνήγορος των εναγομένων 8 και 11 - αιτητών, στην αγόρευση της αναφέρει ότι η νομική βάση της ένστασης στην παρούσα αίτηση πάσχει αφού είναι άσχετη με θέματα δικαιοδοσίας και δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτές ο καθ΄ου η αίτηση για να επικαλεστεί την ύπαρξη δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων. Με αναφορά σε νομολογία και κυρίως στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.

(1990)1 ΑΑΔ 965, αλλά και την Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 336, προώθησε τη θέση ότι η ένσταση είναι άνευ νομικής βάσης και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Θέση της είναι επίσης ότι η ένορκη δήλωση της Μαρίας Ψάλτη που συνοδεύει την ένσταση είναι αντικανονική και παράτυπη αφού σε αντίθεση με την Δ.39 θ.2 και την απόφαση Pell Frischmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 33 δεν στηρίζεται σε γεγονότα αλλά περιέχει εξ ολοκλήρου νομική επιχειρηματολογία με την επανάληψη των λόγων ένστασης. Αντικρούει τα περί καθυστέρησης στην καταχώριση της αίτησης και τα όσα ο ενάγοντας ισχυρίζεται περί κατάχρησης και προβάλει επίσης τη θέση ότι το δικαστήριο αυταπάγγελτα και σε οποιοδήποτε στάδιο μπορεί να εξετάσει θέματα δικαιοδοσίας αφού σύμφωνα με τη νομολογία τα θέματα αυτά είναι θέμα δημόσιας τάξης. Με αναφορά σε νομολογία ισχυρίζεται ότι οι αιτητές ουδέποτε έχουν δεχθεί την δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων επειδή έχουν καταχωρίσει εμφάνιση, η οποία είναι εν πάση περιπτώσει υπό διαμαρτυρία αλλά και αφού όλα τα ζητήματα που έχουν λάβει στη διαδικασία και η καταχώρηση σχετικών αιτήσεων, δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Θέση της είναι επίσης ότι ο ενάγοντας κωλύεται να επικαλείται τον παράγοντα καθυστέρηση αφού, επί των γεγονότων, είναι ο ίδιος ο ενάγοντας που με τη στάση του έχει προκαλέσει καθυστέρηση και συγκεκριμένα καταχώρισε την αγωγή τον Νοέμβριο του 2011 ενώ η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε σχεδόν 2 χρόνια μετά. Η συνήγορος των αιτητών αναφέρει επίσης ότι η μη στήριξη της αίτησης με ένορκο δήλωση ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα της αίτησης αφού η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία φαίνονται από το φάκελο και τα πρακτικά του δικαστηρίου. Σε ότι αφορά το λόγο ένστασης ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί επειδή δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου το διάταγμα ημερ. 19.12.12 θέση της είναι ότι το διάταγμα είναι μέρος του δικαστηριακού φακέλου και επομένως δεν χρειάζεται εκ νέου να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου και κυριότερα ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίσει ότι δεν έχει δικαιοδοσία τούτο καθιστά άκυρη στο σύνολο της σε ότι αφορά τους εναγόμενους 8 και 11 όλη τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου. Επί του κυριότερου λόγου της αίτησης, αυτού που αφορά την μη ύπαρξη δικαιοδοσίας από τα κυπριακά δικαστήρια, οι αιτητές αναφέρουν ότι ο ενάγοντας δεν μπορεί να στηρίζεται στον ΕΚ 44/2001 και να ισχυρίζεται ότι η βάση της αγωγής προέκυψε εντός Κύπρου αφού δεν έχει περιλάβει τον εν λόγω κανονισμό στη νομική βάση της ένστασης του. Ισχυρίζονται επίσης ότι είναι ο ενάγοντας που έχει το βάρος απόδειξης της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και με την ένσταση του δεν κατόρθωσε να ανταποκριθεί στο βάρος απόδειξης που ήταν στους ώμους του. Ειδικά επί του ΕΚ 44/2001 θέση των αιτητών είναι ότι είναι αυτός ο κανονισμός που εφαρμόζεται αφού αφορά γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν την 9.1.15 και πρόκειται για αστική υπόθεση στην οποία εμπλέκεται φυσικό πρόσωπο που δεν έχει την κατοικία του στην Κύπρο. Ο κανονισμός αυτός έχει καταστεί αυτόματα μέρος του Κυπριακού Δικαίου με αυξημένη ισχύ έναντι των ημεδαπών νόμων και κανονισμών συμπεριλαμβανομένων των θεσμών πολιτικής δικονομίας. Επειδή δεν έχει τεθεί από τον ενάγοντα θέμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας θα πρέπει να εξεταστούν τα ζητήματα δικαιοδοσίας εκ συμβάσεων, εξ αδικοπραξίας και της στενής συνάφειας μεταξύ αγωγών προκειμένου με την εκδίκαση του στο ίδιο δικαστήριο να αποφευχθεί ο κίνδυνος να εκδοθούν ασυμβίβαστες αποφάσεις. Θέση τους είναι ότι ο ενάγοντας δεν επικαλείται σύναψη σύμβασης με τους εναγόμενους 8 και 11 - αιτητές, καμιά από τις προϋποθέσεις που προνοεί ο ΕΚ 44/2001 δεν συντρέχει ούτε επίσης έχει αποδειχθεί ότι η απαίτηση συνδέεται με σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 5.1 του Κανονισμού και έχει επέλθει ζημιά στην Κύπρο. Επίσης τα κατ΄ ισχυρισμόν αστικά αδικήματα που επικαλείται ο ενάγοντας για να δημιουργήσει υποτιθέμενα αγώγιμα δικαιώματα εναντίον των αιτητών δεν υποστηρίζονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, όλοι οι ισχυρισμοί του σε σχέση με τα ενημερωτικά δελτία πέραν του ότι δεν συνδέονται με την απόκτηση αξιογράφων από αυτών, είναι αόριστα και γενικά. Τέλος, έχει τη θέση ότι ούτε το άρθρο 5.3 του ΕΚ 44/2001 εφαρμόζεται αφού στην έκθεση απαίτησης δεν γίνεται καμιά αναφορά σε συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις των αιτητών που να θεωρούνται ζημιογόνες για τον καθ΄ου η αίτηση. Οι αιτητές ενάγονται μόνο επειδή υπήρξαν μέλη του Δ.Σ. της εναγομένης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, και προβάλλουν τη θέση ότι αυτή η ιδιότητα δημιουργεί τυχόν ευθύνη του μέλους του διοικητικού συμβουλίου έναντι της εταιρείας αλλά όχι έναντι τρίτων. Πέραν τούτου θεωρούν ότι οι αιτητές δεν είναι αναγκαίοι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση και προστέθηκαν ως εναγόμενοι για να ασκηθεί πίεση εναντίον τους και για να μην καταχωρίσει ο ενάγοντας αγωγή εναντίον τους στην Ελλάδα. Στη δική της αγόρευση η ευπαίδευτος συνήγορος για τον ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση αρνείται όλες οι θέσεις των αιτητών και ειδικότερα αναφέρει ότι η Δ.27 τον Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που μεταξύ άλλων αποτελεί τη νομική βάση της αίτησης δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση αφού δεν υπάρχει δικόγραφο επί του οποίου έχει εγερθεί νομικό σημείο. Υπενθυμίζει ότι οι εναγόμενοι 8 και 11 δεν καταχώρισαν υπεράσπιση. Επαναλαμβάνει τη θέση της ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με πολλή καθυστέρηση, αδικαιολόγητα και ότι οι αιτητές λόγω της καθυστέρησης έχουν δεχθεί την δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων και προς τούτο αναφέρει σχετική νομολογία. Επαναλαμβάνει ότι η μη ύπαρξη ένορκης δήλωσης που να στηρίζει την αίτηση οδηγεί την αίτηση σε απόρριψη καθότι το δικαστήριο κωλύεται από μόνο του να ανατρέξει στο φάκελο του δικαστηρίου και θα έπρεπε να είχαν επισυναφθεί ένορκος δήλωση και τα έγγραφα επί των οποίων ο αιτητής στηρίζεται. Το ίδιο ισχύει και για το διάταγμα ημερ. 19.12.
  1. Θέση της είναι ότι έχει αποδειχθεί καλή βάση αγωγής εναντίον των αιτητών στην Κύπρο, τόσο η έκθεση απαίτησης όσο και η αίτηση για υποκατάσταση επίδοση εξειδικεύουν την αιτία αγωγής και αναλύουν τις ευθύνες που βαρύνουν τους εναγόμενους 8 και
  2. Γι΄ αυτό και το δικαστήριο στις 30.1.13 αποδέχθηκε την αίτηση και εξέδωσε διάταγμα για επίδοση στους αιτητές εκτός δικαιοδοσίας. Ισχυρίζεται ότι εναντίον των αιτητών έχει αποδειχθεί καλή συζητήσιμη υπόθεση όπως ο ενάγοντας μέσω της ενόρκου δηλώσεως του που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατο επίδοση έχει εξειδικεύσει και το δικαστήριο συμφώνησε με την θέση του και έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως καλή βάση αγωγής και καλή συζητήσιμη υπόθεση. Ισχυρίζεται ακόμη ότι ο ΕΚ 44/2001 δεν εμποδίζει την κυπριακή νομοθεσία και δη τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας να ισχύουν και εφαρμόζονται αφού το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος ο οποίος υπερέχει και των Διεθνών Συμβάσεων που έχουν αυξημένη ισχύ με βάση το Άρθρο
  3. Ο ΕΚ 44/2001 επιτρέπει να υπάρχει εθνικό πλαίσιο για επίδοση δικαστικών εγγράφων και σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο είναι να πληροφορηθεί ο εναγόμενος για την αγωγή εναντίον του κάτι το οποίο αναντίλεκτα έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση. Σημειώνει επίσης ότι το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης στους εναγόμενους 8 και 11 - αιτητές έγινε με βάση τον κανονισμό ΕΚ 1393/07 και ότι το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει εάν θα ακολουθεί τις διεθνείς συμβάσεις και τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς ή το δικαστήριο μπορεί να διατάσει άλλο τρόπο επίδοσης που δεν προσκρούει βέβαια σε αυτές. Επί της βασικής θέσης για την ύπαρξη δικαιοδοσίας και μάλιστα αποκλειστικής δικαιοδοσίας στα κυπριακά δικαστήρια και όχι τα ελληνικά δικαστήρια είναι η θέση του ενάγοντα ότι τα κυπριακά δικαστήρια σαφέστατα έχουν δικαιοδοσία αφού η βάση της αγωγής προέκυψε εντός της Κύπρου και δυνάμει της σύμβασης αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα κυπριακά δικαστήρια. Η αγορά των αξιογράφων έγινε και υπεγράφη στην Κύπρο και συνεπώς ουδόλως μπορεί να αμφισβητηθεί η δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και τα συνημμένα σε αυτή έγγραφα γινόταν σαφής αναφορά σε αγωγή που έχει αντικείμενο σύμβαση αξιογράφων και οι εναγόμενοι 8 και 11 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως εκτελεστικοί σύμβουλοι και μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 1 κατά την έκδοση των αξιογράφων και σε αστικά αδικήματα που τους βαραίνουν. Το Δικαστήριο στο στάδιο της έκδοσης διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας χωρίς να εκφράσει πρόωρη άποψη για την ουσία της αγωγής δέχθηκε ότι σαφώς προκύπτει ότι τα κυπριακά δικαστήρια αποτελούν και το βήμα με το οποίο η αγωγή έχει την πιο αληθινή και ουσιαστική σύνδεση και επίσης είναι και το πιο βολικό forum. Θέση του ενάγοντα είναι επίσης ότι οι εναγόμενοι 8 και 11 δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους τους να αποδείξουν κατά πρώτο ότι το δικαστήριο της Ελλάδας έχει δικαιοδοσία και κατά δεύτερο ότι είναι πιο κατάλληλο για εκδίκαση της παρούσας αγωγής σε σύγκριση με το δικαστήριο της Κύπρου. Σε σχέση με το θέμα του forum non conveniens είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι 8 και 11 έχουν αποτύχει να προσφέρει οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει ότι τούτο είναι η Ελλάδα. Με αναφορά σε νομολογία τόσο κυπριακή αλλά και ευρωπαϊκή ο ενάγοντας καταληκτικά ισχυρίζεται ότι τα κυπριακά δικαστήρια είναι τα δικαστήρια που έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή και είναι και τα πιο κατάλληλα να εκδικάσουν την αγωγή. Αιτείται συνεπώς την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Θεωρώ ορθό να ασχοληθώ πρώτα με τους λόγους ένστασης που δεν αφορούν το θέμα της δικαιοδοσίας και να εξετάσω στο τέλος το θέμα δικαιοδοσίας καθότι είναι κατά την άποψη μου το πλέον σημαντικό, καίριο και κρίσιμο. Δεν θα συμφωνήσω με τις θέσεις του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί με μεγάλη καθυστέρηση, είναι καταχρηστική και ότι οι αιτητές έχουν δεχθεί και υπαχθεί στην δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων. Απλή αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης το οποίο έχει λεπτομερώς αναφερθεί πιο πάνω, καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι 8 και 11 αιτητές, οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, ουδέποτε δέχθηκαν τη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων, αντίθετα όλα τα διαβήματα που έλαβαν στη διαδικασία και η καταχώρηση σχετικών αιτήσεων δεικνύουν ξεκάθαρα τη θέση και πρόθεση τους για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων. Ενόψει των γεγονότων αυτών κρίνω ότι οι αρχές που τέθηκαν στις υποθέσεις G.J Magdon Ltd v. A.L. Trading Ltd
(2001)1 AAΔ 2064 και στην αγωγή αρ.1661/2010 Ιωάννη Βασιλείου κ.α. ν. Ουρανία Γεωργίου Λευτέρη κ.α. δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Σημειώνω δε, όπως και οι εναγόμενοι 8 και 11 επισημαίνουν, ότι ο ενάγοντας χρειάστηκε 2 περίπου χρόνια για να καταχωρίσει την έκθεση απαίτησης του στην παρούσα αγωγή. Τα πιο πάνω λέγονται πέραν της γενικής αρχής ότι το ζήτημα αρμοδιότητας του δικαστηρίου είναι θέμα δημόσιας τάξης και μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο ακόμα και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Παναγιώτου ν. Χ΄ Κυριάκου
(1991)1 ΑΑΔ 362, Sevegep v. United Sea Transport Ltd and Another
(1989)1 CLR (G) 729 και Theofanous v. Georgiou
(1969)1 CLR 203. Σε σχέση με τη θέση του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση κακώς η υπό κρίση αίτηση δεν συνοδεύεται με ένορκη δήλωση και συνεπώς πάσχει δικονομικά αφού παραπέμπει σε έγγραφα στο φάκελο που δεν συνοδεύουν και/ή επισυνάπτονται στην αίτηση αναφέρω τα ακόλουθα. Βάση της αίτησης είναι μεταξύ άλλων η Δ.48 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με αυτήν «.if the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records,(δική μου υπογράμμιση) it shall be supported by affidavit». Είναι δηλαδή σαφές ότι εάν τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση δεν εμφαίνονται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή τον φάκελο τότε είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρχει ενισχυτική ένορκος δήλωση. Κατ΄ επέκταση στην περίπτωση βέβαια που τα γεγονότα προκύπτουν από τον δικαστηριακό φάκελο δεν είναι αναγκαίο όπως υπάρχει ένορκος δήλωση με γεγονότα. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Φιλίππου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας
(1997)1 ΑΑΔ
  1. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην πρόσφατη απόφαση Yugos Finance BV κ.α. ν. Halebay Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Αρ.180/2009 ημερ. 8.3.2013 η οποία όμως αφορούσε ένσταση που δεν συνοδευόταν με ένορκη δήλωση και στην οποία αναφέρθηκε ότι η παράλειψη καταχώρισης ένορκης δήλωσης δεν είναι μοιραία, έχει όμως ως αποτέλεσμα να λαμβάνονται υπόψη μόνο όσα γεγονότα είναι εμφανή από το φάκελο της αγωγής. Επομένως κοιτάζοντας και το σώμα της αίτησης και τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται σ΄ αυτήν τα οποία όντως προκύπτουν από το φάκελο, θεωρώ ότι δεν μπορεί να πετύχει αυτός ο λόγος ένστασης. Έχω τη θέση ότι εδώ είναι το κατάλληλο σημείο για να σχολιάσω τη θέση των εναγόμενων 8 και 11 - αιτητών ότι η ένορκος δήλωση της Μαρίας Ψάλτη που συνοδεύει την ένσταση είναι παράτυπη καθότι σε αυτήν δεν αναφέρονται γεγονότα απλά επαναλαμβάνονται νομικοί ισχυρισμοί. Σύμφωνα με την Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας «Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof». Παρατηρώντας την ένορκη δήλωση της κ. Μαρίας Ψάλτη θα συμφωνήσω με τη θέση των εναγόμενων 8 και 11 - αιτητών ότι αυτή περιέχει κυρίως νομικούς ισχυρισμούς ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης που φαίνονται στο σώμα της ένστασης. Εξήγηση για τούτο δίδεται στην ίδια την ένορκη δήλωση από την ενόρκως δηλούσα που αναφέρει ότι ο λόγος που προβαίνει σε νομικούς ισχυρισμούς είναι επειδή τα θέματα που εγείρονται είναι αμιγώς νομικά. Επομένως αν και αυστηρά ομιλούντες η θέση των αιτητών για το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κ. Μαρίας Ψάλτη φαίνεται να είναι σωστή, η φύση όμως του ζητήματος που εξετάζεται, που είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου, που όπως έχει και πιο πάνω αναφερθεί αλλά και θα επεκταθώ πλήρως πιο κάτω είναι ζήτημα που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, δεν θεωρώ ότι η ένορκος δήλωση του κ. Μαρίας Ψάλτη πρέπει να αγνοηθεί. Σημειώνω όμως ότι ακόμα και σε περίπτωση που θα έπρεπε να αγνοηθεί και πάλιν οι αιτητές έχουν την υποχρέωση να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους τους. Κατ΄ εφαρμογή των πιο πάνω αποφάσεων το Δικαστήριο σε τέτοια περίπτωση και πάλι θα ανέτρεχε στα στοιχεία του φακέλου για να εξετάσει την αίτηση. Όσα ανέφερα για το θέμα της μη καταχώρισης της ένορκης δήλωσης που να συνοδεύει την αίτηση των αιτητών, ισχύουν κατά την άποψη μου και σε σχέση με το λόγο ένστασης ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου με την αίτηση το διάταγμα του δικαστηρίου του οποίου επιδιώκεται η ακύρωση και/ή παραμερισμός δηλαδή το διάταγμα ημερομηνίας 19.12.
  2. Το εν λόγω διάταγμα είναι εντός του φακέλου του δικαστηρίου και κατ΄ αναλογία, τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω εφαρμόζονται με αποτέλεσμα και αυτός ο λόγος ένστασης να είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Θεωρώ ορθό στο στάδιο αυτό να σχολιάσω την θέση των εναγόμενων 8 και 11 ότι το δικαστήριο δεν θα πρέπει να λάβει υπόψη του την ένσταση του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση επειδή δεν υπάρχει σε αυτήν καμιά αναφορά στον ΕΚ 44/
  3. Παρατηρώντας την ένσταση όντως δεν υπάρχει αναφορά στον εν λόγω Kανονισμό στη νομική βάση. Η αρχή είναι ότι τα θέματα δικαιοδοσίας που είναι θέματα που και το δικαστήριο αυταπάγγελτα μπορεί να εξετάσει είναι θέματα τα οποία ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ανεξάρτητα του αν υπάρχει ή δεν υπάρχει ένσταση, ή νομότυπα καταχωρημένη ένσταση. Επομένως δεν θεωρώ ότι η μη συμπερίληψη του ΕΚ 44/2001 στη νομική βάση της ένστασης δημιουργεί οποιοδήποτε θέμα σε ότι αφορά την εξέταση και εξακρίβωση της δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων. Ακόμη και αν ολόκληρη η ένσταση του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση θα έπρεπε να αγνοηθεί, και πάλι θα ήταν οι αιτητές που έπρεπε να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους. Σε σχέση με τα όσα έχω αναφέρει στις αμέσως προηγούμενες παραγράφους και τη δυνατότητα να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο το περιεχόμενο του φακέλλου, παραπέμπω στις υποθέσεις Astor Manufacturing & Εxporting Co κ.α. ν. A.& G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 AAΔ 726 και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1Β ΑΑΔ
  1. Έρχομαι τώρα στο πιο σημαντικό και καταλητικής σημασίας θέμα που αφορά το θέμα της δικαιοδοσίας. Μία θέση που προβάλουν οι αιτητές είναι ότι στην αίτηση ημερομηνίας 17.1.13 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της παρούσας αγωγής μεταξύ άλλων στους εναγόμενους 8 και 11 και η οποία είναι εντός του φακέλου στην νομική βάση της δεν αναφέρεται ο ΕΚ 44/
  2. Τούτο σύμφωνα πάντα με την ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών έχει ως αποτέλεσμα η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση να πάσχει νομικά επί του ότι δεν έχει τεθεί επί αυτής η ορθή νομική βάση και συνεπώς και το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση είναι άκυρο. Σημειώνω ότι οι εναγόμενοι 8 και 11 δεν αμφισβητούν με αυτή την αίτηση τον τρόπο επίδοσης, την ορθότητα και/ή νομιμότητα του τρόπου επίδοσης. Επί αυτών αναφέρω τα ακόλουθα. Κατά πρώτο δεν θεωρώ ότι στην αίτηση για υποκατάστατο επίδοση ήταν αναγκαίο να συμπεριληφθεί ο Κανονισμός 44/
  3. Το δικαστήριο το οποίο εξέτασε την αίτηση στην βάση της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα - αιτητή και των τεκμηρίων που είχαν επισυναφθεί σε αυτήν ικανοποιήθηκε ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει καλή βάση αγωγής εναντίον των εναγομένων 8 και 11 γι΄ αυτό και εξέδωσε το σχετικό διάταγμα. Τονίζω ότι το τι χρειαζόταν ο αιτητής να αποδείξει στο στάδιο εκείνο ήταν «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» ή «καλή συζητήσιμη υπόθεση». Ο ενάγοντας είχε προμηθεύσει το δικαστήριο με όλα τα απαραίτητα στοιχεία με βάση τα οποία, σημειώνω ότι ήταν υπό άλλη σύνθεση Δικαστηρίου που έγινε η εξέταση της αίτησης και η έκδοση του σχετικού διατάγματος, και εξέδωσε το διάταγμα το οποίο έχει ισχύ και σύμφωνα με το οποίο μάλιστα έγινε και η επίδοση στους εναγόμενους 8 και 11 αιτητές. Το παρών δικαστήριο στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης δεν μπορεί να λειτουργήσει ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο του δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα ημερ. 19.12.12, το μόνο που καλείται να εξετάσει είναι το θέμα της δικαιοδοσίας και είναι σαφές ότι, εάν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι η αίτηση των εναγομένων 8 και 11 για το θέμα της δικαιοδοσίας, ότι δηλαδή τα κυπριακά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία και είναι τα ελληνικά δικαστήρια που έχουν δικαιοδοσία, αποδειχθεί ότι είναι ορθή, τότε οδηγούνται σε ακύρωση όλα όσα έχουν γίνει μέχρι τώρα σε ότι αφορά τους εναγόμενους 8 και 11 - αιτητές. Αναφέρομαι σχετικά στην υπόθεση Kolokoudias v. Varnavidou
(1998)1 CLR
  1. Επαναλαμβάνω τη θέση μου ότι δεν ήταν αναγκαία η συμπερίληψη του ΕΚ 44/2001 ως νομική βάση της αίτησης για υποκατάστατο επίδοση στον εναγόμενο 5, σημειώνω ότι βάση της εν λόγω αίτησης ήταν μεταξύ άλλων ο ΕΚ 1393/2007 που ήταν ο ορθός ευρωπαϊκός κανονισμός. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α. Πολιτικές Εφέσεις 23-29/2013 όπου ο Δικαστής Ερωτοκρίτου αναφέρει κάτω από τον τίτλο «νομική πτυχή» ότι σε αιτήσεις για υποκατάστατη επίδοση το ευρωπαϊκό δίκαιο που διέπει το θέμα καλύπτεται εμμέσως από τον ΕΚ 44/2001 και ευθέως από τον ΕΚ 1393/2007 ο οποίος είναι πιο εξειδικευμένος και αφορά ευθέως τον τρόπο επίδοσης και κοινοποίησης δικαστικών πράξεων σε αστικές υποθέσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενόψει των ανωτέρω έχω τη θέση ότι δεν τίθεται θέμα ακύρωσης του διατάγματος του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας επί του λόγου ότι δεν έχει αναφερθεί στο σώμα της αίτησης με την οποία ζητούσαν το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ο ΕΚ 44/
  2. Έρχομαι τώρα στο θέμα δικαιοδοσίας. Ξεκαθαρίζεται στο στάδιο αυτό ότι θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί κατά πόσο τα κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για εκδίκαση της παρούσας αγωγής με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι 8 και 11 είναι Έλληνες υπήκοοι που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα η οποία είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με βάση το Κεφ.ΙΙ άρθρο 2 του ΕΚ 44/2001 η γενική αρχή είναι ότι τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους. Σημειώνω βεβαίως ότι υπάρχουν και σχετικές επιφυλάξεις-εξαιρέσεις. Περαιτέρω, εάν διαπιστωθεί ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, εκτός από την περίπτωση που τίθεται θέμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας, το θέμα δεν τελειώνει εδώ αφού θα πρέπει να εξεταστεί και κατά πόσο τα κυπριακά δικαστήρια είναι το κατάλληλο forum για να εκδικαστεί η παρούσα αγωγή ή κατά πόσο οι αρχές που διέπουν το θέμα εξέτασης και διαπίστωσης του forum conveniens δείχνουν ότι τα Ελληνικά Δικαστήρια είναι το κατάλληλο forum. Σύμφωνα με το άρθρο 3.1 του ΕΚ44/2001 τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2-7 του κεφαλαίου που αφορά την Διεθνή Δικαιοδοσία. Σύμφωνα με το άρθρο 5.1 πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος «ως προς διαφορές εξ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου που εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή», σύμφωνα με το άρθρο 5.3 ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας», ενώπιον του δικαστηρίου που συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο αυτό γεγονός. Με βάση το άρθρο 6.
  3. το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί, εάν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους. Αναφέρω επίσης ότι σύμφωνα με το άρθρο 22.2 του ΕΚ 44/2001και κάτω από τον τίτλο «Αποκλειστική Διεθνής Δικαιοδοσία», αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία έχουν, μεταξύ άλλων, σε θέματα κύρους αποφάσεων των οργάνων εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο η εταιρεία το νομικό πρόσωπο ή η ένωση έχουν την έδρα τους. Προκειμένου να καθοριστεί η έδρα το δικαστήριο εφαρμόζει τους ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κανόνες του. Το θέμα της δικαιοδοσίας όπως έχει και πιο πάνω αναφερθεί είναι ζήτημα δημόσιας τάξης και μπορεί αυτεπάγγελτα να εγερθεί και να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο. O εναγόμενοι οι οποίοι όπως έχει ήδη αναφερθεί έχουν καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 20.3.14 δεν έχουν ακόμα καταχωρίσει την υπεράσπιση τους. Εντός του φακέλου του δικαστηρίου υπάρχει μόνο το κλητήριο ένταλμα που είναι γενικά οπισθογραφημένο και η έκθεση απαίτησης του ενάγοντα που καταχωρήθηκε στις 12.3.14 και επομένως ουσιαστικά μόνο από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα και την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάσταση επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και να αποφασίσει το θέμα δικαιοδοσίας. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι συμφωνώ με την θέση του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση ότι η συμπερίληψη της Δ.27 στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι λανθασμένη καθότι οι εναγόμενοι 8 και 11 δεν έχουν καταχωρίσει δικόγραφο, ήτοι υπεράσπιση, στην οποία να εγείρει νομικό ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί προδικαστικά. Η υπό κρίση αίτηση δεν είναι δικόγραφο και επομένως θεωρώ ότι η Δ.27 δεν έχει καμία απολύτως εφαρμογή στην παρούσα διαδικασία. Επομένως το θέμα της δικαιοδοσίας θα εξεταστεί με βάση τις σχετικές πρόνοιες του ΕΚ 44/2001 ενόψει της αίτησης αλλά και ως θέμα δημόσιας τάξης, στο στάδιο αυτό που εγείρεται από τους εναγόμενους 8 και 11 και με βάση το υλικό που υπάρχει στη διάθεση του δικαστηρίου. Στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Transport κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ 729, λέχθηκε ότι το θέμα της δικαιοδοσίας κρίνεται στη βάση της έκθεσης απαίτησης και των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάσταση επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and Others
(1993)1 ΑΑΔ 1030, Demstar Ltd v. Zim Navigation Co Ltd
(1996)1 AAD 597, Sait Electonic S.A. από Βρυξέλλες ν. The Ship "Dominique" and 2 others
(1989)1(E) AAΔ 365 και Her Brittanic Majestry's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1 ΑΑΔ
  1. Η έκθεση απαίτησης του ενάγοντα περιγράφει με λεπτομέρεια την βάση της αγωγής του. Πρόκειται για ισχυρισμούς για δόλο και απάτη, ψευδών παραστάσεων και μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων έναντι της εναγομένης 1 και μεταξύ άλλων των εναγομένων 8 και 11 ως αξιωματούχων της. Σχετική είναι η παράγραφος 23 της έκθεσης απαίτησης. Περαιτέρω ο ενάγοντας αποδίδει στην εναγόμενη 1 και μεταξύ άλλων των εναγόμενων 8 και 11 συμπεριφορά ανεπίτρεπτου επηρεασμού (undue influence). Σχετική είναι η παράγραφος
  2. Στην παράγραφο 24 επίσης αναφέρεται ευθύνη της εναγομένης 1 και των εναγομένων 8 και 11 για παράβαση καταπιστεύματος. Στην παράγραφο 25 υπάρχει σαφής θέση του ενάγοντα για παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης από πλευράς, μεταξύ άλλων, των εναγομένων 8 και 11 και στην παράγραφο 26 της έκθεσης απαίτησης ισχυρισμοί συνομωσίας. Οι παράγραφοι 27 και 28 της έκθεσης απαίτησης επίσης αναφέρουν ως βάση αγωγής έναντι των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και των εναγομένων 8 και 11, ψευδείς παραστάσεις, παραβίαση νόμιμων καθηκόντων, μη αποκάλυψη γεγονότων και έκδοση παραπλανητικών εγγράφων και μνημονίων και στην παράγραφο 34 της έκθεσης απαίτησης ο ενάγοντας εξειδικεύει τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί. Όλα τα πιο πάνω, σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης, έλαβαν χώρα εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σημειώνω, επίσης ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του ενάγοντα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 12.12.12 υπάρχει σαφής αναφορά ότι η αξίωση του εναντίον μεταξύ άλλων των εναγομένων 8 και 11 είναι για παράβαση σύμβασης που υπεγράφη στην Κύπρο και αστικά αδικήματα και οι εναγόμενοι 8 και 11 ως εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 1 την επίδικη περίοδο είναι κατάλληλοι και απαραίτητοι διάδικοι. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση επισυναφθεί επίσης όλα τα τεκμήρια που ο ενάγοντας βασίζει την αξίωση του. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι εναγόμενοι 8 και 11 είναι Έλληνες υπήκοοι και διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα. Εξού και προέκυψε και η ανάγκη για και επίδοση της αγωγής σε αυτούς εκτός δικαιοδοσίας. Θεωρώ από τα πιο πάνω ολοφάνερο ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του ΕΚ 44/2001 ο οποίος με βάση την απόφαση Ironhold Estates, T/A Henipa Hotel v. Τravelworld Vacation Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 452 έχει αυξημένη ισχύ έναντι των ημεδαπών νόμων και κανονισμών, με βάση τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία στο στάδιο που ζητείται από τους εναγόμενους 8 και 11 η διαπίστωση δικαιοδοσίας, έχει αποδειχθεί ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας αγωγής σε ότι αφορά τους εναγόμενους 8 και
  1. Υπάρχει επίκληση σύμβασης που έγινε στην Κύπρο μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης 1 της οποίας οι εναγόμενοι 8 και 11 ήταν διοικητικοί σύμβουλοι και αξιωματούχοι την δεδομένη στιγμή, συγκεκριμένα ότι συμβλήθηκε με αυτούς και αγόρασε αξιόγραφα κεφαλαίου και υπέστη ζημιά. Περαιτέρω υπάρχουν ισχυρισμοί και σε ότι αφορά τις αποφάσεις που λήφθηκαν από την εναγομένη 1 που είναι πρόσωπο νομικό με έδρα την Κύπρο και της οποίας είναι ισχυρισμός του ενάγοντας ότι οι εναγόμενοι 8 και 11 ως αξιωματούχοι της έχουν ευθύνη. Υπάρχει επίσης σαφής αναφορά ότι συνεπεία της αμέλειας που με λεπτομέρεια περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης μεταξύ άλλων και των εναγομένων 8 και 11 ως αξιωματούχων της εναγομένης 1, ο ενάγοντας υπέστη ζημιά στην Κύπρο. Είναι καταληκτικά η θέση μου ότι η βάση αγωγής του ενάγοντα σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης του αποκαλύπτει ότι υπάρχει ειδική δικαιοδοσία στα κυπριακά δικαστήρια να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή τόσο με βάση το άρθρο 5.1 αλλά και 5.3 του ΕΚ 44/
  2. Αναφέρω επίσης ότι εκ του περισσού θα μπορούσε να λεχθεί ότι εφόσον με την παρούσα αγωγή υπάρχει, έστω και εμμέσως αμφισβήτηση της ορθότητας της απόφασης της εναγομένης 1 να δημοσιεύσει ενημερωτικό δελτίο και πρόσκληση για εγγραφή για την αγορά αξιογράφων κεφαλαίου και εισαγωγή τους στο ΧΑΚ, μπορεί να λεχθεί ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία με βάση το άρθρο 22.2 του ΕΚ 44/2001 να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή εφόσον η εναγομένη 1 έχει την έδρα της στην Κύπρο. Σε τέτοια δε περίπτωση που τίθεται θέμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας, νοείται ότι δεν χρειάζεται να αποδειχθεί οτιδήποτε άλλο. Περαιτέρω είναι η θέση μου ότι ισχύουν και τυγχάνουν εφαρμογής και οι πρόνοιες του άρθρου 6.1 του ΕΚ 44/2001 σύμφωνα με το οποίο πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους αφού υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους. Όπως φαίνεται από το φάκελο η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον 17 εναγομένων, πλείστοι εκ των οποίων είναι στην Κύπρο. Τα θέματα που εγείρει η παρούσα αγωγή αφορούν και τους 17 εναγόμενους, είναι κοινά, και επομένως θεωρώ ότι με βεβαιότητα μπορεί να λεχθεί ότι ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως οι αγωγές εναντίον όλων των εναγομένων για να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από ξεχωριστή εκδίκασή τους. Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, στη περίπτωση που τα δικαστήρια της Κύπρου έχουν ειδική δικαιοδοσία για εκδίκαση της παρούσας αγωγής με βάση τα άρθρα 5.1 και 5.3 του ΕΚ 44/2001 δίνεται η ευχέρεια στην άλλη πλευρά, εδώ τους αιτητές, να ισχυριστούν ότι, σε ότι τους αφορά, η παρούσα αγωγή δεν πρέπει να δικαστεί στην Κύπρο λόγω του ότι η Κύπρος δεν αποτελεί το κατάλληλο μέρος - forum για την εκδίκαση της. Σχετικό είναι το διάταγμα υπ΄ αρ.3 που ζητούν με την αίτησή τους επικουρικά με την έκδοση άλλων διαταγμάτων. Αναφέρω όμως ότι σε καμία περίπτωση οι αιτητές δεν προβαίνουν σε καμία τέτοια αναφορά στην αίτησή τους. Σε κανένα σημείο της αγόρευσης τους δεν αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους τα ελληνικά δικαστήρια θα ήταν καλύτερα να δικάσουν την παρούσα αγωγή. Με βάση την νομολογία το δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει κάποιο άλλο αρμοδιότερο δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση έχοντας υπόψη τα συμφέροντα των διαδίκων αλλά και αυτά που αφορούν στην γενικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την νομολογία η ύπαρξη καταλληλότερης δικαιοδοσίας αποφασίζεται στη βάση διαφόρων παραγόντων μεταξύ των οποίων το στοιχείο του εφαρμοστέου δικαίου στην διαφορά, αριθμό και προέλευση μαρτύρων, τη δικαιοδοσία με την οποία η αγωγή έχει το στενότερο αλλά και πλέον αποτελεσματικό σύνδεσμο, την δικαστική δαπάνη και την ευχέρεια διεξαγωγής της δίκης. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd
(1986)3 All ER 843 και Λοΐζος Λουκά και Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζα Ελλάδος ΑΕ
(1999)1 ΑΑΔ 1328. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Zeeland Navigation Company Ltd v. Banque Worms
(2000)1(B) ΑΑΔ 707. Στην παρούσα περίπτωση οι εναγόμενοι 8 και 11 στους οποίους μετατοπίζεται το βάρος απόδειξης να αποδείξουν ότι υπάρχει καταλληλότερο forum αλλού, εφόσον το δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι υπάρχει δικαιοδοσία στα κυπριακά δικαστήρια να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, ουδέν έπραξαν, στην αγόρευσή τους δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε σχέση με αυτά τα θέματα. Η τύχη της αίτησης έχει σαφώς προδιαγραφεί. Εφόσον το παρών δικαστήριο έχει τη θέση ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, άνευ άλλου η αίτηση του αιτητή σε ότι αφορά το αιτητικό 1 απορρίπτεται. Σε ότι αφορά το αιτητικό 2 που είναι άμεσα συνυφασμένο με το θέμα της δικαιοδοσίας, και αυτό είναι καταδικασμένο σε αποτυχία και απορρίπτεται ενόψει των ανωτέρω. Το επικουρικό διάταγμα υπ΄ αρ.3 στην αίτηση και πάλιν εν όψει των όλων όσων έχουν με λεπτομέρεια αναφερθεί πιο πάνω και είναι σαφές ότι δεν μπορεί να ευσταθεί και συνεπώς επίσης απορρίπτεται. Καταληκτικά είναι η θέση μου ότι οι εναγόμενοι 8 και 11 - αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν τα όσα στην αίτηση τους ισχυρίζονται, η αίτηση τους απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα θεωρώ ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος απόκλισης από το συνήθη κανόνα σε ότι αφορά τα έξοδα που επιβάλλει όπως αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 8 και 11 - αιτητών όπως υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.