Δημοκρατία ν. Rdwan Bakdalya, Ποιν. Υπόθεση: 182/16, 3/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:14 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 182/16 Δημοκρατία v Rdwan Bakdalya Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 3 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Κυθραιώτου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η (Η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ και βάσει των οδηγιών του Δικαστηρίου ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας εμπλεκομένων ανήλικων προσώπων κατά τον επίδικο χρόνο των αδικημάτων.) Κατόπιν παραδοχής του ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: · Τρεις κατηγορίες για συμμετοχή σε σεξουαλική πράξη με παιδί κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 6
(3)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου Ν. 91(Ι)/2014(Κατηγορίες 2, 3 και 4) · Μία κατηγορία για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του Άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (Κατηγορία 5). ΓΕΓΟΝΟΤΑ Μετά την διεξαγωγή Newton Trial και τη συνακόλουθη έκδοση ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 17.5.16, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν διαμορφωθεί ως ακολούθως: Η Παραπονούμενη γεννήθηκε στη Λευκωσία στις 13.8.
- Ο Κατηγορούμενος κατάγεται από τη Συρία, γεννήθηκε την 1.1.1991 και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν παντρεμένος με Κύπρια αλλά βρίσκονταν σε διάσταση. Περί τον Σεπτέμβριο 2014 οι δύο γνωρίστηκαν και την 25.10.2014 σύναψαν σχέση η οποία οδήγησε στο να συζούν. Κατά την αρχή της σχέσης τους ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι η Παραπονούμενη δεν είχε ακόμη γίνει 17 ετών, πράγμα που έμαθε όμως σε μεταγενέστερο στάδιο της σχέσης. Η συγκατοίκηση Κατηγορουμένου και Παραπονούμενης δεν ήταν συνεχής και αδιάλειπτη, αλλά μέχρι και την καταγγελία της υπόθεσης χώρισαν αρκετές φορές και τα ξανάβρισκαν. Ο Κατηγορούμενος ήρθε σε συνουσία με την Παραπονούμενη μεταξύ των χρόνων και τόπων που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των Κατηγοριών 2, 3 και 4 και οι σεξουαλικές τους επαφές λάμβαναν χώρα χωρίς τη χρήση προφυλακτικού ο δε Κατηγορούμενος εκσπερμάτωνε μέσα στον κόλπο της Παραπονούμενης. Αποτέλεσμα της σεξουαλικής επαφής μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2015 ήταν η Παραπονούμενη να μείνει έγκυος όμως απέβαλε τον Μάιο 2015 και υποβλήθηκε σε απόξεση από γυναικολόγο. Ο Κατηγορούμενος δεν ήταν το πρώτο άτομο με το οποίο η Παραπονούμενη είχε σεξουαλική σχέση. Περί την 22.12.2015 η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος χώρισαν. Την 28.12.2015 η Παραπονούμενη περπατούσε με φίλους της στο Καϊμακλί και ο Κατηγορούμενος σταμάτησε τη μηχανή του και άρχισε να της φωνάζει να πάει δίπλα του. Η Παραπονούμενη τον αγνόησε και όταν ο Κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει του ζήτησε να την αφήσει ήσυχη. Τότε ο Κατηγορούμενος την πλησίασε, την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε κοντά του κρατώντας το χέρι της σφικτά με αποτέλεσμα η Παραπονούμενη να πονέσει. Από ιατρική εξέταση διαπιστώθηκε ότι από την προαναφερόμενη επίθεση η Παραπονούμενη υπέστη κάκωση μαλακών μορίων και υποδόριο αιμάτωμα μεσότητας αριστερού αντιβραχιόνιου διαστάσεων 2εκ μήκους και 1εκ πλάτους. Η Παραπονούμενη έτυχε επίσης εξέτασης από Κλινική Ψυχολόγο στο πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, η οποία διέγνωσε ότι η Παραπονούμενη έχει αναπτύξει μία ψευδο-ωριμότητα ως μηχανισμό επιβίωσης, ενώ διαπιστώθηκε ότι το νοητικό της επίπεδο αντιστοιχεί στο επίπεδο του κατώτερου φυσιολογικού. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η Παραπονούμενη δημιούργησε σχέση με τον Κατηγορούμενο επειδή θεωρούσε ότι με αυτόν τον τρόπο θα προχωρούσε τη ζωή της με ασφάλεια, αναπτύσσοντας εξαρτητική σχέση μαζί του. Κρίθηκε ότι χρήζει ψυχολογικής βοήθειας λόγω ευαλωτότητας και συναισθηματικής φόρτισης που κουβαλά από τα δύσκολα χρόνια της ζωής της, το συγκρουσιακό, κακοποιητικό και παραμελητικό οικογενειακό της περιβάλλον όπου ο πατέρας της είχε καταδικαστεί για σεξουαλική παρενόχληση της αδελφής της την οποία είχε υιοθετήσει. Η Παραπονούμενη χρειάζεται να καθοδηγηθεί να κατευθύνει τη ζωή της προστατευτικά προς την ίδια και να οργανώσει καλή ρουτίνα, να κοινωνικοποιηθεί και να κτίσει γύρω της προστατευτικό δίκτυο. Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση 22802/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 30.1.2014 που αφορούσε το αδίκημα της εισόδου στη Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 45 ημερών. Αγόρευση για μετριασμό της ποινής Στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορουμένου αναγνώρισε ότι αδικήματα που στρέφονται κατά των ηθών και προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος προκαλούν αισθήματα αποστροφής στους υγιείς πολίτες με αποτέλεσμα να προβάλλει η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Παρά ταύτα ζήτησε όπως η παρούσα διαφοροποιηθεί από άλλες παρόμοιας φύσης υποθέσεις. Όπως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη είχαν ολοκληρωμένες σχέσεις από την αρχή της σχέσης τους και διέμεναν ως ένα κανονικό ζευγάρι, τους πρώτους δε μήνες η σχέση αυτή ήταν πολύ αρμονική. Ο αδελφός της Παραπονούμενης γνώριζε το δεσμό αυτό και ενίοτε διέμενε και μαζί τους. Ο Κατηγορούμενος αγαπούσε και ακόμη αγαπά την Παραπονούμενη γι' αυτό σκόπευαν και να παντρευτούν. Η μητέρα της Παραπονούμενης γνώριζε τη σχέση και αρχικά δεν αντέδρασε αλλά σε μετέπειτα στάδιο, ένεκα του ότι δεν ήθελε η σχέση αυτή να συνεχιστεί, κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο στο ΤΑΕ ώστε να τη διαλύσει. Ο ευπαίδευτος συνήγορος επισήμανε το γεγονός ότι ο λόγος για τον οποίο θεωρείται ότι δεν υπήρχε η συναίνεση της Παραπονούμενης έγκειται απλώς στην ηλικία της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σε σχέση με τη μη χρήση προφυλακτικού θέση του κ. Κυριακίδη ήταν ότι η μεν σεξουαλική επαφή χωρίς τη χρήση τέτοιου οφείλετο στο ότι δεν άρεσε στον Κατηγορούμενο, η εκσπερμάτωση όμως στον κόλπο της Παραπονούμενης αποτελούσε επιθυμία της ίδιας. Πέραν των πιο πάνω ο κ. Κυριακίδης μάς ζήτησε να λάβουμε υπόψη τους πιο κάτω μετριαστικούς παράγοντες οι οποίοι εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να προσμετρήσουν προς όφελός του Κατηγορουμένου στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής: (i) Την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και την αυθόρμητη συνεργασία του με την Αστυνομία. (ii) Το γεγονός ότι ένεκα της παραδοχής του Κατηγορουμένου αποφεύχθηκε η παρουσία της Παραπονούμενης στο Δικαστήριο και η υποβολή της στη δοκιμασία να βιώσει εκ νέου τις τραυματικές της εμπειρίες. (iii) Το γεγονός ότι η εγκληματική του συμπεριφορά περιορίστηκε σε ένα μόνο πρόσωπο. (iv) Το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο της διάπραξης του αδικήματος είχε συμπληρώσει το 23ο έτος της ηλικίας του. Εισηγήθηκε ότι κατά την επιβολή της ποινής σε ένα νεαρό πρόσωπο προέχει η αναμόρφωση και όχι η τιμωρία. (v) Τις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του Κατηγορουμένου. Νομική πτυχή Χωρίς αμφιβολία τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά, ιδιαίτερα αυτά των Κατηγοριών 2, 3 και
- Σημειώνουμε ότι για το αδίκημα της συμμετοχής σε σεξουαλική πράξη με παιδί στο Άρθρο 6
(3)του Ν.91(Ι)/14 προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα 20 έτη. Για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη στο Άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προβλέπεται ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη. Οι ποινές αυτές αντικατοπτρίζουν τη σοβαρότητα που προσδίδεται στα συγκεκριμένα εγκλήματα από το Νομοθέτη και αντανακλούν τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις τους[1]. Από την ίδια τη φύση τους τα σεξουαλικά αδικήματα προκαλούν αποτροπιασμό. Καθίστανται δε ιδιάζουσας σοβαρότητας όταν αυτά διαπράττονται σε βάρος παιδιών. Τα Δικαστήρια μας έχουν σε παρόμοιας φύσης αδικήματα με τα υπό εξέταση, αντιμετωπίσει με αυστηρότητα παραβάτες αυτού του είδους. Έχοντας υπόψη τα κοινωνικά ήθη του τόπου και γενικά το χαρακτήρα και τις υψηλές, ευτυχώς ακόμα, ηθικές αξίες της Κυπριακής κοινωνίας θεώρησαν ότι παρόμοιες παράνομες πράξεις του είδους που διέπραξε ο Κατηγορούμενος πλήττουν ακριβώς τα πιο πάνω και σείουν τα θεμέλια της ηθικής τάξης του τόπου. Ταυτόχρονα, τονίστηκε το μέγεθος των συνεπειών σε παιδιά, θύματα τέτοιων αποτρόπαιων πράξεων, στον ψυχικό τους κόσμο και τη δυσκολία επούλωσης των ψυχικών τραυμάτων που αυτές προκαλούν. Η ανάγκη για προστασία ατόμων που δεν έχουν συμπληρώσει την ηλικία συναίνεσης (η οποία στο Άρθρο 2 του Ν.91(Ι)/14 ορίζεται στα 17 έτη) προβάλλει από το ότι τέτοια άτομα θεωρούνται λόγω ηλικίας ανίκανα να συγκατατεθούν σε σεξουαλικές πράξεις. Συνεπώς ο Νόμος εκλαμβάνει ότι, ακόμη και αν η ανήλικη Παραπονούμενη με τη θέληση της είχε σεξουαλικές σχέσεις με τον Κατηγορούμενο, δεν υφίστατο η αναγκαία συναίνεση για την τέλεση της σεξουαλικής πράξης αυτής. Οι Νόμοι αυτοί έχουν ως στόχο την παροχή προστασίας σε ανήλικα πρόσωπα έναντι ενηλίκων οι οποίοι λόγω οικονομικών, κοινωνικών και νομικών παραγόντων βρίσκονται σε θέση ισχύος (βλ. «State Legislators' Handbook for Statutory Rape Issues» του Office for Victims of Crime του Αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης[2]). Παραθέτουμε απόσπασμα από το Σύγγραμμα «Adolescent Sexual Behavior and the Law» των Brittany Logino Smith και Glen A. Kercher[3] όπου στη σελ. 7 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Although 'statutory rape' is rarely used in the language of the laws, the term is typically recognized as encompassing the intent of several other named laws such as sexual assault, sexual assault of a minor, rape of a child, corruption of a minor, carnal knowledge of a minor, unlawful carnal knowledge, sexual misconduct or child molestation to name a few. The predominant rationale of statutory rape laws is to protect minors who are said to be incapable of consenting to sexual intercourse or other sexual activities, due to their lack of experiences to make mature, informed decisions. It is believed that youth below the age of consent are less likely to understand and consider the potential consequences of sexual activities, such as sexually transmitted diseases and pregnancies. These minors are also argued to be unequal to adults, socially, economically and legally. Because of this, statutory rape laws have been introduced to reduce the power adults may have over minors. These laws do consider that minors will consent to sex. It is the basis for the laws that even if minors consent, adults cannot engage in sexual activity with them because of the power they have over minors.». Όπως αναφέρεται και στο επίσημο εγχειρίδιο του Ηνωμένου Βασιλείου «Safeguarding Children and Young People from Sexual Exploitation - Supplementary Guidance to Working Together to Safeguard Children»[4] η σεξουαλική κακοποίηση μπορεί να λάβει πολλές μορφές μεταξύ αυτών και οι παρουσιαζόμενες ως 'συναινετικές' σχέσεις, αλλά αυτό που χαρακτηρίζει τις σχέσεις αυτές είναι η ανισότητα. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από το Κεφ. 3 του πιο πάνω Συγγράμματος: «Sexual exploitation can take many forms from the seemingly 'consensual' relationship where sex is exchanged for attention/affection, accommodation or gifts, to serious organised crime and child trafficking. What marks out exploitation is an imbalance of power within the relationship. The perpetrator always holds some kind of power over the victim, increasing the dependence of the victim as the exploitative relationship develops». Και πιο κάτω στην παράγραφο 1.3 αναφέρονται τα εξής: «In all cases, those exploiting the child/young person have power over them by virtue of their age, gender, intellect, physical strength and/or economic or other resources. Violence, coercion and intimidation are common, involvement in exploitative relationships being characterised in the main by the child or young person's limited availability of choice resulting from their social/economic and/or emotional vulnerability». Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι η δημιουργία σχέσης στην οποία το θύμα έχει περιορισμένες επιλογές, πράγμα που φαίνεται και από το ότι σύμφωνα με την ψυχολογική της αξιολόγηση η Παραπονούμενη ανέπτυξε εξαρτητική σχέση με τον Κατηγορούμενο. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα «Sexual Offences Law & Practice» των Rook & Ward, 4η έκδοση σελ. 15 όσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά ηλικίας τόσο ψηλότερη θα πρέπει να είναι η ποινή[5]. Θεωρούμε χρήσιμη στο σημείο αυτό την Αγγλική Νομολογία αναφορικά με τις ποινές που επιβλήθηκαν για αδικήματα κατά παράβαση του Άρθρου 9 του Sexual Offences Act 2003 που αναφέρεται στο αδίκημα σεξουαλικής δραστηριότητας με παιδί («sexual activity with a child»). Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την επιμέτρηση είναι η διαφορά ηλικίας μεταξύ Κατηγορουμένου και θύματος («age disparity») και η ύπαρξη οποιωνδήποτε επιβαρυντικών παραγόντων όπως π.χ. μία ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη που προκλήθηκε ως αποτέλεσμα της σεξουαλικής σχέσης μεταξύ Κατηγορουμένου και θύματος αλλά και η απόσταση της ηλικίας του θύματος από την ηλικία συναίνεσης[6]. Σημειώνουμε πως στον Ν. 91
(1)/14 με το Άρθρο 12
(2)καθίστανται νόμιμες οι συναινετικές σεξουαλικής δραστηριότητας παιδιού κάτω των 17 ετών με ενήλικα όταν «.η διαφορά ηλικίας μεταξύ των δύο δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια.». Στην παρούσα περίπτωση η διαφορά ηλικίας ήταν έξι χρόνια (16,5 με 23) πράγμα το οποίο την κατατάσσει στις παράνομες σεξουαλικές πράξεις με παιδί ακόμα και με δεδομένη τη συναίνεση της Παραπονούμενης. Όταν καθίσταται αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι οι προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις του κατηγορουμένου λαμβάνονται μεν υπόψη στα πλαίσια της εξατομίκευσης, αυτό όμως γίνεται στο βαθμό και την έκταση που δεν εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η ποινή και την ανάγκη για παραδειγματική τιμωρία. Χωρίς να μειώνουμε καθ' οιονδήποτε τρόπο την σοβαρότητα των αδικημάτων, όμως, θα συμφωνήσουμε ότι η παρούσα δεν κατατάσσεται στην κατηγορία των πλέον σοβαρών του είδους. Αφενός η Παραπονούμενη κατά το χρόνο που άρχισε η σχέση της με τον Κατηγορούμενο ήταν 16 ½ χρονών, σε λίγους δε μήνες θα βρισκόταν σε ηλικία συναίνεσης[7]. Η ηλικία του θύματος είναι παράγοντας που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής[8]. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Αναστάσιος Ηροδότου ECLI:CY:AD:2015:D230, Ποιν. Εφ. 120/13 ημερ. 30.3.2015 στην οποία παρέπεμψε και ο κ. Κυριακίδης: «Δεν απαιτείται για τις ανάγκες της παρούσας να προδιαγράψουμε πλαίσια. Τα όρια, όμως, ηλικίας που τίθενται σε παρόμοια νομοθετήματα στην Κύπρο ή σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ή μη, είναι ένα στοιχείο που μπορεί να ληφθεί ενδεικτικά υπόψιν ως προς τη γενικότερη θεώρηση του πράγματος, που σε τελευταία ανάλυση δεν εγείρει νομικό πρόβλημα, αλλά ζήτημα μιας ευρύτερης πολιτισμικής αντίληψης για την κοινωνική αξία της παιδικότητας και τη συνεπακόλουθη ανάγκη για έννομη προστασία της». Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, όμως, τονίζουμε ότι η ευθύνη παραμένει πάντοτε στον ενήλικα να ελέγξει την κατάσταση. Ο Κατηγορούμενος ήταν 7 χρόνια μεγαλύτερος από την Παραπονούμενη και παντρεμένος, έστω και αν με τη σύζυγο του βρισκόταν σε διάσταση. Ήταν συνεπώς άτομο με εμπειρίες σε σχέσεις και όφειλε να ενεργήσει με υπευθυνότητα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ανεύθυνη επιλογή του για τέλεση της σεξουαλικής πράξης χωρίς τη χρήση προφυλακτικού, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα εγκυμοσύνη. Είναι προφανές πως με την εξέλιξη αυτή οποιοδήποτε κατάλοιπο παιδικής αθωότητας είχε παραμείνει εξαφανίστηκε μέσω αυτής της σχέσης, έστω και αν ο Κατηγορούμενος δεν ήταν το πρώτο άτομο με το οποίο η Παραπονούμενη είχε σεξουαλική επαφή. Και όλα αυτά ενώ, όπως φαίνεται από τη ψυχολογική αξιολόγηση, λόγω των τραγικών οικογενειακών της συνθηκών δημιούργησε σχέση με τον Κατηγορούμενο στην προσπάθεια της να προχωρήσει τη ζωή της με ασφάλεια. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι τουλάχιστον σε σχέση με την Κατηγορία 4, η σεξουαλική επαφή λάμβανε πλέον χώρα ενώ ο Κατηγορούμενος γνώριζε με βεβαιότητα πλέον ότι η Παραπονούμενη δεν είχε φτάσει την ηλικία συναίνεσης. Είναι εμφανές λοιπόν ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου έχει, δυστυχώς, αφήσει ανεξίτηλα τραύματα στον ψυχισμό της Παραπονούμενης τα οποία αποτελούν ακόμη ένα επιβαρυντικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση και δείχνουν το μέγεθος της σοβαρότητας που τα αδικήματα του είδους που ο Κατηγορούμενος διέπραξε προσλαμβάνουν. Στην απόφαση Μάμας Κυριάκου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.141 η οποία αφορούσε σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκου βάσει του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Ν. 3
(1)/2000 αποφασίστηκε ότι η περίπτωση του εκεί εφεσείοντα ηλικίας 23 ετών μειωμένης αντιληπτικής ικανότητας ο οποίος παρέσυρε ανήλικη ηλικίας 9 ½ ετών στο σπίτι του για να την εκμεταλλευθεί σεξουαλικά δεν δικαιολογούσε πολυετή φυλάκιση, αλλά δικαιολογούσε τη φυλάκιση των 2 ½ ετών που είχε επιβάλει το Κακουργιοδικείο, η οποία και επικυρώθηκε. Αναφέρθηκαν τα εξής, τα οποία θεωρούμε ότι τυγχάνουν εφαρμογής και σε σχέση με τον πιο πρόσφατο Ν.91(Ι)/2014(παρά το ότι τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται): «Η πρώτη εισήγηση του δικηγόρου του εφεσείοντος μας βρίσκει σύμφωνους. Πράγματι, ο Νόμος 3(Ι)/2000 έχει ως βασικό σκοπό την αντιμετώπιση της οργανωμένης σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας ανθρώπων. Η εμβέλεια του, όμως, καλύπτει και μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως αυτή του εφεσείοντος. Το αδίκημα της «σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου», με την έννοια της παρότρυνσης ή εξαναγκασμού ανηλίκου να συμμετάσχει σε σεξουαλική δραστηριότητα, τη διάπραξη του οποίου παραδέχθηκε ο εφεσείων, τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)(β) του Νόμου 3(Ι)/2000, με φυλάκιση μέχρι 20 έτη. Αναμφίβολα, η περίπτωση του εφεσείοντος δεν δικαιολογούσε πολυετή φυλάκιση. Δικαιολογούσε, όμως, τη φυλάκιση των 2 ½ ετών που επέβαλε το Κακουργιοδικείο. Ο εφεσείων ήταν 23 ετών, ενώ η ανήλικη ήταν μόλις 9 ½ ετών». Υπενθυμίζουμε, επίσης, ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν σε προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση γιατί, έστω και αν μπορούν να εντοπισθούν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει ταυτοσημία[9]. Οι αποφάσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια υπόψη επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων. Όμως, όπως τονίστηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, με τις ποινές που επιβάλλονται, δεν καθορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά τον χρόνο διάπραξής τους. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, από τον τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σόλωνα Νικήτα, δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του Δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα ισχύσει η διατίμηση όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Αδικήματα του είδους που ο Κατηγορούμενος διέπραξε άρχισαν, δυστυχώς, να προσλαμβάνουν ανησυχητικές διαστάσεις κάτι το οποίο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε εντός των πλαισίων της δικαστικής μας γνώσης από τις υποθέσεις που επιλαμβανόμαστε συχνά. Δυστυχώς ζούμε πλέον σε μία εποχή όπου η διάπραξη αδικημάτων της φύσης όπως τα επίδικα αποτελεί συχνό φαινόμενο. Όταν δε, παρατηρείται ένα τέτοιο φαινόμενο η ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου εμφανίζεται επιτακτική, το δε στοιχείο της αποτροπής καθίσταται εντονότερο στον καθορισμό της ποινής χωρίς, βέβαια, η υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής να ατονεί[10]. Τα Δικαστήρια λοιπόν έχουν καθήκον να προστατεύσουν αποτελεσματικά μέσω των αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών που επιβάλλουν, τα θύματα αλλά και, κατά προέκταση, την οικογένεια και ευρύτερα την κοινωνία μας. Παρά τη διαπιστωμένη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και την ανάγκη για επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής το καθήκον προς εξατομίκευση υπάρχει πάντοτε και δεν ατονεί, ούτως ώστε αυτή να προσιδιάζει στις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου. Στα πλαίσια του καθήκοντος μας αυτού λαμβάνουμε υπ΄ όψιν τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (i) Την πλήρη συνεργασία με τις Αστυνομικές Αρχές και την ομολογία του Κατηγορουμένου στην Αστυνομία κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης. (ii) Την παραδοχή του και στο Δικαστήριο η οποία σαφώς διέσωσε πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα. Είναι γνωστή η αρχή ότι κατηγορούμενος που παραδέχεται δικαιούται έκπτωσης στην ποινή. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.». Παρά το γεγονός ότι, λόγω διάστασης επί των γεγονότων όπως αυτά αρχικά τέθηκαν από την ευπαίδευτο συνήγορο για την Κατηγορούσα Αρχή, η Παραπονούμενη αναγκάστηκε να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας Newton Trial εντούτοις εν όψει της ενδιάμεσης μας Απόφασης ημερ. 17.5.2016 αυτό δεν θα πρέπει να μετρήσει επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο, αφού τελικώς η θέση αυτού έγινε ουσιαστικά αποδεκτή. (iii) Το νεαρό της ηλικίας του που τον εντάσσει στη γενικότερη κατηγορία των νεαρών προσώπων και δικαιούται υπό τις περιστάσεις της παρούσας να τύχει επιεικέστερης μεταχείρισης. (
- iv)Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις με βάση τα όσα προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα έχει αναπτύξει ενώπιον μας ο συνήγορός του. Όπως φαίνεται από την προαναφερόμενη Έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 25 ετών και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης στη Συρία. Ο πατέρας του σκοτώθηκε πρόσφατα σε πολεμική σύγκρουση στη χώρα του και η μητέρα του είναι πολιτικός πρόσφυγας στη Σουηδία. Φοίτησε μόνο μέχρι την Γ' Τάξη Γυμνασίου και ήρθε στην Κύπρο το 2009 για σκοπούς εργασίας. Συνελήφθηκε και απελάθηκε, και με την επιστροφή του στη Συρία υπηρέτησε τη θητεία του στο στρατό, εγκατέλειψε όμως τη Συρία επειδή δεν ήθελε να πολεμά. Έφτασε εκ νέου στην Κύπρο μέσω κατεχομένων και τέλεσε γάμο με Κύπρια, ο οποίος διήρκεσε ένα χρόνο. (
- v)Το γεγονός ότι η σωματική βλάβη που προκλήθηκε στην Παραπονούμενη όταν ο Κατηγορούμενος την άρπαξε από το χέρι δεν ήταν σοβαρής φύσης. Όσον αφορά το ιστορικό του δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει προς όφελος του το λευκό ποινικό μητρώο εφόσον βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη σε αδίκημα που αφορά είσοδο στη Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι. Αυτό, βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως θα τιμωρηθεί για δεύτερη φορά για τα παλαιότερα αδικήματα του. Όπως είναι πάγια νομολογημένο η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μικρό ή μεγάλο, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των παλαιών αδικημάτων την επιείκεια που δύναται να επιδειχθεί[11]. Στην παρούσα περίπτωση επισημαίνουμε λοιπόν από τη μία πως η προηγούμενη καταδίκη καταδεικνύει μεν κάποια παλαιότερη παραβατική συμπεριφορά η οποία στερεί από τον ίδιο μέρος της επιείκειας, αλλά από την άλλη δεν παραγνωρίζουμε πως πρόκειται για αδίκημα άσχετο με τα επίδικα και το οποίο δεν καταδεικνύει κάποια τάση ή ροπή προς συγκεκριμένη εγκληματική συμπεριφορά. Παρότι λοιπόν συνεκτιμάται διευκρινίζουμε ότι δεν επιδρά ουσιωδώς είτε στο είδος είτε στο ύψος της ποινής μας. Συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις, κρίνουμε ότι η επιβολή στον Κατηγορούμενο στερητικής της ελευθερίας του ποινής προβάλλει ως αναπόφευκτη. Επισημαίνουμε ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει. Όσον αφορά το ύψος της αυτή θα αντανακλά κατά τρόπο ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Δεν παραγνωρίζουμε επίσης ότι λόγω αδυναμίας του Κατηγορουμένου να ικανοποιήσει τους τεθέντες όρους αυτός παρέμεινε για κάποιο διάστημα υπό κράτηση. Με αυτά κατά νουν κρίνουμε αρμόζουσες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: · Στην 2η Κατηγορία φυλάκιση 18 μηνών · Στην 3η Κατηγορία φυλάκιση 18 μηνών · Στην 4η Κατηγορία φυλάκιση 2 ετών · Στην 5η Κατηγορία φυλάκιση 2 μηνών Οι ποινές να συντρέχουν. Η έκτιση των ποινών αρχίζει από 22.3.2016 ημερομηνία από την οποία αυτός τέθηκε υπό κράτηση. Όλα τα τεκμήρια κατάσχονται προς καταστροφή. (Υπ.) .................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ) .................... Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.)..................... Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δέστε Zulfigar Ali Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489,
- [2] Έκδοση Φεβρουαρίου 2000 σελ.
- [3] Crime Victims' Institute, Criminal Justice Center, Sam Houston State University [4] Το εγχειρίδιο αυτό εξεδόθη συμπληρωματικά του εγχειριδίου με τον ίδιο τίτλο του 2006 δυνάμει του αρ. 7 του Local Authority Social Services Act 1970 και του αρ. 16 του Children's Act 2004 [5] «The Guideline stresses that the youth or old age of a victim should be an aggravating feature. In addition, in principle, the younger the child and the greater the age-gap between the offender and the victim, the higher the sentence should be». [6] Βλ. R. v. Peter Michael Hines-Randle
(2011)EWCA Crim 1736, R. v. Richardson
(2015)EWCA Crim 1682, και R. v. Wayne Gary Frew
(2008)EWCA Crim 1029. [7] Σημειώνουμε ότι σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο η ηλικία συναίνεσης είναι 16 ετών. [8] State Legislators' Handbook for Statutory Rape Issues (πιο πάνω) σελ. 3: «Age of the minor and /or age of the offender. By statute, a number of States have determined that the age of the minor and/or the age of the defendant should be a factor in sentencing». [9] Δέστε Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ. 123. [10] Δέστε Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282, 295. [11] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο