← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Αντώνη Νικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 894/15, 20/5/2016

Δημοκρατία ν. Αντώνη Νικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 894/15, 20/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:10 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 894/15 Μεταξύ: Δημοκρατία ν.

  1. Αντώνη Νικολάου
  2. Άθου Χαραλάμπους
  3. Νέαρχου Μαλεκκίδη
  4. Αχιλλέα Παφίτη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα A. Σιαπανή για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης με κ. Χριστοδούλου Για τους Κατηγορούμενους 3 και 4: κ. Μ. Κιτρομηλίδης Κατηγορούμενοι 2, 3, 4 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 (εφεξής «οι Κατηγορούμενοι») αντιμετωπίζουν από κοινού τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες: Κατηγορία 1: Συνωμοσία προς διάπραξη του κακουργήματος της κατοχής κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλους κατά παράβαση του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα και του Άρθρου 6

(3)του Ν.29/77. Κατηγορία 2: Κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 999,1γρ. κοκαΐνης κατά παράβαση των Άρθρων 6
(1),
(2)και 30-31Α του Ν.29/77. Κατηγορία 3: Κατοχή του πιο πάνω ελεγχομένου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 6
(1),
(3)και 30Α του Ν.29/
  1. Σημειώνουμε ότι ο πρώην Κατηγορούμενος 1 μετά την έναρξη της ακρόασης παραδέχθηκε ενοχή, σε κάποιες κατηγορίες που τον αφορούσαν, και του έχει ήδη επιβληθεί ποινή, ενόψει της δηλωθείσας τότε πρόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής και προθυμίας του ιδίου να κληθεί ως μάρτυρας στην υπόθεση. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι πως στις 23.3.15 οι Κατηγορούμενοι αφού συμφώνησαν μεταξύ τους και με άλλο πρόσωπο έφθασαν με δύο οχήματα σε απόμερο ύψωμα στην περιοχή Χαλεπιανές όπου ο πρώην Κατηγορούμενος 1 θεάθηκε λίγο νωρίτερα να αποκρύβει την επίδικη ποσότητα κοκαΐνης. Η υπεράσπιση που προώθησαν οι Κατηγορούμενοι είναι ο μεν Κατηγορούμενος 2 ότι αντιλήφθηκε κίνηση και από περιέργεια οδήγησε το αυτοκίνητο του εκεί, ο Κατηγορούμενος 3 ότι βρέθηκε εκεί όντας συνοδηγός στο εν λόγω αυτοκίνητο και χωρίς να αντιληφθεί πού κατευθύνοντο, και ο Κατηγορούμενος 4 ότι απλώς ακολουθούσε με μοτοσικλέτα τον φίλο του (Κατηγορούμενο 2) που οδηγούσε το αυτοκίνητο, υποστηρίζοντας ουσιαστικά όλοι ότι καμιά γνώση ή σχέση είχαν με την ανευρεθείσα κοκαΐνη. Μαρτυρία: Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε επτά μάρτυρες. Ο Μ.Κ.1 Α/Αστ. 2554 Χ. Μιχαήλ στη γραπτή κατάθεση του, Έγγραφο 1, ανέφερε μεταξύ άλλων, πως στις 23.3.15 μετά που ορίστηκε ως χειριστής τεκμηρίων, μετέβη στη σκηνή και παρέλαβε δεόντως δύο σακούλια με κοκαΐνη κατόπιν υποδείξεων. Το ένα ήταν βάρους περί το ένα κιλό κρυμμένο κάτω από ελαστικό και το άλλο βάρους περί τα 50γρ. σε χωράφι. Ο ίδιος φωτογράφησε τόσο τα αντικείμενα αυτά όσο και τη σκηνή γενικότερα. Αργότερα και σε διάφορα στάδια παρέλαβε από συναδέλφους του διάφορα άλλα τεκμήρια σχετιζόμενα με την υπόθεση όπως τσάντα, κινητά τηλέφωνα, €1.310, σπαστήρες, διάφορα έγγραφα, ενδύματα, φορητούς Η/Υ και i-pad. Στη συνέχεια της κατάθεσης του περιέγραψε την παράδοση ορισμένων τεκμηρίων για επιστημονικές εξετάσεις ή για φύλαξη. Κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε και παρουσίασε ως Τεκμήριο Α Αστυνομικό Κατάλογο Τεκμηρίων, καθώς και τα αναφερόμενα σε αυτόν ως Τεκμήρια 1-20 αντιστοίχως (αφού μεσολάβησε δίκη εντός δίκης για τα παρειακά επιχρίσματα του πρώην Κατηγορούμενου 1 - Τεκμήριο 3). Δηλώθηκαν δε ως παραδεκτά γεγονότα τα όσα καταγράφονται στον κατάλογο, Τεκμήριο Α, καθώς και η νομότυπη διακίνηση των Τεκμηρίων 1-20, με εξαίρεση το Τεκμήριο
  2. Περαιτέρω παρουσίασε τις φωτογραφίες ως Τεκμήριο 21, τον ψηφιακό δίσκο (cd) στον οποίο τις είχε αντιγράψει ως Τεκμήριο 22, έντυπο 161 για επιστημονική εξέταση ως Τεκμήριο 23, έντυπα επιστροφής τεκμηρίων ως Τεκμήρια 24 και 25 και αποδείξεις παραλαβής κινητών από Κατηγορούμενους ως Τεκμήρια 26 και
  3. Με αναφορά στις φωτογραφίες επεξήγησε τη σκηνή στην οποία βρέθηκε η μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης και διάφορους χώρους ή διαδρομές γύρω από αυτή, καθώς και την ορατότητα από διάφορα σημεία. Για την τσάντα, Τεκμήριο 7, είπε πως ευρίσκετο στην κατοχή του από τις 23-26.3.15 και την παρέλαβε ξανά στις 2.4.15, παρουσιάζοντας προς τούτο το έντυπο παραλαβής από το Γενικό Χημείο, Τεκμήριο 24, οπότε φρόντισε για τη φύλαξη της. Εν σχέσει με την παραλαβή κινητών τηλεφώνων από τον Κατηγορούμενο 2 στη βάση της απόδειξης παραλαβής, Τεκμήριο 26, είπε πως τους αριθμούς κλήσης που κατέγραψε τους είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος
  4. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο του πρώην Κατηγορούμενου 1 υπέδειξε το σημείο ανεύρεσης της μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης στη φωτογραφία
  5. Συμφώνησε ότι από την είσοδο του χωματόδρομου μέχρι το ελαστικό υπήρχε πυκνή βλάστηση και εμπόδια στην ορατότητα. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Χριστοδούλου είπε πως από την είσοδο στον χωματόδρομο μέχρι το επίμαχο ελαστικό υπάρχουν πολλές στροφές. Όταν ο ίδιος έφθασε δεν ευρίσκετο εκεί το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 (BAH 270), αλλά ούτε και οποιοσδήποτε Κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κιτρομηλίδη συμφώνησε ότι τα διάφορα τμήματα του χωματόδρομου μέχρι το εντοπισθέν αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου 1 απεικονίζονται στις φωτογραφίες 17-21, με εξαίρεση κάποιο τμήμα το οποίο δεν φωτογράφησε. Για την τσάντα Τεκμήριο 7 είπε πως του παραδόθηκε από τον Α/Λοχ. 2301 (Μ.Κ.4) στις 23.3.15 και ώρα 16:15 στην Υ.ΚΑ.Ν. και όπως ήταν τη σφράγισε, αν και δεν το ανέφερε στην κατάθεση του. Ο Μ.Κ.2 Αστ. 1486 Γ. Χειμωνή στη γραπτή κατάθεση του, Έγγραφο 2, ανέφερε μεταξύ άλλων πως επισκέφθηκε τη σκηνή μαζί με τον Μ.Κ.1 και εξήγησε ότι εκεί σφράγισε το όχημα LBN 282 του Κατηγορουμένου
  6. Το απόγευμα της ίδιας μέρας συνέλαβε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. τους Κατηγορουμένους 1-4 και κατέγραψε τις απαντήσεις τους. Μεταξύ 25-28.3.15 έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους Κατηγορουμένους 2-4 ενόσω τελούσαν υπό 6ήμερη κράτηση. Προσέθεσε πως στις 29.3.15 και κατόπιν σχετικής ερώτησης ο Κατηγορούμενος 4 είχε αναφέρει ότι δεν είχε δει καμία κίνηση στο ύψωμα και ότι απλά ακολουθούσε τον Κατηγορούμενο
  7. Κατά την κυρίως εξέταση του παρουσίασε δυο καταθέσεις του Κατηγορουμένου 2 ως Τεκμήρια 28Α και 28Β, τις καταθέσεις των Κατηγορουμένων 3 και 4 ως Τεκμήρια 29 και 30 αντίστοιχα, ημερολόγιο ενεργείας στο οποίο είχε καταγράψει την πιο πάνω απάντηση του Κατηγορουμένου 4 ως Τεκμήριο 31, απόδειξη παραλαβής τηλεφώνων από τον Κατηγορούμενο 4 ως Τεκμήριο 32 και την αίτηση για τηλεπικοινωνιακά δεδομένα με τα απαραίτητα συνοδευτικά έγγραφα, το διάταγμα και τα αποτελέσματα από τη Cyta ως Τεκμήρια 33-
  8. Εν σχέσει με την παραλαβή τηλεφώνων από τον Κατηγορούμενο 4 στη βάση της απόδειξης παραλαβής, Τεκμήριο 32 εξήγησε και αυτός ότι τους αριθμούς κλήσεων τους είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος
  9. Δηλώθηκε δε ως παραδεκτό ότι οι δυο αυτές συσκευές είναι τα Τεκμήρια 9Α και 9Β. Εξήγησε ότι ήλεγξε τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου 2, (ήτοι ότι είδε κίνηση και εισήλθε στο χωματόδρομο), και διαπίστωσε ότι δεν ήταν δυνατό να έβλεπε όπως ερχόταν στην πλευρά στην οποίαν είχε ανακοπεί ο Κατηγορούμενος
  10. Περαιτέρω εξήγησε και αυτός τον χώρο με αναφορά στις φωτογραφίες. Κατά την αντεξέταση του από τον κ. Κιτρομηλίδη είπε πως υπέγραψε ως παραλαβών επί του Τεκμηρίου 32 υπό την ιδιότητα του ως ανακριτής, διευκρινίζοντας ότι δεν είχαν παραδοθεί στον ίδιο από τον Κατηγορούμενο 4 τα τηλέφωνα και η τσάντα. Δεν ενθυμείτο ποιος είχε συμπληρώσει το Τεκμήριο 32 και δεν γνώριζε κατά πόσον η τρίτη παράγραφος σχετικά με τη τσάντα, Τεκμήριο 7, είχε καταγραφεί από διαφορετικό πρόσωπο απ΄ ό,τι το υπόλοιπο μέρος του εγγράφου, αν και αναγνώρισε ότι φαινόταν «μια διαφορά» στο χρώμα του μελανιού. Σχετικά με τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου 3 ότι ήταν άρρωστος όντας συνοδηγός στο BΑΗ 270, ο Μ.Κ.2 είπε πως (κατά τη σύλληψη) του δόθηκαν δικαιώματα (υπόπτου) και εκείνος δεν εξέφρασε επιθυμία για ιατρική περίθαλψη. Συμφώνησε ότι από το ψηλότερο σημείο του λόφου βλέπεις όλη τη γύρω περιοχή, συμπεριλαμβανομένου και του στριψίματος προς Βιομηχανική Περιοχή Δαλιού, τονίζοντας ότι τα γεγονότα δεν είχαν διαδραματιστεί στο πιο ψηλό σημείο (του λόφου). Αντεξεταζόμενος από τον κ. Τριανταφυλλίδη δέχθηκε ότι δεν είχε προειδοποιήσει τον Κατηγορούμενο 4 πριν την προφορική δήλωση του ημ. 29.3.15, αλλά προσέθεσε ότι τον είχε ενημερώσει για τα δικαιώματα του, αν και δεν το κατέγραψε στο Έγγραφο
  11. Είπε πως σε έλεγχο ορατότητας είχε προβεί από το σημείο που ανακόπηκε ο Κατηγορούμενος 1 χωρίς να ανεβεί στην κορυφή του λόφου και ακολούθως από το στρίψιμο που οδηγεί στη Β.Π. Δαλιού προς το λόφο. Ο Μ.Κ.3 Α/Αστ. 479 Σ. Θεοδοσίου στη γραπτή κατάθεση του, Έγγραφο 3, αναφέρει ότι στις 23.3.15 περί ώρα 11.30, κατόπιν οδηγιών, ο ίδιος και ο Μ.Κ.7, εγκαταστάθηκαν στο ψηλότερο σημείο στην περιοχή Χαλεπιανών ούτως ώστε να έχουν μεγάλο οπτικό πεδίο της περιοχής. Περί τις 12.40 άκουσαν σε ασύρματο ότι κινείτο ύποπτα το LBN
  12. Αυτό εισήλθε στον χωματόδρομο με κατεύθυνση προς το ύψωμα στο οποίο ήταν κρυμμένος ο Μ.Κ.
  13. Ο τελευταίος είδε το όχημα να σταματά και τον Κατηγορούμενο 1, που κατέβηκε, να τοποθετεί κάτω από παλαιό ελαστικό ένα σακούλι. Επιστρέφοντας προς το όχημα και πιθανόν επειδή αντιλήφθηκε τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. ο Κατηγορούμενος 1 τράπηκε σε φυγή πεζός σε σπαρμένο χωράφι προς τον αυτοκινητόδρομο χωρίς να σταματά όταν ο Μ.Κ.3 του φώναξε. Επειδή ο Μ.Κ.3 ήταν ψηλά δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει οπότε ενημέρωνε άλλους συναδέλφους για την πορεία του, ενώ ο Μ.Κ.7 κινήθηκε προς τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος όμως διέσχισε το χωράφι και τον αυτοκινητόδρομο εισερχόμενος πλέον στη Β.Π. Δαλιού οπότε ο Μ.Κ.3 έχασε οπτική επαφή. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.3 υπέδειξε το ελαστικό στον Μ.Κ.
  14. Μόλις κατέβηκε από την κορυφή είδε το BAH 270 με οδηγό τον Κατηγορούμενο 2 και συνοδηγό άλλο πρόσωπο να πλησιάζουν τη σκηνή, ακολουθούμενοι από μοτοσικλέτα. Ο Μ.Κ.3 ανέκοψε το αυτοκίνητο και όταν επέστησε την προσοχή στον Κατηγορούμενο 2 αυτός απάντησε πως είχαν δει «κίνηση» και γι΄ αυτό ήρθαν εκεί. Ο Μ.Κ.3 ζήτησε και παρέλαβε τα δύο κινητά που κρατούσε ο Κατηγορούμενος
  15. Την ίδια στιγμή ο Μ.Κ.4 είχε ανακόψει τη μοτοσικλέτα. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.3 είδε και αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1, 14Γ και 14Δ, καθώς και τις φωτογραφίες, με αναφορά στις οποίες επεξήγησε τη σκηνή και την περιοχή. Περιέγραψε το σημείο στο οποίο ο ίδιος ευρίσκετο εξηγώντας ότι πρόκειται για δύσβατη περιοχή. Τόνισε ότι ευρίσκετο σε ύψος 5μ. σε σημείο όπου είναι «κάθετο το βουνό», τη στιγμή που έβλεπε τον Κατηγορούμενο 1 να κρύβει την κοκαΐνη. Διευκρίνισε ότι όταν ανέβηκαν αρχικά στον λόφο κρύφτηκαν πίσω από δέντρα και θάμνους και χρησιμοποιώντας κιάλια προσπαθούσαν να ελέγχουν την περιοχή. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Τριανταφυλλίδη συμφώνησε ότι τον Κατηγορούμενο 1 καταδίωξε ο Μ.Κ.7 και μέχρι ενός σημείου ο Μ.Κ.5, ο οποίος έριξε και προειδοποιητικούς πυροβολισμούς. Είπε πως τα οχήματα της Υ.ΚΑ.Ν πίσω από το όχημα του Κατηγορουμένου 1 δεν φαίνονταν πριν τα πλησιάσει κάποιος. Δέχθηκε ότι φαίνονταν πάνω από τα σπαρτά εκείνοι που καταδίωκαν τον Κατηγορούμενο 1 αλλά προσέθεσε πως τα γεγονότα αυτά της καταδίωξης διαδραματίστηκαν 7-8 λεπτά πριν φθάσει στο σημείο ο Κατηγορούμενος
  16. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κιτρομηλίδη συμφώνησε ότι ο Μ.Κ.5 αναμετέδιδε τις κινήσεις του οχήματος του Κατηγορουμένου 1 από τη στιγμή που αυτός εμφανίστηκε στην περιοχή Χαλεπιανών και πριν ακόμα εισέλθει στον χωματόδρομο. Για τη δική του θέση επανέλαβε πως ήταν σε ψηλό σημείο περί τα 5μ. ύψος και μετά την τοποθέτηση του σακουλιού στο ελαστικό έγινε αντιληπτός οπότε ειδοποίησε τους υπόλοιπους συναδέλφους και φώναξε στον Κατηγορούμενο 1 να σταματήσει. Σε ελάχιστο χρόνο ήρθαν οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.
  17. Κλήθηκε και εξήγησε τις δικές του κινήσεις καθώς και αυτές των συναδέλφων του μέχρι και την άφιξη των Κατηγορουμένων 2-
  18. Ο Μ.Κ.4 Α/Λοχ. Α. Μελανίδης στη γραπτή κατάθεση του, Έγγραφο 4, είπε πως στις 23.3.15 υπό την ιδιότητα του ως Υπεύθυνος του Τμήματος Επιχειρήσεων της Υ.ΚΑ.Ν. είχε δώσει οδηγίες όπως μέλη της θέσουν υπό παρακολούθηση την περιοχή Χαλεπιανών. Περί τις 12.30 άκουσε στον ασύρματο ότι το LBN 282 κινείτο στην περιοχή ύποπτα, ότι εισήλθε και σταμάτησε στον χωματόδρομο και ότι ο οδηγός του μετά που άφησε κάποιο σακούλι αντιλήφθηκε τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. και άρχισε να τρέχει. Σ΄ αυτό το στάδιο κινήθηκε και ο ίδιος (ο Μ.Κ.4) με τον Μ.Κ.5 προς τη σκηνή. Ευρισκόμενος εκεί είδε να εμφανίζεται μπροστά τους το BAH 270 ακολουθούμενο από μοτοσικλέτα. Ο Μ.Κ.3 ανέκοψε το αυτοκίνητο και ο Μ.Κ.4 τη μοτοσικλέτα με οδηγό τον Κατηγορούμενο 4, ο οποίος έφερε στον ώμο άδεια τσάντα παραλλαγής και κρατούσε δύο τηλέφωνα τα οποία ο Μ.Κ.4 παρέλαβε. Κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε το Τεκμήριο 7 ως τη τσάντα που μετέφερε ο Κατηγορούμενος 4 λέγοντας ότι την παρέλαβε όταν τον ερεύνησε και τα Τεκμήρια 9Α και 9Β ως τα δυο κινητά που είχε παραλάβει επίσης. Εξήγησε τις οδηγίες που είχε δώσει στα διάφορα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν., τις δικές του κινήσεις και διάφορες λεπτομέρειες της όλης επιχείρησης, καθώς και της ορατότητας από διάφορα σημεία. Ως προς την ορατότητα τόνισε πως ούτε οι παρατηρητές της Υ.ΚΑ.Ν. πάνω στο ύψωμα ούτε και τα αυτοκίνητα κοντά στο ελαστικό ήταν ορατά από το περίπτερο των Χαλεπιανών. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Τριανταφυλλίδη είπε πως τον Κατηγορούμενο 1 καταδίωξε ο Μ.Κ.7 αλλά και ο Μ.Κ.5 μέχρι κάποιο σημείο, ο οποίος έριξε και πυροβολισμούς πριν φθάσει ο Κατηγορούμενος
  19. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κιτρομηλίδη είπε πως βάσει της προηγηθείσας πληροφορίας η Υ.ΚΑ.Ν στην ουσία αναζητούσε τον Κατηγορούμενο 2, αλλά όταν αντιλήφθηκαν τον Κατηγορούμενο 1 να αποκρύπτει κάτι κινήθηκαν προς καταδίωξη του ιδίου. Διευκρίνισε πως σε δικό του έλεγχο διαπίστωσε πως δεν ήταν ορατοί οι πεζοί παρατηρητές της Υ.ΚΑ.Ν που ευρίσκοντο στο ύψωμα. Αρνήθηκε ότι όταν ανέκοψε τον Κατηγορούμενο 4, ο τελευταίος είπε πως ακολουθούσε τον Κατηγορούμενο
  20. Ο Μ.Κ.5 Λοχ. 2626 Κ. Παναγιώτου στη γραπτή κατάθεση του, Έγγραφο 5, ανέφερε πως κατόπιν οδηγιών στις 23.3.15 μετέβη στην περιοχή Χαλεπιανών με άλλους συναδέλφους και έθεσαν την περιοχή υπό παρακολούθηση. Περιέγραψε κάποιες κινήσεις του LBN 282 τις οποίες αντιλήφθηκε προσωπικά και κάποιες άλλες που είχε ακούσει μέσω ασυρμάτου κατά την είσοδο του αυτοκινήτου αυτού στον χωματόδρομο. Όταν άκουσε ότι ο οδηγός του προσπάθησε να διαφύγει, ο Μ.Κ.5 κινήθηκε προς τη σκηνή, είδε τον οδηγό σε απόσταση εντός χωραφιού και έριξε δύο πυροβολισμούς εναντίον του. Ο Μ.Κ.7 είχε σταματήσει σε συγκεκριμένο σημείο στο χωράφι και ο Μ.Κ.3 υπέδειξε, πριν κατεβεί από την κορυφή το σακούλι κάτω από το ελαστικό. Εντός ολίγου ο Μ.Κ.3 τού παρέδωσε δύο κινητά του Κατηγορουμένου 2 ενώ ο Μ.Κ.5 με τον Μ.Κ.4 ερεύνησαν το BAH 270 και τη μοτοσικλέτα. Ανέφερε επίσης τα Τεκμήρια που εντόπισε σε έρευνα στους Κατηγορουμένους 2 και
  21. Στην κυρίως εξέταση του εξήγησε τις θέσεις στις οποίες ευρίσκετο ο ίδιος για παρακολούθηση, λέγοντας ότι αρχικά περιπολούσε με αυτοκίνητο και μετά κατέληξε στο περίπτερο Χαλεπιανών. Διευκρίνισε ότι από την περιοχή περιπτέρου δεν υπήρχε καμιά ορατότητα στο σημείο από το οποίο αργότερα έριξε τους πυροβολισμούς. Κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι τα αντικείμενα που παρέλαβε είναι τα Τεκμήρια 8Α - 8Γ και 11 - 14Β. Εξήγησε τι είναι ο «σπαστήρας» και τη χρήση του και έδωσε και αυτός λεπτομέρειες ως προς το χώρο και την ορατότητα. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Χριστοδούλου εξήγησε πως μετά που είχε αντιληφθεί το όχημα του Κατηγορουμένου 1 κινήθηκε και ο ίδιος προς την ίδια κατεύθυνση ενημερωνόμενος μέσω ασυρμάτου αργότερα για τις κινήσεις του στον χωματόδρομο. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κιτρομηλίδη είπε πως από το αλτ του περιπτέρου δεν είναι ορατή η είσοδος στον χωματόδρομο, εξηγώντας ότι υπάρχει ακόμα ένας χωματόδρομος πριν από αυτόν στον οποίο εισήλθε τελικά ο πρώην Κατηγορούμενος
  22. Δέχθηκε πως όταν ο ίδιος πυροβόλησε δεν είχε οπτική επαφή προς τον Μ.Κ.
  23. Η Μ.Κ.6 Μαρία Αυξεντίου, είναι προϊστάμενη του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας στο Γενικό Χημείο του Κράτους. Τρεις από τις εκθέσεις της αποτέλεσαν αντικείμενο παραδεκτών γεγονότων και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 37-39 ενώ και η ειδικότητα της δηλώθηκε ως παραδεκτή. Κατά την κυρίως εξέταση της παρουσίασε και τέταρτη (συμπληρωματική) έκθεση ως Τεκμήριο
  24. Σχετικά με τα ίχνη κοκαΐνης επί του Τεκμηρίου 7 διευκρίνισε ότι η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε μόνο στο εσωτερικό της τσάντας. Αντεξεταζόμενη είπε πως δεν γνώριζε για ποιο λόγο καθυστέρησε να φθάσει στην Υ.ΚΑ.Ν. η δεύτερη έκθεση της, Τεκμήριο 38, για τη τσάντα, εκτιμώντας ότι οφείλεται σε καθυστέρηση στη δακτυλογράφηση. Συμφώνησε ότι γενικά είναι δυνατό να υπάρξει επιμόλυνση ενός τεκμηρίου από άλλο. Ο Μ.Κ.7 Αστ. 1402 Χ. Φραγκούδης στην κατάθεση του, Έγγραφο 6, ανέφερε πως στις 23.3.15 βάσει οδηγιών που έλαβαν αυτός με τον Μ.Κ.3 τοποθετήθηκαν πεζοί στο ύψωμα. Περί τις 12:45 είδε όχημα SMART το οποίο εισήλθε στο χωματόδρομο και σταμάτησε κάτω από το ύψωμα. Στην προσπάθεια του να αποκτήσει καλύτερη οπτική ενημερώθηκε ότι έφευγε προς τα χωράφια ο οδηγός του SMART, οπότε ο ίδιος κατέβηκε και είδε τον οδηγό που έτρεχε να ρίχνει σακούλι στο χωράφι. Βλέποντας ότι αυτό περιείχε ουσία που έμοιαζε με κοκαΐνη παρέμεινε εκεί μέχρι που έφθασε ο Μ.Κ.1 και στη συνέχεια έλαβε μέρος στην αναζήτηση του οδηγού. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.7 αναφέρθηκε επίσης στην ορατότητα από διάφορα σημεία, με αναφορά και στις φωτογραφίες. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Χριστοδούλου διευκρίνισε πως ο ίδιος δεν είχε οπτική επαφή προς τον Κατηγορούμενο 1 όταν αυτός έκρυβε την κοκαΐνη στο ελαστικό. Από εκεί που ήταν έβλεπε την είσοδο στον χωματόδρομο. Όταν κατέβηκε από το ύψωμα είδε τον Κατηγορούμενο 1 λοξώς δεξιά να τρέχει, οπότε ανέβηκε και ο ίδιος προς τα εκεί. Δεν έβλεπε άλλους συναδέλφους του και δεν άκουσε πυροβολισμούς. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους επέλεξαν να προβούν σε ανόμωτες δηλώσεις και δεν κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα. Οι ανόμωτες δηλώσεις τους έχουν επί λέξει ως ακολούθως: «Κατηγορούμενος 2: Εγώ, ο Άθως Χαραλάμπους, κατηγορούμενος 2 εις αυτήν την ποινική υπόθεση, δηλώνω ότι υιοθετώ ό,τι ανάφερα στην κατάθεση μου. Επιπρόσθετα αναφέρω ότι δεν έχω καμιά σχέση με τον κατηγορούμενο 1, δεν τον γνωρίζω και δεν έχω ιδέα για τα ναρκωτικά τα οποία, απ' ό,τι παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος 1 είχε εις την κατοχή του. Ουδεμία απολύτως σχέση δεν είχα ή έχω με τα εν λόγω ναρκωτικά και καμιά απολύτως συμφωνία δεν έκανα με τον κατηγορούμενο 1 ή με τους άλλους κατηγορούμενους σε σχέση με αυτά. Είναι άποψη μου ότι η Αστυνομία και η Κατηγορούσα Αρχή με στοχοποίησαν λόγω του παρελθόντος μου και κανέναν άλλο λόγο. Εγώ όμως, κάνω το παν για να ζήσω μια έντιμη ζωή με τη γυναίκα μου και το ανήλικο παιδί μου. Αυτό το θεωρώ άδικο, διότι εξέτισα την ποινή μου για το προηγούμενο λάθος μου και δεν πρέπει αυτό να με κατατρέχει σε όλη μου τη ζωή. Κατηγορούμενος 3: Εγώ, ο Νέαρχος Μαλεκκίδης, κατηγορούμενος 3 στην παρούσα ποινική υπόθεση, αναφέρω ότι δεν γνωρίζω και δεν έχω καμιά απολύτως σχέση με τον κατηγορούμενο 1, ουδεμία απολύτως σχέση είχα ή έχω με τα επίδικα ναρκωτικά και ουδέποτε συνομίλησα ή συνωμότησα με τον οποιονδήποτε για τα επίδικα ναρκωτικά. Είμαι αθώος. Κατηγορούμενος 4: Έχω, ο Αχιλλέας Παφίτης, κατηγορούμενος 4 στην παρούσα ποινική υπόθεση, αναφέρω ότι δεν γνωρίζω και δεν έχω καμιά απολύτως σχέση με τον κατηγορούμενο 1, ουδεμία απολύτως σχέση είχα ή έχω με τα επίδικα ναρκωτικά και ουδέποτε συνομίλησα ή συνωμότησα με τον οποιονδήποτε για τα επίδικα ναρκωτικά. Είμαι αθώος». Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα: Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαστε σε θέση να προβούμε στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας καθώς και της μαρτυρίας τους, προς εξαγωγή των απαραίτητων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να σημειώσουμε ότι όλοι οι μάρτυρες, (συμπεριλαμβανομένης και της Χημικού Μ.Κ.6), έχουν εμπλακεί στην υπόθεση λόγω της υπηρεσιακής τους ιδιότητας και δεν έχουμε διαπιστώσει να είχαν οποιοδήποτε συμφέρον ή κίνητρο να ψευδομαρτυρήσουν ή να παραποιήσουν οποιοδήποτε στοιχείο ή μέρος της μαρτυρίας τους. Ειδικότερα όσον αφορά τους Μ.Κ.1-5 και 7, αυτοί έχουν εμπλακεί στην υπόθεση υπό την ιδιότητα τους ως μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. Μας έδωσαν την εικόνα ότι περιέγραψαν τα γεγονότα όπως τα είχαν βιώσει ο καθένας από τη θέση από την οποίαν έτυχε να παρακολουθήσουν την εξέλιξη τους. Κατέθεσαν όλοι με απλό και ανεπιτήδευτο τρόπο, χωρίς υπερβολές ή υπεκφυγές. Οι απαντήσεις τους ήταν άμεσες, τεκμηριωμένες και πειστικές. Ούτε ατομικά ούτε συνολικά εξεταζόμενη η μαρτυρία τους περιέχει αντιφάσεις τέτοιες που θα επηρέαζαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την εικόνα που έχουμε σχηματίσει για την ειλικρίνεια και γενικά την αξιοπιστία τους. Οποιεσδήποτε μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία τους - στις οποίες θα αναφερθούμε κατωτέρω - ήταν επουσιώδους σημασίας εν σχέσει με την εξέλιξη των γεγονότων. Αυτές οφείλονται στην ταχύτητα με την οποία εξελίχθηκαν τα γεγονότα, στην οπτική γωνία από την οποία παρακολούθησε καθένας τους τα διαδραματιζόμενα, καθώς και την ευκαιρία που είχαν να παρατηρούν με λεπτομέρεια τις εξελίξεις. Γενικά κρίνουμε τους Μ.Κ.1-5 και 7 ως αξιόπιστους και ειλικρινείς μάρτυρες και ως πρόσωπα στη μαρτυρία των οποίων μπορούμε με ασφάλεια να στηριχθούμε προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων, με εξαίρεση, όπως έχουμε πει, κάποιες επουσιώδεις αναφορές ορισμένων στις οποίες θα αναφερθούμε κατωτέρω κατά την ειδικότερη αξιολόγηση που ακολουθεί. Τέλος τονίζουμε ότι, όπως θα διαφανεί, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας των μελών της Υ.ΚΑ.Ν. δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Κατηγορουμένους. Θεωρούμε ορθό να σημειώσουμε κατ΄ αρχάς από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 ότι η όλη επίδικη επιχείρηση προέκυψε μετά από ληφθείσα στην Υ.ΚΑ.Ν. πληροφορία στις 23.3.15 ότι την ίδια μέρα ο Κατηγορούμενος 2 θα παραλάμβανε ναρκωτικά στην περιοχή Χαλεπιανών. Αναφορά στην πληροφορία γίνεται στις γραπτές καταθέσεις των Μ.Κ.3, 4 και
  25. Προφορικά εξειδικεύθηκε πως αυτή αναφερόταν στο ότι τα ναρκωτικά θα προέρχονταν από Λεμεσό. Είναι, απολύτως λογικό πως υπήρξε τέτοια πληροφορία για τον συγκεκριμένο χώρο. Θα ήταν παράλογο να δεχθεί κάποιος ότι η Υ.ΚΑ.Ν. αποφάσισε να οργανώσει τέτοιου μεγέθους επιχείρηση (με πολυμελή ομάδα και αρκετά οχήματα) τυχαία σε αυτό τον χώρο και γενικά για προληπτικούς λόγους. Δεν έχουμε λοιπόν καμιά αμφιβολία ότι λήφθηκε όντως τέτοια πληροφορία. Η λήψη της πληροφορίας αυτής εξηγεί τις οδηγίες, τις οποίες ο Μ.Κ.4 ως υπεύθυνος του Τμήματος Επιχειρήσεων έδωσε περί τις 11:00 της ημέρας εκείνης, όπως μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. μεταβούν στην περιοχή και τη θέσουν υπό παρακολούθηση. Η περιοχή Χαλεπιανών ευρίσκεται αριστερά του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λευκωσία και συγκεκριμένα παρά την έξοδο Τσερίου, η οποία απεικονίζεται στη φωτ. 24 του Τεκμηρίου
  26. Στο ίδιο ύψος αλλά δεξιά του αυτοκινητόδρομου ευρίσκεται η Βιομηχανική Περιοχή Ιδαλίου. Ερχόμενος κάποιος από Λεμεσό και χρησιμοποιώντας την έξοδο Τσερίου ακολουθεί τη διαδρομή που φαίνονται να ακολουθούν τα δύο (άσχετα) αυτοκίνητα που απεικονίζονται στην πιο πάνω φωτ. 24 και συνεχίζει προς Τσέρι ακολουθώντας διαδοχικά τη διαδρομή που φαίνεται στις φωτ. 21-23 και πιο ολοκληρωμένα στη φωτ.
  27. Στη γωνία που σχηματίζεται από τον αυτοκινητόδρομο και την έξοδο που οδηγεί στο Τσέρι υπάρχει χωράφι, του οποίου τμήματα απεικονίζονται στις φωτ. 1 και 12-
  28. Σε πολύ μικρή απόσταση από την έξοδο Τσερίου, και συγκεκριμένα περί τα 100-150μ., ήτοι εκεί που τελειώνει το χωράφι, υπάρχει στα αριστερά είσοδος σε χωματόδρομο όπως αυτή φαίνεται στη φωτ.
  29. Τμήματα του χωματόδρομου αυτού, αλλά όχι όλα, απεικονίζονται διαδοχικά στη φωτ. 21 (εφεξής «το πρώτο τμήμα»), στις φωτ. 18-20 (εφεξής «το δεύτερο τμήμα») και στις φωτ. 16 και 17 (εφεξής «το τρίτο τμήμα»). Όπως έχει προκύψει μέσα από τη μαρτυρία ο χωματόδρομος αυτός είναι ελαφρώς ανηφορικός, έχει τουλάχιστον δύο απότομες στροφές και καταλήγει μετά από ακόμα μια καμπή στο αδιέξοδο στο οποίο άφησε το αυτοκίνητο του ο πρώην Κατηγορούμενος 1 όπως διακρίνεται στη φωτ. 4 (Smart, LBN 282). Το μήκος του χωματόδρομου είναι περί τα 500μ. Βασικά το τελευταίο τμήμα του χωματόδρομου δεν απεικονίζεται ολόκληρο σε κάποια φωτογραφία αλλά έχει εξηγηθεί ότι αρχίζει από εκεί που τελειώνει το τρίτο τμήμα (φωτ. 17), και συνεχίζει περιμετρικά του λόφου μέχρι το αδιέξοδο. Ο λόφος που φαίνεται στο βάθος της φωτ. 17 έχει επίσης μήκος περί τα 500τ.μ. εκτείνεται αριστερότερα μέχρι το αδιέξοδο του χωματόδρομου και δεξιότερα μέχρι τον δρόμο προς το Τσέρι, όπως διακρίνεται η κατάληξη του στη φωτ.
  30. Ο λόφος στο σημείο του αδιεξόδου, δηλαδή εκεί που ακινητοποίησε το όχημα του ο πρώην Κατηγορούμενος 1, παρουσιάζει απότομο κόψιμο ύψους περίπου 5μ. Μικρό μέρος της βάσης του λόφου σε εκείνο το σημείο απεικονίζεται στις φωτ. 5-7 και συγκεκριμένα δεξιότερα του Smart και του ελαστικού. Να σημειωθεί επί του παρόντος πως το χωράφι ήταν σπαρμένο, ότι δεξιά και αριστερά του χωματόδρομου ανηφορίζοντας μέχρι και το αδιέξοδο, καθώς και επί του λόφου, υπήρχε βλάστηση, θέμα για το οποίο θα γίνει ειδικότερη αναφορά κατωτέρω όπου απαιτείται. Επιστρέφοντας στο σημείο της εξόδου από τον αυτοκινητόδρομο σημειώνουμε ότι, μετά την είσοδο στον χωματόδρομο, ο (κύριος) δρόμος συνεχίζει με ανήφορο προς το Τσέρι, ως η πορεία του αυτοκινήτου που απεικονίζεται να κατηφορίζει στη φωτ.
  31. Παρεμβάλλουμε εδώ πως είναι λογικότατη η θέση του Μ.Κ.5 πως το προαναφερθέν ανήφορο αποκλείει κάθε ορατότητα από το σπαρμένο χωράφι προς το αλτ του περιπτέρου (και αντίστροφα φυσικά). Κάπου στα αριστερά της πορείας αυτής υπάρχει και δεύτερος χωματόδρομος προς τον λόφο. Αριστερά και πίσω από το εν λόγω αυτοκίνητο διακρίνεται πινακίδα τροχαίας η οποία προειδοποιεί ότι ακολουθεί δευτερεύων δρόμος προς τα δεξιά. Πρόκειται για τον παρακαμπτήριο δρόμο που περνά κάτω από τον αυτοκινητόδρομο και καταλήγει στη Β.Π. Ιδαλίου. Στον δρόμο αυτόν έχουν αναφερθεί κάποιοι μάρτυρες διευκρινίζοντας ότι παραπλεύρως του αλτ με τον δρόμο προς το Τσέρι ευρίσκεται το περίπτερο «Χαλεπιανές», ο χώρος του οποίου χρησιμοποιήθηκε ως βάση στάθμευσης και παρακολούθησης από συμμετέχοντα στην επίδικη επιχείρηση μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. ως θα διαφανεί επίσης κατωτέρω. Συνάγεται λοιπόν από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 πως έδωσε τις οδηγίες του περί τις 11:00 στις 23.3.
  32. Στη βάση αυτών ο ίδιος και επτά άλλα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. μετέβησαν στην περιοχή Χαλεπιανών προς παρακολούθηση. Μεταξύ αυτών, των άλλων μελών, ήταν οι Μ.Κ.3, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.
  33. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι οδηγίες προς τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.7 ήταν να τοποθετηθούν πεζή στο ψηλότερο σημείο της περιοχής, δηλαδή στον λόφο (ή ύψωμα), που έχει περιγραφεί πιο πριν, ούτως ώστε να έχουν ευρύ οπτικό πεδίο και να είναι σε θέση να ελέγχουν την περιοχή, πράγμα που όντως έπραξαν. Ο ίδιος ο Μ.Κ.4 εξήγησε πειστικά πως τοποθέτησε όλο το προσωπικό σε διάφορα σημεία ούτως ώστε να υπάρχει κατά το δυνατόν έλεγχος ολόκληρης της περιοχής δεδομένου ότι η πληροφορία αναφέρετο σε «περιοχή» και όχι σε «συγκεκριμένο» σημείο στις Χαλεπιανές. Μάλιστα οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.7 έλαβαν οδηγίες να ελέγχουν την περιοχή με κιάλια και να τον ενημερώνουν για ύποπτες κινήσεις, πράγμα που επίσης έπραξαν. Καθόλα λογική ήταν και η θέση του Μ.Κ.4 ότι ο ίδιος, ως υπεύθυνος της επιχείρησης, περιφερόταν στην περιοχή με υπηρεσιακό όχημα χωρίς αστυνομικά διακριτικά σταματώντας σε κάποια σημεία και παράλληλα ήλεγχε τα υπόλοιπα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. Βασικά ο ίδιος κινείτο στη διαδρομή από την έξοδο Τσερίου μέχρι το περίπτερο «Χαλεπιανές» και στάθμευε κάποια διαστήματα στον περιβάλλοντα χώρο του περιπτέρου. Όπως εξήγησε ο Μ.Κ.4, οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.7 ήταν οι μόνοι πεζοί παρατηρητές σε αντίθεση με τα υπόλοιπα έξι μέλη, τα οποία επέβαιναν σε πέντε αυτοκίνητα που επίσης δεν έφεραν διακριτικά όπως είναι αναμενόμενο. Οι δυο πεζοί εκτελώντας τις οδηγίες ανέβηκαν στο ύψωμα και τοποθετήθηκαν από μόνοι τους σε σημεία από τα οποία να μπορούσαν να ελέγχουν όσο πιο καλά γινόταν την περιοχή. Ο ίδιος ο Μ.Κ.4 κατά τις δικές του περιπολίες, καθώς και από το περίπτερο, ήλεγχε τους πεζούς, διασφαλίζοντας ότι αυτοί δεν ευρίσκοντο σε περίοπτη θέση. Δεχόμαστε τη δική του θέση ότι αυτοί δεν φαίνονταν ούτε πριν ούτε μετά το περίπτερο διότι ήταν κρυμμένοι καλά. Να σημειωθεί πως ο Μ.Κ.4 προέβαινε και σε αντίστροφους ελέγχους, δηλαδή ήλεγχε μέσω ασυρμάτου μέχρι ποιο σημείο είχαν ορατότητα οι πεζοί παρατηρητές και αναλόγως έδιδε τις οδηγίες του για περιπολίες των υπόλοιπων οχημάτων. Οι θέσεις στις οποίες τοποθετήθηκαν οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.7 προκύπτουν, ως είναι λογικό, από τη δική τους μαρτυρία. Δεν θα αναμέναμε από τον Μ.Κ.4 να γνωρίζει με ακρίβεια τα σημεία τα οποία οι ίδιοι επέλεξαν επί του λόφου και ιδίως να είναι σε θέση να τα περιγράψει με λεπτομέρεια, ιδιαίτερα ενόψει του ότι αυτοί δεν ήταν ορατοί. Όσον αφορά λοιπόν τον Μ.Κ.3 δεχόμαστε ότι λίγο πριν εισέλθει το ύποπτο όχημα στον χωματόδρομο ο ίδιος (ο Μ.Κ.3) ευρίσκετο στο μπροστινό τμήμα του λόφου, ήτοι στο «βορειοανατολικό τμήμα» αυτού, όπως το αποκάλεσε. Βασικά ο Μ.Κ.3 ήταν εκείνη τη στιγμή κρυμμένος πίσω από δέντρα και θάμνους σε σημείο το οποίο υπέδειξε παραστατικά στη φωτ.
  34. Πρόκειται για σημείο το οποίο ευρίσκεται πάνω στον λόφο, δεξιά του τελευταίου τμήματος του χωματόδρομου και πριν το αδιέξοδο. Αυτή βεβαίως ήταν η αρχική θέση του Μ.Κ.3 διότι, όπως θα εξηγηθεί, αργότερα μετακινήθηκε, όταν δηλαδή είδε το όχημα του Κατηγορουμένου 1 να περνά από κάτω του. Ο Μ.Κ.7 ευρίσκετο επίσης στην κορυφή του λόφου σε μικρή απόσταση, περί τα 5μ. από τον Μ.Κ.3, πλην όμως πιο κοντά προς την είσοδο του χωματόδρομου, προς την οποία και αυτός είχε οπτική επαφή, εξ ου ότι και ο ίδιος αντιλήφθηκε το LBN 282 όταν αυτό εισήλθε στον χωματόδρομο. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Κ.7 τον είχαν προηγουμένως μεταφέρει συνάδελφοι του περίπου εκεί που τελειώνει το τρίτο τμήμα του χωματόδρομου (άσπρο χώμα στη φωτ. 17) και από εκεί ανέβηκε απέναντι στον λόφο. Όσον αφορά τέλος τον Μ.Κ.5 να σημειωθεί πως και αυτός κινείτο με υπηρεσιακό όχημα. Αρχικά περιπολούσε στην περιοχή και κάποια στιγμή κατέληξε στην τελική του θέση δηλαδή στο περίπτερο «Χαλεπιανές», που όπως έχει λεχθεί ευρίσκεται στο αλτ του κυρίου δρόμου (προς Τσέρι) με τον παρακαμπτήριο προς τη Β.Π. Ιδαλίου. Σημειώνεται επίσης πως ούτε αυτός είχε οπτική επαφή με τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
  35. Η όποια επικοινωνία των μελών της ομάδας παρακολούθησης εγίνετο μέσω ασυρμάτων τους οποίους συνάγεται ότι διέθεταν ο καθένας. Διευκρινίζεται ότι εάν κάποιος ξεκινήσει από το αλτ του περιπτέρου με κατεύθυνση προς τον αυτοκινητόδρομο θα συναντήσει στα δεξιά του σε απόσταση 100μ. τον άλλο χωματόδρομο που οδηγεί στην πίσω πλευρά του λόφου και προχωρώντας, σε απόσταση 400-500μ. περίπου από το αλτ, θα συναντήσει την είσοδο του επίμαχου χωματόδρομου που φαίνεται στη φωτ.
  36. Είναι αυτονόητο πως όλες οι αναφορές μας σε «χωματόδρομο» αφορούν αυτόν της φωτ. 21, ο οποίος και οδηγεί στη μπροστινή πλευρά του λόφου, δηλαδή αυτή με πρόσοψη προς τον αυτοκινητόδρομο. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως περί τις 12:30 θεάθηκε στην περιοχή το όχημα LBN 282 να κινείται ύποπτα. Ο πρώτος που το αντιλήφθηκε ήταν ο Μ.Κ.
  37. Όπως εξηγεί στο Έγγραφο 5, αρχικά είδε το εν λόγω όχημα προερχόμενο από τη Β.Π. Ιδαλίου να κατευθύνεται προς το αλτ του περιπτέρου αλλά πριν φθάσει εκεί να προβαίνει σε επαναστροφή και να οδηγείται ξανά προς τη Β.Π. Ιδαλίου. Ο Μ.Κ.5 ενημέρωσε μέσω ασυρμάτου την υπόλοιπη ομάδα, πράγμα που επιβεβαιώνει και ο Μ.Κ.
  38. Ακολούθησαν εξετάσεις για το όχημα και διαπιστώθηκε ότι ήταν εγγεγραμμένο σε πρόσωπο από τη Λεμεσό, γεγονός το οποίο ενίσχυσε τις αρχικές υποψίες του Μ.Κ.5, δεδομένου ότι και η αρχική πληροφορία αναφερόταν σε παράδοση (ναρκωτικών) από Λεμεσό. Εντός 10 λεπτών, δηλαδή περί τις 12:40, ο Μ.Κ.5 ξαναείδε το ίδιο όχημα να επιστρέφει και φθάνοντας στο αλτ του περιπτέρου αυτό να στρίβει αριστερά κινούμενο προς τον αυτοκινητόδρομο. Ο Μ.Κ.5 ενημέρωσε ξανά για την κίνηση αυτή όλη την ομάδα μέσω ασυρμάτου, αλλά ταυτόχρονα μόλις το LBN 282 έστριψε αριστερά κινήθηκε και ο ίδιος και έφθασε στο αλτ για να έχει ορατότητα. Παρακολουθούσε το ύποπτο όχημα από εκεί και όταν εκείνο πέρασε το ανήφορο και άρχισε να κατηφορίζει προς τον αυτοκινητόδρομο προχώρησε και αυτός (ο Μ.Κ.5) προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι αναντίλεκτο πως το LBN 282 τελικά δεν προχώρησε μέχρι τον αυτοκινητόδρομο, αλλά εισήλθε δεξιά στον χωματόδρομο. Ο Μ.Κ.7 εξηγεί πως μέχρι τη στιγμή αυτή ο ίδιος ευρίσκετο σε κοντινή απόσταση με τον Μ.Κ.3 και από ψηλά αντιλήφθηκαν την είσοδο του ύποπτου οχήματος στον χωματόδρομο. Είναι ακριβώς η στιγμή που ο Μ.Κ.5 έχοντας προ ολίγου εκκινήσει από το αλτ άκουσε τον Μ.Κ.3 στον ασύρματο να ενημερώνει ότι το LBN 282 έστριψε στον χωματόδρομο. Βεβαίως την ίδια ενημέρωση έλαβε μέσω ασυρμάτου και ο Μ.Κ.4, όπως εξηγεί στο Έγγραφο 4, οπότε εκκίνησε και αυτός από το περίπτερο, ακολουθώντας την πορεία του Μ.Κ.
  39. Βασικά οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 έχοντας ακούσει ότι το όχημα έστριψε στον χωματόδρομο κατευθύνοντο ήδη και αυτοί προς την είσοδο του. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.3 βλέποντας από ψηλά το εν λόγω όχημα να εισέρχεται στο τελευταίο τμήμα του χωματόδρομου και να περνά από κάτω τους κατευθυνόμενο προς το αδιέξοδο, μετακινήθηκε (επί της κορυφής) για να έχει οπτική επαφή (με το όχημα). Όπως παραστατικά εξήγησε, όταν το εν λόγω όχημα σταμάτησε, ο ίδιος μετακινήθηκε. Πήγε σε ένα μικρό δέντρο, κρύφτηκε εκεί και έβλεπε τον οδηγό από σημείο που ο λόφος είναι κάθετος («απότομο κόψιμο») και συγκεκριμένα από ύψος 5μ. περίπου. Σ΄ αυτό το στάδιο ο Μ.Κ.7 δεν είχε πλέον οπτική επαφή με το LBN 282 και μετακινείτο και αυτός σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει καλύτερη οπτική επαφή. Ο Μ.Κ.3 είδε τον Κατηγορούμενο 1 να ακινητοποιεί το όχημα του, να κατεβαίνει από αυτό, να κρύβει ένα σακούλι κάτω από το παλιό ελαστικό που φαίνεται στις φωτ. 6-8 και να ξαναμπαίνει στο αυτοκίνητο του. Εκείνη όμως τη στιγμή ο Κατηγορούμενος 1 αντιλήφθηκε τον Μ.Κ.3 οπότε ξανακατέβηκε και άρχισε να τρέχει προς το σπαρμένο χωράφι και μέσω αυτού να κατευθύνεται προς τον αυτοκινητόδρομο. Για όλες αυτές τις κινήσεις που έβλεπε παραμένοντας στη θέση του, ο Μ.Κ.3 ενημέρωνε τους συναδέλφους του μέσω ασυρμάτου. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως δεν έχει διευκρινιστεί κατά πόσον ο Κατηγορούμενος 1 κατευθύνετο κάθετα ή λοξώς προς τον αυτοκινητόδρομο. Είναι σημαντικό εδώ να καταστεί σαφές πως ακριβώς τη στιγμή που ο Μ.Κ.3 ενημέρωνε την ομάδα ότι ο Κατηγορούμενος 1 έτρεξε να διαφύγει εξελίχθηκαν παράλληλα και εντός σύντομου χρόνου κάποια γεγονότα. Τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. δεν είχαν ούτε την ευκαιρία από πλευράς χρόνου λόγω της ταχύτατης εξέλιξης των γεγονότων αλλά ούτε και τη δυνατότητα από πλευράς ορατότητας λόγω της ιδιομορφίας της περιοχής να έχουν συνολική εικόνα των διαδραματιζομένων ή και των ενεργειών ο ένας του άλλου. Όπως έχει επικροτηθεί στην υπόθεση Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397 μικροδιαφορές στη μαρτυρία είναι αναμενόμενες ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου τα γεγονότα εξελίσσονται σε γρήγορους ρυθμούς και θα ήταν αφύσικο εάν η μαρτυρία όλων ήταν ταυτόσημη και χωρίς αποκλίσεις. Ο Μ.Κ.5, λοιπόν, ευρίσκετο στην είσοδο του χωματόδρομου όταν άκουσε τα περί διαφυγής του Κατηγορουμένου 1. Ενόψει του ότι ο Μ.Κ.5 προπορευόταν του Μ.Κ.4 κρίνουμε ότι δικαιολογημένα ο πρώτος δεν γνώριζε τις κινήσεις του τελευταίου με ακρίβεια, αφού δικαιολογημένα επίσης και η προσοχή του (Μ.Κ.5) ήταν στραμμένη πλέον αλλού. Σημασία έχει πως ο Μ.Κ.5 μόλις άκουσε τον Μ.Κ.3 να ενημερώνει για διαφυγή, κινήθηκε αστραπιαία προς το αδιέξοδο, έχοντας τοποθετήσει εκείνη τη στιγμή και τον φάρο στο υπηρεσιακό όχημα που χρησιμοποιούσε, χωρίς δηλαδή να αναμένει ειδικές οδηγίες από τον Μ.Κ.4 για να κινηθεί προς τα πάνω. Είναι δε καθόλα λογικό πως ευρισκόμενος στην είσοδο και κινούμενος αμέσως με όχημα διήνυσε τον χωματόδρομο μέχρι το αδιέξοδο προτού κατεβεί ο Μ.Κ.7 από το ύψωμα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Μ.Κ.5 για τον εαυτό του «. ήταν θέμα δευτερολέπτου.» να ανεβεί με το αυτοκίνητο τον λόφο και σε άλλο σημείο επανέλαβε ότι χρειάστηκε μόνο κάποια δευτερόλεπτα για να το πράξει. Εξ ου και δεν συναντήθηκαν σ΄ αυτό το σημείο ούτε και αντιλήφθηκε ο ένας τον άλλον εκείνη τη στιγμή. Το γεγονός αυτό δεν μας προξενεί καμιά εντύπωση δεδομένου ότι ο Μ.Κ.7 όπως αναφέρει στην κατάθεση του, είχε μετακινηθεί για να έχει καλύτερη οπτική και στη συνέχεια επέστρεψε και κατέβηκε από εκεί που είχε αρχικά ανεβεί στον λόφο, πράγμα για το οποίο θα χρειάστηκε κάποιο χρόνο κατά την παρέλευση του οποίου ο Μ.Κ.5 πρόλαβε να περάσει προς το αδιέξοδο. Ο Μ.Κ.5 στάθμευσε σε μικρή απόσταση πίσω από το LBN 282 και κατέβηκε, πλην όμως ο Κατηγορούμενος 1 έτρεχε ήδη. Μέχρι δε να αποβιβαστεί (ο Μ.Κ.5) και κινηθεί προς την κατεύθυνση του Κατηγορουμένου 1 ο τελευταίος είχε προχωρήσει τρέχοντας σε απόσταση 150-200μ. από εκεί. Εξ ου και αναφέρει ο Μ.Κ.5 πως ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ήδη στο χωράφι πλησιάζοντας τον αυτοκινητόδρομο. Γι΄ αυτό αναφέρει ο Μ.Κ.5 πως ο ίδιος έτρεξε μεν προς τον Κατηγορούμενο 1 «[Α]λλά ήδη ήταν μακριά». Του φώναξε «αστυνομία» καλώντας τον να σταματήσει και έριξε εναντίον του δύο πυροβολισμούς προς εκφοβισμό και ανακοπή της προσπάθειας διαφυγής του, χωρίς βεβαίως αποτέλεσμα. Έχει δε τη σημασία του να εξηγηθεί όσο το δυνατό καλύτερα το σημείο από το οποίο πυροβόλησε ο Μ.Κ.5. Ο χώρος στον οποίο σταμάτησε το LBN 282 είναι ένα «πλάτωμα», όπως το αποκάλεσε ο Μ.Κ.5 και το οποίο φαίνεται στη φωτ. 4. Αριστερά του αυτοκινήτου υπάρχει κατηφορικό («απότομο») πλάτους 2-4μ. και μετά από αυτό ξεκινά το χωράφι. Ο Μ.Κ.5 ήταν πολύ σαφής, όταν ερωτήθηκε σχετικά, ότι ευρίσκετο σε αυτό το απότομο κατηφορικό των 2-4 μ. όταν έριξε τους πυροβολισμούς[1]. Κάποια αντίληψη του χώρου αυτού, δηλαδή αριστερά του LBN 282, αποκτάται από τη φωτ. 2. Αν και όχι τόσο ικανοποιητική, εντούτοις επιβεβαιώνει την ύπαρξη δέντρων και άγριας ψηλής βλάστησης στον χώρο. Πλήρως λογική και δικαιολογημένη θεωρούμε τη θέση του Μ.Κ.5 πως δεν μπορούσε να πει για τις κινήσεις οποιουδήποτε άλλου συναδέλφου του διότι ο ίδιος κοίταζε τον Κατηγορούμενο 1 εκείνη τη στιγμή. Πράγμα πολύ λογικό και ορθό, ιδιαίτερα εάν συνεκτιμηθεί πως υπό τις περιστάσεις εκείνο που ήθελε ήταν να πυροβολήσει μόνο προς εκφοβισμό και λογικά η προσοχή του εστιάστηκε σ΄ αυτή την προσπάθεια του. Είναι λοιπόν λογικό και αναμενόμενο πως ευρισκόμενος σε αυτή τη θέση ο Μ.Κ.5 και υπό τις πιο πάνω περιστάσεις δεν αντιλήφθηκε και ούτε είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον Μ.Κ.7 ο οποίος, ευρισκόμενος αριστερότερα, ανέβαινε προς τα πάνω για να φθάσει στο σακούλι που έριξε ο Κατηγορούμενος 1. Επιστρέφοντας στον Μ.Κ.4, σημειώνουμε πως αυτός ακούοντας τον Μ.Κ.3 να μιλά για διαφυγή τον ρώτησε προς τα πού κατευθύνετο ο Κατηγορούμενος 1 και ακούοντας ότι πάει προς τον αυτοκινητόδρομο έδωσε σήμα εφόδου από τον ασύρματο και κινήθηκε και ο ίδιος προς το αδιέξοδο, όπου και στάθμευσε πίσω από τον Μ.Κ.5. Εν σχέσει με τον Μ.Κ.7 θα πρέπει να επισημάνουμε πως στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι παρέμεινε στο ύψωμα μέχρι που έλαβε οδηγίες από τον Μ.Κ.4 να κατεβεί, ενώ κατά την αντεξέταση του (από τον κ. Κιτρομηλίδη) είπε πως αποφάσισε να καταδιώξει τον Κατηγορούμενο 1 όταν ο Μ.Κ.3 έδωσε το μήνυμα (ότι αυτός έτρεχε στα χωράφια) χωρίς να έχει ακούσει σήμα «έφοδος» ή άλλη εντολή. Δεν θεωρούμε ότι πρόκειται για ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία του Μ.Κ.7. Κρίνουμε ότι αφορά επουσιώδες ζήτημα το οποίο δεν επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπ΄ όψιν πως ούτως ή άλλως και τα δύο πιο πάνω μηνύματα είχαν ακουστεί στον ασύρματο. Δηλαδή και η ενημέρωση για τη διαφυγή από τον Μ.Κ.3 αλλά και οι οδηγίες για έφοδο από τον Μ.Κ.4 και μάλιστα σχεδόν ταυτόχρονα το ένα με το άλλο. Όπως εξήγησε και ο Μ.Κ.5 πολλές φορές λόγω της εμπειρίας τους είναι βέβαιοι υπό κάποιες περιστάσεις ότι θα δοθούν οι ανάλογες οδηγίες οπότε και κινούνται γρήγορα στη βάση της πρακτικής και εκπαίδευσης τους. Σημασία λοιπόν έχει πως ο Μ.Κ.7 είτε με την ενημέρωση από τον Μ.Κ.3 είτε με το σήμα από τον Μ.Κ.4 άρχισε να κατεβαίνει από τον λόφο, χρησιμοποιώντας όπως έχουμε αναφέρει διαδρομή ίδια περίπου με εκείνη που χρησιμοποίησε κατά την προηγηθείσα ανάβαση του. Όπως υπέδειξε σε φωτογραφίες κατέβηκε από σημείο που είχε κάποια απόσταση από το αδιέξοδο. Εξ ου και αναφέρει πως όταν κατέβηκε είδε τον Κατηγορούμενο 1 στο χωράφι και ο ίδιος ξεκίνησε να πηγαίνει προς τα πάνω, αναφερόμενος έτσι στην ανηφορικότητα που υπάρχει στον χωματόδρομο και στον περιβάλλοντα χώρο. Είναι δε επίσης πολύ λογικό πως από εκεί που ήταν αυτή τη στιγμή ο Μ.Κ.7 δεν είχε τη δυνατότητα να δει το LBN 282 αλλά ούτε και κάποιον που πιθανόν να τον καταδίωκε από εκείνο το σημείο, όπως τον Μ.Κ.5. Βασικά πρέπει να διευκρινιστεί πως όταν κατέβηκε ο Μ.Κ.7 είδε τον Κατηγορούμενο 1 στο χωράφι να τρέχει ήδη, πλην όμως αυτός δεν ήταν σε ευθεία μπροστά στον Μ.Κ.7. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «. μπήκα μέσα στο χωράφι απευθείας, είδα τον κύριο Νικολάου να τρέχει, ήταν λοξώς δεξιά τζιαι επήα προς τα πάνω». Όπως λοιπόν συνάγεται ο Μ.Κ.7 εισήλθε στο χωράφι σε σημείο πιο πίσω από το αδιέξοδο και από εκεί που ευρίσκετο ο Μ.Κ.5. Τόσο γι΄ αυτό τον λόγο όσο και εξαιτίας, του υψομέτρου, των δέντρων και της πυκνής βλάστησης (στα οποία αναφέρθηκε) δεν μπορούσε να δει τους συναδέλφους του που ευρίσκοντο στο αδιέξοδο. Πρόλαβε όμως να δει λοξώς δεξιά του τον Κατηγορούμενο 1 που τρέχοντας έριξε κάτι στο πρώτο 1/3 του χωραφιού. Κατευθύνθηκε προς το μέρος εκείνο και παρέμεινε εκεί φυλάσσοντας το σακούλι μέχρι που ήλθε ο Μ.Κ.1 στις 14:20 και το υπέδειξε σε εκείνον (Τεκμήριο 2Α - 2Γ). Ούτε μας προξενεί εντύπωση που ο Μ.Κ.7 δεν άκουσε τους πυροβολισμούς που έριξε ο Μ.Κ.5. Κατ΄ αρχάς το ότι ρίχθηκαν όντως πυροβολισμοί συνιστά αναντίλεκτο και μη αμφισβητούμενο γεγονός από τους Κατηγορουμένους. Το ότι ο Μ.Κ.7 ήταν παρών και εντόπισε στο χωράφι το σακουλάκι, Τεκμήριο 2, είναι επίσης αναμφισβήτητο. Ο ίδιος, όπως έχουμε πει, ευρίσκετο σε κάποια απόσταση από τον Μ.Κ.5, χωρίς ορατότητα ο ένας προς τον άλλον. Η μαρτυρία αλλά και η λογική των πραγμάτων επιβάλλει πως ο Μ.Κ.7 μόλις κατέβηκε είδε τον Κατηγορούμενο 1 στο πρώτο 1/3 του χωραφιού να πετά το σακούλι και η προσοχή του όλη εστιάστηκε στο να ανεβεί προς τα εκεί, να το εντοπίσει και το φυλάξει επιτόπου. Ο Μ.Κ.5 πυροβόλησε όταν ο Κατηγορούμενος 1 ήταν σε απόσταση 150-200μ. από τον ίδιο. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν με ασφάλεια ότι οι Μ.Κ.7 και Μ.Κ.5 αντιλήφθηκαν και κινήθηκαν εναντίον του Κατηγορουμένου 1 από δύο διαφορετικές και εν πολλοίς αντίθετες κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα να μην ήταν σε θέση να αντιληφθούν ο ένας τον άλλον εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον ενόψει και της ταχύτητας με την οποία εξελίσσοντο τα γεγονότα. Εν τέλει παρά τις πιο πάνω προσπάθειες ο Κατηγορούμενος 1 κατάφερε να διασταυρώσει τον αυτοκινητόδρομο και να εισέλθει στη Β.Π. Ιδαλίου. Σημειώνεται πως από πιο πριν ο Μ.Κ.4, όταν άκουσε πως ο Κατηγορούμενος 1 κατευθύνετο προς τον αυτοκινητόδρομο, αλλά και όταν ανέβηκε στον λόφο, έδωσε οδηγίες στα άλλα υπηρεσιακά οχήματα να κινηθούν προς εντοπισμό του (πράγμα που τελικά επετεύχθη πολύ αργότερα και δεν απαιτείται ιδιαίτερη ανάλυση τώρα ενόψει της παραδοχής του Κατηγορουμένου 1). Σε αντίθεση με τον Μ.Κ.5, ο οποίος από την ώρα που άκουσε τα περί διαφυγής βρέθηκε σε δευτερόλεπτα στο αδιέξοδο, ο Μ.Κ.4 χρειάστηκε, όπως αναφέρει, περί το ένα λεπτό από εκείνη τη στιγμή για να φθάσει στο ίδιο σημείο. Αυτό είναι λογικό διότι εκκίνησε μετά τον Μ.Κ.5 και στην ουσία ευρίσκετο ακόμα στον χώρο του περιπτέρου όταν έλαβε την πιο πάνω ενημέρωση. Εξ ου και αναφερόμενος σε αυτό το στάδιο είπε ότι διήνυσε την απόσταση των 400-500μ. μέχρι να φθάσει στο αδιέξοδο. Πάντως όταν έφθασε στάθμευσε με το υπηρεσιακό όχημα, χωρίς διακριτικά, πίσω από το όχημα του Μ.Κ.5. Σ΄ αυτό το στάδιο λοιπόν το επίκεντρο των γεγονότων ευρίσκεται στο «πλάτωμα» στο τέλος σχεδόν του χωματόδρομου. Τον χώρο αυτόν υπέδειξε ο Μ.Κ.3 ως απεικονιζόμενο τόσο στο αριστερότερο μέρος της φωτ. 17, ήτοι πίσω από το δέντρο χωρίς φύλλα και στο βάθος κάτω από τον λόφο, όσο και στη φωτ. 16, υποδεικνύοντας μάλιστα και την τελευταία στροφή του χωματόδρομου. Η καθ' αυτό σκηνή στην οποία εγκατέλειψε το Smart ο Κατηγορούμενος 1 απεικονίζεται στη φωτ. 4, από την οποία επιβεβαιώνεται πως πράγματι υπάρχουν δέντρα «και στα δεξιά και στα αριστερά», όπως επίσης επεξήγησε ο Μ.Κ.3, ήτοι ακακίες, ευκάλυπτοι, άγρια βλάστηση και χόρτα. Είναι δε, απολύτως ορθή η θέση του Μ.Κ.3, καθώς και των υπολοίπων που αναφέρθηκαν στο θέμα, ότι το Smart ή τα αστυνομικά οχήματα δεν μπορούσε κάποιος να τα αντιληφθεί εκτός αν πλησίαζε πολύ κοντά τους, λόγω της μορφολογίας του χώρου (δέντρα, στροφή, λόφος κ.λ.π.) εξαιτίας της οποίας μάλιστα το Smart δεν ήταν ορατό για κάποιον ούτε από τον κύριο δρόμο προς Τσέρι, ούτε βεβαίως και από το αλτ του περιπτέρου. Γεγονός πάντως παραμένει πως μετά τη διαφυγή του Κατηγορουμένου 1 ο Μ.Κ.5 επέστρεψε στη σκηνή πλησίον του Smart, όπου ο Μ.Κ.3 του υπέδειξε, ευρισκόμενος ακόμα στο ύψωμα, το ελαστικό κάτω από το οποίο ο Κατηγορούμενος 1 είχε αποκρύψει τη μια επίδικη ποσότητα κοκαΐνης, Τεκμήριο 1, ούτως ώστε ο ίδιος να μπορέσει να βρει σημείο να κατεβεί με ασφάλεια καθότι ήταν δύσκολη η κατάβαση του. Ο Μ.Κ.4 έδωσε παράλληλα οδηγίες στον Μ.Κ.7 να παραμείνει στο σημείο εντός του χωραφιού στο οποίο είχε εντοπίσει την άλλη επίδικη ποσότητα κοκαΐνης, Τεκμήριο 2. Να σημειωθεί ότι η μεγάλη ποσότητα, δηλαδή το Τεκμήριο 1, και το ελαστικό ευρίσκοντο 5-6μ. δεξιότερα του Smart, όπως ακριβώς υπεδείχθησαν στις φωτ. 4-9 και ότι μέχρι να κατεβεί ο Μ.Κ.3 τη φύλαξη τους είχε ο Μ.Κ.5. Εντός ολίγου, βεβαίως, και πάντως πριν την εμφάνιση στη σκηνή των Κατηγορουμένων 2-4, κατέβηκε και ο Μ.Κ.3. Δεχόμαστε τη θέση του ότι χρειάστηκε περί τα δύο λεπτά μέχρι να κατεβεί. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι κάποια στιγμή εμφανίστηκαν εκεί και οι Κατηγορούμενοι 2-4, επιβαίνοντες οι μεν Κατηγορούμενοι 2 και 3 στο Pajero BAH 270, ο δε Κατηγορούμενος 4 σε μοτοσικλέτα χωρίς αριθμούς εγγραφής. Όπως εξήγησε πειστικά ο Μ.Κ.3, τα δυο αυτά οχήματα έφθασαν ταυτόχρονα. Ειδικότερα όσον αφορά τη μοτοσικλέτα δεχόμαστε τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 ότι αυτή ήταν μοτοσικλέτα δρόμου, πολύ μεγάλου κυβισμού, προορισμένη για ταχύτητες σε άσφαλτο και είναι λογική η εκτίμηση του εν λόγω μάρτυρα ότι πρέπει να ανέβηκε στο σημείο εκείνο με πολλή δυσκολία, στηριζόμενος και στο ότι την είχαν αντιληφθεί να ανεβαίνει σιγά-σιγά, ενώ παράλληλα την άκουαν διότι ήταν πολύ θορυβώδης. Όσον αφορά τον χρόνο που εμφανίστηκαν οι Κατηγορούμενοι 2-4 εκεί θα πρέπει να σημειώσουμε κατ΄ αρχάς τη γραπτή θέση του Μ.Κ.3 ο οποίος ανέφερε πως όταν κατέβηκε «μετά πάροδο ενός ή δυο λεπτών» είδε τα οχήματα να πλησιάζουν. Αναπόφευκτα η θέση του αυτή κατά λογική προσέγγιση αναφέρεται σε χρόνο μετά που επέστρεψε στη σκηνή ο Μ.Κ.5, μετά που υπέδειξε σ΄ αυτόν ο Μ.Κ.3 το ελαστικό και μετά που ο τελευταίος κατέβηκε από το ύψωμα. Ο Μ.Κ.4 αναφέρει και αυτός γραπτώς ότι μετά πάροδο 2-3 λεπτών είδε τα οχήματα να εμφανίζονται αλλά δεν προσδιορίζει σε σχέση με ποιο γεγονός. Σε όποιο βαθμό δε, υπολογίζει τον χρόνο αυτό από τη διαφυγή του Κατηγορουμένου 1, διευκρινίζουμε ότι δεν μπορούμε να δεχθούμε τη δική του θέση, διότι δεν λαμβάνει υπ΄ όψιν τις ενδιάμεσες ενέργειες που προανάφεραν οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5 τις οποίες οι δύο αυτοί μάρτυρες ήταν σε πολύ καλύτερη θέση και είχαν λόγους να ενθυμούνται ως συμμετέχοντες σε αυτές. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που αφενός ο Μ.Κ.3 επεξήγησε προφορικά επανειλημμένως ότι τα συμβάντα με την καταδίωξη του Κατηγορουμένου 1 διαδραματίστηκαν 7-8 λεπτά πριν αφιχθούν στο σημείο οι Κατηγορούμενοι 2-4 και αφετέρου ο Μ.Κ.5 επέμεινε επίσης σταθερά πως αυτοί εμφανίστηκαν στη σκηνή 7-10 λεπτά μετά τους πυροβολισμούς. Οι θέσεις των Μ.Κ3 και Μ.Κ.5 συνάδουν από πλευράς χρόνου πλήρως με τα γεγονότα που περιγράφουν ότι είχαν μεσολαβήσει μετά τους πυροβολισμούς και τη διαφυγή του Κατηγορουμένου 1 μέσω του αυτοκινητόδρομου. Σίγουρα απαιτήθηκε (
  1. i)κάποιος χρόνος να επιστρέψει ο Μ.Κ.5 κοντά στο Smart, (
  2. ii)κάποιος χρόνος να αναζητήσει και εντοπίσει ο Μ.Κ.5 το Τεκμήριο 1 βάσει των οδηγιών που του έδιδε εξ ύψους ο Μ.Κ.3, (iii) χρόνος περίπου δυο λεπτών να κατεβεί ο Μ.Κ.3 και τέλος (
  3. iv)πέρασαν άλλα ένα-δυο λεπτά μετά που κατέβηκε ο Μ.Κ.3. Είναι συνεπώς η κατάληξη μας πως από τη στιγμή των πυροβολισμών-διαφυγής παρήλθαν τουλάχιστον 7-8 λεπτά μέχρι την άφιξη των Κατηγορουμένων 2-4. Προχωρώντας στα διαδραματισθέντα κατά την άφιξη τους επισημαίνουμε ότι κατά τη δεδομένη στιγμή ο Μ.Κ.3 ευρισκόταν κάπου στη μέση των δύο αστυνομικών οχημάτων που είχαν σταθμεύσει πίσω από το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου 1 σε απόσταση περίπου ένα μέτρο το ένα πίσω από το κάθε προπορευόμενο του όχημα. Πλησίον του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου 1 ήταν επίσης και ο Μ.Κ.4. Ο Μ.Κ.3 ανέκοψε το Pajero φωνάζοντας «Αστυνομία» ενώ ο Μ.Κ.4 έκανε το ίδιο σε σχέση με τη μοτοσικλέτα. Είναι αναντίλεκτο ότι οδηγός του Pajero ήταν ο Κατηγορούμενος 2 και συνοδηγός ο Κατηγορούμενος 3, ενώ οδηγός της μοτοσικλέτας ο Κατηγορούμενος 4. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι ο Μ.Κ.4 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι την ώρα της ανακοπής του Pajero και της μοτοσικλέτας ο Μ.Κ.5 φώναξε «Αστυνομία» και ότι κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι την ώρα που ακούστηκε ο θόρυβος της μοτοσικλέτας και του Pajero είχαν κινηθεί προς την κατεύθυνση τους ο ίδιος και ο Μ.Κ.5, τοποθετώντας με αυτό τον τρόπο τον Μ.Κ.5 στη σκηνή της ανακοπής των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4. Ωστόσο στην κατάθεση του Έγγραφο 4, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, η εκδοχή του ήταν ότι το Pajero έτυχε ανακοπής από τον Μ.Κ.3 (και όχι τον Μ.Κ.5). Λέμε εξαρχής ότι δεν θεωρούμε ότι η εν λόγω αντίφαση είναι ουσιώδης στη μαρτυρία του. Κρίνουμε ότι όταν έδινε την κατάθεση του ήταν σε καλύτερη θέση να θυμάται με περισσότερη ακρίβεια τα σχετικά γεγονότα παρά όταν κατέθετε ενώπιον μας. Εν πάση περιπτώσει δεν είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι ο Μ.Κ.5 ούτως ή άλλως ευρισκόταν κοντά στο σημείο όπου είχε γίνει η ανακοπή των Κατηγορουμένων για σκοπούς προστασίας της σκηνής, ήτοι του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου 1 και ειδικά των ναρκωτικών που ευρίσκοντο σε απόσταση περίπου 5-6 μέτρα στα δεξιά του αυτοκινήτου. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό και την ίδια τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 ότι κατά την άφιξη των Κατηγορουμένων δεν ήταν εκεί για να τους δει και ότι τους προσέγγισε μετά από λίγα λεπτά όταν πλέον τη φρούρηση της σκηνής ανέλαβε ο Μ.Κ.3. Το αν οι Κατηγορούμενοι σταμάτησαν από μόνοι τους ή αν τους σταμάτησαν οι αστυνομικοί δεν θεωρούμε ότι μπορεί να έχει οποιαδήποτε πρακτική σημασία. Η ουσία του όλου θέματος είναι αφενός ότι βρέθηκαν εκεί και αφετέρου ότι έτσι και αλλιώς οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν τη δυνατότητα υπό τις περιστάσεις που περιγράφηκαν ανωτέρω και λόγω και της διαμόρφωσης του συγκεκριμένου χώρου να συνεχίσουν την πορεία τους αφού μπροστά τους υπήρχαν οχήματα. Προέκυψε από τη μαρτυρία και δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης ότι από τον κύριο δρόμο και την είσοδο του χωματόδρομου αλλά και κατά τη διάρκεια της ανάβασης κάποιου στο χωματόδρομο δεν ήταν ορατά τα δύο οχήματα της Αστυνομίας που ήταν σταθμευμένα πίσω από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 λόγω της μορφολογίας του εδάφους και της στροφής που μεσολαβεί και ότι μόνο στο σημείο που το Pajero και η μοτοσυκλέτα έστριψαν τη στροφή, λίγα μέτρα πριν την ανακοπή τους, ήταν σε θέση για πρώτη φορά να δουν οι Κατηγορούμενοι 2-4 τα σταματημένα αυτοκίνητα. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν ήταν ορατή από τους αστυνομικούς η είσοδος στον χωματόδρομο οποιουδήποτε πεζού ή οχήματος σε οποιοδήποτε στάδιο πριν τη στροφή. Αυτό δε, εξηγεί και το ότι οι μάρτυρες που εμπλέκοντο στην ανακοπή των Κατηγορουμένων ομιλούσαν για το αιφνίδιο της εμφάνισης τους στο σημείο αμέσως μετά τη στροφή που σχηματίζει ο χωματόδρομος. Κατά το στάδιο της ανακοπής τόσο ο Μ.Κ.3 όσο και ο Μ.Κ.4, αφού αποκάλυψαν στους Κατηγορούμενους την αστυνομική τους ταυτότητα, τους πληροφόρησαν για την πρόθεση τους να τους ερευνήσουν. Ρωτήθηκαν δε τόσο ο Κατηγορούμενος 2 (από τον Μ.Κ.3) όσο και ο Κατηγορούμενος 4 (από τον Μ.Κ.4) για τον σκοπό της παρουσίας τους στο σημείο. Η απάντηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ότι: «είδαμε κίνηση και ήρταμε να δούμε τι έχει», ενώ ο Κατηγορούμενος 4 δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Ο Κατηγορούμενος 4 είχε στον ώμο του μια τσάντα χρώματος παραλλαγής την οποία ο Μ.Κ.4 παρέλαβε. Ακολούθως κατά τη σωματική έρευνα που του διενήργησε εντόπισε τρία κινητά τηλέφωνα τα οποία επίσης παρέλαβε. Ο Μ.Κ.3 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 2 να παραδώσει τα δύο κινητά τηλέφωνα που κρατούσε πράγμα που έκανε. Ακολούθως ο Μ.Κ.3 κατευθύνθηκε προς το σημείο όπου βρισκόταν ο Μ.Κ.5 στον οποίο και παρέδωσε τα δύο κινητά του Κατηγορουμένου 2 και ανέλαβε τη φρούρηση της περιοχής δίδοντας με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα στους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 να ερευνήσουν το Pajero και τη μοτοσικλέτα. Ο Μ.Κ.5 κατά τη σωματική έρευνα που διενήργησε στον Κατηγορούμενο 2 εντόπισε σε τσαντάκι ώμου το ποσό των €1310, τέσσερις σπαστήρες διαφόρων σχημάτων, κάποια έγγραφα με σημειώσεις και δύο κινητά τηλέφωνα. Διενήργησε επίσης σωματική έρευνα και στον Κατηγορούμενο 3 από τον οποίο παρέλαβε 3 κινητά τηλέφωνα. Έρευνα έκανε και στο Pajero χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε. Τόσο η μοτοσικλέτα όσο και ο Κατηγορούμενος 4 μεταφέρθηκαν στη συνέχεια με υπηρεσιακό όχημα στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Ο Μ.Κ.3 παρέμεινε στη σκηνή μέχρι τις 14:00 που αφίχθηκαν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2. Στη συνέχεια αφίχθη στη σκηνή στις 14:00 ο Μ.Κ.1, ο οποίος είχε ήδη οριστεί χειριστής τεκμηρίων, και ο εξεταστής της υπόθεσης Μ.Κ.2. Έγινε υπόδειξη των Τεκμηρίων 1 και 2 στον Μ.Κ.1 ο οποίος έλαβε καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.2 αριθμό φωτογραφιών τόσο των τεκμηρίων όσο και διαφόρων σημείων από τη σκηνή (Τεκμήριο 21) και ακολούθως παρέλαβε και σφράγισε τα πιο πάνω τεκμήρια. Όσον αφορά το όχημα του Κατηγορούμενου 1 αφού σφραγίστηκε από τον Μ.Κ.2 οδηγήθηκε με ρυμουλκό στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι από τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 λέχθηκε ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 21 δεν απεικονίζουν ή αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα. Επισημαίνουμε εν προκειμένω ότι αυτές οι αναφορές θα πρέπει να εξετασθούν με βάση τα συμφραζόμενα τους από τα οποία προκύπτει, χωρίς καμιά δυσκολία, ότι αμφότεροι εννοούσαν ότι ένας τρίτος δεν παίρνει μέσω των φωτογραφιών την πλήρη και αντιπροσωπευτική εικόνα της επιτόπου κατάστασης ειδικότερα σε σχέση με τη μορφολογία του εδάφους και, πιο συγκεκριμένα, το ύψος της άγριας βλάστησης και των σπαρτών που υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο στον επίδικο χώρο όπου διαδραματίσθηκαν τα επίδικα γεγονότα. Μάλιστα ο Μ.Κ.3 διευκρίνισε την αναφορά του λέγοντας ειδικά για τη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 21 ότι είναι όπως μια «πανοραμική» φωτογραφία από την οποία δεν φαίνεται το ύψος των σπαρτών και ότι βασικά αυτό θα ήταν εφικτό αν είχε ληφθεί μια φωτογραφία με ένα άτομο μέσα στα σπαρτά. Παρομοίως είναι μέσα στο ίδιο πλαίσιο που και Μ.Κ.4 αναφερόμενος στη φωτογραφία 1 είπε ότι αυτή δίδει τη γενική εικόνα της περιοχής, όχι όμως την εικόνα σε σχέση με το ύψος των σπαρτών. Οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 συνελήφθησαν από τον Μ.Κ.2 στα γραφεία της ΥΚΑΝ την ίδια μέρα. Στις 25/3/15 ο Μ.Κ.2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 4, στις 26/3/15 από τον Κατηγορούμενο 3 και στις 29/3/15 από τον Κατηγορούμενο 2. Σε προφορική ανάκριση που έκανε στον Κατηγορούμενο 4 στις 28/3/15 ο τελευταίος του ανέφερε ότι δεν είχε δει οποιαδήποτε κίνηση στο ύψωμα - όπου ανακόπηκε - σύμφωνα με την πορεία του κοντά στο στρίψιμο για την Β.Π. Ιδαλίου και ότι απλώς ακολουθούσε τον Κατηγορούμενο 2. Επίσης ότι είχε χάσει το στρίψιμο που οδηγούσε στον χωματόδρομο, έκανε επαναστροφή και ακολούθησε τον Κατηγορούμενο 2. Λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος 4 δεν επιθυμούσε να δώσει γραπτή κατάθεση για τα πιο πάνω λεχθέντα αυτά καταγράφηκαν σε Ημερολόγιο Ενεργείας (Τεκμήριο 31). Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω το Τεκμήριο 1 είναι το σακουλάκι το οποίο ο Κατηγορούμενος 1 είχε αποκρύψει κάτω από το παλιό ελαστικό ενώ το Τεκμήριο 2 είναι το άλλο σακουλάκι που ο Κατηγορούμενος είχε ρίξει στο χωράφι κατά το στάδιο της διαφυγής του. Δεν αμφισβητήθηκε ότι η αρχική συσκευασία των πιο πάνω Τεκμηρίων όταν αυτά παραλήφθηκαν από τη σκηνή είναι όπως αυτή περιγράφεται στο Τεκμήριο Α. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι όταν μεταφέρθηκαν στο Κρατικό Χημείο για τις σχετικές εξετάσεις αφαιρέθηκαν οι αρχικές συσκευασίες τους (για να διενεργηθεί δακτυλοσκοπικός έλεγχος) και τοποθετήθηκε η ανευρεθείσα άσπρη σκόνη σε άλλα σακούλια. Είναι για αυτό το λόγο που το Τεκμήριο 1 Α, Β και Γ αποτελείται από δύο σακούλια με την κολλητική ταινία - αρχική συσκευασία - (Τεκμήριο 1Α), ένα σακούλι του Κρατικού Χημείου με την άσπρη σκόνη (Τεκμήριο 1Β) και ένα χακί φάκελο - με τον οποίο είχε σφραγιστεί το τεκμήριο- (Τεκμήριο 1Γ). Κατά τον ίδιο τρόπο το Τεκμήριο 2 Α, Β και Γ αποτελείται και αυτό από τα δύο σακούλια - της αρχικής συσκευασίας - (Τεκμήριο 2Α), ένα σακούλι του Κρατικού Χημείου με την άσπρη σκόνη (Τεκμήριο 2Β) και ένα χακί φάκελο (Τεκμήριο 2Γ). Αποτέλεσε δε παραδεκτό γεγονός ότι η άσπρη σκόνη με βάση εξέταση που διενεργήθηκε στο Κρατικό Χημείο καθόσον αφορά το Τεκμήριο 1Β αποτελεί κοκαΐνη βάρους 999,1 γρ. ενώ καθόσον αφορά το Τεκμήριο 2Β κοκαΐνη βάρους 49,3965 γρ. (Τεκμήριο 37). Βεβαίως η τελευταία αυτή ποσότητα δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει ενόψει του ότι δεν αποτελεί αντικείμενο των επίδικων κατηγοριών. Παραδεκτό γεγονός αποτέλεσε και ο ποσοτικός προσδιορισμός της κοκαΐνης και στα δύο δείγματα ο οποίος ανήλθε σε ποσοστό 65,12℅ (Τεκμήριο 39). Εξέτασης από το Κρατικό Χημείο έτυχε και το Τεκμήριο 7 (τσάντα ώμου) στο οποίο διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν ίχνη άσπρης σκόνης με παραδεκτό το αποτέλεσμα, ήτοι ότι επρόκειτο για ίχνη κοκαΐνης (Τεκμήριο 38). Δεν αμφισβητήθηκε ότι η τελευταία περίπτωση αφορούσε πολύ μικρή ποσότητα κοκαΐνης που δεν μπορούσε να ζυγιστεί. Κρίνουμε λογική και πειστική τη γενική θέση που η Μ.Κ.6 διατύπωσε κατά την αντεξέταση της αναφορικά με τον κίνδυνο ή καλύτερα το ενδεχόμενο επιμόλυνσης από ένα τεκμήριο σε άλλο σε περίπτωση όπου δεν ακολουθείται ο κατάλληλος τρόπος χειρισμού των τεκμηρίων. Παρατηρούμε, ωστόσο, ότι κατά την αντεξέταση των αστυνομικών μαρτύρων δεν τέθηκε από πλευράς Υπεράσπισης οτιδήποτε αναφορικά με τον τρόπο χειρισμού των τεκμηρίων της υπόθεσης και συγκεκριμένα του Τεκμηρίου 7 για να μπορεί να γίνει λόγος για τυχόν επιμόλυνση του εν λόγω Τεκμηρίου από άλλα τεκμήρια και δη αυτά που αφορούν στις ανευρεθείσες ποσότητες κοκαΐνης. Η τσάντα ώμου του Κατηγορούμενου 4 η οποία παραλήφθηκε από τον Μ.Κ.4 τοποθετήθηκε εντός φακέλου στο υπηρεσιακό όχημα που οδηγούσε ο ίδιος και ακολούθως αυτή παρεδόθη στον Μ.Κ.1 στα γραφεία της ΥΚΑΝ στις 16.15 οπόταν και τη σφράγισε. Από 23/3/15 μέχρι 26/3/15 ευρίσκετο στην κατοχή του και ακολούθως μεταφέρθηκε στο Κρατικό Χημείο όπου παραλήφθηκε από τον κ. Κουντούρη στις 13.50. Ο Μ.Κ.1 την παρέλαβε ξανά στις 2/4/15 και ώρα 09.25 (Τεκμήριο 24) και στις 10.00 της ίδιας μέρας την τοποθέτησε στην Αποθήκη της ΥΚΑΝ όπου την είχε υπό τη φύλαξη του μέχρι την ημέρα που την παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 στο Δικαστήριο. Το γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 υπέγραψε το έντυπο «Απόδειξη Παραλαβής Τεκμηρίων», Τεκμήριο 32, δεν επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την εκδοχή των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 αναφορικά με τη διακίνηση του πιο πάνω Τεκμηρίου. Όπως συναφώς εξήγησε πειστικά ο Μ.Κ.2, δεν είχαν παραδοθεί στον ίδιο τα Τεκμήρια που αναφέρονται στο εν λόγω έντυπο (συμπεριλαμβανομένης και της τσάντας ώμου) και ότι η υπογραφή του στο Τεκμήριο 32, που αποτελεί ένα έγγραφο κατάσχεσης περιουσίας που έχει παραληφθεί - που δεν είναι παράνομη - δόθηκε απλώς υπό την ιδιότητα του εξεταστή της υπόθεσης. Έχοντας ήδη παραθέσει τις λεπτομέρειες διακίνησης και φύλαξης του Τεκμηρίου 7, ιδιαίτερα μέχρι την εξέταση του από τη Μ.Κ.6 καταλήγουμε ότι με τον τρόπο που διακινήθηκε και φυλάχθηκε δεν υπήρχε περίπτωση να έρθει σε επαφή και επιμολυνθεί από οποιαδήποτε ουσία ή άλλο αντικείμενο μετά τον εντοπισμό στην κατοχή του Κατηγορουμένου 4 μέχρι σήμερα. Αποτελεί λοιπόν εύρημα μας ότι τα ίχνη στο εσωτερικό της εναποτέθηκαν σε χρόνο πριν την ανακοπή του Κατηγορουμένου 4. Όσον αφορά τους σπαστήρες παρεμβάλλουμε εδώ την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.5 και το συνακόλουθο εύρημα μας πως είναι είδος εργαλείων τα οποία χρησιμοποιούνται (από χρήστες) για να σπάσουν τη «φούντα» του καπνού σε πιο μικρά κομμάτια ούτως ώστε να μπορέσουν να τα καπνίσουν. Αξιολόγηση γραπτών καταθέσεων και ανώμοτων δηλώσεων Κατηγορουμένων Η Κατηγορούσα Αρχή στο πλαίσιο προσκόμισης της μαρτυρίας της και στα πλαίσια του καθήκοντος της να δώσει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης[2], παρουσίασε και τις ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τους Κατηγορούμενους (Τεκμήρια 28Α, 28Β, 29 & 30). Όσον αφορά την αξιολόγηση γραπτής κατάθεσης κατηγορουμένου, υπενθυμίζεται πως παρότι το σύνολο του περιεχομένου τέτοιας κατάθεσης γίνεται δεκτό ως μαρτυρία,[3] εντούτοις αυτό αξιολογείται και κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψιν και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Το δε Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή ή περιέχει δηλώσεις εναντίον των συμφερόντων του,[4] όπως έχει εξηγηθεί και στην υπόθεση Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693. Μάλιστα στην τελευταία απόφαση τονίστηκε πως το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει ως αναληθές μέρος της κατάθεσης και να αποδεχθεί άλλο. Διευκρινίζουμε πως η κατάθεση ενός κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποτελέσει μαρτυρία εναντίον συγκατηγορούμενου[5] εκτός βεβαίως εάν ο κατηγορούμενος ο οποίος έδωσε την κατάθεση, υιοθετήσει αυτήν κατά την προφορική μαρτυρία του. Περαιτέρω σημειώνεται ότι οι Κατηγορούμενοι 2-4, ως είχαν απόλυτο δικαίωμα, προέβηκαν σε ανώμοτες δηλώσεις. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος δεν μπορεί και δεν θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής η οποία έχει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της. Η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε περίπτωση, αλλά δεν μπορεί να εξομοιωθεί με κανονική ένορκη μαρτυρία η οποία έχει υποβληθεί στη βάσανο της αντεξέτασης, ούτε και να αντικρούσει μιαν ένορκη μαρτυρία, η οποία κρίθηκε ήδη αξιόπιστη. Αναγνωρίζεται όμως πως υπάρχουν εξαιρέσεις σε περιπτώσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρειάζεται να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση[6] . Κατηγορούμενος 2 Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 επισημαίνουμε ότι στην πρώτη κατάθεση του, Τεκμήριο 28Α, την οποία έδωσε στις 25.3.15, δεν ανέφερε οτιδήποτε το οποίο να χρήζει αξιολόγησης. Σχετικά με τη δεύτερη του κατάθεση ημ. 28.3.15, Τεκμήριο 28Β, επισημαίνουμε κατ΄ αρχάς ότι σ΄ αυτή δέχεται τη φιλία του με τους Κατηγορούμενους 3 και 4. Όπως και ο ίδιος αναφέρει, οι τρεις τους έκαναν παρέα ήδη για διάστημα περίπου ενός έτους. Προβάλλει πως δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 1, πράγμα για το οποίο πρέπει να παρατηρήσουμε πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία, στοιχείο ή ένδειξη προς αντίθετη κατεύθυνση και δεχόμαστε τη θέση αυτή. Εξιστορώντας τη δράση του κατά την επίδικη ημερομηνία (23.3.15) ο Κατηγορούμενος 2 προβάλλει πως περί τις 11:30 αναχώρησε από το σπίτι του με το αυτοκίνητο του, το "Pajero", και πήγε στο σπίτι του Κατηγορουμένου 4. Προφανώς αναφέρεται στο Pajero BAH 270 το οποίο εντοπίστηκε να οδηγεί αργότερα την ίδια μέρα στον λόφο και με αυτή του τη δήλωση δέχεται την ιδιοκτησία του εν λόγω οχήματος. Περαιτέρω δέχεται ότι φθάνοντας στο σπίτι του Κατηγορουμένου 4 συνάντησε εκεί και τον Κατηγορούμενο 3, για τον οποίον όμως προβάλλει ότι ήταν «. μισοπεθαμένος δηλαδή άρρωστος του θανατά». Δεν εξηγεί σε ποια κατάσταση είδε τον φίλο του ή ποιο ακριβώς πρόβλημα είχε, ούτως ώστε να διαφανεί και ο λόγος για τον οποίο ο ίδιος έδωσε την πιο πάνω δραματική «διάγνωση» για την κατάσταση του. Ούτε βεβαίως αναφέρεται σε κάτι που εκείνη τη στιγμή έπραξαν ή σκέφτηκαν να πράξουν αυτός και ο Κατηγορούμενος 4 προς βοήθεια ενός φίλου που (κατ΄ ισχυρισμόν) βρίσκεται σε τέτοια σοβαρή κατάσταση, όπως θα ήταν λογικό και αναμενόμενο. Αντί λοιπόν οποιασδήποτε άλλης ενέργειας τους ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρεται στο ότι φόρτωσαν τη σέλα ενός "jet ski" στο διπλοκάμπινο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου 4 και στο ότι όλοι μαζί, κατευθύνθηκαν προς κάποιον ταπετσάρη στη Λακατάμεια, για τον οποίο όμως διαπίστωσαν ότι δεν εργαζόταν. Σ΄ αυτό το σημείο προσθέτει πως αμέσως μετά πήγαν σε φαρμακείο και πήραν φάρμακα για τον Κατηγορούμενο 3. Δεν έχουμε οποιαδήποτε δυσκολία να αποδεχθούμε τη διαδρομή αυτή στην οποίαν αναφέρεται ο Κατηγορούμενος 2, αν και ως προς το φαρμακείο δημιουργείται η εύλογη απορία κατά πόσον μπόρεσε να κατεβεί εκεί ο «μισοπεθαμένος, .. άρρωστος του θανατά» Κατηγορούμενος 3 είτε μόνος είτε συνοδευόμενος από κάποιον και περαιτέρω τι φάρμακα πήραν, δηλαδή για ποια ασθένεια, δεδομένου ότι δεν γίνεται και αναφορά σε επίσκεψη σε ιατρό. Δεχόμαστε ότι πήραν απλώς από φαρμακείο κάτι που θα χρησιμοποιούσε ο Κατηγορούμενος 3, χωρίς να μπορεί να δοθεί άλλη διευκρίνιση. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο 2 στη συνέχεια πήγαν στον «λαστιχάρη» (τον Μαυρουδή) επίσης στη Λακατάμεια και ακολούθως επέστρεψαν ξανά στο σπίτι του Κατηγορουμένου 4. Σ΄ αυτό το σημείο ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίζεται πως ο ίδιος με τον Κατηγορούμενο 3 είπαν να μεταβούν στο Δάλι για να παραλάβουν αυτοκίνητο του (Κατηγορουμένου 2) από μηχανικό ο οποίος τον περίμενε μέρες. Προσθέτει πως ο Κατηγορούμενος 4 εκείνη τη στιγμή είχε ξεκινήσει τη μοτοσικλέτα του λέγοντας ότι «εν να πάει κανένα γυρό» οπότε ο Κατηγορούμενος 2 του πρότεινε αν ήθελε να πήγαινε μαζί τους με τη μοτοσικλέτα, επειδή το αυτοκίνητο του μόνο δυο θέσεις είχε. Ο Κατηγορούμενος 4 δέχθηκε και έτσι ξεκίνησαν με κατεύθυνση την περιοχή Χαλεπιανών, ήτοι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 επιβαίνοντες στο Pajero με οδηγό τον Κατηγορούμενο 2 και ο Κατηγορούμενος 4 στη μοτοσικλέτα. Οι πρώτοι έκαναν μια στάση σε περίπτερο από όπου αγόρασε νερά ο Κατηγορούμενος 3, ενώ αντιθέτως ο Κατηγορούμενος 4 είχε προχωρήσει και τον ξαναείδαν μετά από λίγο όταν βγήκε από Πρατήριο Βενζίνης και συνέχισε εφεξής να τους ακολουθεί. Συνεχίζοντας την αφήγηση του ο Κατηγορούμενος 2 προβάλλει πως πριν το στρίψιμο που οδηγεί στη Β.Π. Ιδαλίου - και προφανώς εννοεί λίγο πριν το αλτ του περιπτέρου και έχοντας κατεύθυνση από Τσέρι προς τον αυτοκινητόδρομο - κοίταξε στα δεξιά του πάνω στο βουνό (λόφο), είδε «κίνηση, ανθρώπους κ.τ.λ. πας το βουνούϊ που έσιει τζιαι δέντρα τζιαι χόρτα τζιαι ποούλα» οπότε και αποφάσισε να ανεβεί να δει τι γίνεται και εκεί ανεκόπη. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως η εκδοχή την οποία δίδει ο Κατηγορούμενος 2 εξεταζόμενη ακόμα και αφ΄ εαυτής και επί των δικών της μόνο όρων εκφεύγει από κάθε λογική οποιουδήποτε νοήμονος ανθρώπου, βασικά σε δύο, πλην όμως πολύ ουσιώδη για την όλη υπόθεση σημεία: (
  1. i)Το πρώτο σχετίζεται με την κατ΄ ισχυρισμόν κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου 3 σε συνδυασμό με την επίσης κατ΄ ισχυρισμόν συναπόφαση των δύο, δηλαδή των Κατηγορουμένων 2 και 3 να μεταβούν στο Δάλι για να φέρουν το αυτοκίνητο του πρώτου. Ειδικότερα, δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι από τη μια ο Κατηγορούμενος 3 ήταν «μισοπεθαμένος» και «άρρωστος του θανατά» και από την άλλη ήταν σε θέση να συνοδεύσει τον Κατηγορούμενο 2 στο Δάλι και ιδίως να οδηγήσει όχημα από εκεί πίσω στη Λακατάμεια. Υπενθυμίζουμε ότι με βάση και τα λεγόμενα του, ο Κατηγορούμενος 2 δεν είναι τον Κατηγορούμενο 3 που είχε επισκεφθεί, αλλά τον Κατηγορούμενο 4 στο σπίτι του και εκείνη την ώρα, μετά από κάποιες άλλες δραστηριότητες τους, ευρίσκοντο ξανά στο ίδιο σπίτι. Την ίδια σχέση και φιλία φαίνεται πως ο Κατηγορούμενος 2 είχε και με τον ένα και με τον άλλον. Εάν λοιπόν ο Κατηγορούμενος 3 ήταν όντως τόσο βαριά άρρωστος θα ήταν πολύ πιο φυσιολογικό και αναμενόμενο ο Κατηγορούμενος 2 να έπαιρνε μαζί του τον Κατηγορούμενο 4 για να φέρει πίσω το αυτοκίνητο. Ιδιαίτερα εφόσον ισχυρίζεται πως ο Κατηγορούμενος 4 ήθελε «. να πάει κανένα γυρό.» και μάλιστα περαιτέρω όταν προβάλλεται η θέση από τον Κατηγορούμενο 2 πως πρότεινε στον Κατηγορούμενο 4 να πάει με τη μοτοσικλέτα λόγω έλλειψης χώρου στο Pajero, αφήνοντας έτσι να νοηθεί πως δεν ήταν απαραίτητο ο «γυρός» να γίνει με τη μοτοσικλέτα και πως θα τον έπαιρνε εκείνος βόλτα αν υπήρχαν περισσότερες θέσεις στο Pajero. Σημειώνουμε δε πως παρά την ισχυριζόμενη κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου 3 αυτός ήταν που καθ΄ οδόν κατέβηκε και στο περίπτερο για να αγοράσει νερά και όχι ο Κατηγορούμενος 2, πράγμα που προφανώς θα ήταν πιο λογικό εάν ο φίλος του ήταν τόσο βαριά άρρωστος. Με βάση τις πιο πάνω σκέψεις και λογική των πραγμάτων σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να δεχθούμε τη θέση του Κατηγορουμένου 2 ότι ο Κατηγορούμενος 3 ήταν εκείνο το πρωϊνό άρρωστος και εν πάση περιπτώσει τόσο άρρωστος που να μπορούσε δικαιολογημένα να χαρακτηριστεί από τον μέσο λογικό άνθρωπο ως «μισοπεθαμένος» ή «άρρωστος του θανατά». Ακόμα και να αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα υγείας ο κατηγορούμενος 3, αυτό ήταν κάτι ελαφρύτερης μορφής (π.χ. ένα κρυολόγημα κ.λ.π.) για το οποίο μπορούσε να ληφθεί κάτι από φαρμακείο (όπως και έπραξαν) χωρίς την αναγκαιότητα επείγουσας μεταφοράς σε ιατρό ή σε νοσοκομείο και πάντως, ό,τι και αν ήταν δεν ήταν κάτι το οποίο του στερούσε την ικανότητα να έχει πλήρη αντίληψη και να κινείται ή δραστηριοποιείται φυσιολογικά. Δεν μπορεί ο Κατηγορούμενος 2 από τη μια να ισχυρίζεται ότι ο φίλος του, Κατηγορούμενος 3, ήταν «μισοπεθαμένος» και από την άλλη ο ίδιος αδιαφορώντας για την κατάσταση του να τον έβαζε να οδηγεί (κάτι για το οποίο απαιτείται νοητική και σωματική ικανότητα), ιδιαίτερα όταν είχε στη διάθεση του άλλην επιλογή, δηλαδή βοήθεια από τον Κατηγορούμενο 4, αν ήθελε. Αναμφίβολα λοιπόν οι πιο πάνω χαρακτηρισμοί του Κατηγορουμένου 2 για την κατάσταση του Κατηγορουμένου 3 συνιστούν αβάσιμες υπερβολές και η μαρτυρία του σε αυτό το σημείο είναι διάτρητη και αντιφατική με συνέπεια την απόρριψη της. Αν αυτό συνδυαστεί και με το γεγονός ότι στην πραγματικότητα οι τρεις Κατηγορούμενοι 2-4 είχαν στη διάθεση τους και το διπλοκάμπινο του Κατηγορουμένου 4, με το οποίο διακινήθηκαν όλοι μαζί προηγουμένως και με το οποίο θα μπορούσαν να διακινηθούν και προς τον μηχανικό, είναι προφανές πως τόσον η μεταγενέστερη διακίνηση τους με δυο οχήματα όσον και οι ανυπόστατες αναφορές του Κατηγορούμενου 2 για βαριά ασθένεια του Κατηγορουμένου 3 κάποιαν άλλη σκοπιμότητα υποκρύπτουν και εξυπηρετούσαν. (
  2. ii)Το δεύτερο - και ουσιωδέστερο από το πρώτο - σημείο είναι η θέση του Κατηγορουμένου 2 πως ο λόγος που έστριψε δεξιά στον χωματόδρομο είναι επειδή λίγο πριν το στρίψιμο αριστερά (στο περίπτερο) προς τη Β.Π. Ιδαλίου είδε «. κίνηση, ανθρώπους κ.τ.λ. πας το βουνούϊ.», οπότε πήγε να δει τι γίνεται. Με αυτή τη φράση δίδεται η εικόνα ότι ο Κατηγορούμενος 2 εννοεί ότι είδε κίνηση πάνω στον λόφο, δηλαδή στην κορυφογραμμή. Εξ ου και υπήρξαν και σχετικές ερωτήσεις κατά την αντεξέταση ορισμένων μαρτύρων για το κατά πόσον ήταν ορατά από το αλτ του περιπτέρου τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. τα οποία ευρίσκοντο πάνω στον λόφο (Μ.Κ.3 και Μ.Κ.7). Κατ΄ αρχάς όμως, και πριν εξεταστεί ακόμα οποιοδήποτε θέμα συνθηκών ορατότητας, θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως και αυτή η θέση, ελεγχόμενη με τους κανόνες της κοινής λογικής, κρίνεται παράλογη και εξωπραγματική. Εν ολίγοις ο Κατηγορούμενος 2 προβάλλει ότι κάποια μέτρα πριν στρίψει για την πορεία την οποίαν, κατά τα άλλα για σκοπούς προσωπικών του υποχρεώσεων επιβάλλετο να ακολουθήσει, έχοντας βαριά άρρωστο φίλο του ως συνοδηγό και ακολουθούμενος από μοτοσικλέτα δρόμου που οδηγεί άλλος φίλος του, εκφεύγει της πορείας του και διανύοντας άλλα 400-500μ. προσπερνώντας τον πρώτο χωματόδρομο, στρίβει δεξιά σε δύσβατο χωματόδρομο απλώς επειδή είδε κίνηση σε ένα «βουνούϊ» με δέντρα και άλλη βλάστηση από απόσταση τουλάχιστον μισού χιλιομέτρου και για να ικανοποιήσει την περιέργεια του. Εν πρώτοις λοιπόν έχουμε τη γνώμη πως ακόμα και να έβλεπε κάποια κίνηση στον λόφο ο Κατηγορούμενος 2 θα ήταν αφύσικο και μη αναμενόμενο αυτό που ισχυρίζεται ότι έπραξε. Δεν πρόκειται για περίπτωση που κάποιος πολίτης αντιλαμβάνεται κάτι εντός της πορείας του ή δίπλα από αυτή και πολλές φορές η ανθρώπινη περιέργεια ή ο αλτρουισμός οδηγεί κάποιους στο να σταματήσουν, να μάθουν τι έγινε και να βοηθήσουν αν χρειάζεται. Ο Κατηγορούμενος 2 επικαλείται απλή κίνηση ανθρώπων σε λόφο εκτός της πορείας του και σε απόσταση τουλάχιστον 400-500μ. Έχουμε ήδη προβεί σε ευρήματα ότι όντως εκείνο το μεσημέρι ευρίσκοντο πάνω στον λόφο δύο μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. με πολιτική περιβολή (Μ.Κ.3 και Μ.Κ.7). Ούτε μαρτυρία ούτε υποβολή υπήρξε ότι ευρίσκετο κάποιος άλλος εκεί κατά την ώρα που προσέγγιζε το στρίψιμο ο Κατηγορούμενος 2. Συνεπώς ακόμα και να μπορούσε να δει και να έβλεπε οδηγώντας κίνηση ανθρώπων στον λόφο ανάμεσα στα «.δέντρα τζιαι χόρτα τζιαι ποούλα.» που αναφέρει ο ίδιος θα ήταν αυτούς τους δυο. Δεν μας φαίνεται λογικό η απλή κίνηση δύο ανθρώπων στον λόφο, δηλαδή χωρίς κάτι άλλο αξιοπερίεργο, κατά πρώτον να τραβούσε την προσοχή του Κατηγορουμένου 2 από τόση απόσταση και κατά δεύτερο να ήταν ο λόγος που εξετράπη από την κατ΄ ισχυρισμόν πορεία του για να ανεβεί σε ένα λόφο. Βεβαίως δεν παραγνωρίζουμε πως στη συνέχεια της κατάθεσης του αναφέρεται στο ότι είδε «.κίνηση τζιαι καρκασιαλίκκι.», ενώ κατόπιν σχετικών διευκρινιστικών ερωτήσεων αναφέρει πλέον ότι είδε «.δύο, τρία, τέσσερα άτομα.» ντυμένα ευπρεπώς «.να γυροφέρνουν μες τα χωράφκια.» πράγμα που του κίνησε την περιέργεια να πάει να δει. Ερωτώμενος για το «ευπρεπώς ντυμένους» διευκρίνισε όπως εννοούσε ότι δεν ήταν ντυμένοι ως βοσκοί αλλά διαφορετικά. Σε όποιο βαθμό με τα πιο πάνω ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρεται στην κορυφή του λόφου είναι αυτονόητο πως ισχύουν τα όσα έχουμε προαναφέρει. Έχουμε όμως την εντύπωση πως δεν αναφέρεται σε κάτι τέτοιο. Σε αυτό το σημείο αναφέρεται σε «χωράφια» και αναπόφευκτα η θέση του αυτή, όπως όντως αυτή προωθήθηκε και κατά την ακρόαση, επιβάλλει και την εξέταση του ζητήματος της ορατότητας, όχι πλέον προς την κορυφή του λόφου, αλλά στο χωράφι στην πλευρά του αυτοκινητόδρομου. Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσον ο Κατηγορούμενος 2 είχε ορατότητα σε οποιοδήποτε τμήμα του χωματόδρομου, του σπαρμένου χωραφιού, του αδιεξόδου («πλατώματος») ή ακόμα και της πλαγιάς του λόφου προς τον αυτοκινητόδρομο, κατά την ώρα που σύμφωνα με τα ευρήματα μας διαδραματίστηκαν τα προαναφερθέντα γεγονότα σε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω σημεία. Ουσιαστικά το θέμα της ορατότητας επιβάλλει την εξέταση του τόσον από γεωγραφικής απόστασης όσον και από χρονικής απόστασης από τα γεγονότα, ως κατωτέρω: (α) Όσον αφορά τη γεωγραφική απόσταση έχουμε ήδη αναφερθεί στον χώρο και πιστεύουμε ότι η γεωφυσική κατάσταση προέκυψε επαρκώς κατά την αξιολόγηση που έχει προηγηθεί. Επισημαίνουμε στο παρόν στάδιο ότι: · Ο Κατηγορούμενος 2 ερχόμενος με κατεύθυνση από Τσέρι προς το αλτ του περιπτέρου ευρίσκετο σε απόσταση 400-500μ. από την είσοδο του χωματόδρομου. · Το εν λόγω τμήμα του δρόμου, ήτοι των 400-500μ. μέχρι την είσοδο αποτελείται από ανήφορο και κατήφορο (προς τον αυτοκινητόδρομο) και η είσοδος του χωματόδρομου ευρίσκεται σε σημείο του κατήφορου εν σχέσει με την πορεία του Κατηγορουμένου 2. · Ο χωματόδρομος ο ίδιος είναι ανηφορικός και με στροφές, ενώ δεξιά και αριστερά του υπάρχουν δέντρα, θάμνοι και άλλη βλάστηση. · Ο χωματόδρομος ευρίσκεται στους πρόποδες του λόφου από την πλευρά του αυτοκινητόδρομου, δηλαδή στην αντίθετη πλευρά από αυτήν προς την οποίαν μπορούσε να δει ο Κατηγορούμενος 2 ερχόμενος προς το αλτ. · Το ίδιο το αδιέξοδο («πλάτωμα») ευρίσκεται επίσης στην ίδια πλευρά (δηλαδή προς τον αυτοκινητόδρομο), περιβάλλεται από πιο πυκνή βλάστηση, όπως καταδεικνύουν και οι φωτογραφίες και κυρίως ο λόφος σε εκείνο το σημείο έχει απότομο (κάθετο) ύψος περί τα 5μ. · Το σπαρμένο χωράφι ευρίσκεται μετά από ένα άλλο μικρό «απότομο» (πλάτους 2-4μ.) προς τον αυτοκινητόδρομο, πράγμα που δείχνει ότι ευρίσκεται σε χαμηλότερο υψόμετρο από τον χωματόδρομο και κυρίως από το αδιέξοδο. · Ο ίδιος ο Μ.Κ.7 ευρισκόμενος μάλιστα στην πλευρά στην οποία διαδραματίστηκαν τα γεγονότα δεν είχε τη δυνατότητα και δεν είδε τον Μ.Κ.5 ο οποίος ευρίσκετο πιο πάνω την ώρα που διέφευγε ο Κατηγορούμενος 1. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι λόγω της γεωγραφικής απόστασης, καθώς και της γεωφυσικής κατάστασης του χώρου ήταν παντελώς αδύνατο για τον Κατηγορούμενο 2 να αντιληφθεί οποιαδήποτε κίνηση στον χωματόδρομο, στο αδιέξοδο, στο χωράφι ή στην πλαγιά του λόφου προς τον αυτοκινητόδρομο, όχι μόνον από το σημείο που ο ίδιος ισχυρίζεται (κάποια μέτρα πριν το στρίψιμο του περιπτέρου), αλλά ακόμα και πιο μπροστά σύμφωνα με την πορεία του και πάντως πριν αρχίσει να κατηφορίζει προς τον αυτοκινητόδρομο. Έχουμε περιγράψει με λεπτομέρεια τα γεγονότα που αφορούν τον εντοπισμό και την καταδίωξη του Κατηγορουμένου 1. Έχουμε την ακράδαντη πεποίθηση πως τίποτε από αυτά δεν περιέπεσε στην αντίληψη του Κατηγορουμένου 2, διότι απλούστατα δεν μπορούσε να περιπέσει λόγω της ορατότητας που είχε και προφανώς ψεύδεται ο ίδιος στην κατάθεση του όταν ισχυρίζεται το αντίθετο. Παρέλκει βεβαίως να πούμε πως απορρίπτουμε και την όποια εισήγηση έγινε είτε κατά την ακρόαση είτε κατά τις αγορεύσεις ότι ο Κατηγορούμενος 2 άκουσε τους πυροβολισμούς του Μ.Κ.5 και γι΄ αυτό ανέβηκε στο αδιέξοδο. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο σίγουρα θα ήταν κάτι που θα είχε καλύτερες πιθανότητες να δικαιολογήσει την «περιέργεια» του Κατηγορουμένου 2, πλην όμως είμαστε βέβαιοι πως ένα τόσο σημαντικό περιστατικό θα ήταν το πρώτο και κύριο που θα επικαλείτο προφορικώς όταν έφθασε εκεί και σίγουρα θα το έλεγε στις γραπτές καταθέσεις του αντί να επικαλείται την κίνηση και ενδυμασία αόριστου αριθμού ανθρώπων. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι πολύ αργότερα, ήτοι σε κάποιο σημείο της κατάθεσης την οποίαν έδωσε στις 28.3.15 ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίζεται ότι ευρισκόμενος στη σκηνή συνομιλώντας με τον Αστυνομικό Ντίνο (προφανώς εννοώντας τον Μ.Κ.5) τον ρώτησε «εαν έπεξαν κανένα, εν νταπου έγινε» και ότι εκείνος του είπε «εν να δείς σε λλίο, ηρέμησε». Εν πρώτοις να επισημάνουμε ότι ουδέποτε τέθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.5 από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 2 η θέση ότι υπήρξε τέτοια συνομιλία μεταξύ τους μετά την ανακοπή τους από την Αστυνομία για να μπορέσει ο Μ.Κ.5 να τοποθετηθεί είτε επιβεβαιώνοντας την είτε διαψεύδοντας την. Το μόνο που τού τέθηκε ήταν κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 2 τον είχε ρωτήσει πού είναι ο άνθρωπος ο καραφλός ο οποίος ήταν στην κορυφή του βουνού λίγο πριν, κάτι που ο Μ.Κ.5 αρνήθηκε ότι είχε λάβει χώρα. Έπειτα πέραν αυτής της αναφοράς που γίνεται στην ανακριτική κατάθεση του δεν προβάλλεται από τον Κατηγορούμενο 2 σε αυτή ότι ο λόγος της παρουσίας του στη σκηνή ήταν επειδή άκουσε οποιουσδήποτε πυροβολισμούς. Όσες φορές προσπαθεί να εξηγήσει την κίνηση του να ανεβεί στον χωματόδρομο αναφέρεται στο ότι είδε «πάνω στο βουνούι» «κίνηση, ανθρώπους κτλ». Μάλιστα όταν στην ερώτηση 9 κλήθηκε να διευκρινίσει τι εννοούσε με το «κτλ» απάντησε ότι εννοούσε «ανθρώπους να γυροφέρνουν μες τα χωράφια» χωρίς πάλι να κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε πυροβολισμούς. Παρέλκει επίσης να σχολιάσουμε το ότι ο Μ.Κ.7 ευρισκόμενος πολύ πιο κοντά στον Μ.Κ.5 δεν άκουσε τους πυροβολισμούς, καθώς και την αυτονόητη μεγαλύτερη δυσκολία να ακουστούν πάνω από τον λόφο σε σημείο κοντά στο αλτ του περιπτέρου. (β) Όσον αφορά τη χρονική απόσταση παραπέμπουμε στο εύρημα μας ότι οι Κατηγορούμενοι 2-4 εμφανίστηκαν στο αδιέξοδο όχι κατά την εξέλιξη των γεγονότων καταδίωξης ή έστω μόλις έληξαν αυτά, αλλά 7-8 λεπτά μετά την καταδίωξη του Κατηγορουμένου 1 και τους πυροβολισμούς από τον Μ.Κ.5. Δεν είναι λοιπόν δυνατό να είδε ο Κατηγορούμενος 2 λίγο πριν το στρίψιμο είτε τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.7 να κινούνται πάνω στον λόφο είτε την κίνηση οποιουδήποτε στο χωράφι και να χρειάστηκαν 7-8 λεπτά για να φθάσει στο αδιέξοδο. Σημειώνουμε εδώ πως την ίδια αυτή απόσταση τη διήνυσε ο Μ.Κ.4 σε διάστημα περίπου ενός λεπτού. Η ουσία είναι ότι και από χρονικής πλευράς αποκλείεται το ενδεχόμενο να είχε δει ο Κατηγορούμενος 2 είτε κάτι στον λόφο είτε κάτι στο χωράφι αφού κατά λογική προέκταση πλησίασε στο αλτ αρκετά μετά τα γεγονότα, γι΄ αυτό και μεσολάβησαν 7-8 λεπτά από την καταδίωξη του Κατηγορουμένου 1 μέχρι την ανακοπή του Κατηγορουμένου 2. Συνεπώς η εκδοχή του και σε αυτό το σημείο απορρίπτεται ως θέμα λογικής. Από όλα τα πιο πάνω είναι προφανές πως κάποιος άλλος ήταν ο λόγος εξαιτίας του οποίου βρέθηκε ο Κατηγορούμενος 2 στο αδιέξοδο, τον οποίο και επιμελώς δεν αποκάλυψε στην κατάθεση του, προσπαθώντας να προβάλει διάφορες αβάσιμες, αναληθείς και ανυπόστατες εξηγήσεις, οι οποίες δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής. Όσον αφορά την ανώμοτη του δήλωση έχουμε ήδη αναφέρει πως δεν είναι δυνατό να αποδείξει γεγονότα τα οποία δεν είναι με άλλον τρόπο αποδεδειγμένα. Σημειώνουμε δε πως με αυτήν ο Κατηγορούμενος 2 ουσιαστικά απλώς υιοθέτησε την πιο πάνω αξιολογηθείσα γραπτή κατάθεση του και προέβαλε την αθωότητα του. Δεν θεωρούμε ότι από μόνη της δύναται να διαφοροποιήσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξη μας. Ως προς τον ισχυρισμό του περί στοχοποίησης του από τις Διωκτικές Αρχές επισημαίνουμε πως πέραν της αόριστης αναφοράς στις γραπτές καταθέσεις των Μ.Κ.3, 4 και 5 περί ατόμου «γνωστού» στην Υ.ΚΑ.Ν., καμιά άλλη μαρτυρία προέκυψε για το παρελθόν του ή παλαιότερο αδίκημα του για το οποίο να εξέτισε ποινή. Κατά συνέπειαν δεν μπορούμε να προβούμε σε οποιεσδήποτε εικασίες ούτε ως προς το τι εννοούν τα πιο πάνω μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. με τον όρο «γνωστός» ούτε ως προς το τι εννοεί ο ίδιος. Αντιλαμβανόμαστε ότι εννοεί κάποιο αδίκημα, πλην όμως θα είχε τη σημασία του (για τον σκοπό που το επικαλείται) τι ακριβώς αδίκημα και πώς ο ίδιος το διασυνδέει με τα επίδικα. Ούτε και έχει αντεξεταστεί οποιοσδήποτε μάρτυρας για την ύπαρξη ενδεχόμενου κινήτρου στοχοποίησης του Κατηγορουμένου 2 αλλά ούτε και διαπιστώσαμε κάποια αστυνομική ενέργεια η οποία να οδήγησε τον ίδιο στη σκηνή. Κατηγορούμενος 3 Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 3 σημειώνουμε κατ΄ αρχάς ότι αυτός στην κατάθεση του, Τεκμήριο 29, δέχεται ότι διαμένει στη Λακατάμεια, ότι εργάζεται με τον πατέρα του στις οικοδομές όποτε υπάρχει εργασία και ότι γνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 προ ενός έτους, ενώ με τον Κατηγορούμενο 4 διαμένουν στην ίδια γειτονιά και είναι παιδικοί φίλοι. Εξ ου και, όπως αναφέρει, συναντά καθημερινά τον Κατηγορούμενο 4 και σχεδόν καθημερινά τον Κατηγορούμενο 2, με τους οποίους ψυχαγωγούνται σε καφετέρια ή πηγαίνουν βόλτες με τις μοτοσικλέτες. Δεν έχουμε οποιαδήποτε δυσκολία να δεχθούμε τις πιο πάνω αναφορές του. Ειδικότερα όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα, εξετάζοντας την κατάθεση του Κατηγορούμενου 3 επισημαίνουμε εξ αρχής ότι βασική εκδοχή του υπήρξε ότι την επίδικη μέρα ήταν πολύ άρρωστος. Δέχεται ότι δεν επισκέφθηκε γιατρό και προβάλλει ότι είχε μαζί του φάρμακα που είχε αγοράσει από φαρμακείο χωρίς να θυμάται πότε το έπραξε. Όπως δε χαρακτηριστικά το έθεσε ήταν «τέζα». Σε μεταγενέστερο σημείο της κατάθεσης του και κατόπιν σχετικής ερώτησης δηλώνει ότι η τελευταία φορά που έλαβε φάρμακο πριν την ανακοπή τους ήταν την ίδια μέρα, 23.3.15, όταν καθώς πήγαιναν στον λόφο πήρε «. δύο Nurofen Cold and Flu". Η κατάσταση όμως αυτή της υγείας του δεν φαίνεται να περιόρισε τις δραστηριότητες του με οποιονδήποτε τρόπο. Σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του, μετά που ξύπνησε εκείνη την ημέρα πήγε στο σπίτι του Κατηγορούμενου 4 και τον συνόδευσε σε πρατήριο βενζίνης για να βάλει πετρέλαιο ο φίλος του στο διπλοκάμπινο του. Αφού δε επέστρεψαν στο σπίτι του Κατηγορουμένου 4 εκεί τους συνάντησε και ο Κατηγορούμενος 2 ο οποίος είχε έρθει εν τω μεταξύ. Ακολούθως και οι τρεις τους πήγαν σε κάποιο λαστιχάρη για να δουν λάστιχα. Ωστόσο, όπως ισχυρίζεται, λόγω του ότι ο ίδιος ήταν πολύ άρρωστος δεν συμμετείχε στη συζήτηση που οι Κατηγορούμενοι 2 & 4 είχαν με τον λαστιχάρη. Παρά ταύτα δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα να τους συνοδεύσει εκεί. Και παρά το ότι δεν φάνηκε να έχει ο ίδιος οποιαδήποτε εργασία στον εν λόγω χώρο. Εν συνεχεία πήγαν όλοι τους στο σπίτι του Κατηγορούμενου 2 απ΄όπου μετέφεραν μια σόμπα για επιδιόρθωση για να επιστρέψουν μετά και πάλι στο σπίτι του Κατηγορουμένου 4. Οι δραστηριότητες, όμως, του Κατηγορουμένου 3 είχαν και συνέχεια. Χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε δυσκολία ή αντίρρηση και παρά τον ισχυρισμό του ότι ήταν πολύ άρρωστος, αποδέχτηκε πρόταση του Κατηγορούμενου 2 να τον συνοδεύσει για να μπορέσει να φέρει το αυτοκίνητο του από τον μηχανικό. Μια τέτοια αποδοχή σήμαινε ότι θα οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 3 κατά την επιστροφή είτε το αυτοκίνητο που θα έπιαναν από τον μηχανικό είτε το αυτοκίνητο το οποίο θα χρησιμοποιούσαν για να πάνε εκεί. Όπως και να έχει, ο Κατηγορούμενος 3 θα έπρεπε να οδηγήσει ένα από τα δύο αυτοκίνητα. Το ζήτημα αυτό δεν φάνηκε να απασχόλησε ποσώς τον Κατηγορούμενο 3 ο οποίος με βάση την εκδοχή του μπήκε στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου 2 με προορισμό τον μηχανικό. Είναι δε εκπληκτικό ότι ο ίδιος περιγράφει την κατάσταση της υγείας του ως τέτοια που δεν ήταν σε θέση και δεν μπορούσε να θυμηθεί καν τη διαδρομή που ακολούθησαν καθοδόν προς τον μηχανικό. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι ήταν «φυρμένος» και ότι είχε μάλιστα γι΄ αυτό τον λόγο ξαπλώσει στο κάθισμα του αυτοκινήτου. Η κατάσταση του αυτή είχε, ωστόσο, διαβαθμίσεις. Ενώ δηλαδή την επικαλέστηκε για να ισχυριστεί από την μια ότι δεν αντιλήφθηκε οτιδήποτε περίεργο στο λόφο στα δεξιά του ή τη διαδρομή τους, από την άλλη ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν τέτοια που να επηρέαζε την ικανότητα του να οδηγήσει! Και ενώ επικρατούσε αυτή η κατάσταση αντί ο Κατηγορούμενος 2 χωρίς χρονοτριβή να σπεύσει προς τον προορισμό τους μια ώρα αρχύτερα όλως παραδόξως και χωρίς να λεχθεί οτιδήποτε μεταξύ του Κατηγορουμένου 2 και του Κατηγορουμένου 3 ο Κατηγορούμενος 2 παρεκκλίνει από την πορεία του, περνά το στρίψιμο προς Β.Π. Ιδαλίου και στρίβει εντός ενός χωματόδρομου στα δεξιά του τον οποίο, αν και δύσβατος, τον ανεβαίνει για να σταματήσει μόνο εκεί που τον ανακόπτει η Αστυνομία. Όλως δε παραδόξως ο Κατηγορούμενος 3 ουδεμία ερώτηση υποβάλλει προς τον Κατηγορούμενο 2 σε οποιοδήποτε στάδιο από τη στιγμή που ο τελευταίος στρίβει και εισέρχεται εντός του χωματόδρομου μέχρι και του σημείου που τους σταματά η Αστυνομία. Είναι φανερό από όλα τα πιο πάνω ότι η εκδοχή του Κατηγορουμένου 3 αποτελεί μια απέλπιδα προσπάθεια του να παρουσιάσει τον εαυτό του ως πρόσωπο το οποίο δεν είχε καμιά γνώση ή σχέση με την κατάληξη τους στο αδιέξοδο, ρίχνοντας όλο το βάρος στον Κατηγορούμενο 2 και έτσι να απεμπλακεί από την όλη υπόθεση και τυχόν σύνδεση του με τα επίδικα αδικήματα. Προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του σε τέτοια κατάσταση ούτως ώστε να δείξει ότι ο ίδιος δεν είχε σε καμιά περίπτωση τον έλεγχο της κατάστασης και ότι απλώς συνόδευσε τον Κατηγορούμενο 2 στα πλαίσια της εκδούλευσης που ισχυρίστηκε ότι έκαμνε. Στην προσπάθεια του δε να προφασιστεί άγνοια σημαντικών πτυχών της όλης υπόθεσης επικαλέστηκε αναληθώς πρόβλημα στην υγεία του. Εξετάζοντας με τη δέουσα προσοχή το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του Κατηγορουμένου 3 η οποία συνίστατο απλώς στη διακήρυξη από μέρους του ότι δεν έχει οποιαδήποτε εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση χωρίς να δίδει οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση, διαπιστώνουμε ότι στερείται οποιουδήποτε περιεχομένου γεγονότων. Οι αναφορές του έγιναν χωρίς ταυτόχρονα να συνοδεύονται από οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή να αναφέρει οποιαδήποτε συγκεκριμένα γεγονότα. Ενόψει τούτου δεν θεωρούμε ότι η ανώμοτη του δήλωση έχει οποιαδήποτε αξία, ενώ δεν έχει κλονίσει με οποιοδήποτε τρόπο το αξιόπιστο της εκδοχής των γεγονότων που προώθησε μέσω της μαρτυρίας της η Κατηγορούσα Αρχή. Κατηγορούμενος 4 Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 4, στην κατάθεση του ημ. 25.3.15, Τεκμήριο 30, δέχεται ότι διαμένει με την οικογένεια του και ότι ασχολείται με την επισκευή και μεταπώληση μοτοσικλετών. Παραδέχεται επίσης ότι γνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 πριν από ένα έτος και ότι με τον Κατηγορούμενο 3 είναι παιδικοί φίλοι. Διευκρινίζει μάλιστα ότι η φιλική σχέση και των τριών είναι τέτοια που συναντιούνται καθημερινά, συνήθως στο δικό του σπίτι και πηγαίνουν είτε για καφέ είτε περιπάτους με μοτοσικλέτες ή αυτοκίνητα. Δεχόμαστε τις πιο πάνω θέσεις του. Για τη συγκεκριμένη επίδικη ημερομηνία δέχεται ότι ανεκόπη στον χωματόδρομο ενώ οδηγούσε τη μοτοσικλέτα χωρίς αριθμούς εγγραφής. Εξηγεί ότι το πρωί περί τις 10:30 τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του πρώτος ο Κατηγορούμενος 3 με τον οποίον πήγαν σε πρατήριο και έβαλαν πετρέλαιο στο διπλοκάμπινο αυτοκίνητο του (Κατηγορουμένου 4). Όταν επέστρεψαν σπίτι ήλθε εκεί και ο Κατηγορούμενος 2 οπότε και οι τρεις μετέφεραν με το ίδιο διπλοκάμπινο μια σέλα του "jet ski" για να την άφηναν σε ταπετσάρη, αλλά όταν διαπίστωσαν ότι αυτός δεν εργαζόταν, πήγαν σε κάποιον λαστιχάρη. Κατά τη διαδρομή τους αυτή πήγαν και στο σπίτι του Κατηγορουμένου 2 από όπου παρέλαβαν μια σόμπα πετρελαίου που χρειαζόταν επιδιόρθωση και κατέληξαν ξανά στο σπίτι του (Κατηγορουμένου 4). Σε αυτό το σημείο και ενώ οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ευρίσκοντο στην αυλή ο Κατηγορούμενος 4 ξεκίνησε τη μοτοσικλέτα του αδελφού του να ζεσταθεί και όταν ο Κατηγορούμενος 2 τον ρώτησε πού θα πάει τού απάντησε πως θα πήγαινε «κανένα γυρό με την μοτόρα», οπότε εκείνος του πρότεινε να μεταβούν μαζί στον μηχανικό του στο Δάλι. Πράγμα που αποδέχθηκε ο Κατηγορούμενος 4 και πήγε αρχικά σε πρατήριο βενζίνης στον δρόμο των Χαλεπιανών, περιμένοντας τους. Προβαίνοντας στην πιο πάνω περιγραφή ο Κατηγορούμενος 4 παραδέχεται ότι προτού φύγει από το σπίτι του φόρεσε και την τσάντα ώμου χρώματος παραλλαγής, η οποία προφανώς και είναι αυτή η οποία εντοπίστηκε αργότερα στην κατοχή του και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7. Εν πάση περιπτώσει, όταν πέρασαν από το πρατήριο βενζίνης οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 με το Pajero, ο Κατηγορούμενος 4 τους ακολούθησε με τη μοτοσικλέτα ακόμα και όταν ο οδηγός, Κατηγορούμενος 2, έστριψε στον χωματόδρομο και εκεί που ανέβαινε με τη μοτοσικλέτα τον σταμάτησε η Αστυνομία. Δέχεται ότι γνώριζε πως το στρίψιμο για το Δάλι είναι αρκετά πριν τον χωματόδρομο, αλλά προέβαλε πως ο ίδιος απλώς ακολουθούσε τον Κατηγορούμενο 2. Για την τσάντα, Τεκμήριο 7 είπε πως πάντα φορεί τσάντα όταν οδηγεί μοτοσικλέτα για να μπορεί να βάζει μέσα διάφορα πράγματα όπως εξαρτήματα ή νερό και ποτά. Δέχθηκε ότι γνωρίζει και τον μηχανικό του Κατηγορουμένου 2 στο Δάλι και ότι είχε ξαναπάει αρκετές φορές εκεί μεταφέροντας τον Κατηγορούμενο 2 να παραλάβει αυτοκίνητα του. Σημειώνεται πως κατά τη δική του εξιστόρηση ο Κατηγορούμενος 4 δεν ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 μετά την τελευταία αναχώρηση όλων από το σπίτι σταμάτησαν σε περίπτερο, αλλά όταν ερωτήθηκε σχετικά δέχθηκε πως όλοι σταμάτησαν στο περίπτερο «Πεύκου», διευκρινίζοντας πως ο ίδιος παρότι σταμάτησε δεν κατέβηκε και είχε πει στον Κατηγορούμενο 2 πως θα συνέχιζε για το πρατήριο και θα τους συναντούσε εκεί (όπως και έγινε). Όταν ευλόγως ερωτήθηκε, για ποιο λόγο, αφού γνώριζε τον μηχανικό στο Δάλι, δεν προχώρησε μόνος του στη διαδρομή, είπε πως περίμενε τον Κατηγορούμενο 2 να πάνε μαζί. Θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως ανεξαρτήτως οποιασδήποτε προηγούμενης αναφοράς μας και εξετάζοντας αυτοτελώς την κατάθεση του, δεν έχουμε πειστεί ότι ο Κατηγορούμενος 4 προέβαλε σε αυτήν μια βάσιμη και αξιόπιστη εκδοχή των γεγονότων, για τους πιο κάτω λόγους: (
  3. i)Καταρχάς θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως προκαλεί εντύπωση από την εκδοχή του Κατηγορουμένου 4 ακόμα και το γεγονός πως, ενώ ευρίσκοντο οι φίλοι του στο σπίτι του, με τους οποίους είχε προ ολίγου κινηθεί σε άλλες διαδρομές και εργασίες, κάποια στιγμή ξαφνικά και χωρίς να τους πει κάτι θέτει σε λειτουργία τη μοτοσικλέτα και μόνο κατόπιν ερώτησης τους ανακοινώνει ότι θα πάει περίπατο. Ιδιαίτερα όταν η βόλτα με μοτοσικλέτες είναι δραστηριότητα την οποία ισχυρίζεται ότι κάνουν κάποτε μαζί. Θα ήταν δηλαδή λογικό να τους εκφράσει από μόνος του την επιθυμία για βόλτα, αν μη τι άλλο επειδή ήταν στο δικό του σπίτι και δεύτερο για να διερευνήσει την πιθανότητα να πάνε περίπατο όλοι μαζί με μοτοσικλέτες. (
  4. ii)Παρά τα όσα προβάλλει για τους λόγους μεταφοράς τσάντας σε άλλες περιπτώσεις, στην παρούσα χωρίς να τίθεται θέμα παραλαβής κάποιου εξαρτήματος ή μεταφοράς νερού ή αναψυκτικού από το σπίτι μεταφέρει στους ώμους του την τσάντα του η οποία τυγχαίνει να περιέχει ίχνη κοκαΐνης. Υπενθυμίζεται πως ο ίδιος δεν χρειάστηκε να αγοράσει κάτι από το περίπτερο και δεν κατέβηκε εκεί. (iii) Ενώ γνωρίζει τη διαδρομή προς τον μηχανικό δεν συνεχίζει την πορεία του μετά το πρατήριο βενζίνης ούτε και μπαίνει μπροστά από το Pajero σε οποιαδήποτε στιγμή, αλλά περιμένει και ακολουθεί πιστά την πορεία του Κατηγορουμένου 2, ακόμα και όταν εκείνος προσπερνά το στρίψιμο προς τη Β.Π. Ιδαλίου, καθώς και όταν εισέρχεται στον χωματόδρομο χωρίς να προβληματιστεί, να διερωτηθεί ή ακόμα και να προσπαθήσει να πληροφορηθεί από τον Κατηγορούμενο 2 προς τα πού πάει και για ποιο λόγο. (
  5. iv)Αποκορύφωμα των πιο πάνω είναι πως όταν ανεκόπη στο αδιέξοδο δεν προέβαλε οποιαδήποτε παρόμοια εξήγηση. Θεωρούμε πως αν η θέση του ότι ακολουθούσε απλώς τον Κατηγορούμενο 2 χωρίς να γνωρίζει κάτι περισσότερο ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα θα ήταν λογικό να το αναφέρει αμέσως στον Μ.Κ.4 όταν τον ανέκοψε. Εν πάση περιπτώσει το να ακολουθούσε πιστά τον Κατηγορούμενο 2 από μόνο του δεν σημαίνει ότι βρέθηκαν στο αδιέξοδο τυχαία, από λάθος ή για λόγο που δεν γνώριζε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 4. Ακριβώς δε, στην παρούσα μέσα από τις ενέργειες του Κατηγορουμένου 4 δίδεται η εικόνα πως αφενός ο ίδιος γνώριζε ότι προορισμός τους δεν ήταν ο μηχανικός, εξ ου και δεν διερωτήθηκε ή ρώτησε οτιδήποτε όταν πέρασαν το στρίψιμο και αφετέρου ότι τον ακριβή πραγματικό τους προορισμό (υπό την έννοια της διαδρομής) τον γνώριζε ο Κατηγορούμενος 2 εξ ου και ο Κατηγορούμενος 4 έπρεπε να παραμένει πίσω του, ακολουθώντας τον. Προφανώς λοιπόν και ο Κατηγορούμενος 4 γνώριζε πολύ περισσότερα από όσα θέλησε να αποκαλύψει στην κατάθεση του για τις πραγματικές τους δραστηριότητες εκείνη τη μέρα και δεν μπορούμε να δεχθούμε τη θέση του ότι «απλώς» ακολουθούσε τον Κατηγορούμενο 4 κάνοντας «βόλτα» με τη μοτοσικλέτα. Όσον αφορά την ανόμωτη του δήλωση, η οποία είναι πανομοιότυπη με αυτήν του Κατηγορουμένου 3, επαναλαμβάνουμε τα όσα προαναφέραμε για τη δήλωση του τελευταίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Εισερχόμενοι στη νομική πτυχή υπενθυμίζουμε πως οι τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι είναι: I. Συνωμοσία προς διάπραξη του κακουργήματος της κατοχής κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια σε άλλους II. Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου III. Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο. Κατηγορία 1 Η Κατηγορία 1 στηρίζεται κατ΄ ουσίαν στο Άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Για να στοιχειοθετηθεί θα πρέπει να καταδειχθεί ότι οποιοσδήποτε από τους Κατηγορουμένους: · συνωμότησε με άλλον · να διαπράξει το κακούργημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία[7]. Το κατά πόσον οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο[8]. Είναι χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά που έχουν συμφωνηθεί. Το actus reus της συνωμοσίας είναι λοιπόν η ίδια η συμφωνία, το δε mens rea της είναι η πρόθεση κοινής συμμετοχής στη διάπραξη της παράνομης πράξης[9]. Στη Λαζάρου (ανωτέρω) επισημάνθηκε, ακριβώς, ότι η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ΄ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια, είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ΄ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό[10]. Σημειώνουμε ότι η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία και αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου[11]. H συμφωνία σπανίως αποδεικνύεται μέσω άμεσης μαρτυρίας (direct evidence) αλλά συνήθως με την εξαγωγή ευλόγων συμπερασμάτων από τη συντονισμένη δράση (concerted action)- είτε αυτή συνίσταται σε πράξεις (acts), είτε σε δηλώσεις (declarations) - των κατηγορουμένων[12]. Eπισημαίνεται ότι το αδίκημα δεν συνίσταται στη συντονισμένη δράση (concerted action) αλλά στην εξυπακουόμενη προηγούμενη συμφωνία (inferred anterior agreement) και η συντονισμένη δράση συνιστά μαρτυρία για το αδίκημα της συνωμοσίας. Το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Smith and Hogan's Criminal Law 13ed, στις σελίδες 431-432 είναι σχετικό: "Direct evidence of it, even in an era of covert surveillance and telephone tapping, will rarely be available. Agreements are frequently proved by showing that the parties concerted in the pursuit of a common object in such manner as to show that their actions must have been coordinated by arrangement beforehand . The danger is that the importance attached to the acts done may obscure the fact that these acts do not in themselves constitute a conspiracy, but are only evidence of it. If the jury are left in reasonable doubt, when all the evidence is in, whether the two or more accused persons were acting in pursuance of an agreement, they should acquit, even though the evidence shows that they were simultaneously pursuing the same object". (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η συντονισμένη δράση που αναφέρθηκε ανωτέρω αφορά σε ενέργειες και πράξεις γνωστές στο Αγγλικό δίκαιο ως "overt acts"[13] από τις οποίες δύναται να συναχθεί η ύπαρξη της συμφωνίας αντικείμενο της συνωμοσίας. Όπως αναφέρεται συναφώς στο Σύγγραμμα Kenny's Outlines of Criminal Law, 9th edition σελ. 431-432: ". it rarely happens that the actual fact of the conspiring, can be proved by direct evidence, since such agree­ments are usually entered into both swiftly and secretly. Hence they ordinarily can be proved only by an inference from the subsequent conduct of the parties, in committing some overt acts which tend so obviously towards the alleged unlawful result as to suggest that they must have arisen from an agreement to bring it about. Upon each of several isolated doings a conjectural interpretation is put; and from the aggregate of these interpretations an inference is drawn. The circum­stantial evidence thus rendered necessary will often embrace a very wide range of acts, committed at widely different times and in widely different places". Είναι προφανές ότι η παρούσα είναι μια από τις συνήθεις υποθέσεις στις οποίες δεν εντοπίζεται άμεση μαρτυρία για την ύπαρξη συμφωνίας. Όμως μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την εξαγωγή ευρημάτων επί των γεγονότων έχουν σαφώς προκύψει κάποια στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας τα οποία θα πρέπει να συνεκτιμηθούν, ούτως ώστε να εξεταστεί κατά πόσον δύνανται να οδηγήσουν σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα ενοχής. Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και το πότε αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορούμενου αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις[14]. Περιστατική είναι η μαρτυρία η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του εγκλήματος. Αντιδιαστέλλεται δε προς την άμεση μαρτυρία, δηλαδή τη μαρτυρία η οποία ευθέως αποκαλύπτει τα περιστατικά του εγκλήματος και τον εγκληματία. Η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενό της. Ως προς τον τρόπο αντίκρυσης της περιστατικής μαρτυρίας σχετική είναι η υπόθεση Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 102 όπου επιβεβαιώθηκε η σπουδαιότητα της. Τείνει να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορουμένου, πολλές φορές αποκλείοντας και το ανθρώπινο λάθος, αφού εδράζεται σε συμπερασματική στοιχειοθέτηση ενός γεγονότος. Αν και ένα-ένα τα κομμάτια της περιστατικής μαρτυρίας δεν συνιστούν από μόνα τους απόδειξη της ενοχής, το συλλογικό τους αποτέλεσμα, όταν ιδωθούν μαζί, μπορεί να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, νοουμένου πάντοτε ότι το αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας δεν θα είναι συμβατό με οποιαδήποτε άλλη βάση πλην της ενοχής του. Με άλλα λόγια η περιστατική μαρτυρία πρέπει να οδηγεί όχι μόνο σε εκδοχή συμβατή με την ενοχή αλλά, επίσης, να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα. Ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο. Τα σκόρπια μέρη της μαρτυρίας μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώσουν με ακαταμάχητη πειστικότητα την καταδίκη για ένα έγκλημα. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής πρέπει να είναι άμεση, αφενός, και να μην μπορεί να συμβιβαστεί, αφετέρου, με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του Κατηγορουμένου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του. Πρέπει, δηλαδή, να είναι τέτοια που στο σύνολό της να οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη επιδεχόμενη λογικά άλλη ερμηνεία ή εξήγηση και να μην είναι συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[15]. Στην παρούσα περίπτωση παρατηρούμε ειδικότερα τα ακόλουθα: - Έχει προκύψει ότι οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 είναι τρεις πολύ καλοί φίλοι, οι οποίοι συναναστρέφονται μεταξύ τους καθημερινά, συνεργαζόμενοι και σε διάφορες εργασίες, δραστηριότητες ή υποχρεώσεις δυνατόν να έχει οποιοσδήποτε από την παρέα τους. - Στις 23.3.15 ξεκίνησαν όλοι κατά την ίδια ώρα επιβαίνοντες σε δύο οχήματα δήθεν για επίσκεψη στον μηχανικό του Κατηγορουμένου 2, κάτι που έχει καταδειχθεί ότι δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. - Το ένα από τα δυο οχήματα ήταν μοτοσικλέτα δρόμου πολύ μεγάλου κυβισμού προορισμένη για μεγάλες ταχύτητες και χωρίς αριθμούς εγγραφής, οδηγούμενη από τον Κατηγορούμενο 4, ο οποίος έφερε στους ώμους και άδεια τσάντα. - Οι Κατηγορούμενοι 2-4 είχαν μεταξύ τους συνολικά 10 κινητά τηλέφωνα, ήτοι τέσσερα ο Κατηγορούμενος 2, τρία ο Κατηγορούμενος 3 και τρία ο Κατηγορούμενος
  1. - Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 μετέβησαν εν πομπή στο απόμερο, ανηφορικό, δύσβατο και μη ορατό από τον κύριο δρόμο αδιέξοδο του επίδικου χωματόδρομου στους πρόποδες λόφου, το οποίο αδιέξοδο περιβάλλεται από δέντρα, θάμνους και άλλη άγρια βλάστηση και σε σημείο του οποίου λίγα λεπτά νωρίτερα ο πρώην Κατηγορούμενος 1 είχε αποκρύψει την επίδικη ποσότητα κοκαΐνης κάτω από εγκαταλελειμμένο ελαστικό αυτοκινήτου. - Μετά την ανακοπή τους και τη σύλληψη τους και σε διάφορα στάδια οι Κατηγορούμενοι 2-4 προέβαλαν ο καθένας διάφορες εξηγήσεις για την παρουσία τους εκεί, οι οποίες έχουν αποδειχθεί αβάσιμες, ανυπόστατες, ψευδείς και παράλογες. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος 2 ότι βρέθηκε εκεί από περιέργεια, ο Κατηγορούμενος 3 ότι μεταφέρθηκε εκεί χωρίς να το καταλάβει και ο Κατηγορούμενος 4 ότι οδηγήθηκε εκεί από τον Κατηγορούμενο 2 τον οποίο ακολουθούσε. Αναμφίβολα το κάθε στοιχείο από τα πιο πάνω, από μόνο του και ξεχωριστά δεν δύναται να οδηγήσει σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα περί ενοχής. Από την άλλη πλευρά όμως η εικόνα διαφοροποιείται άρδην κατά τη συνολική αντίκρυση και συνεξέταση τους. Η ομαδική αποτίμηση των στοιχείων αυτών δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η μετάβαση και παρουσία των Κατηγορουμένων 2-4 στο συγκεκριμένο σημείο σχετίζεται άμεσα με τη μεταφερθείσα εκεί από τον πρώην Κατηγορούμενο 1 κοκαΐνη. Η ολική εικόνα καταδεικνύει πως εν τέλει η πληροφορία της Υ.ΚΑ.Ν. ευσταθούσε, αν μη τι άλλο, ως προς τη σκοπούμενη μεταφορά κοκαΐνης στη συγκεκριμένη περιοχή. Προφανώς το απόμερο και απόκρυφο αυτό αδιέξοδο επελέγη ως βολικό για τη συναλλαγή δεδομένου αφενός ότι ήταν σχετικά κοντά στον αυτοκινητόδρομο και άλλο οδικό δίκτυο και αφετέρου ότι λόγω της μορφολογίας της περιοχής παρείχε ισχυρή κάλυψη από πλευράς ορατότητας για τέτοιου είδους παράνομες δραστηριότητες. Είναι θέμα κοινής λογικής πως κάποιος άλλος που την είχε στην κατοχή του, είτε έμπορος είτε προμηθευτής είτε διακινητής-μεταφορέας, είχε από προηγουμένως συνεννοηθεί με κάποιον για τον χώρο της σκοπούμενης συναλλαγής. Οι Κατηγορούμενοι 2-4 δεν βρέθηκαν ούτε από περιέργεια, ούτε χωρίς να το αντιληφθούν, ούτε παρασυρόμενοι από άλλους εκεί. Όλες τους οι ενέργειες καταδεικνύουν ότι κινήθηκαν ομαδικά, συντονισμένα και οργανωμένα για να φθάσουν στο συγκεκριμένο σημείο τη συγκεκριμένη στιγμή. Η σύμπτωση χώρου και χρόνου υπό τις πιο πάνω περιστάσεις δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι γνώριζαν ότι κάποιος θα φθάσει εκεί φέρνοντας κοκαΐνη. Η γνώση αυτή και η συνακόλουθη δράση όλων οδηγεί ανεπιφύλακτα στο μοναδικό λογικό συμπέρασμα ότι είχε προηγηθεί συμφωνία με κάποιον ή κάποιους για τη μεταφορά της κοκαΐνης καθώς και συμφωνία των Κατηγορουμένων 2-4 μεταξύ τους για την μετάβαση τους εκεί με απώτερο στόχο την παραλαβή της, πράγμα το οποίο έθεσαν σε εφαρμογή κατά την αναχώρηση τους από το σπίτι του Κατηγορουμένου 4 λίγο πριν ανακοπούν. Διευκρινίζουμε πως η πιο πάνω κατάληξη μας δεν δύναται να διαφοροποιηθεί ούτε επηρεάζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπον από το αν όντως είχε ή όχι όχημα του σε μηχανικό στο Δάλι ο Κατηγορούμενος 2, όπως ούτε και από το αν εκείνος τον ενημέρωσε ή τον περίμενε για μέρες να πάει να το παραλάβει όπως ανέφερε ο Κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του. Είναι λογικό πως σε τέτοια περίπτωση κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος 2 θα πήγαινε να παραλάβει το αυτοκίνητο του και πιθανόν για ένα τέτοιο σκοπό να προηγείτο και σχετική συνεννόηση του με τον μηχανικό του. Εκείνο που έχει σημασία είναι πως τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα όταν ξεκίνησαν από το σπίτι του Κατηγορουμένου 4 δεν ξεκίνησαν για να πάνε στον μηχανικό, όπως αναλυτικά έχουμε εξηγήσει πιο πριν. Όλα τα στοιχεία τείνουν να δείξουν πως τη διαδρομή προς τον συμφωνηθέντα χώρο τη γνώριζε καλύτερα ο Κατηγορούμενος 2 και προφανώς αυτός ήταν και ο λόγος που έμενε πίσω του ο μοτοσικλετιστής Κατηγορούμενος
  2. Ο οποίος όμως Κατηγορούμενος 4 είχε αναλάβει σαφώς άλλον εξίσου σημαντικό ρόλο, ήτοι της περαιτέρω μεταφοράς της κοκαΐνης μέσα στην τσάντα του. Ειδικότερα εν σχέσει με τη μοτοσικλέτα δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση του κ. Κιτρομηλίδη ότι αυτή "...χρησιμοποιείται μόνο για οδήγηση σε ασφάλτινο οδόστρωμα". Κάτι τέτοιο άλλωστε αντικρούεται αφ' εαυτού από το γεγονός ότι, έστω και σιγά -σιγά, η μοτοσικλέτα οδηγήθηκε εκείνη τη μέρα στον επίδικο χωματόδρομο. Παρομοίως δεν θα συμφωνήσουμε και με την άλλη εισήγηση, του κ. Τριανταφυλλίδη, (αλλά εμμέσως πλην σαφώς και του κ. Κιτρομηλίδη), ότι αν οι Κατηγορούμενοι πήγαιναν για παραλαβή ναρκωτικών θα χρησιμοποιούσαν υποχρεωτικά μοτοσικλέτα "χωματόδρομου" (εννοώντας αγωνιστική). Δεν μπορούμε να δεχθούμε την εισήγηση αφενός διότι δεν είναι δυνατό να εξαχθεί τέτοιος κανόνας και αφετέρου διότι, παρά την εμπλοκή χωματόδρομου, εντούτοις αυτός ήταν μικρής έκτασης και απόμερος οπότε δεν αναμένετο να προκύψει κίνδυνος εκεί, ενώ και τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας μοτοσικλέτας στους κανονικούς γειτονικούς δρόμους ήταν εξίσου -αν όχι περισσότερο χρήσιμα. Υπενθυμίζουμε ως προς το τελευταίο τον μεγάλο κυβισμό και τη μεγάλη ταχύτητα που μπορούσε να αναπτύξει σε περίπτωση καταδίωξης της χωρίς αριθμούς εγγραφής και προσθέτουμε ότι θα μπορούσε να κυκλοφορεί στο κανονικό οδικό δίκτυο χωρίς τον κίνδυνο να ξεχωρίζει τόσο εύκολα εν σχέσει με άλλες μοτοσικλέτες όπως θα συνέβαινε με μια μοτοσικλέτα "χωματόδρομου" η οποία θα κινείτο σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, πράγμα που θα προκαλούσε τα βλέμματα. Εν πάση περιπτώσει σε αυτό το στάδιο δεν έχει σημασία ποιος ακριβώς ήταν ο ρόλος του καθενός και αν ήταν διαφορετικός του ενός από τον άλλον. Μεγαλύτερη σημασία έχει πως όλοι γνώριζαν εκ των προτέρων τον σκοπό της μετάβασης τους στο σημείο εκείνο, τον αποδέχθηκαν και συμφώνησαν να τον επιτελέσουν. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 δεν διερωτήθηκαν και δεν διαμαρτυρήθηκαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο προς τον Κατηγορούμενο 2 όταν εκείνος έστριψε στον χωματόδρομο. Η συμφωνία όλων μεταξύ τους και κατ΄ επέκταση η συνωμοσία προς παραλαβή της κοκαΐνης είναι αναμφίβολα το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα πιο πάνω επιμέρους στοιχεία. Στη βάση αυτή καταλήγουμε ότι έχει στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κατηγορίας
  3. Ανεξαρτήτως όμως της κατάληξης μας αυτής θα πρέπει να σημειώσουμε πως για τον Κατηγορούμενο 2 υπάρχει ακόμα ένα στοιχείο. Οι αναφορές του Κατηγορούμενου 2 στην ανακριτική του κατάθεση στο ότι είδε «.κίνηση τζιαι καρκασιαλίκκι.», και «.δύο, τρία, τέσσερα άτομα.» ντυμένα ευπρεπώς «.να γυροφέρνουν μες τα χωράφκια.», πράγμα που του κίνησε την περιέργεια να πάει να δει, έχουν ήδη, κατόπιν της πιο πάνω αξιολόγησης, κριθεί ως ανυπόστατες. Και τούτο όχι μόνο στη βάση της κοινής λογικής αλλά και στη βάση των αντικειμενικών δεδομένων που επικρατούσαν στον συγκεκριμένο χώρο και της πραγματικής μαρτυρίας (real evidence) που ως αποτέλεσμα προέκυψε και αφορούσαν στο θέμα της ορατότητας τόσο από γεωγραφικής απόστασης όσο και από χρονικής απόστασης. Τούτου δοθέντος εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο η πιο πάνω εκδοχή του Κατηγορούμενου 2 θα μπορούσε να θεωρηθεί προσφυγή σε ψεύδος και ως τέτοια να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας εναντίον του, ενισχυτικό της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως υποδεικνύεται στην Al-Hamad a.o. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί (θετικά) τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αποτελεί, όμως, όπως εξηγείται: «... μαρτυρία, η οποία επεξηγεί και ρίπτει φως στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση.» Η προσφυγή στο ψεύδος εύλογα μπορεί να ερμηνευθεί ως κατατείνουσα σε συμπέρασμα ενοχής, όπως διαπιστώνεται στη Mawaz Khan v. Reginam
(1967)1 All E. R. 80 θέση η οποία γίνεται αποδεκτή στη Philotas v. The Republic
(1967)2 C.L.R.
  1. Πότε η καταφυγή στο ψεύδος έχει δραστικό ενοχοποιητικό αποτέλεσμα εξηγείται στην R. v. Loucas [1966] 1 W.L.R.
  2. Το ίδιο θέμα πραγματεύεται και η Fournides v. Republic
(1986)2 C.L. R. 73[16]. Με βάση τη σχετική επί του θέματος νομολογία ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός Δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια[17]:- (α) Το ψέμα πρέπει να είναι σκόπιμο. (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή, είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. Στην προκειμένη περίπτωση η εκδοχή του Κατηγορούμενου 2 για τον λόγο της παρουσίας του στο χώρο όπου ανεκόπη από την Αστυνομία αναμφίβολα ήταν ηθελημένη και σκόπιμη ενώ ταυτόχρονα αφορούσε σε ουσιώδες ζήτημα. Υπενθυμίζουμε ότι αυτός μαζί με τους άλλους Κατηγορούμενους εντοπίστηκε κοντά στο αδιέξοδο του χωματόδρομου όπου τους ανέκοψε η Αστυνομία πολύ πλησίον στο σημείο όπου είχε τοποθετήσει την κοκαΐνη ο Κατηγορούμενος 1. Δεν είναι επομένως δύσκολο να καταλήξουμε ότι το κίνητρο του Κατηγορούμενου 2 για το ψέμα του ήταν να προσδώσει αθώα χροιά στην παρουσία του στο σημείο και έτσι να αποσυνδεθεί από την ανευρεθείσα ποσότητα κοκαΐνης. Αναμφίβολα αυτό το έπραξε καθ΄ ον χρόνο γνώριζε τη δική του εμπλοκή στην υπόθεση δηλαδή έχοντας, συναίσθηση ενοχής πράγμα που του προκαλούσε και τον φόβο να πει την αλήθεια. Επιπλέον το ψέμα αυτό δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα απόρριψης της εκδοχής του αλλά, όπως ήδη επισημάναμε ανωτέρω, έχει αποδειχθεί μέσω ανεξάρτητης μαρτυρίας. Ως αποτέλεσμα καταλήγουμε ότι το πιο πάνω ψέμα του Κατηγορουμένου 2 ικανοποιεί όλα τα κριτήρια ώστε να θεωρηθεί περαιτέρω περιστατική μαρτυρία εναντίον του για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, στοιχείο το οποίο ενισχύει και επιβεβαιώνει την πιο πάνω κατάληξη μας περί της δικής του ενοχής. Κατηγορίες 2 και 3 Οι κατηγορίες 2 και 3 στηρίζονται σε άρθρα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Ν.29/77, ήτοι στα Άρθρα 6
(1),
(2)και 6
(3)αντιστοίχως. Με βάση τις πρόνοιες αυτές για να στοιχειοθετηθούν τα αδικήματα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι οι Κατηγορούμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς: Στην Κατηγορία 2 · κατείχε · ελεγχόμενο φάρμακο Στην Κατηγορία 3 · κατείχε · ελεγχόμενο φάρμακο · με σκοπό την προμήθεια του σε άλλον Ελεγχόμενο φάρμακο Είναι προφανές από την παράθεση των συστατικών στοιχείων ότι κοινό συστατικό στοιχείο των Κατηγοριών 2 και 3 είναι η ύπαρξη ελεγχόμενου φαρμάκου. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)του Ν.29/77 «ελεγχόμενο φάρμακο» σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν εκάστοτε καθοριζόμενο στο Μέρος I, II ή III του Πρώτου Πίνακος του εν λόγω Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με τα προηγηθέντα ευρήματά μας η ανευρεθείσα ουσία είναι κοκαΐνη βάρους 999,1 γρ. Η κοκαΐνη περιλαμβάνεται στα ελεγχόμενα φάρμακα Τάξης Α τα οποία αναφέρονται στο Μέρος Ι του Πρώτου Πίνακος του Νόμου. Κατά συνέπειαν το συστατικό αυτό στοιχείο καθ΄ όσον αφορά τις Κατηγορίες 2 και 3, καθώς και σε όποιο βαθμό αφορά την Κατηγορία 1, έχει στοιχειοθετηθεί. Κατοχή Το επόμενο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι λοιπόν το κατά πόσο στοιχειοθετείται το συστατικό στοιχείο της κατοχής. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου είναι η γνώση και η άσκηση, συγχρόνως, ελέγχου επί του ελεγχόμενου φαρμάκου. Αυτό έχει κατ΄ επανάληψη αναφερθεί σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφερόμαστε σχετικά στην υπόθεση Oueiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49, όπου στη σελ. 61 διαβάζουμε: «Possession imports, as the trial Court correctly directed itself, knowledge of the content and a degree of control over the prohibited substance». Παρόμοια προσέγγιση διαπιστώνεται και σε μεταγενέστερες υποθέσεις. [18] Ένα πρόσωπο έχει κάτι υπό την κατοχή του όταν αυτό βρίσκεται (α) υπό τη φυσική του φύλαξη ή (β) υπό τον έλεγχο του.[19] Φυσική φύλαξη θεωρείται η περίπτωση όπου το πρόσωπο κρατεί στα χέρια του το αντικείμενο ή ακόμη όταν το φυλάσσει σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος ή τα ενδύματα του. Η έννοια του ελέγχου είναι ευρύτερη. Όταν υφίσταται έλεγχος του αντικειμένου στοιχειοθετείται η κατοχή, έστω και αν τη φύλαξη την έχει άλλος.[20] Έλεγχος υφίσταται όταν το πρόσωπο έχει δυνατότητα επέμβασης επί του αντικειμένου, αποκλειστική ή από κοινού με άλλα πρόσωπα. Αν κάποιος αποκρύβει ναρκωτικό στο ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού του ή στο συρτάρι του γραφείου του, έχει τον έλεγχο και, συνεπώς, την κατοχή του. Αν το ναρκωτικό φυλάσσεται σε ιδιωτικό χώρο όπου τρίτα πρόσωπα μπορούν να εισέρχονται μόνο κατόπιν αδείας του, τότε το στοιχείο του ελέγχου καταδεικνύεται πολύ πιο εύκολα. Ενίοτε, όμως, παράνομα αντικείμενα φυλάσσονται σε δημόσιους ή ανοικτούς χώρους έτσι ώστε ο κάτοχος να μην διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθούν ανά πάσα στιγμή στην κατοχή του. Εφόσον όμως τα παράνομα αντικείμενα ευρίσκονται εν γνώσει του σε συγκεκριμένο σημείο, συνήθως κρυμμένα και δύναται να επισκέπτεται τον χώρο και να λαμβάνει τη φυσική κατοχή τους, τότε αυτά είναι υπό τον έλεγχο και, κατ' επέκταση, υπό την κατοχή του. Κατοχή μπορεί να υπάρξει ακόμα και όταν τα αντικείμενα φυλάσσονται στα υποστατικά τρίτου, νοουμένου πάντοτε πως ο κατηγορούμενος έχει πρόσβαση και διατηρεί τον έλεγχο τους.[21] Στην υπόθεση Χριστάκης Ιωάννου «Τίτος» (ανωτέρω) όπου εξετάστηκε η έννοια του όρου της κατοχής σε σχέση με οπλισμό και συγκεκριμένα αναφορικά με το αδίκημα που δημιουργεί το Άρθρο 4
(1)
(2)(β) του περί Πυροβόλων Νόμου, Ν.38/74, τονίστηκε ότι αυτή είναι αρκετά ευρεία για να καλύψει τις περιπτώσεις φύλαξης οπλισμού σε υποστατικό τρίτου εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχό του. Επισημάνθηκε ότι η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για να στηρίξει καταδίκη. Έγινε δε αναφορά στην υπόθεση Μixis v. Republic
(1962)C.L.R. 111 στην οποία ο εφεσείων, του οποίου η καταδίκη για κατοχή πιστολιού επικυρώθηκε, το φύλαγε στο σπίτι τρίτου προσώπου. Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 λέχθηκαν τα εξής σχετικά αναφορικά με την έννοια της «κατοχής»: «Κατοχή» σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 211). Στον όρο «κατοχή» η νομολογία είχε δώσει ευρεία έννοια. Καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου η απαγορευμένη ουσία, βρίσκεται μεν στη φυσική κατοχή ή φύλαξη τρίτου, ο κατηγορούμενος όμως συνεχίζει να διατηρεί τον έλεγχο της. Συνεπώς η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409). Η συγκεκριμένη νομολογιακή θέση βρίσκει έρεισμα και σε νομοθετικές πρόνοιες. Σχετικό είναι το Άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου «. παν πρόσωπο θεωρείται ως έχων εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα, τελούντα υπό τον έλεγχο αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό τη φύλαξη ετέρου προσώπου». Τέλος, η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256).»[22] Όπως επαναλήφθηκε πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Alibrahim Muhy Iddin v. Δημοκρατίας Ποινική Έφ. 47/2014, ημερ. 29/2/16 η αντικειμενική υπόσταση της κατοχής συναρτάται με την άμεση κατοχή ή την εξυπακουόμενη κατοχή (actus reus) και ότι αντικείμενα θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή προσώπου ακόμη και αν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου. Κάποιος δυνατόν να θεωρηθεί ότι κατέχει ναρκωτικά χωρίς καν να έρθει σε επαφή μαζί τους, φτάνει να καταδειχθεί ότι έχει τον έλεγχο της όλης κατάστασης.[23] Κατοχή υπάρχει ακόμα και όταν η εμπλοκή είναι εξ αποστάσεως, όπως π.χ όταν τα ναρκωτικά εναποτίθενται από ταχυδρόμο στο γραμματοκιβώτιο κάποιου.[24] Συναρτώμενο με το στοιχείο της κατοχής είναι το στοιχείο της γνώσης. Στην υπόθεση Καϊμης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662, 666, τονίζεται πως «δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής, απαιτείται και απόδειξη γνώσης της φυσικής κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής για στοιχειοθέτηση της, το βάρος απόδειξης των οποίων φέρει πάντοτε ο κατήγορος.» Ομοίως στην Κούκος v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64 τονίστηκε ότι η κατοχή, είτε υπό τη μια έννοια (φύλαξη) είτε υπό την άλλη (έλεγχο), θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσεως του πράγματος, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Η γνώση μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης.[25]Όταν η γνώση θα συναχθεί από περιστατική μαρτυρία το αποτέλεσμα που αναφύεται θα πρέπει να είναι σχεδόν σίγουρο. Θα πρέπει δηλαδή να μην παραμένει καμία λογική αμφιβολία[26]. Η κατοχή και η κατοχή με σκοπό την προμήθεια έχουν, βεβαίως, κοινά συστατικά στοιχεία με επιπρόσθετο για το τελευταίο το στοιχείο της σκοπούμενης προμήθειας που έτσι κι αλλιώς τεκμαίρεται από τον ίδιο τον Νόμο[27]. Αναφορικά με το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια επισημαίνουμε εδώ τις πρόνοιες του Άρθρου 30(Α) του Ν.29/77, που διαλαμβάνουν ότι όποιος κατέχει ή μεταφέρει ελεγχόμενο φάρμακο πέραν της ποσότητας που προσδιορίζεται στις στήλες του, θεωρείται ότι το κατέχει ή το μεταφέρει με σκοπό να το προμ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.