Δημοκρατία ν. Περικλής Πολυδώρου, Ποιν. Υπόθεση: 8872/16, 23/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:21 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 8872/16 Δημοκρατία ν. Περικλής Πολυδώρου Ημερομηνία: 23 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ματθαίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Αργυρού και κ. Λουκά Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση τις ακόλουθες τέσσερεις κατηγορίες που αφορούν αδικήματα κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 ως έχει τροποποιηθεί: · Συνωμοσία προς διάπραξη του κακουργήματος της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη συνολικού βάρους 12,944 κιλών, στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας · Εισαγωγή στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας του πιο πάνω ελεγχόμενου φαρμάκου χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας · Κατοχή του πιο πάνω ελεγχόμενου φαρμάκου χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας · Κατοχή του πιο πάνω ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο Μετά τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση στις 17/10/16 υπήρξε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής αίτημα για την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την επόμενη δικάσιμο. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής στηρίχθηκε τόσο στον κίνδυνο μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου την επόμενη δικάσιμο όσο και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Για το ζήτημα αυτό τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι εκατέρωθεν θέσεις των διάδικων πλευρών. Νομική Πτυχή Η στέρηση της ελευθερίας κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση προτού δικαστεί συνιστά εξαιρετικό μέτρο. Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να παραμείνει ελεύθερος εκτός αν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της κράτησης του οπότε δικαιολογείται εξαίρεση από τον κανόνα. Το Δικαστήριο προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα παραμείνει ελεύθερος ή θα τεθεί υπό κράτηση σταθμίζει τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης στη βάση των καθιερωμένων από τη νομολογία κριτηρίων. Το ερώτημα αν ένας Κατηγορούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του εξετάζεται με αναφορά: (α) Στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο (β) Στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και (γ) Στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Οι τρεις αυτοί λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν αλλά δύνανται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο να επενεργήσουν κατά τρόπο που δικαιολογούν την κράτηση[1]. Όσον αφορά δε τον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη η ύπαρξη του εξετάζεται στη βάση συγκεκριμένων παραγόντων και συγκεκριμένων εγγενών στοιχείων της ίδιας της υπόθεσης την οποία αυτός αντιμετωπίζει. Οι σχετικοί παράγοντες είναι: (α) Η σοβαρότητα του αδικήματος αντικειμένου της κατηγορίας (β) Η εκτιμούμενη πιθανότητα για καταδίκη του, με βάση τη διαθέσιμη μαρτυρία και (γ) Η αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί. Η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση τέτοιων κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της[2]. Σε καμία περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα, δηλαδή χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το δε εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος[3]. Πέραν των πιο πάνω αντικειμενικών δεδομένων (σοβαρότητα αδικήματος, πιθανολόγηση καταδίκης, ποινή που δυνατόν να επιβληθεί) η εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη συνεκτιμάται και στη βάση άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα και τα οποία συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται[4], όπως επίσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου χωρίς όμως όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης[5]. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο Κατηγορούμενος τη δίκη του. Η στάθμιση όλων αυτών των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά. Στη στάθμιση αυτή αποτιμάται και ο παράγοντας του χρόνου ο οποίος συνιστά στοιχείο που διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο καθόσον αφορά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και επομένως και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη[6]. Στην προκειμένη περίπτωση η σοβαρότητα των επιδίκων αδικημάτων είναι προφανής τόσο από τη φύση τους όσο και από τις προβλεπόμενες κατά ανώτατο όριο ποινές σε περίπτωση καταδίκης. Επισημαίνουμε ειδικότερα ότι για τα αδικήματα της εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια προβλέπεται κατ΄ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης δια βίου. Σε περίπτωση δε καταδίκης αναμένεται η επιβολή (ανάλογα βέβαια και με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορούμενου) πολυετούς ποινής φυλάκισης. Όπως έχει αναγνωρισθεί στη νομολογία όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του[7]. Όσον αφορά την πιθανότητα καταδίκης επισημαίνουμε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου έχει τεθεί μια δέσμη καταθέσεων ως Τεκμήριο Α στις οποίες έγινε ειδικότερη αναφορά από την κα Ματθαίου. Επισημαίνουμε εν προκειμένω την πάγια νομολογία, όπως είναι η Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, η Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και η Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423, όπου τονίζεται ότι το αποδεικτικό υλικό, το οποίο παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς να αξιολογείται η βαρύτητα του, οδηγεί το Δικαστήριο μόνο να αποφασίσει εάν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται η καταδίκη. Επομένως, το μαρτυρικό υλικό το οποίο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου θα εκτιμηθεί και εκτιμάται μόνο στην όψη του, χωρίς οποιοδήποτε συμπέρασμα, για να διαπιστώσουμε μόνο κατά πόσο πιθανολογείται στη βάση αυτών των μαρτυριών καταδίκη. Όπως επεξηγήθηκε στην Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 στο στάδιο που ένα Δικαστήριο αποφασίζει ζήτημα κράτησης: «... δεν εξετάζεται αν παρουσιάστηκε ενώπιον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως εισηγήθηκαν οι δικηγόροι των εφεσειόντων, αλλά κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη.». Παρομοίως, στην Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423, επαναλήφθηκε ότι δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε δε ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του Κατηγορούμενου.» Ειδικότερα όσον αφορά την παρούσα η μαρτυρία αναφέρεται σε εισαγωγή μεγάλης ποσότητας κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, ήτοι 12,944 κιλών μέσω της εταιρείας DHL τα οποία παραδόθηκαν στις 16/12/
- Τα παρέλαβε από συγκεκριμένη διεύθυνση - την οδό Ολύμπου στην Αγλαντζιά - ο Ευάγγελος Μαυράκης και αφού προηγουμένως αυτός είχε μεταφερθεί στο σημείο εκείνο από τον Νικήτα Χ΄Αργυρού. Αμέσως μετά την παραλαβή μετέβη επιτόπου ο Νικήτας Χ΄Αργυρού, ο οποίος παρέλαβε τα ναρκωτικά και στη συνέχεια αυτός ανακόπηκε και συνελήφθη από την Αστυνομία, έχοντας στην κατοχή του τα δύο κιβώτια με την κάνναβη. Ανοίγουμε εδώ μία παρένθεση για να αναφερθούμε σε ορισμένα γεγονότα τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος στην παρούσα διαδικασία σε σχέση με το ιστορικό της υπόθεσης. Για την υπόθεση αυτή είχαν αρχικά συλληφθεί 5 άτομα ως ύποπτοι μεταξύ των οποίων και ο Κατηγορούμενος. Στις 17/12/15 εναντίον των προσώπων αυτών είχε εκδοθεί από το Ε.Δ Λευκωσίας διάταγμα προσωποκράτησης για 6 μέρες ενώ στις 23/12/15 απερρίφθη από το Δικαστήριο αίτημα της Αστυνομίας για ανανέωση του διατάγματος και οι ύποπτοι αφέθησαν ελεύθεροι. Η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 29/12/15 και ορίστηκε για σκοπούς παραπομπής στο Κακουργιοδικείο στις 7/1/16 ημερομηνία κατά την οποία εμφανίστηκε μόνο ένας εκ των 5 κατηγορουμένων, ο Νικήτας Χ΄Αργυρού ο οποίος ακολούθως φυγοδίκησε. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είχαν γίνει προσπάθειες επίδοσης της κλήσης ενόσω αυτός ευρίσκετο με τη συμβία του και τη μητέρα του στο σπίτι του αδελφού του στις Βρετανικές Βάσεις και παρά το ότι είχαν ενημερωθεί για τη συγκεκριμένη υπόθεση η επίδοση δεν έγινε κατορθωτή. Η υπόθεση εκείνη εν τέλει διεκόπη στις 11/2/
- Επανερχόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, με βάση το μαρτυρικό υλικό και συγκεκριμένα στην 1η ανακριτική κατάθεση του Νικήτα Χ΄Αργυρού[8] αναφέρεται ότι κατόπιν οδηγιών που έλαβε από τον Κατηγορούμενο μετέφερε τον Μαυράκη και ακόμη ένα πρόσωπο εξ Ελλάδος σε συγκεκριμένες διευθύνσεις από όπου τα άτομα αυτά θα παραλάμβαναν ναρκωτικά. Μάλιστα στην 3η ανακριτική του κατάθεση αναφέρει περαιτέρω ότι οι διευθύνσεις αυτές του είχαν υποδειχθεί από τον Κατηγορούμενο και τον αδελφό του. Ο Κατηγορούμενος έδωσε στον Χ΄Αργυρού ένα κομμάτι χαρτί στο οποίο αναγράφονταν δύο ονόματα και δύο διευθύνσεις η μία εκ τω οποίων ήταν η οδός Ολύμπου. Αφού ο Χ΄Αργυρού ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς από τον Μαυράκη ότι είχε παραλάβει τα ναρκωτικά μέσω DHL πήγε με το όχημα του στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας και εκεί ο Μαυράκης τοποθέτησε τα δέματα με τα ναρκωτικά εντός του οχήματος του πρώτου. Στη συνέχεια κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης με τον Κατηγορούμενο ο Χ΄Αργυρού έλαβε οδηγίες να τα μεταφέρει σε χώρο στάθμευσης υπεραγοράς όπου θα ερχόταν ο Κατηγορούμενος να τα παραλάβει. Εν τέλει ο Χ΄Αργυρού αντί να πάει στο συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης οδηγήθηκε από λάθος σε άλλο και εκεί ανακόπηκε από την Αστυνομία. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό και την απάντηση που έδωσε ο Χ΄Αργυρού στον Αστ. 1974 Μ. Γιάννου όταν ανεκόπη «ενεν δικά μου, εν του Περικλή». Σχετική επίσης είναι και η ανακριτική κατάθεση του Μαυράκη στην οποία ο ίδιος παραδέχεται εμπλοκή στην υπόθεση και περιγράφει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήλθε στην Κύπρο για να πάει σε συγκεκριμένες διευθύνσεις και να παραλάβει έναντι αμοιβής ναρκωτικά. Στα πλαίσια δε αυτής της κατάθεσης αναφέρονται λεπτομερώς και οι περιστάσεις με βάση τις οποίες κατέληξε και στην οδό Ολύμπου. Στην ανακριτική του κατάθεση ο Κατηγορούμενος αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων ότι δεν γνωρίζει τον Χ΄Αργυρού. Για το τελευταίο σχετική είναι η κατάθεση του Υπ/μου Π. Σταύρου στην οποία γίνεται αναφορά στις παρακολουθήσεις που διενεργήθηκαν από την ΥΚΑΝ αναφορικά με τον Κατηγορούμενο. Σε αυτήν αναφέρεται ότι έλαβαν χώρα τουλάχιστον τρεις συναντήσεις μεταξύ Κατηγορούμενου και Χ΄Αργυρού στις αμέσως προηγούμενες μέρες ήτοι στις 14-15.12.
- Επισημαίνεται ακόμη η αναφορά ότι κατά την ανακοπή του Μαυράκη αυτός καλείτο στο κινητό του από τον Κατηγορούμενο. Σε σχέση με το κατά πόσον το κριτήριο της πιθανολόγησης καταδίκης ικανοποιείται στην προκειμένη περίπτωση ο κ. Αργυρού προέβαλε διάφορες αιτιάσεις. Λέμε εν συνόψει ότι ούτε το γεγονός ότι η μαρτυρία που εμπλέκει τον Κατηγορούμενο προέρχεται από συγκατηγορούμενο πρόσωπο, ούτε το γεγονός ότι το όνομα του δεν περιλαμβάνεται στην οπισθογράφηση του κατηγορητηρίου συνιστά εμπόδιο στο να ληφθεί υπόψιν η μαρτυρία του σε αυτό το στάδιο. Για το τελευταίο έχουμε σημειώσει την τοποθέτηση της κας Ματθαίου αναφορικά με την πρόθεση της Κατηγορούσας Αρχής να καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας το άτομο αυτό και τις δικονομικές δυνατότητες που προσφέρονται σχετικά. Σε ό,τι αφορά το πρώτο ζήτημα που έθιξε ο κ. Αργυρού θα παραπέμψουμε απλώς στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, όπου επισημάνθηκε ότι ο κανόνας ότι η γραπτή κατάθεση συγκατηγορουμένου δεν επενεργεί ως μαρτυρία εναντίον ενός Κατηγορουμένου σε ποινικές ακροάσεις δεν επηρεάζει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου, σε περιπτώσεις κράτησης Κατηγορουμένου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του, να λάβει υπόψη του μια τέτοια ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία. Έγινε δε αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ευριπίδου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337: «Οι καταθέσεις στην αστυνομία αναμένεται, όπως πάντοτε, να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση της εισαγγελικής αρχής εφόσον βέβαια παρουσιαστούν στο Δικαστήριο με τη νενομισμένη διαδικασία.» Στη βάση των πιο πάνω και επαναλαμβάνοντας το τι είχαμε πει στην αρχή, χωρίς να αξιολογούμε αυτήν τη μαρτυρία αλλά βλέποντας την στην όψη της, θεωρούμε ότι ικανοποιείται αυτός ο παράγοντας και η μαρτυρία είναι τέτοια, ώστε να πιθανολογείται καταδίκη. Στα πλαίσια όμως αυτών που εξετάζουμε, δηλαδή εκτιμώντας τον κίνδυνο ο Κατηγορούμενος να μην εμφανιστεί κατά τη δίκη του, οι προσωπικές του περιστάσεις και η σχέση του με την Κύπρο λόγω καταγωγής, οικογένειας και εργασίας, λαμβάνονται υπόψη. Όσον αφορά, λοιπόν, το ζήτημα αυτό, που εντάσσεται στους υποκειμενικούς παράγοντες, των δεσμών ενός Κατηγορούμενου με την Κύπρο, λέμε ότι είναι αυτονόητο ότι όντας Κύπριος έχει δεσμούς με τη χώρα του, η σημασία των οποίων έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσουν αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη του. Όπως επισημαίνουμε, με βάση τη σχετική νομολογία, οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον Κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία εμπλέκεται. Αυτό το οποίο εξετάζεται και εξετάζουμε, είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατό οι προσωπικές του συνθήκες να έχουν επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο, για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Εξετάζοντας, λοιπόν, τα δεδομένα, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είναι άνεργος και συμβιώνει με κοπέλα η οποία κατάγεται από τη Βουλγαρία και η οποία ούτε και αυτή εργάζεται. Όπως δε αναφέρεται στην ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου εδώ και 5-6 χρόνια που δεν εργάζεται συντηρείται από επίδομα του Γραφείου Ευημερίας. Δεν διαφεύγει δε την προσοχή μας ότι ο Κατηγορούμενος λίγες μέρες μετά τις 23/12/15, όταν αφέθη ελεύθερος σε διαδικασία αιτήματος ανανέωσης διατάγματος κράτησης υπόπτου, έφυγε για το εξωτερικό και ενώ είχε προηγηθεί ενημέρωση του για υπόθεση που είχε καταχωρηθεί και εναντίον του. Επομένως αυτό είναι ένα στοιχείο το οποίο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε όσον αφορά τον κίνδυνο φυγοδικίας από μέρους του. Σημειώνουμε ότι κατά την εν λόγω αναχώρηση του περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2015, χρησιμοποίησε το κατεχόμενο λιμάνι της Κερύνειας από όπου με πλοίο έφθασε στη Ρουμανία. Μέσω του ίδιου λιμανιού προγραμμάτισε να έφθανε στην Κύπρο και στις 10.4.16 πλην όμως δεν πρόλαβε καθότι στην προσπάθεια του να μεταβεί στο λιμάνι αναχώρησης του συνελήφθη στις 8.4.16 στα σύνορα Ρουμανίας-Βουλγαρίας στη βάση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που είχαν εκδώσει εις βάρος του οι Κυπριακές Αρχές. Αυτά όλα αν μη τι άλλο καταδεικνύουν τις επαφές του με τις κατεχόμενες περιοχές και την ευκολία διακίνησης και εξαφάνισης την οποίαν διαθέτει οποτεδήποτε το αποφασίσει. Εν κατακλείδι λέμε ότι το σύνολο των προσωπικών συνθηκών που έχουν τεθεί σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι τέτοιο, που δεν θεωρούμε ότι δύναται να αποτρέψει από τη σκέψη του το ενδεχόμενο να διαφύγει, λόγω της έκδηλης σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Πρέπει, περαιτέρω, να υπογραμμισθεί ότι ο χρόνος κράτησης υπόδικου προσώπου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα μας, αντίθετα με την περίπτωση της κράτησης για διερεύνηση αδικήματος, δεν προβλέπει συνολικό χρόνο κράτησης αυτό δεν δίνει δικαίωμα για επ' αόριστο κράτηση. Δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ο κατ' εξαίρεση χαρακτήρας της κράτησης άτομο χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο. Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος που επιτάσσει την ανάγκη για την όσο το δυνατό γρηγορότερη εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων[9]. Όσον αφορά το χρόνο κράτησης λαμβάνοντας υπόψη το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τις 17/10/16 που η παρούσα υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση δεν κρίνεται ότι ξεφεύγει από τα πλαίσια του εύλογου χρόνου[10]. Κατά συνέπεια στη βάση όλων των πιο πάνω θεωρούμε ότι ο προταθείς κίνδυνος φυγοδικίας είναι υπαρκτός και πάνω σε αυτή τη βάση θα εγκρίνουμε το αίτημα κράτησης του. Όσον αφορά τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων έχουμε επίσης υπόψιν μας τη σχετική νομολογία. Η κα Ματθαίου επικαλέστηκε την ύπαρξη δύο προηγούμενων καταδικών ήτοι στην υπ. 13315/14 όπου στις 11.12.14 δεσμεύτηκε με εγγύηση €500 για κατοχή ναρκωτικού Τάξης Β και στην 388/15 όπου στις 30.6.15 τιμωρήθηκε με πρόστιμο €200 για το αδίκημα της συμπλοκής. Για τη δεύτερη περίπτωση σημειώνουμε ότι πρόκειται για αδίκημα εντελώς διαφορετικής φύσης ενώ και για τις δύο καταδίκες αντιλαμβανόμαστε από τις ποινές που επιβλήθηκαν πως δεν πρόκειται για αδικήματα ιδιαίτερης σοβαρότητας. Δεν θεωρούμε ότι πρόκειται για ιστορικό το οποίο δύναται ευλόγως να δικαιολογήσει συμπέρασμα για την ύπαρξη τάσης ή ροπής προς διάπραξη παρομοίων ή ομοειδών αδικημάτων. Κατά συνέπειαν δεν θα εγκρίναμε το αίτημα κράτησης στη βάση ενός τέτοιου κινδύνου. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα κράτησης του Κατηγορούμενου μέχρι τις 17/10/16 που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. (Υπ.) ........................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........................ Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ....................... Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δέστε Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ 7, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 538. [2] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45. [3] Δέστε Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48. [4] Δέστε Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109. [5] Δέστε Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7. [6] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 και Παντελής Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596. [7] Δέστε Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 600, Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομία
(2001)2 Α.Α.Δ 139, Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομία
(2008)2 Α.Α.Δ 790. [8] Δέστε Απάντηση 3 [9] Δέστε Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 130 και Φώτος Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45. [10] Δέστε Δέστε Adnan ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 183, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανουσαρίδη κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 639 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο