Δημοκρατία ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32370/14, 14/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:19 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32370/14 Δημοκρατία ν.
- Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Θεόδωρου Αριστοδήμου
- Αντρέα Αρτέμη
- Ανδρέα Ηλιάδη
- Γιάννη Πεχλιβανίδη
- Γιάννη Κυπρή Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 14 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Ευθυβούλου για Γενικόν Εισαγγελέα Για την Κατηγορούμενη 1: κ. Π. Πολυβίου με κα Σ. Πολυβίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Δ. Αραούζος με κ. Ν. Μακρίδη και κ. Ν. Κωνσταντινίδη Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης με κ. Δ. Αραούζο Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Ε. Ευσταθίου με κ. Π. Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης Για τον Κατηγορούμενο 6: κ. Η. Στεφάνου Κατηγορούμενοι 2-6 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Ενδιάμεση Απόφαση μας ημερ. 27/4/16 οι Κατηγορούμενοι 1-6 αθωώθηκαν στην Κατηγορία 1 ενώ κλήθηκαν σε απολογία στις υπόλοιπες Κατηγορίες που ο καθένας αντιμετώπιζε ως ακολούθως: · Η Κατηγορούμενη 1 στις κατηγορίες 2, 3 και 4 · Ο Κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες 2, 3 και 5 · Ο Κατηγορούμενος 3 στην κατηγορία 2 · Ο Κατηγορούμενος 4 στις κατηγορίες 2, 4 και 6 · Ο Κατηγορούμενος 5 στην κατηγορία 2 και · Ο Κατηγορούμενος 6 στην κατηγορία 2 Μετά την κλήση τους σε απολογία και την επεξήγηση των δικαιωμάτων τους, αλλά πριν τη δήλωση της επιλογής τους όσον αφορά το δικαίωμα που θα ασκούσαν όλοι οι Κατηγορούμενοι υπέβαλαν μέσω των συνηγόρων τους το ακόλουθο αίτημα για επιφύλαξη νομικού ερωτήματος για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο. «ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (α) ότι υπάρχει ενώπιον του το απαραίτητο κοινό υπόβαθρο γεγονότων ως αυτό προκύπτει από το Τεκμήριο 245 (Ετήσια Έκθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για το έτος 2012) ως αυτό αναφέρεται εις τις σελίδες 48-49 της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/4/16, και (β) ότι είναι επιτρεπτός ο παρεμπίπτων δικαστικός έλεγχος Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης και από τα τακτικά (ποινικά ή πολιτικά) Δικαστήρια με δυνατότητα να μην την λάβουν υπόψιν τους, δηλαδή να μην την εφαρμόσουν στη συγκεκριμένη υπόθεση που εκδικάζουν, ως αυτό αναφέρεται εις την σελίδα 50 της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/4/16, ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ όπως επιφυλάξει τα εξής ζητήματα για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο:-
- Κατά πόσο η Κανονιστική Διοικητική Πράξη 406/2011 η οποία εκδόθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, η οποία είχε συσταθεί και/ή συγκροτηθεί με τον τρόπο που αναφέρεται στην Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/4/16, μπορεί να αποτελέσει βάση για ποινική δίωξη, και
- Κατά πόσο το τακτικό (ποινικό) Δικαστήριο δικαιούται και οφείλει να ασκήσει παρεμπίπτοντα έλεγχο αναφορικά με τη νομιμότητα και/ή εγκυρότητα της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 406/2011, η οποία εκδόθηκε ως αναφέρεται ανωτέρω, ως θα επιβάλλετο να πράξει σε περίπτωση που εγείρετο θέμα αντισυνταγματικότητας ή ultra vires με αποτέλεσμα να μην την λάβει υπόψιν, δηλαδή να μην την εφαρμόσει στην συγκεκριμένη υπόθεση που εκδικάζει σε σχέση με τη Δεύτερη Κατηγορία.» Αγορεύσεις Ο κ. Πολυβίου εν πρώτοις αναφέρθηκε στα δύο ερωτήματα των οποίων η Υπεράσπιση όλων των Κατηγορουμένων επιζητεί την επιφύλαξη για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο, επισημαίνοντας παράλληλα την ύπαρξη κοινού υποβάθρου γεγονότων επί των οποίων αυτά βασίζονται. Υποστήριξε δε ότι στην προκειμένη περίπτωση εγείρεται ένα αμιγώς νομικό ερώτημα το οποίο είναι πολύ σημαντικό και δεν έχει ξεκαθαρίσει στη νομολογία, με αποτέλεσμα να μπορεί να θεωρηθεί ως νεοφανές. Επισήμανε δε ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι ο παρεμπίπτων έλεγχος δύναται να ασκηθεί από το παρόν Δικαστήριο, όχι μόνο σε περιπτώσεις αντισυνταγματικότητας και ultra vires, αλλά και σε περιπτώσεις νομιμότητας τότε η Κατηγορία 2 στην παρούσα υπόθεση, της οποίας σημαντικό και αναπόσπαστο έρεισμα είναι η Κ.Δ.Π. 406/2011, υπόκειται σε απόρριψη με συνακόλουθη την αθώωση όλων των Κατηγορουμένων σε αυτή. Τόνισε ότι βασικά εκείνο που επιζητείται μέσω του αιτήματος είναι να ξεκαθαρίσει κατά πόσο η αντισυνταγματικότητα και το ultra vires αποτελούν εκφάνσεις της νομιμότητας ή κατά πόσο καλύπτουν περιοριστικά το εύρος άσκησης παρεμπίπτοντος ελέγχου εξαιρώντας την περίπτωση της νομιμότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο υπογράμμισε και τη θέση ότι στην προκειμένη περίπτωση η έκδοση της Κ.Δ.Π. 406/2011 είχε γίνει από μη ορθά συγκροτημένη και νομικά ανύπαρκτη Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λόγω της κακής σύνθεσης του διορίζοντος οργάνου, δηλ. του Υπουργικού Συμβουλίου με αποτέλεσμα η Οδηγία να μην είναι έγκυρη. Και ότι εάν ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν καλύπτει θέματα νομιμότητας τότε δημιουργείται ένα «δραματικό» κενό εφόσον θα κληθούν πρόσωπα να δικαστούν επί τη βάσει παράνομης, μη έγκυρης και ανύπαρκτης Οδηγίας. Ο κ. Ευσταθίου υιοθέτησε πλήρως την αγόρευση του κ. Πολυβίου επισημαίνοντας ότι το γεγονός και μόνο του προβληματισμού που διαγνώστηκε ότι υπάρχει επί του θέματος μέσω των ερωτήσεων του Δικαστηρίου συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι το εγειρόμενο ερώτημα θα πρέπει να σταλεί για γνωμοδότηση. Ο κ. Αραούζος εν πρώτοις υπογράμμισε ότι η κακή σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου οδήγησε σε μη νόμιμα συγκροτημένη Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με συνέπεια οι πράξεις και οι αποφάσεις της να πάσχουν περιλαμβανομένης και της Κ.Δ.Π. 406/
- Πρόσθεσε δε ότι σε περίπτωση που το παρόν Δικαστήριο επιβάλει στον εαυτό του οποιουσδήποτε περιορισμούς ως προς την έκταση του ελέγχου της νομιμότητας της Κ.Δ.Π. 406/2011 και την περιορίσει μόνο στις περιπτώσεις που εξετάζει θέμα αντισυνταγματικότητας ή υπέρβασης εξουσίας τότε καταστρατηγεί το Άρθρο 30 του Συντάγματος που προστατεύει, σε συνδυασμό με το Άρθρο 35, το ατομικό δικαίωμα των Κατηγορουμένων 2 & 3 σε αποτελεσματική δικαστική προστασία να προωθήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου και άλλους λόγους που οδηγούν στην παρανομία της Κ.Δ.Π. 406/
- Μέσα σε αυτό το πλαίσιο υποστήριξε ότι τα ποινικά Δικαστήρια δικαιούνται όταν εκδικάζουν μια υπόθεση να εξετάζουν και άλλες εκφάνσεις νομιμότητας ενός κανονισμού πάνω στον οποίο εδράζεται μια κατηγορία αλλιώς το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας καταπατείται και εξανεμίζεται. Ήταν η κατάληξη του ότι λόγω (α) της σπουδαιότητας του ζητήματος, (β) της καινοφανούς φύσης του, (γ) του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν αποφάσισε κατά πόσο η κακή συγκρότηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς επηρέαζε τη νομιμότητα της Κ.Δ.Π. 406/2011 και (δ) του σοβαρού επηρεασμού της πορείας της υπόθεσης σε σχέση με την Κατηγορία 2, ανάλογα με τη θέση που θα λάβει το Ανώτατο Δικαστήριο, το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να παραπέμψει το νομικό σημείο στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 148 του Κεφ.
- Ο κ. Τριανταφυλλίδης αναφερόμενος στις νομικές αρχές επισήμανε ότι, για σκοπούς παραπομπής στο Ανώτατο Δικαστήριο για γνωμοδότηση, το νομικό ερώτημα θα πρέπει να εγείρεται σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας που είναι κομβικό όσον αφορά την ανάγκη να αποφασιστεί για να προχωρήσει η διαδικασία περαιτέρω (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αν δεν αποφασιστεί δεν μπορεί να προχωρήσει) και να είναι κρίσιμο να αποφασιστεί σε εκείνο το στάδιο διότι επηρεάζει με κρίσιμό τρόπο το υπόλοιπο της διαδικασίας. Διατύπωσε δε στη συνέχεια τη θέση ότι στην προκειμένη περίπτωση ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις. Πρόσθεσε ότι, αν το Ανώτατο Δικαστήριο αποφασίσει ότι και το θέμα της νομιμότητας μπορεί να τύχει του ιδίου χειρισμού όπως και τα θέματα της συνταγματικότητας και ultra vires καθόσον αφορά την άσκηση παρεμπίπτοντος ελέγχου, τότε το παρόν Δικαστήριο θα κληθεί να εξετάσει αν στην προκειμένη περίπτωση εγείρεται θέμα νομιμότητας και πώς αυτό επηρεάζει τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων σε σχέση με την Κατηγορία
- Επισήμανε ταυτόχρονα ότι σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα κληθεί να ακούσει επιχειρηματολογία σε σχέση με το καθοριστικό ή μη της Οδηγίας στην Κατηγορία 2 και αν αυτή μπορεί να «σταθεί» χωρίς την Οδηγία κάτι που το Δικαστήριο δεν διαπραγματεύεται στην ενδιάμεση Απόφαση του ενόψει της θέσης που είχε διατυπώσει ότι η νομιμότητα δεν εξετάζεται στα πλαίσια του παρεμπίπτοντος ελέγχου. Ο κ. Τριανταφυλλίδης εισηγήθηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του παρόντος Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της παραπομπής του ερωτήματος για γνωμοδότηση στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι η νομολογία περιορίζει τον παρεμπίπτοντα έλεγχο στα θέματα συνταγματικότητας και ultra vires λαμβάνοντας υπόψιν την εξέλιξη του Δικαίου δια μέσου των αποφάσεων των Δικαστηρίων. Παρομοίως και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπάρχει αντίφαση στη σχετική νομολογία που ασχολήθηκε με τον παρεμπίπτοντα έλεγχο. Ο κ. Στεφάνου υποστήριξε και αυτός ότι στην προκειμένη περίπτωση εγείρεται νομικό ζήτημα με βάση γεγονότα και ότι αυτό είναι κρίσιμο τουλάχιστον για τους Κατηγορούμενους 3, 5 και 6 με ενδεχόμενο, ανάλογα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, να υπάρξει αθώωση. Επισήμανε την υπόθεση Δημοκρατία v. Αβρααμίδου κ.ά
(2004)2 Α.Α.Δ. 51 ως παράδειγμα για να καταδείξει ότι σε εκείνη την υπόθεση είχε γίνει παραπομπή νομικού ερωτήματος στο Ανώτατο Δικαστήριο παρά το γεγονός ότι το ίδιο νομικό ερώτημα είχε εξετασθεί λίγο διάστημα προηγουμένως στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέα «Ψύλλας» v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 353. Η κα Ευθυβούλου εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής εν πρώτοις επισήμανε ότι το μέτρο της παραπομπής νομικού ερωτήματος για γνωμοδότηση είναι μέτρο κατ΄εξαίρεση και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με πολλή φειδώ. Όπως τόνισε, η ίδια η φύση του οδηγεί σε παρέκκλιση από την ομαλότητα της δικαστικής διαδικασίας αφού τα ανακύπτοντα ζητήματα κατά κανόνα αποφασίζονται από το δικάζον Δικαστήριο. Προσέθεσε ότι η όποια διαφωνία επί των αποφάσεων των Πρωτόδικων Δικαστηρίων ελέγχεται κατ΄έφεση από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Αναγνώρισε παράλληλα ότι όταν υποβάλλεται αίτημα για παραπομπή νομικού ερωτήματος το Δικαστήριο θα πρέπει, στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, να εξετάσει αν το ζήτημα είναι «αμιγώς νομικό» με περιπλοκότητα ή καινοφάνεια τέτοια που να καθιστά αναγκαία την επίλυση του προσμετρώντας ταυτόχρονα και τις επιπτώσεις του θέματος στη δίκη. Επί του προκειμένου αναγνώρισε ότι το ερώτημα
(2)είναι νομικό στη φύση του αλλά συνυφασμένο με τα περιορισμένα γεγονότα που παρατίθενται στην Ενδιάμεση Απόφαση του Κακουργιοδικείου ημερ. 27/4/16. Διαφώνησε, ωστόσο, με τη θέση ότι το ερώτημα αυτό εγείρεται εκκρεμούσης της δίκης, επισημαίνοντας ότι αφού το ζήτημα της Κ.Δ.Π. του 2011 τέθηκε ως επιχειρηματολογία για απόρριψη της Κατηγορίας 2 στο στάδιο διαπίστωσης ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και αποφασίστηκε από το εκδικάζον Δικαστήριο δεν είναι μέσω του Άρθρου 148
(1)που θα ελεγχθεί η ορθότητα της απόφασης. Όπως υπογράμμισε, η ορθότητα της απόφασης του Κακουργιοδικείου μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει λόγο έφεσης στα πλαίσια της εξέτασης της τελικής απόφασης, αν τελικώς οι Κατηγορούμενοι κριθούν ένοχοι. Εξετάζοντας εν συνεχεία το κατά πόσο το εγειρόμενο ζήτημα προς γνωμοδότηση παρεισφρύει στη διαδικασία επιβάλλοντας άμεση απάντηση ώστε η διαδικασία της δίκης σύμφωνα με τον Νόμο και τους κανόνες της Ποινικής Δικονομίας να μπορέσει να προχωρήσει η κα Ευθυβούλου υποστήριξε ότι εν προκειμένω η πορεία της δίκης δεν εμποδίζεται να συνεχίσει με βάση την Ποινική Δικονομία. Αντίθετα, πρόσθεσε, προβλέπεται το επόμενο στάδιο της δίκης που είναι η επιλογή από τους Κατηγορούμενους των δικαιωμάτων τους προς Υπεράσπιση. Διαφώνησε δε περί της ύπαρξης καινοφάνειας στο εγειρόμενο ερώτημα, υποστηρίζοντας ότι το θέμα του παρεμπίπτοντος ελέγχου από ποινικά Δικαστήρια έχει ήδη αποφασιστεί από την πάγια νομολογία την οποία και ακολούθησε το Κακουργιοδικείο στην Ενδιάμεση Απόφαση του ημερ. 27/4/
- Στην παρούσα περίπτωση αφορμή για την επίκληση της εν λόγω διαδικασίας έδωσε η προηγηθείσα Ενδιάμεση Απόφασή μας σε σχέση με την εισήγηση των συνηγόρων Υπεράσπισης ότι η Κ.Δ.Π. 406/11 δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής λόγω ελαττώματος στη σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου το οποίο είχε διορίσει τα μέλη του Συμβουλίου της Ε.Κ.Κ. η οποία εξέδωσε την Κ.Δ.Π. 406/
- Συγκεκριμένα κρίναμε ότι εφόσον δεν εγείρετο οποιοδήποτε ζήτημα αντισυνταγματικότητας ή ultra vires προς εξέταση δεν ήταν επιτρεπτός οποιοσδήποτε παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας ή του κύρους της Κ.Δ.Π.406/
- Η εξουσία για επιφύλαξη νομικού ερωτήματος για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο προβλέπεται από το Άρθρο 148
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155[1] και η άσκηση της επαφίεται, σε κάθε περίπτωση, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου υποβάλλεται το αίτημα. Οι πρόνοιες του Άρθρου 148
(1)του ΚΕΦ.155, καθιστούν επιτακτική την επιφύλαξη σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας νομικών ζητημάτων όταν το αίτημα υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα, ενώ καθιστούν το θέμα απτόμενο διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία το ζήτημα του οποίου σκοπείται η επιφύλαξη πρέπει να είναι αμιγώς νομικό και μάλλον νεοφανές ή και εξαιρετικής περιπλοκότητας και να εγείρεται διαρκούσης της δίκης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ενασκείται δικαστικά και με μεγάλη περισυλλογή ως εξαιρετικό ποινικό δικονομικό μέτρο και μόνο σε κατάλληλες περιπτώσεις[2], όπου κρίνεται ότι μια τέτοια ενέργεια θα ήταν αναγκαία για συνέχιση της δίκης σύμφωνα με τον Νόμο και τους κανόνες της ποινικής δικονομίας, έτσι ώστε να αποφεύγεται η διακοπή εκδίκασης των υποθέσεων (ιδιαίτερα των σοβαρών ποινικών υποθέσεων) χωρίς, όμως, αυτό το τελευταίο να αποτελεί αφ' εαυτού και χωρίς άλλο, λόγο απόρριψης του αιτήματος.[3] Το πότε εγείρεται νομικό ζήτημα εξετάστηκε σε αριθμό αποφάσεων. Εκτός από το ότι το υπό κρίση ζήτημα θα πρέπει να είναι αμιγώς νομικό λέχθηκε πως πρέπει να είναι και συνυφασμένο με τα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση In Re Hadjicostas
(1984)1 C.L.R. 513: 'What amounts to a pure question of law is perhaps easy to define but hard to apply to the particular circumstances of a case. The question of law raised, whatever its nature, must necessarily be one relevant to the facts of the case. A pure question of law cannot be one extricated or detached from the facts of the case for in those circumstances it would be an academic question of law. It appears to me that whenever an issue revolves round the application of the law to given facts, it raises a pure question of law. So long as the facts to which the Court is required to apply the law are not called in question, the point is a legal one. It merely raises questions bearing on the interpretation and the scope of the law. Exploration of the ambit of the law is always a question of law.' Βασική προϋπόθεση για εφαρμογή του Άρθρου 148
(1)του ΚΕΦ. 155 είναι η ύπαρξη νομικού ζητήματος που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης ("a question of law arising during the trial"). Νομικό ζήτημα στην έννοια του Άρθρου 148
(1)του ΚΕΦ..155 σημαίνει μόνο νομικό ζήτημα που προκύπτει κατά τη διάρκεια της δίκης σε στάδιο κατά το οποίο είναι αναγκαίο όπως επιλυθεί για να είναι δυνατή η συνέχιση της διαδικασίας, σύμφωνα με τον Νόμο και τους Κανόνες της Ποινικής Δικονομίας[4]. Το νομικό ζήτημα θα πρέπει να παρεισφρύει στη διαδικασία, επιβάλλοντας την παρουσία του και αξιώνοντας άμεση απάντηση. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Police v. Ekdotiki Eteria "Inomeni Dimosiographi Dias Ltd" and Another
(1982)2 C.L.R. 63, η χρήση στο Άρθρο 148
(1)του ΚΕΦ..155 του όρου «εγειρόμενο» δεικνύει ότι θα πρέπει να επιφυλάσσονται ζητήματα των οποίων η λύση πρέπει να είναι κρίσιμη, είτε για το τελικό αποτέλεσμα της υπόθεσης ή για την κρίση κάποιας πτυχής της που προοιωνίζει το αποτέλεσμα.[5] Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε στην υπόθεση Pastelopoullos v. The Republic of Cyprus
(1985)2 C.L.R. 165 πως η φράση «νομικό ζήτημα εγειρόμενο διαρκούσης της δίκης» σημαίνει ζήτημα που εγείρεται κατά τη δίκη σε στάδιο στο οποίο πρέπει να αποφασιστεί για να μπορέσει η δίκη να συνεχίσει. Έτσι, όπως τονίστηκε στην υπόθεση In the matter of an application by Charalambos N. Charalambous
(1974)2 C.L.R. 37, θέματα που είναι άσχετα κατά τη συγκεκριμένη στιγμή που εγείρονται ή θέματα που εγείρονται πρόωρα δεν πρέπει να θεωρούνται στο συγκεκριμένο στάδιο ως ζητήματα που εγείρονται κατά τη διάρκεια της δίκης με την έννοια του Άρθρου 148
(1). Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω καθώς και το ότι κατά κανόνα η έφεση παρέχει το κατάλληλο πλαίσιο για τη θεώρηση και εξέταση όλων των νομικών ζητημάτων που εγείρονται στη δίκη θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η υπό κρίση περίπτωση είναι κατάλληλη για να ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια όπως εισηγείται η Υπεράσπιση. Βασικά το ζητούμενο είναι το είδος του νομικού ερωτήματος που εγείρεται, δηλαδή κατά πόσο είναι καινοφανές, οι επιπτώσεις του στην απόφαση του Δικαστηρίου και άλλοι παράγοντες που σχετίζονται με την απονομή της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω και τη σχετική νομολογία επισημαίνουμε τα ακόλουθα: i. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή του νόμου σε αναντίλεκτα γεγονότα συνιστά νομικό ζήτημα (ή νομικό ερώτημα) θεωρούμε ότι τα πιο πάνω ερωτήματα, αφορούν όντως νομικό θέμα σχετιζόμενο άμεσα με την ορθότητα των πιο πάνω γενικών λόγων της Απόφασης μας. Πρόκειται για νομικό ερώτημα επί υποβάθρου γεγονότων που αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ όλων των πλευρών. ii. Πρόκειται για ζήτημα που το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει και επί του οποίου έχει αποφανθεί στα πλαίσια της Ενδιάμεσης Απόφασης του ημερ. 27/4/16 με την οποία έκρινε ότι στοιχειοθετούνταν εκ πρώτης όψεως όλες οι επίδικες κατηγορίες πλην της Κατηγορίας 1. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί από κάποιον ότι το εγερθέν ζήτημα δεν αποτελεί τέτοιο ζήτημα ή ότι δεν εγείρεται σε τέτοιο στάδιο που να προκαλεί αδυναμία ή ανικανότητα συνέχισης της δίκης, δεδομένου ότι θα μπορούσε αυτή να προχωρήσει σύμφωνα με την Ποινική Δικονομία. Η πιο πάνω παράμετρος (ιι) αφορά βασικά στην ερμηνεία που η νομολογία έχει δώσει στη φράση «ζήτημα εγειρόμενο διαρκούσης της δίκης» ("question of law arising during the trial"). Παράλληλα, ωστόσο, έχει υποδειχθεί ότι η πιο πάνω φράση αναφέρεται και αφορά και στο είδος του νομικού ερωτήματος που εγείρεται υπό την έννοια της σπουδαιότητας του αλλά και των επιπτώσεων του στην απόφαση του Δικαστηρίου[6]. Θα πρέπει να επισημάνουμε πως ούτε η ύπαρξη πρωτόδικης κρίσης που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο έφεσης ούτε η ύπαρξη νομολογίας επί κάποιου θέματος είναι στοιχεία αποτρεπτικά της παραπομπής προς γνωμοδότηση κάποιου ζητήματος. Στη Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου
(2004)2 Α.Α.Δ.51 ούτε το γεγονός ότι είχε προηγηθεί απόφαση που θα μπορούσε να προσβληθεί με έφεση αλλά ούτε και το γεγονός ότι υπήρχε πρόσφατη τότε νομολογία σχετική με το θέμα δεν αποτέλεσε πρόβλημα στην έκδοση γνωμοδότησης από το Ανώτατο. Το βασικό ζήτημα το οποίο εγείρεται στην υπόθεση, στη βάση και των εισηγήσεων, είναι ουσιαστικά η δυνατότητα διενέργειας παρεμπίπτοντος ελέγχου, καθώς και η έκταση του. Η μέχρι σήμερα νομολογία ως προς τον έλεγχο κανονιστικών πράξεων αναφέρεται στη δυνατότητα ελέγχου για τους δύο πιο πάνω λόγους (αντισυνταγματικότητα και ultra vires) ενώ ως προς ατομική πράξη εντοπίζεται νομολογία[7] από την οποίαν συνάγεται πως ερευνάται το κύρος της ατομικής επιταγής βάσει της οποίας κατηγορείται κάποιος. Υπό αυτή την έννοια το να ζητείται από ποινικό Δικαστήριο να μην εφαρμόσει κανονιστική πράξη επειδή στη συνεδρία του διορίζοντος το εκδόν την πράξη όργανο παρακάθονταν μη μέλη του είναι καινοφανές και άπτεται στην ουσίαν του εύρους τέτοιου ελέγχου για κανονιστικές πράξεις. Στην προκειμένη περίπτωση είναι αντιληπτό πιστεύουμε ότι διαφορετική αντίκρυση του ζητήματος που αφορά τόσο στη δυνατότητα όσο και στο εύρος του παρεμπίπτοντος ελέγχου από το παρόν Δικαστήριο της Κ.Δ.Π. 406/2011 είναι ενδεχόμενο να επηρεάσει τη βάση της Κατηγορίας 2 στην Έκθεση Αδικήματος της οποίας η εν λόγω Οδηγία συμπεριλαμβάνεται. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι δεδομένης της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι δεν ήταν επιτρεπτός οποιοσδήποτε παρεμπίπτων έλεγχος ως προς την Κ.Δ.Π. 406/2011 δεν χρειαζόταν να εξετασθεί και δεν εξετάσθηκε οτιδήποτε περαιτέρω ως προς τη νομική βάση και στοιχειοθέτηση της Κατηγορίας 2. Υπό αυτά τα δεδομένα κρίνουμε ότι η επίλυση του εγειρόμενου νομικού ζητήματος θα είναι κρίσιμη και καθοριστική για την απόφανση συγκεκριμένης πτυχής της παρούσας υπόθεσης και του αποτελέσματος της αναφορικά με τους Κατηγορούμενους. Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε ειδικά τη σημασία που θα είχε εν σχέσει με την Κατηγορία 2 η τυχόν διενέργεια παρεμπίπτοντος ελέγχου και, πολύ περισσότερο, η τυχόν κατάληξη ότι η Κ.Δ.Π. 406/11 πάσχει ακυρότητα. Αρκεί να πούμε πως κάτι τέτοιο ενδεχομένως να οδηγούσε ακόμα και σε αθώωση όλων στην Κατηγορία 2 ενώ των Κατηγορουμένων 3, 5 και 6 εξ ολοκλήρου αφού αντιμετωπίζουν μόνο την Κατηγορία 2, με παρεπόμενες συνέπειες την εξάλειψη της πιθανότητας κάποιος από αυτούς να καταθέσει ενόρκως και τμήμα της μαρτυρίας του να δύναται να χρησιμοποιηθεί εις βάρος άλλου Κατηγορουμένου. Ενόψει αυτών θεωρούμε πως η σπουδαιότητα του ζητήματος στην υπόθεση είναι αυτόδηλη. Η πιο πάνω προσέγγιση μας ουδόλως παραγνωρίζει την εξαιρετικότητα του μέτρου της επιφύλαξης νομικού ερωτήματος και το ότι κατά κανόνα η έφεση παρέχει το κατάλληλο πλαίσιο για τη θεώρηση και εξέταση όλων των νομικών ζητημάτων που εγείρονται στη δίκη. Ούτε, βέβαια το ανεπιθύμητο από πλευράς απονομής της δικαιοσύνης της διακοπής της ποινικής δίκης. Ταυτόχρονα, ωστόσο, μέσα στα πλαίσια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης αναμφίβολα εντάσσεται και το ενδεχόμενο δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων της Υπεράσπισης, πράγμα το οποίο συνεκτιμούμε. Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση The Republic v. Nicolaos Sampson
(1972)2 C.L.R. 1 σε σχέση με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παραπομπή νομικού ερωτήματος όταν το αίτημα υποβάλλεται από την Υπεράσπιση: "..Such discretion, however, should be exercised judicially and though as it was pointed out in the case of Charalambous (supra) an application should not be refused merely for the sake of avoiding an interruption of the trial, yet, undue interruptions are not conducive to the good administration of criminal justice Furthermore, the notion of shortening proceedings by securing in advance a statement of the law by the Court that has the final word in the matter, cannot solely be the reason for exercising a Court's discretion in favour of reserving a question of law. It is a discretion to be exercised, when an application at the instance of the defence is made only for the sake of doing justice in a case and particularly for the sake of saving an accused person from embarrassment in the conduct of his defence and from the likelihood of the detrimental consequences which a ruling given against an accused may bring.." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Κατ΄ ακολουθίαν των πιο πάνω έχουμε τη γνώμη ότι η υπό κρίση είναι περίπτωση κατά την οποία δικαιολογείται η παραπομπή νομικού ερωτήματος για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Πλην όμως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν συμφωνούμε ακριβώς με τη διατύπωση των δυο ερωτημάτων και κρίνουμε ότι θα πρέπει να παραπεμφθούν προς γνωμοδότηση τα ακόλουθα: 1. Κατά πόσο το Κακουργιοδικείο δικαιούται και οφείλει να ασκήσει παρεμπίπτοντα έλεγχο αναφορικά με τη νομιμότητα και ή εγκυρότητα της Κ.Δ.Π. 406/2011, η οποία εκδόθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και η οποία είχε συσταθεί και ή συγκροτηθεί με τον τρόπο που αναφέρεται στην Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 27.4.16, ως θα επιβάλλετο να πράξει σε περίπτωση που εγείρετο θέμα αντισυνταγματικότητας ή ultra vires. 2. Στην περίπτωση που το πιο πάνω ερώτημα απαντηθεί καταφατικά, ποια είναι η έκταση και τα όρια τέτοιου παρεμπίπτοντος ελέγχου από το Κακουργιοδικείο; Διαφέρουν ή είναι τα ίδια με τον έλεγχο που θα διενεργούσε ένα Διοικητικό Δικαστήριο; (Υπ.) ....................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ....................... Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ....................... Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 148.-
(1)Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, και με αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πρέπει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιφυλάξει για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο νομικό ζήτημα που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης οποιουδήποτε προσώπου. [2] Δέστε R. v. Sampson
(1977)2 C.L.R. 1, 18. ("It has to be stressed, too, that the powers under section 148
(1)should be exercised sparingly and only in appropriate cases, so as to avoid interrupting the continuity of trials."). [3] Δέστε, μεταξύ άλλων,
(1984)2 C.L.R. 386, In Re Charalambos N. Charalambous and Another
(1974)2 C.L.R. 37, Loizou & Pikis, Criminal Procedure in Cyprus, σελ. 206-207. [4] Δέστε In Re Charalambous
(1974)2 C.L.R. 37: "..in our view 'a question of law arising during the trial' means only a question of law arising during the trial at a stage at which it has to be decided in order to enable the trial to proceed further in accordance with the law and rules of practice relating to criminal procedure;" [5] Όπως λέχθηκε στη σελίδα 67: "Not every point emerging can be reserved. Their determination must be crucial, either to the outcome of the case or disposal of an aspect of it that foreshadows such outcome." [6]Δέστε Police v. Ekdotiki Eteria "Inomeni Dimosiographi Dias Ltd" and Another
(1982)2 C.L.R. 63, 67:" Section 148
(1)empowers a court exercising criminal jurisdiction to reserve, for the opinion of the Supreme Court, at any stage of the proceedings, a question of law arising during, the trial. Not every point, emerging can be reserved. The verb "arising" signifies the points of law that may be reserved. Their determination must be crucial, either to the outcome of the case or disposal of an aspect of it that foreshadows such outcome". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [7] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαντωνίου
(1992)2 Α.Α.Δ. 403. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο