← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Rdwan Bakdalya, Ποιν. Υπόθεση: 182/16, 17/5/2016

Δημοκρατία ν. Rdwan Bakdalya, Ποιν. Υπόθεση: 182/16, 17/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:9 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 182/16 Δημοκρατία ν. Rdwan Bakdalya Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17 Μαΐου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Κυθραιώτου για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος έχει κατόπιν δικής του παραδοχής βρεθεί ένοχος σε συνολικά 4 κατηγορίες εκ των οποίων οι 3 αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 6

(3)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 και η μία το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του Άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Κατά την παράθεση των γεγονότων από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής προέκυψε διάσταση σε σχέση με συγκεκριμένες αναφορές των παραγράφων 3, 4 και 5 του γραπτού κειμένου των γεγονότων το οποίο ανεγνώσθη ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για τις ακόλουθες: (
  1. i)Στην παράγραφο 3 την αναφορά ότι η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος συζούσαν κατά διαστήματα, ενώ ο ισχυρισμός της Υπεράσπισης ήταν ότι υπήρχε συνεχής και αδιάλειπτη συγκατοίκηση. (
  2. ii)Στην παράγραφο 4 την αναφορά ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρώτο άτομο με το οποίο η Παραπονούμενη ήρθε σε σεξουαλική επαφή. (iii) Στην παράγραφο 5 την αναφορά ότι ο Κατηγορούμενος ήρθε σε συνουσία με την Παραπονούμενη μεταξύ των χρόνων και τόπων που αναφέρονται στις κατηγορίες 2, 3 και 4 γνωρίζοντας ότι αυτή δεν είχε γίνει ακόμη 17 ετών. Ο ισχυρισμός της Υπεράσπισης είναι ότι το χρονικό στάδιο που ο Κατηγορούμενος έμαθε την ηλικία της και ειδικότερα ότι η Παραπονούμενη δεν είχε φτάσει την ηλικία των 17 ετών, ήταν από τον Μάρτιο του 2015 και μετά. Ενόψει των πιο πάνω διαφορών και δεδομένου ότι και οι δύο διάδικες πλευρές επέμεναν στις θέσεις τους, διετάχθη από το Δικαστήριο η διεξαγωγή "Newton Trial" ώστε να διαπιστωθούν τα πραγματικά γεγονότα σε σχέση με τα πιο πάνω επίδικα ζητήματα. Διαδικασία Newton Trial Όπως είναι νομολογημένο εκεί όπου προκύπτει διάσταση αναφορικά με γεγονότα τα οποία, παρόλο που δεν άπτονται της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου, εντούτοις μπορεί να κριθούν ουσιαστικά σε σχέση με την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί, η σωστή διαδικασία είναι να ακουστεί μαρτυρία για επίλυση των αμφισβητουμένων γεγονότων. Η διαδικασία αυτή καλείται στην Αγγλία "Newton Trial" από την ομώνυμη απόφαση στην οποία δόθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο χειρισμού των περιπτώσεων αυτών[1]. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που αμφισβητεί η Υπεράσπιση το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή, η οποία πρέπει να αποδείξει την εκδοχή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[2] Για το ζήτημα αυτό παραθέτουμε πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Χαράκη κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 183, στην σελίδα 187: «.Eίναι καλά θεμελιωμένο ότι, και μετά την παραδοχή της κατηγορίας, αμφισβητούμενα γεγονότα ως προς τις συνθήκες του εγκλήματος, τα οποία δεν αντιμάχονται την παραδοχή, αποφασίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και κάθε άλλο θέμα, η απόδειξη του οποίου βαρύνει την κατηγορούσα αρχή, με τη δημιουργία αμφιβολιών ως προς το βάσιμο της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής.» Σχετική είναι, επίσης, η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Haggag v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 52, στις σελίδες 56-57 της απόφασης: «Ενόψει των διισταμένων εκδοχών, το Κακουργιοδικείο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης, για τη διαπίστωση των γεγονότων τα οποία προηγήθηκαν και περιστοίχιζαν τη διάπραξη του εγκλήματος. Αυτή είναι η ενδεδειγμένη διαδικασία, σύμφωνα με το σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, σελ. 86,
(1975), για την επίλυση αμφισβητουμένων γεγονότων, σχετικών με το στοιχείο της εγκληματικότητας του παραβάτη, για αδίκημα το οποίο, καθ' ομολογία, διέπραξε. Όπως σε κάθε άλλη περίπτωση απόδειξης αμφισβητουμένων γεγονότων σε ποινική δίκη, το βάρος της απόδειξης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, φέρει, σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα, η κατηγορούσα αρχή, το οποίο πρέπει να αποσείσει πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Στην υπόθεση Robert John Newton 77 Cr App.R.13,
(1984),[3] η πιο πάνω προσέγγιση για τη διαπίστωση γεγονότων ουσιωδών για τον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος και, επακόλουθα, της ποινής, προκρίνεται ως μια από τις επιλογές που παρέχονται στο επιδικάζον (sic) την υπόθεση δικαστήριο.» Είναι στη βάση των πιο πάνω αρχών που αντικρίσαμε την προσαχθείσα μαρτυρία. Μαρτυρία-Εκδοχές των δύο πλευρών Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, την Παραπονούμενη (Μ.Κ.1) και τη μητέρα της (Μ.Κ.2). Τον ίδιο αριθμό μαρτύρων κάλεσε και η Υπεράσπιση και συγκεκριμένα τον Κατηγορούμενο (Μ.Υ.1) και τον αδελφό της Παραπονούμενης (Μ.Υ.2). Δεν κρίνουμε απαραίτητη τη λεπτομερή παράθεση της προσαχθείσας μαρτυρίας πλην της συνοπτικής καταγραφής των κύριων σημείων της εκδοχής που κάθε μάρτυρας προώθησε. Όπου κριθεί αναγκαίο κατά το στάδιο της αξιολόγησης της, θα γίνεται αναφορά σε ειδικότερα τμήματα της μαρτυρίας αυτής κατωτέρω. Η εκδοχή της Παραπονούμενης (Μ.Κ.1) είναι ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρώτο άτομο με το οποίο είχε σεξουαλική επαφή και ότι από την πρώτη μέρα της γνωριμίας τους ο Κατηγορούμενος τη ρώτησε για την ηλικία της και αυτή τον πληροφόρησε ότι ήταν 16 ετών και θα γινόταν 17 τον Αύγουστο. Κατέθεσε επίσης ότι συζούσε με τον Κατηγορούμενο κατά διαστήματα γιατί χώριζαν συνεχώς και ότι όποτε συνέβαινε αυτό ο Κατηγορούμενος διέμενε με την πρώην σύζυγο του. Η μητέρα της Παραπονούμενης (Μ.Κ.2) κατέθεσε ότι από τα λεγόμενα της κόρης της και έχοντας υπόψιν ότι δεν είχε άλλη σχέση προηγουμένως, γνώριζε ότι το πρώτο άτομο με το οποίο η Παραπονούμενη είχε σεξουαλική επαφή ήταν ο Κατηγορούμενος. Ανέφερε επίσης ότι κατά το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο του 2014 μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2015 η Μ.Κ.1 διέμενε ορισμένες φορές με τον Κατηγορούμενο και ορισμένες φορές μαζί της ενώ μια φορά έμεινε με τον πατέρα της. Στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι όταν ήλθε σε σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη διαπίστωσε ότι δεν ήταν παρθένα. Τότε την ρώτησε σχετικά με το θέμα αυτό και εκείνη κλαίοντας του είπε ότι την είχε βιάσει ο πατέρας της. Κατόπιν τούτου ο Κατηγορούμενος ρώτησε και τον αδελφό της ο οποίος του είπε ότι του είχε πει ψέματα η Παραπονούμενη και ότι ο πατέρας τους είχε βιάσει την άλλη αδελφή τους. Για το θέμα αυτό σε κατοπινό στάδιο η Παραπονούμενη του είχε πει ότι πριν να γνωριστεί μαζί του είχε σεξουαλική επαφή με κάποιο Σπύρο όπως και με κάποιο Νικόλα και ένα άτομο από τη Λεμεσό που την είχε συναντήσει στη Λευκωσία. Όσον αφορά την ηλικία της Παραπονούμενης κατέθεσε ότι εκείνη του ανέφερε ότι ήταν 17 ετών αφού πέρασε ορισμένο χρονικό διάστημα στη σχέση τους. Στη μαρτυρία του ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι η Παραπονούμενη του είχε πει ότι πριν τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο είχε σεξουαλική επαφή με άλλο άνδρα με το όνομα Σπύρος και ότι ήταν με τον τελευταίο που είχε την πρώτη σεξουαλική της επαφή. Όσον αφορά την ηλικία της στην αρχή της γνωριμίας της με τον Κατηγορούμενο η Παραπονούμενη είχε ζητήσει από τον Μ.Υ.2 να πει στον Κατηγορούμενο ότι αυτή ήταν 18 ετών. Αργότερα όμως, μετά από πάροδο 3-4 μηνών, η Παραπονούμενη είχε πει την αλήθεια στον Κατηγορούμενο. Κατέθεσε επίσης ότι ενόσω είχε σχέση η Παραπονούμενη με τον Κατηγορούμενο διέμενε τις περισσότερες φορές στο σπίτι του. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους με βάση τις πάγιες και καλώς γνωστές νομολογιακές αρχές προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων για τα επίδικα της υπόθεσης ζητήματα[4]. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Παραπονούμενης διαπιστώσαμε πως ως επί το πλείστον έδιδε μονολεκτικές ή σύντομες απαντήσεις αποφεύγοντας να επεκταθεί, ενίοτε δε, δεν απαντούσε ευθέως αλλά με υπεκφυγές. Σε κάποιες δε αναφορές της υπήρξαν αντιφάσεις. Θα δώσουμε κάποια παραδείγματα. Αρχικά ερωτηθείσα κατά πόσο ο Κατηγορούμενος την πρώτη φορά που είχαν σεξουαλική επαφή μεταξύ τους την είχε ρωτήσει με ποιόν είχε σεξουαλική επαφή για πρώτη φορά απέφυγε να απαντήσει ευθέως και περιορίστηκε να ισχυριστεί ότι κατά την πρώτη τους σεξουαλική επαφή είχε αίμα και μάλιστα ότι αυτό είχε διαπιστώσει και ο Κατηγορούμενος. Για να προσθέσει στη συνέχεια ότι για πολύ καιρό ο Κατηγορούμενος έλεγε στους ομοεθνείς του ότι την είχε βρεί παρθένα. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης όταν της τέθηκε εκ νέου το ερώτημα αυτό, ισχυρίστηκε τελικώς και αφού μεσολάβησαν και σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις από το ίδιο το Δικαστήριο, ότι δεν της είχε τεθεί από τον Κατηγορούμενο τέτοιο ερώτημα. Επανειλημμένα ρωτήθηκε κατά πόσο στα πλαίσια του πιο πάνω ερωτήματος η ίδια είχε ισχυριστεί προς τον Κατηγορούμενο ότι είχε ο πατέρας της σεξουαλική επαφή μαζί της. Αρχικά δεν έδωσε ξεκάθαρη απάντηση λέγοντας γενικά ότι ο Κατηγορούμενος έχοντας μάθει ότι η αδελφή της είχε «πειραχτεί» από τον πατέρα τους θεώρησε από μόνος του ότι η Παραπονούμενη είχε ξεπαρθενευτεί από τον πατέρα της. Σε άλλο στάδιο και αφού της τέθηκε ξανά το ερώτημα κατά πόσο η ίδια είχε ισχυριστεί ότι συνέβη κάτι τέτοιο με τον πατέρα της απλώς έδωσε μονολεκτικά αρνητική απάντηση. Σε ότι αφορά στον Σπύρο Αγρατζή η Παραπονούμενη έδωσε διάφορες εκδοχές. Σε μία προσπάθεια αποφυγής απάντησης επέμενε ότι ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε για τη σχέση της με τον Σπύρο. Όταν αναγκάστηκε να απαντήσει αρχικά είπε ότι η σχέση της με τον Σπύρο ήταν μετά από την σχέση της με τον Κατηγορούμενο, ενώ σε άλλο στάδιο ανέφερε ότι δημιούργησε σχέση με τον Σπύρο κατά τη διάρκεια κάποιου χωρισμού της με τον Κατηγορούμενο προτού ξανασμίξει με τον τελευταίο. Με τον ίδιο τρόπο απαντούσε και σε ερωτήσεις που έγιναν για τον Νικόλα, όπου αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει κανένα Νικόλα συμμαθητή της, μετά ισχυρίστηκε απλώς ότι δεν είναι συμμαθητής της δίδοντας τελικώς την απάντηση ότι με τον Νικόλα είχε σεξουαλική επαφή μετά τον Κατηγορούμενο. Η Παραπονούμενη, συνεπώς, με τον τρόπο που απαντούσε και τα όσα κατέθεσε δεν μας έπεισε ότι για το ζήτημα αυτό έλεγε την αλήθεια. Αναφορικά με το πότε η Παραπονούμενη είχε πληροφορήσει τον Κατηγορούμενο για την ηλικία της και εδώ διαπιστώσαμε να μην απαντά στις σχετικές ερωτήσεις ευθέως και επί του προκειμένου. Συγκεκριμένα όταν της υποβλήθηκε ότι είχε πληροφορήσει τον Κατηγορούμενο για την ηλικία της λίγο πριν τον Μάρτη του 2015 υπεκφεύγοντας ουσιαστικά το ερώτημα αυτό ανέφερε ότι στα γενέθλια της όταν έκλεισε τα 17 της χρόνια στις 13/8/15 της έφερε τούρτα που έγραφε πάνω 17 και της έκανε "surprise". Θεωρούμε ότι δεν ήταν ειλικρινής όταν ισχυρίστηκε ότι είχε αποκαλύψει στον Κατηγορούμενο την πραγματική της ηλικία από την πρώτη μέρα που γνωρίστηκαν. Σε ό,τι αφορά το επίδικο ζήτημα του αν η συγκατοίκηση ήταν συνεχής ή κατά διαστήματα διαπιστώσαμε ότι βασικά αυτά που ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη, ότι δηλ. διεκόπτετο η συγκατοίκηση όποτε βρίσκονταν σε διάσταση, δεν έτυχαν αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση με αποτέλεσμα να παραμείνουν αναντίλεκτα. Έπειτα για το θέμα αυτό η Παραπονούμενη ήτο σαφής και θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 τόσο από πλευράς περιεχομένου όσο και με βάση την όλη συμπεριφορά της ως μάρτυρας αποκομίσαμε την εντύπωση ότι δεν ήταν στην πραγματικότητα σε θέση να προσφέρει θετική και ουσιαστική μαρτυρία, αν όχι για όλα τα επίδικα ζητήματα τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος αυτών. Σημειώνουμε ότι επανειλημμένα ανέφερε ότι δεν γνώριζε και πολλά πράγματα για τη σχέση της θυγατέρας της με τον Κατηγορούμενο («Δεν ξέρω πολλά πράγματα εγώ για τη σχέση τους», «δεν ξέρω τη σχέση τους, τι υπήρχε μεταξύ τους και πως μιλούσαν και για ποιον λόγο ήταν μαζί, δεν ανακατεύτηκα εγώ, το μόνο πράγμα που ξέρω ήταν ότι η κόρη μου ήταν μαζί του.»). Η αναφορά της ότι το πρώτο άτομο με το οποίο η κόρη της είχε σεξουαλική επαφή ήταν ο Κατηγορούμενος φάνηκε να βασίζεται κυρίως σε συμπεράσματα τα οποία η ΜΚ2 εξήγαγε από λεγόμενα της κόρης της. Γενικώς θα λέγαμε ότι η Μ.Κ.2 δεν φάνηκε να γνωρίζει πολλά πράγματα αναφορικά με τη σχέση της κόρης της με τον Κατηγορούμενο γεγονός που και η ίδια κατέθεσε. Για το μόνο ζήτημα που φάνηκε να είναι σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο ήταν σε σχέση με τη διάρκεια της συγκατοίκησης της κόρης της με τον Κατηγορούμενο και κατά πόσο αυτή ήταν συνεχής εφόσον στο διάστημα που αυτή διακόπτετο η κόρη της ερχόταν και διέμενε στο σπίτι της Μ.Κ.
  1. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω για το ζήτημα του κατά πόσον η συγκατοίκηση της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο ήταν συνεχής ή κατά διαστήματα δεν προέκυψε τελικώς να αμφισβητείται από την Υπεράσπιση ότι αυτή ήταν με διακοπές. Επισημαίνουμε ότι ο Κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι η Παραπονούμενη πήγαινε να μείνει και στη μητέρα της αλλά τον περισσότερο καιρό έμενε μαζί του. Παρομοίως στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ενόψει του ότι είχαν συχνά διαφορές μεταξύ τους και μάλωναν για αυτό η Παραπονούμενη πήγαινε στη μητέρα της. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου διαπιστώσαμε ότι καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι η Παραπονούμενη δεν ήταν παρθένα όταν αυτός είχε σεξουαλική επαφή μαζί της και ότι βασικά η Παραπονούμενη το παραδέκτηκε ήταν σταθερός και συνεπής στην εκδοχή του καθ΄όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν δε κατηγορηματικός κατά την αντεξέταση του ότι η ίδια η Παραπονούμενη του είχε εκμυστηρευτεί τις προηγούμενες σχέσεις της. Αναφορικά με το ζήτημα της ηλικίας της Παραπονούμενης και το στάδιο που ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε την πραγματική της ηλικία διαπιστώσαμε κάποια κενά στη μαρτυρία του. Ειδικότερα, δεν μας έπεισε η θέση του ότι δεν την είχε ρωτήσει καθόλου για την ηλικία της και ότι το ότι ήταν 18χρονών το στήριζε απλώς σε πεποίθηση δική του. Σημειώνουμε ότι και ο ίδιος εξέφρασε τον προβληματισμό που είχε ως προς το πώς ήταν δυνατόν η Παραπονούμενη να είναι 18 χρονών και να πηγαίνει ακόμα σχολείο. Θεωρούμε ότι ο Κατηγορούμενος ουσιαστικά δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα να ερευνήσει το θέμα της ηλικίας της Παραπονούμενης παρά τις όποιες αμφιβολίες του σε σχέση με το κατά πόσο αυτή του έλεγε την αλήθεια, με αποτέλεσμα να μάθει όντως με σιγουριά την πραγματική της ηλικία από ένα στάδιο και μετά. Παρά ταύτα, ο βασικός κορμός της εκδοχής του παρέμεινε σταθερός. Εξήγησε δε πειστικά, κατά την άποψη μας, το λόγο που την ξαναρώτησε και μετά από λίγες μέρες ενώ την είχε ρωτήσει για την ηλικία της από την αρχή της σχέσης του, ότι δηλαδή ήθελε να είναι σίγουρος αν του λέει την αλήθεια. Ο ισχυρισμός του δε ότι βασικά είχε την έγνοια αν του έλεγε την αλήθεια για το ζήτημα αυτό επιβεβαιώνεται και από τα όσα σχετικά κατάθεσε ο Μ.Υ.2 την μαρτυρία του οποίου αξιολογούμε στη συνέχεια. Ο Μ.Υ.2 μας έδωσε ξεκάθαρα την εντύπωση του ατόμου που δεν είχε καμία δυσκολία ή δισταγμό να πει τα πράγματα όπως ο ίδιος τα γνώριζε. Η μαρτυρία του ήταν φυσική και ανεπιτήδευτη και σε κανένα σημείο της εξέτασης του δεν φάνηκε να αποφεύγει να απαντήσει τα ερωτήματα που του ετίθεντο. Μπορεί ο λόγος του να διακρίνετο από μια απλότητα και ενίοτε από αχρείαστη παράθεση λεπτομερειών αλλά δεν υστερούσε σε θετικότητα. Με άνεση αναφέρθηκε σε σεξουαλική σχέση που είχε η αδελφή του πριν τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο εξηγώντας ότι η γνώση του για ένα τέτοιο γεγονός προήρχετο από την ίδια την αδελφή του. Μάλιστα κατά την αντεξέταση, ενώ παρέμεινε σταθερός σε αυτή την εκδοχή, ήταν σε θέση, παράλληλα να δώσει και περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με το που και πότε του λέχθηκε το γεγονός αυτό και γενικότερα σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η αδελφή του τού είχε εκμυστηρευτεί τη σχέση της αυτή. Με τον ίδιο τρόπο, της αφοπλιστικής, θα λέγαμε ειλικρίνειας που διακρίναμε στον Μ.Υ.2 αναφέρθηκε και στο ότι η αδελφή του τού είχε ζητήσει να πεί αναληθώς στον Κατηγορούμενο ότι εκείνη ήταν 18 ετών όπως και έπραξε. Και περαιτέρω ότι σε κατοπινό στάδιο η αδελφή του είχε αποκαλύψει την πραγματική ηλικία της στον Κατηγορούμενο επισημαίνοντας, όταν ρωτήθηκε για το πώς αυτός το γνώριζε, ότι η σχετική αναφορά είχε γίνει στην παρουσία του (Μ.Υ.2). Και για αυτό το ζήτημα δεν περιορίστηκε σε μονολεκτικές απαντήσεις αλλά με τον χαρακτηριστικό τρόπο που απαντούσε προσέθετε όσες λεπτομέρειες- σχετικές και άσχετες- ήταν σε θέση να θυμηθεί. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι μεταξύ της εκδοχής του Κατηγορούμενου και του Μ.Υ.2 υπήρξε κάποια διαφοροποίηση σε σχέση με το πότε και υπό ποίες συνθήκες έμαθε ο Κατηγορούμενος για τη σεξουαλική σχέση της Παραπονούμενης με τον Σπύρο. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε απλώς ότι όταν εκείνος τη ρώτησε ποιος ήταν ο πρώτος άνδρας με τον οποίο είχε σεξουαλική επαφή αυτή αρχικά αναφέρθηκε στον πατέρα της και αργότερα σε κάποιο άτομο ονόματι Σπύρος. Δεν διευκρίνισε, ωστόσο, το χρονικό στάδιο κατά το οποίο η Παραπονούμενη του είχε μιλήσει για τη σχέση της με τον Σπύρο. Διαφαίνεται, όμως, από τα όσα κατέθεσε ο Κατηγορούμενος- και δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου- ότι η κουβέντα για τον Σπύρο έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα μετά που ο Κατηγορούμενος πήγε και ρώτησε τον αδελφό της Παραπονούμενης αν όντως ο πατέρας της είχε σεξουαλική επαφή μαζί της και ο αδελφός της την διέψευσε. Αυτή η εκδοχή, πέραν του ότι δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση, θεωρούμε ότι συνάδει και με τη λογική των πραγμάτων. Ως εκ τούτου, σε όποιο βαθμό διαφέρει, δεν αποδεχόμαστε για το ζήτημα αυτό την εκδοχή του Μ.Υ.
  2. Ευρήματα-Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης τα ευρήματα μας έχουν ως ακολούθως: I. Σε σχέση με την παράγραφο 3 των γεγονότων καταλήγουμε ότι η συγκατοίκηση του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης δεν ήταν συνεχής και αδιάλειπτη και ότι αυτοί κατά την επίδικη περίοδο συζούσαν κατά διαστήματα. II. Σε σχέση με την παράγραφο 4 καταλήγουμε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν το πρώτο άτομο με το οποίο η Παραπονούμενη είχε σεξουαλική σχέση. III. Σε σχέση με την παράγραφο 5 καταλήγουμε ότι ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε από την αρχή της σχέσης του ότι η Παραπονούμενη δεν είχε γίνει 17 ετών αλλά αυτό το έμαθε σε μεταγενέστερο στάδιο. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μας είναι λοιπόν η κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την εκδοχή της σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα στις παραγράφους 4 και
  3. Αντίθετα καθόσον αφορά την εκδοχή της στην παράγραφο 3 που αμφισβητήθηκε έχει καταφέρει να την αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.) ........................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ....................... Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......................... Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δέστε R v. Newton
(1982)4 Cr. App. R(S) 388. [2] Δέστε Ahmed
(1985)80 Cr. App. R. 295,
(1984)6 Cr.App.R. (S)
  1. [3] Εκ παραδρομής, προφανώς, δίδεται στη σχετική παραπομπή η χρονολογία 1984, ενώ η ορθή είναι
  2. [4] Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 101/11, ημερ. 19.7.12. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.