Δημοκρατία ν. Σταύρου ΜΠΕΝΑΚΗ κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 354/16, 12/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:8 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 354/16 Δημοκρατία ν.
- Σταύρου ΜΠΕΝΑΚΗ
- Κωνσταντίνου ΤΣΕΡΙΩΤΗ
- Θεοχάρη ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 12 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Κ. Ευσταθίου Κατηγορούμενος 1 παρών ΠΟΙΝΗ Κατόπιν παραδοχής του ο Κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες έξι κατηγορίες: § Κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 (3η κατηγορία) § Μεταφορά εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 (4η κατηγορία) § Χρήση εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 4
(4)(ζ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 (5η κατηγορία) § Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β χωρίς άδεια κατά παράβαση των Άρθρων 2, 4
(1)
(2), 51 και του Πρώτου Παραρτήματος κατηγορία Β του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/04 (6η κατηγορία) § Μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β χωρίς άδεια κατά παράβαση των Άρθρων 2, 4
(1)
(2), 51 και του Πρώτου Παραρτήματος κατηγορία Β του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/04 (7η κατηγορία) § Πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του Άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (8η κατηγορία) ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως ακολούθως: Λόγω του ότι ο Μ.1 (εφεξής «το θύμα») είχε στις 22/1/16 αγοράσει από τον Κατηγορούμενο 1 (εφεξής «ο Κατηγορούμενος») ποσότητα κοκαΐνης η οποία όπως διαπίστωσε αργότερα ήταν νοθευμένη τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο για να του το αναφέρει. Ο Κατηγορούμενος τότε του πρότεινε να συναντηθούν για να μιλήσουν και το θύμα απεδέχθη. Συνεννοήθηκαν να συναντηθούν στον χώρο στάθμευσης του Κέντρου Υγείας στη Λακατάμια, ακριβώς απέναντι από την οικία του Κατηγορούμενου. Πράγματι στις 22/1/16 και περί ώρα 18.15 το θύμα μετέβη με το όχημα του στο πιο πάνω μέρος συνοδευόμενο από τρείς φίλους του τους Μ.2, 3 και
- Ο Κατηγορούμενος μετέβη πεζός στο μέρος συνοδευόμενος και αυτός από δύο άτομα και πλησίασε το όχημα του θύματος. Αφού το θύμα εξήλθε του οχήματος του άρχισαν οι δύο τους να συζητούν. Από το όχημα του θύματος είχαν εξέλθει και οι Μ.2 και 3 ενώ παρέμεινε εντός αυτού ο Μ.
- Κατά τη συζήτηση ο Κατηγορούμενος αρνείτο να παραλάβει πίσω την ποσότητα κοκαΐνης που είχε προηγουμένως πωλήσει στο θύμα και να του επιστρέψει τα λεφτά του ενώ το θύμα επέμενε. Σε κάποια στιγμή το θύμα πέταξε την κοκαΐνη στο έδαφος και γύρισε για να επιστρέψει στο όχημα του οπόταν άκουσε θόρυβο που παρέπεμπε σε όπλιση πιστολιού. Γύρισε τότε προς το μέρος του Κατηγορούμενου και τον είδε να βγάζει από την πίσω τζέπη του παντελονιού του ένα πιστόλι διαμετρήματος 9 χιλιοστών και να στοχεύει προς το θύμα. Τότε το θύμα ρώτησε τον Κατηγορούμενο «ε ίντα που ρε Σταυρή εν να μας παίξεις θέμας;» και ο Κατηγορούμενος του απάντησε «ναι ρε εν να σε παίξω» και πυροβόλησε το θύμα από απόσταση ενός μέτρου και τον τραυμάτισε στο χέρι. Αμέσως το θύμα έτρεξε προς το όχημα του και έφυγε συνοδευόμενος από τους Μ.2 και 4 ενώ ο Κατηγορούμενος πυροβόλησε και δεύτερη φορά προς το όχημα του θύματος για εκφοβισμό. Τα δύο πρόσωπα που συνόδευαν τον Κατηγορούμενο δεν έλαβαν μέρος στο επεισόδιο ευρισκόμενα σε κάποια απόσταση από το σημείο όπου ήταν το θύμα και ο Κατηγορούμενος. Το θύμα το οποίο υπέστη βαρύ σύνθετο τραυματισμό παλάμης και αντίχειρα αριστερά μεταφέρθηκε από τους Μ.2 και 4 στο Απολλώνειο Νοσοκομείο όπου χειρουργήθηκε υπό γενική αναισθησία. Σχετικό πρακτικό της εγχείρησης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε η ιατροδικαστική έκθεση του Δρος Νικόλα Χαραλάμπους, από την οποία προκύπτει ότι το θύμα υπέστη τα ακόλουθα: · Τραύμα εισόδου από σφαίρα πυροβόλου όπλου στην αριστερή χώρα της αριστερής παλάμης στο ύψος του μικρού δακτύλου · Τραύμα εξόδου από σφαίρα πυροβόλου όπλου στην ραχιαία χώρα του αριστερού αντίχειρα · Συραμμένο τραύμα στην αριστερή παλαμιαία χώρα το οποίο προκλήθηκε από σφαίρα πυροβόλου όπλου (πορεία εισόδου-εξόδου σφαίρας) Ο Κατηγορούμενος αναζητήθηκε από την Αστυνομία αλλά δεν ανευρέθηκε, ενώ σύμφωνα με πληροφορία που λήφθηκε αυτός είχε μεταβεί στις κατεχόμενες περιοχές. Όντως συνελήφθηκε τελικά στις 25/1/16 στο οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου κατά την επιστροφή του από τις κατεχόμενες περιοχές και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο απάντησε: « Έφυγα γιατί φοβήθηκα για τη ζωή μου, ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Παρών κατά τη σύλληψη του ήταν και ο δικηγόρος του. Την ίδια μέρα του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση κατά τη διάρκεια της οποίας αρνήθηκε να απαντήσει τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Στις 29/1/16 σε δεύτερη κατάθεση που του λήφθηκε προέβαλε ότι συναντήθηκε με το θύμα γιατί ο τελευταίος του χρωστούσε χρήματα. Ανέφερε επίσης ότι ήταν το θύμα που είχε προτάξει προς το μέρος του πιστόλι και ότι είχε προσπαθήσει ο ίδιος να τον απωθήσει και χωρίς να καταλάβει άκουσε δύο πυροβολισμούς. Φοβήθηκε, ως είπε, και έφυγε αμέσως τρέχοντας. Αργότερα έμαθε ότι καταζητείται και κρύφτηκε σε πάρκο στη Λευκωσία, ενώ την επομένη μέρα πέρασε μέσω του οδοφράγματος του Αγίου Δομετίου στις κατεχόμενες περιοχές. Όπως προέκυψε στα πλαίσια των ερευνών της Αστυνομίας και συγκεκριμένα από έλεγχο κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης ο Κατηγορούμενος προτού μεταβεί στη σκηνή για να συναντήσει το θύμα έβγαλε πιστόλι από τη δεξιά τζέπη του φούτερ του και το έβαλε στην πίσω τζέπη του παντελονιού του. Ο Κατηγορούμενος δεν κατείχε άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας για την κατοχή και ή τη μεταφορά οποιουδήποτε πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, ούτε άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών για κατοχή και ή μεταφορά και χρήση εκρηκτικών υλών. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Υπόθεση που λαμβάνεται υπ' όψιν Κατόπιν σχετικού αιτήματος του Κατηγορουμένου και της σύμφωνης γνώμης της Κατηγορούσας Αρχής λαμβάνεται υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής η πιο κάτω υπόθεση τα γεγονότα της οποίας έχουν ως εξής: Σ/708/15 ΤΑΕ Λευκωσίας Η υπόθεση αυτή αφορά τα αδικήματα του τραυματισμού κατά παράβαση του Άρθρου 234(α) του Κεφ.154, της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου κατά παράβαση του Άρθρου 80 του Κεφ. 154, της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του Άρθρου 243 του Κεφ.154 και της μέθης κατά παράβαση του Άρθρου 94
(1)του Κεφ.154. Στις 14/6/15 ο Μαρίνος Ροδοσθένους (εφεξής «ο παραπονούμενος») μετέβηκε σε κέντρο διασκέδασης στον Στρόβολο όπου περί ώρα 3.00 π.μ. ενώ χόρευε με κοπέλα θαμώνα του κέντρου τον πλησίασε ο άγνωστος του Κατηγορούμενος, τον τράβηξε από το χέρι και του ζήτησε να βγουν έξω για να μιλήσουν. Αφού βγήκαν έξω ο Κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει στον παραπονούμενο και να τον ρωτά πως γνώριζε τη συγκεκριμένη κοπέλα και ακολούθως τον κτύπησε με τα χέρια στο πρόσωπο και στα χέρια του. Από τα κτυπήματα ο παραπονούμενος ζαλίστηκε και έπεσε στο έδαφος οπόταν ο Κατηγορούμενος άρχισε να τον κλωτσά. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου ο Κατηγορούμενος κρατούσε μαχαίρι με το οποίο τραυμάτισε τον παραπονούμενο. Στη συνέχεια με τη βοήθεια ενός φίλου του ο παραπονούμενος κατάφερε να σηκωθεί οπόταν και αντιλήφθηκε ότι είχε τραύμα στο πόδι του και έχανε αρκετό αίμα. Κλήθηκε ασθενοφόρο το οποίο μετέφερε τον παραπονούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου του έγινε συρραφή του τραύματος του και απολύθηκε. Στην κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο αυτός ανέφερε ότι είχε μια παρεξήγηση με τον παραπονούμενο για κάποια κοπέλα και ότι ενώ συζητούσαν έξω από το κέντρο θύμωσε και τον χτύπησε με τα χέρια και τα πόδια σε διάφορα σημεία του σώματος του (παραπονούμενου) όπως και ότι τον είχε τραυματίσει στο πόδι με σουγιά 5 εκ. που είχε στην κατοχή του. Στην γραπτή κατηγορία ο Κατηγορούμενος απάντησε: «Απολογούμαι, ό,τι έκανα το έκανα πάνω στα ποτά μου.» ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Κατά την εμπεριστατωμένη αγόρευση του ο κ. Κ. Ευσταθίου προέβη σε ιδιαίτερη αναφορά τόσο στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες διάπραξης τόνισε ότι η επίμαχη συνάντηση του παραπονούμενου με τον Κατηγορούμενο έγινε κατόπιν απαίτησης του παραπονούμενου και αφού σε προγενέστερο στάδιο αναζήτησε ο παραπονούμενος τον Κατηγορούμενο κατά τρόπο επίμονο και καταπιεστικό, καθιστώντας τον υπεύθυνο και υπόλογο μιας οικονομικής διαφοράς που είχε με τρίτο πρόσωπο σε σχέση με δοσοληψίες ναρκωτικών. Και ότι μάλιστα τη μέρα του συμβάντος ο παραπονούμενος είχε τσακωθεί με τον Κατηγορούμενο με τον οποίο είχε προηγούμενα. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που, όπως εξήγησε, δημιουργήθηκε μια κατάσταση με εντάσεις που οδήγησε τον Κατηγορούμενο πριν να πάει στη συνάντηση να καταφύγει στην «ψεύτικη ασφάλεια» ενός πιστολιού, όπως τη χαρακτήρισε, που το είχε προμηθευτεί ακριβώς λόγω της μακράς του διαφοράς με τον παραπονούμενο. Αφού ο συνήγορος υπογράμμισε ότι κατά τη συνάντηση έγινε έντονη συζήτηση, επισήμανε δύο γεγονότα για τα οποία τόνισε πως είχαν προκαλέσει την ταραχή και το φόβο στον Κατηγορούμενο και προηγήθηκαν της χρήσης από τον ίδιο του πιστολιού εναντίον του παραπονούμενου. Αφενός το ότι είδε να κατεβαίνουν από το άλλο όχημα πέραν του παραπονούμενου και δύο άλλα πρόσωπα και αφετέρου το γεγονός ότι λίγα δευτερόλεπτα προηγουμένως είχε προσέξει την ύπαρξη ενός τσεκουριού στη θέση του συνοδηγού στο όχημα του παραπονούμενου. Σε ό,τι αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ο κ. Ευσταθίου αναφέρθηκε σε έκταση στα δύσκολα παιδικά χρόνια που είχε λόγω της βίαιης συμπεριφοράς που εκδήλωνε ο πατέρας του σε βάρος της μητέρας του ένεκα του εθισμού του στα ναρκωτικά και στον τζόγο αλλά και στο διαζύγιο των γονέων του που βίωσε ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν μόλις 9 ετών με όλα τα κακά παρεπόμενα που προέκυψαν όπως τα περιέγραψε. Υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε θύμα του κακού οικογενειακού του περιβάλλοντος το οποίο και δεν του επέτρεψε να αναπτύξει την απαιτούμενη και αναμενόμενη συναίσθηση ευθύνης. Ως μετριαστικούς παράγοντες ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπ΄ όψιν του: (i) Την άμεση παραδοχή του (ii) Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις (iii) Το νεαρό της ηλικίας του (iv) Το λευκό ποινικό του μητρώο (v) Τη συμπεριφορά του μετά τη διάπραξη του αδικήματος ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναμφίβολα τα αδικήματα στα οποία ο Kατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή είναι από τα πλέον σοβαρά και αυτό αντανακλάται στη μέγιστη ποινή που προνοείται για καθένα από αυτά στον σχετικό Νόμο. Το πιο σοβαρό είναι το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης για το οποίο με βάση το Άρθρο 228 (α) του Κεφ. 154 η προβλεπόμενη από το Νόμο μέγιστη ποινή είναι η φυλάκιση δια βίου. Ακολουθούν τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου για τα οποία προβλέπεται φυλάκιση μέχρι και 15 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €42.715 (Λ.Κ.25.000) ή και οι δύο αυτές ποινές και οποιαδήποτε όπλα κατάσχονται προς δήμευση (ή καταστροφή με τη σύμφωνη γνώμη του κατηγορουμένου). Τέλος τα αδικήματα της κατοχής, μεταφοράς και χρήσης εκρηκτικών υλών για τα οποία προβλέπεται φυλάκιση μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο μέχρι €2.562 (Λ.Κ1.500) ή και οι δύο αυτές ποινές. Είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή ότι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή την οποία θα επιβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι επίσης προφανές ότι η σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης εστιάζεται στην κατοχή και χρήση πυροβόλου όπλου, πράγμα που οδήγησε και στη βαρειά σωματική βλάβη του παραπονούμενου. Αναμφίβολα πρόκειται για υψίστης σοβαρότητας αδικήματα και καθίστανται ακόμη σοβαρότερα λόγω της καταρράκωσης του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών και των συνεπειών που δυνατόν να επιφέρει η παράνομη οπλοχρησία (μόνιμες σωματικές βλάβες ή ακόμα και θάνατο). Από πολύ παλιά το Ανώτατο Δικαστήριο είχε τονίσει με ιδιαίτερη ένταση την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα[1]. Στην υπόθεση Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 206 με αναφορά στις παλαιότερες υποθέσεις, σημειώθηκε ότι "Η παράνομη κατοχή όπλων υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία και δημιουργεί ένα αίσθημα ανασφάλειας στους φιλήσυχους και νομοταγείς πολίτες, στοιχείο που δεν έχει θέση στη ζωή σε μια Δημοκρατική κοινωνία.». Στη Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 279 τονίστηκε πως "η έξαρση εγκλημάτων οπλοφορίας γενικά .... καθιστά το καθήκον αποτροπής τους μέσω της τιμωρίας των παραβατών πλέον επιβεβλημένο. Μάλιστα εξηγήθηκε ότι η μεταφορά όπλου είναι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα, αλλά καθίσταται ακόμη σοβαρότερο όταν συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών τα οποία καθιστούν δυνατή τη χρήση του.» Στην υπόθεση Κίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 433, το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε ως ορθό και παρέθεσε αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Η διάπραξη των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων είναι από τα πιο σοβαρά της ποινικής μας νομοθεσίας και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό τόσο από τις προβλεπόμενες ποινές όσο και από τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία ως εκ της φύσης τους εμπεριέχουν τον κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας συνανθρώπων μας, της ζωής τους ή εκφοβισμού τους και ως εκ τούτου οι ποινές οι οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να εμπεριέχουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα ενόψει των κινδύνων που ενέχει η παράνομη κατοχή και μεταφορά τους αλλά και τις δοκιμασίες στις οποίες έχει εκτεθεί η κυπριακή κοινωνία από την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων.» Παρόμοιες υπήρξαν οι επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρόσφατη απόφαση Vero κ.ά v. Δημοκρατία Ποινικές Εφ. 168 & 169/2013, ημερ. 14/5/15 όπως προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο παραθέτουμε: «Όντως η μεταφορά όπλων κάτω από τις συνθήκες που περιγράψαμε[2], συνιστά σοβαρό έγκλημα που καθίσταται ακόμη σοβαρότερο όταν συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών και θέτει στο προσκήνιο τον εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής (Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 279, Γενικός Εισαγγελέας ν. Yevgen Chronyy
(2006)2 Α.Α.Δ. 177). Αντίθετη με το ρεύμα της νομολογίας είναι η εισήγηση των συνηγόρων: η νομολογία επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών μακροχρόνιας φυλάκισης, ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν συγκεντρώνουν τα επιβαρυντικά στοιχεία της παρούσας υπόθεσης όπως η Θεοδούλου και Νικολεττής (ανωτέρω), τις οποίες επικαλούνται οι συνήγοροι των εφεσειόντων και Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424. Η έξαρση των εγκλημάτων οπλοφορίας καθιστά πλέον επιβεβλημένο το καθήκον αποτροπής μέσω της τιμωρίας των παραβατών, προς προστασία του κοινωνικού συνόλου». Εκείνο που αναμφίβολα προκύπτει από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαχρονικά είναι ότι παρά τις προσπάθειες των αρμοδίων αρχών και τη διαχρονική αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, εντούτοις μέχρι σήμερα υπάρχει έξαρση στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων, καθώς και αντίστοιχη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Όσον αφορά τις επιβαλλόμενες ποινές η μελέτη της νομολογίας καταδεικνύει ότι, ως επί το πλείστον, στις περιπτώσεις προσώπων λευκού ποινικού μητρώου σε συνδυασμό με παραδοχή οι ποινές για παράνομη κατοχή και μεταφορά (πιστολιού, περιστρόφου, τυφεκίου ή παρόμοιου πυροβόλου όπλου) κυμαίνονται περί τα 4 έτη φυλάκισης[3]. Διευκρινίζεται όμως πως η προαναφερθείσα ποινική μεταχείριση αφορά την απλή κατοχή και μεταφορά, χωρίς δηλαδή ταυτόχρονη χρήση του πυροβόλου όπλου. Σημειώνεται επίσης πως και το είδος του όπλου έχει τη σημασία του[4] και πως γενικά επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές στις περιπτώσεις στρατιωτικών τυφεκίων, πιστολιών ή περιστρόφων (παρά για παράνομη κατοχή κυνηγετικών). Το αδίκημα που προσδιορίζεται στο Άρθρο 228 (α) του Κεφ. 154 επισημαίνουμε ότι είναι από τα πλέον σοβαρά του Ποινικού Κώδικα και ποινικοποιεί σοβαρές πράξεις βίας επαγόμενες δυσμενείς συνέπειες για το θύμα και πράξεις βίας δυνάμενες λόγω των επιθετικών μέσων (όπλων) που χρησιμοποιούνται, μεταξύ των οποίων και το πιστόλι, να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στη σωματική ακεραιότητα και υγεία του θύματος[5] . Ο κατηγορούμενος βρίσκεται, επομένως, ενώπιον μας αντιμετωπίζοντας μια από τις πιο σοβαρές κατηγορίες που έχουν σχέση με εγκλήματα βίας. Κατά την επιμέτρηση της ποινής σε αδικήματα με σοβαρό τραυματισμό λαμβάνονται υπόψη πέραν κάποιων γενικότερων παραγόντων κάποιοι ειδικότεροι παράγοντες σχετικοί με την ίδια τη φύση του αδικήματος. Αυτοί οι παράγοντες συμπυκνώνονται στο Σύγγραμμα Thomas on Principles of Sentencing,
(1970)(p.93) στο πιο κάτω απόσπασμα το οποίο υιοθετήθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Achilleas Ch. Kaouras v. Republic
(1977)2 C.L.R. 335: "Sentences in the majority of cases fall within the range of three to seven years imprisonment. The most important factor influencing the choice of sentence appears to be the element of premeditation. Other factors which appear to be relevant include the degree of injury intended and actually inflicted. Use of a weapon appears to be significant mainly as an indication of premeditation. Provocation is particularly significant in reducing the gravity of the offence in the view of the Court." Τα ίδια περίπου επαναλαμβάνονται και στο Blackstone' s Criminal Practice
(1993)όπου στη σελίδα 148 αναφέρει: "The normal sentencing bracket is in the range of three to eight years, although sentences over eight years are upheld in particularly grave cases. Relevant aggravating factors include the extent of the injuries, the degree of premeditation,. Even factors such as a plea of guilty and the previous good character of the offender may be of little weight in very serious cases. Weighty provocation is also to be taken into account." Επισημαίνουμε ότι από τα πιο πάνω προκύπτουν δύο βασικά επιβαρυντικοί παράγοντες. Ο προσχεδιασμός ή προμελέτη και η έκταση των τραυμάτων που υφίσταται το θύμα. Τονίζουμε, επίσης, ότι προβάλλει ως παράγοντας μετριασμού η ύπαρξη πρόκλησης εκ μέρους του θύματος. Στο Blackstone's (ανωτέρω) αναφέρονται δύο περιπτώσεις όπου υπάρχει τόσο προμελέτη όσο και σοβαρός τραυματισμός. Στην υπόθεση R. v. Gilmore
(1980)2 Cr. App. R. (S) 201 ο κατηγορούμενος με προηγούμενο καλό χαρακτήρα ύστερα από προμελέτη κτύπησε με μαχαίρι κουζίνας τον σύζυγο της πρώην φίλης του σκοτώνοντας σχεδόν το θύμα. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ ετών. Στην υπόθεση R. v. Robinson
(1980)2 Cr. App. R.(S) 193, ένας δεκαεννιάχρονος καταδικάστηκε σε 7 έτη φυλάκισης όταν εφοδιασμένος με μαχαίρια, αφού απέτυχε η απόσπαση χρημάτων από γέροντα, τον κτύπησε με το μαχαίρι με παρ' ολίγο μοιραίες συνέπειες. Η σοβαρότητα του αδικήματος αναδεικνύεται μέσα και από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φαναρτζής ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.43, ο εφεσείων που ήταν σχιζοφρενής με μειωμένη κρίση και δρούσε υπό το κράτος παραληρητικών ιδεών (στο παρελθόν διετέλεσε και τρόφιμος στο ψυχιατρείο) επιτέθη απρόκλητα σε άγνωστο του πρόσωπο και του κατάφερε επανειλημμένα κτυπήματα με μαχαίρι στο πρόσωπο, στη ράχη και σε άλλα μέρη του σώματος του. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών την οποία εφεσίβαλε ως έκδηλα υπερβολική, προβάλλοντας ως λόγο, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στην κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση σημείωσε ότι η φυλάκιση ήταν η μόνη προσφερόμενη επιλογή που θα ήταν δυνατό να βρίσκεται σε αναλογία προς τη σοβαρότητα του αδικήματος και να προστατεύσει το κοινό, από τον επικίνδυνο εφεσείοντα. Στην υπόθεση Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 468, για το ίδιο και πάλι αδίκημα, επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Σε αυτή την υπόθεση ο εφεσείων είχε εκδιωχθεί από νυχτερινό κέντρο από το φρουρό ασφαλείας, επέστρεψε με μαχαίρι και κτύπησε τον εν λόγω φρουρό στο στήθος, προκαλώντας του κάκωση του παρεγχύματος του πνεύμονα, το οποίο τελικά δεν του άφησε μόνιμη βλάβη. Προέβαλε και αυτός την ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση, παρουσιάζοντας και ιατρική έκθεση ψυχιάτρου, βάσει της οποίας χρειαζόταν άμεση θεραπεία λόγω ακριβώς αυτής του της κατάστασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση του εφεσείοντος τόνισε ότι αδικήματα βίας που στρέφονται εναντίον προσώπων με στόχο να πλήξουν τη σωματική τους ακεραιότητα και υγεία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ.342, για όμοιο και πάλι αδίκημα επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 6 ετών. Σε εκείνη την υπόθεση, μετά από κάποιο οικογενειακό διαπληκτισμό, ο εφεσείων κτύπησε με σουγιά το θύμα (υποψήφιο γαμπρό του) στο λαιμό και στον αριστερό μηρό, προκαλώντας του σοβαρότατο τραύμα στον νωτιαίο μυελό με αποτέλεσμα να προκληθεί τετραπληγία στο θύμα. Η έφεση απορρίφθηκε με ταυτόχρονη και πάλι υπόδειξη του Εφετείου πως για αδικήματα βίας θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Έχουμε εξετάσει με πολλή προσοχή τα γεγονότα που περιστοιχίζουν τα επίδικα αδικήματα. Χωρίς αμφιβολία τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά, ιδίως αυτό που αναφέρεται στην όγδοη κατηγορία όπως προκύπτει και από την ανώτατη ποινή που ο Νόμος προβλέπει γι' αυτό. Είναι φανερό με βάση τις κατηγορίες και τα γεγονότα της ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά υπόθεση απλής κατοχής και μεταφοράς όπλων. Αναμφίβολα πρόκειται για περίπτωση όπου ο εν δυνάμει κίνδυνος που ελλοχεύει όταν κάποιος κυκλοφορεί με έμφορτο πιστόλι και ο οποίος κατ΄επανάληψη έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία[6] έχει εκδηλωθεί με όλες τις αρνητικές συνέπειες. Το γεγονός δε ότι ο Κατηγορούμενος αποδεχόμενος να συναντήσει τον παραπονούμενο με τον οποίο είχε διαφορές φρόντισε εκ των προτέρων να εφοδιασθεί με έμφορτο πιστόλι δείχνει ακριβώς ότι ήταν έτοιμος ανά πάσα στιγμή αν το έκρινε αναγκαίο σε συνθήκες πρόκλησης ή ενστικτώδους αντίδρασης να το χρησιμοποιήσει. Όπως και έγινε. Δεν μπορούμε παρά να στηλιτεύσουμε τέτοιες συμπεριφορές και νοοτροπίες όπως αυτή που εκδήλωσε ο Κατηγορούμενος. Η ουσία του όλου ζητήματος είναι πως οι νομοταγείς πολίτες χρήζουν προστασίας από τέτοιου είδους ενέργειες. Η ωμή χρήση βίας εναντίον των συνανθρώπων μας έχει κατ' επανάληψη αναφερθεί ότι συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας που πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7
(1)του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Δεν παραγνωρίζουμε καθόλου τους λόγους τους οποίους προέβαλε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου και ειδικότερα την ταραχή και τη συναισθηματική φόρτιση υπό την οποία τελούσε λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της συνάντησης του με τον παραπονούμενο. Όπως επίσης και τον φόβο που τον κυρίευσε όταν είδε να κατεβαίνουν από το αυτοκίνητο εκτός από τον παραπονούμενο και δύο άλλα άτομα από τους επιβαίνοντες σε αυτό με ισχυρή σωματική διάπλαση ενώ δευτερόλεπτα προηγουμένως είχε δει ένα τσεκούρι να βρίσκεται εντός του αυτοκινήτου του παραπονούμενου. Η συναισθηματική φόρτιση υπό την οποία τελείται εγκληματική πράξη αποτελεί στοιχείο μετριαστικό της παράνομης ενέργειας. Ταυτόχρονα όμως δεν μπορούμε να επικροτούμε την παράνομη χρήση όπλων κατά τη βούληση ή τα ένστικτα του καθενός. Αποτελεί κοινό τόπο ότι σε μια ευνομούμενη κοινωνία η χρήση βίας δεν έχει καμιά θέση και ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Έπειτα δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι, πέραν από την έντονη συζήτηση που έγινε μεταξύ παραπονούμενου και Κατηγορούμενου, την άρνηση του Κατηγορούμενου να παραλάβει πίσω την ποσότητα κοκαΐνης (που είχε νωρίτερα πωλήσει στον παραπονούμενο) και την ενέργεια του παραπονούμενου να την πετάξει στο έδαφος, δεν μας τέθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, ούτε και υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός από πλευράς Υπεράσπισης ότι μεσολάβησε οποιαδήποτε άλλη πράξη από μέρους του παραπονούμενου η οποία να μπορούσε να θεωρηθεί ως πρόκληση έναντι του Κατηγορούμενου ή να είναι τέτοιας φύσης που να μπορούσε να εξωθήσει τον Κατηγορούμενο να προβεί στην αποτρόπαια πράξη του πυροβολισμού. Αντίθετα διαπιστώνουμε ότι ήταν κατά το στάδιο που ο παραπονούμενος αποφάσισε να αποχωρήσει από το μέρος και ξεκίνησε να κατευθύνεται προς το όχημα του που ο Κατηγορούμενος ανέσυρε από την πίσω τσέπη του παντελονιού του το πιστόλι που μετέφερε και στόχευσε εναντίον του. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις θα μπορούσε να λεχθεί πως η πρόταξη του πιστολιού και οι πυροβολισμοί συνδέονται αιτιωδώς όχι με το τσεκούρι και τους άλλους δυο συνοδούς του θύματος, αλλά πολύ πιο άμεσα με το ρίξιμο της κοκαΐνης στο έδαφος και την εν γένει συμπεριφορά του θύματος, την οποία δεν ανέχθηκε ο Κατηγορούμενος, σε στιγμή μάλιστα που δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε κίνδυνο ο ίδιος. Επισημαίνουμε ότι, παρά τη χρήση πιστολιού από μέρους του Κατηγορούμενου ευτυχώς, ο τραυματισμός που επήλθε στο θύμα δεν ήταν ιδιαίτερα σοβαρός, ούτε διεφάνη να άφησε οποιαδήποτε κατάλοιπα στον παραπονούμενο αν ληφθούν υπόψη οι σωματικές του βλάβες, όπως περιγράφηκαν λεπτομερώς κατά την παράθεση των γεγονότων από την Κατηγορούσα Αρχή. Από την άλλη, ωστόσο, δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος πυροβόλησε τον παραπονούμενο από πολύ μικρή απόσταση, μόλις ενός μέτρου και ότι προφανώς μόνο από τύχη δεν του προκάλεσε είτε σοβαρότερους τραυματισμούς είτε ακόμη και το θάνατο. Οι επιπτώσεις στην υγεία του θύματος είναι ένας ακόμα παράγοντας που επιδρά στον προσδιορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος. Όπως συναφώς αναφέρθηκε στην υπόθεση Πισκόπου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) στη σελ.352: «Τα αποτελέσματα της βίας και της εγκληματικής δράσης, γενικά, σχετίζονται άμεσα με τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου εγκλήματος. Οι συνέπειες εγκλήματος βίας στο θύμα άπτονται άμεσα αυτού τούτου του εγκλήματος και συνιστούν μια από τις παραμέτρους, που προσδιορίζουν τη σοβαρότητά του. Μόνο όπου οι συνέπειες, που επιφέρει το έγκλημα στον παραπονούμενο, δεν είναι προβλεπτές, μειώνεται η σημασία τους στον προσδιορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι συνέπειες της βίας ήταν και προβλεπτές και το άμεσο αποτέλεσμα της βίας που ασκήθηκε.» Όσον αφορά την υπόθεση που λαμβάνεται υπόψιν διαπιστώνουμε ότι αφορά παρόμοιας φύσης αδικήματα όπως τα επίδικα όπου ο Κατηγορούμενος χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε πρόκληση από μέρους του Παραπονούμενου του επιτέθηκε με ιδιαίτερη βαναυσότητα χρησιμοποιώντας μάλιστα και μαχαίρι τραυματίζοντας τον. Τόσο η πιο πάνω υπόθεση όσο και η παρούσα δείχνουν ακριβώς την τάση του Κατηγορούμενου να καταφεύγει σε βίαιες συμπεριφορές μη διστάζοντας μάλιστα να χρησιμοποιεί και επιθετικά όργανα. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους. Όσον αφορά δε τη διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, που αποτελεί μια άλλη ουσιώδη αρχή που εφαρμόζεται στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, έχει νομολογηθεί ότι δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση και αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Εντός των πιο πάνω πλαισίων λαμβάνουμε υπόψη τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: Την άμεση παραδοχή του η οποία καταδεικνύει τη μεταμέλεια του και διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα και του δίνει το δικαίωμα για σχετική έκπτωση στην ποινή. Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι ένας κατηγορούμενος ο οποίος προβαίνει σε παραδοχή δικαιούται και εύλογα μπορεί να αναμένει έκπτωση στην ποινή.[7] Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.» ii. Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου αναμφίβολα αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο, το οποίο καταδεικνύει τη στάση του απέναντι στους νόμους, δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου. iii. Το νεαρό της ηλικίας του που τον εντάσσει στη γενικότερη κατηγορία των νεαρών προσώπων και δικαιούται υπό τις περιστάσεις της παρούσας να τύχει επιεικέστερης μεταχείρισης. iv. Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις με βάση τα όσα προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα έχει σε έκταση αναπτύξει ενώπιον μας ο συνήγορός του. Είναι προφανές πως ούτε γεννήθηκε, ούτε μεγάλωσε υπό τις καλύτερες για ένα παιδί περιστάσεις. Κατ΄ακρίβεια το οικογενειακό του περιβάλλον και ιδιαίτερα από την πλευρά του πατέρα του ήταν αρνητικό και πλήρως ακατάλληλο να του προσφέρει ακόμη και τα αυτονόητα όπως είναι η στοργή και η αγάπη αλλά και τα σωστά πρότυπα στη ζωή. Όπως προέκυψε ο Κατηγορούμενος ηλικίας 22 ετών προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Είναι το μεγαλύτερο από τα δύο παιδιά της οικογένειας του. Οι γονείς του χώρισαν ενώ ήταν μόλις 10 ετών. Πριν τον χωρισμό τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η αδελφή του βίωναν καθημερινά σκηνές βίας και κακοποίησης από την πλευρά του πατέρα τους ο οποίος όντας εθισμένος στον τζόγο και στα ναρκωτικά χειροδικούσε εναντίον της συζύγου του. και ενίοτε εναντίον των παιδιών του. Αλλά και μετά το χωρισμό ο Κατηγορούμενος υπόκειτο σε ψυχολογική βία από τον πατέρα του και χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς πίεσης προς τη μητέρα του για να επιστρέψει πίσω γεγονός που επηρέασε τη ψυχολογική του κατάσταση. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Α΄Γυμνασίου οπόταν και διέκοψε λόγω χαμηλής επίδοσης και έλλειψης ενδιαφέροντος. Ακολούθως φοίτησε για 1 ½ χρόνο περίπου στο σύστημα μαθητείας στον Κλάδο Μηχανολογίας και παράλληλα έκανε την πρακτική του εξάσκηση σε συνεργείο αυτοκινήτων. Ακολούθως εργάστηκε για κάποιο διάστημα με το θείο του στο βαφείο αυτοκινήτων της οικογένειας. Σήμερα είναι άνεργος και συντηρείται από τους γονείς του. Δεν ολοκλήρωσε τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά αλλά πήρε απαλλαγή λόγω προβλημάτων προσαρμογής. Το 2011 συνήψε σχέση με μία κοπέλα και από τη σχέση αυτή απέκτησε ένα παιδί ηλικίας 12 μηνών σήμερα. Τη φύλαξη και φροντίδα του παιδιού με τη γέννηση του ανέλαβε η μητέρα ενώ ο ίδιος διατηρούσε πριν την προσωποκράτηση του συστηματική επικοινωνία μαζί του. Παρά το γεγονός ότι με τη μητέρα του παιδιού του δεν προχώρησαν σε γάμο ο Κατηγορούμενος έχει αναγνωρίσει επίσημα το παιδί του αναλαμβάνοντας έναντι του όλες τις υποχρεώσεις ως πατέρας. Συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις, κρίνουμε ότι η επιβολή στον Κατηγορούμενο στερητικής της ελευθερίας του ποινής προβάλλει ως αναπόφευκτη. Επισημαίνουμε ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει. Όσον αφορά το ύψος της αυτή θα αντανακλά κατά τρόπο ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Με αυτά κατά νουν επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο 1 τις ακόλουθες ποινές: Στην Τρίτη Kατηγορία (Κατοχή εκρηκτικών) καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα της καλύπτονται από αυτά της τέταρτης κατηγορίας Στην Τέταρτη Kατηγορία (Μεταφορά εκρηκτικών), καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα της καλύπτονται από αυτά της τέταρτης κατηγορίας Στην Πέμπτη Kατηγορία (Χρήση εκρηκτικών) φυλάκιση 3 ετών. Στην Έκτη Kατηγορία (Κατοχή πυροβόλου) καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα της καλύπτονται από αυτά της έβδομης κατηγορίας Στην Έβδομη Kατηγορία (Μεταφορά πυροβόλου), φυλάκιση 5 ετών. Στην Όγδοη Kατηγορία (πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης), φυλάκιση 6 ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η έκτιση τους αρχίζει από τις 2/2/16 που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψιν η υπόθεση Σ/708/15 ΤΑΕ Λευκωσίας. Όσον αφορά τα τεκμήρια, να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας ενόψει της καταχώρισης άλλης υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον άλλων προσώπων. (Υπ.) ....................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ....................... Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ....................... Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δέστε Athinis v. The Republic
(1982)2 C.L.R 145 και Gasteratos v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 170. [2] Μεταφορά οπλισμού έτοιμου προς χρήση και μεγάλος αριθμός σφαιρών (δύο πιστόλια έμφορτα με μια εφεδρική έμφορτη γεμιστήρα για το καθένα και συνολικά 52 πλήρη φυσίγγια). [3] Δέστε Khodr v. The Republic
(1998)2 C.L.R. 185, Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 1, Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 279, Titos v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, Γ.Ε. ν. Chronyy
(2006)2 A.A.Δ. 117, και Κίτα ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 11/11, ημερ. 6.7.12. [4] Δέστε Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 16. [5] Δέστε Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 342. [6] Δέστε την υπόθεση Γ.Ε. ν. Chronyy
(2006)2 A.A.Δ. 117 στην οποία μεταξύ άλλων λέχθηκε ότι: «[Η] κατοχή πυροβόλου όπλου, και μάλιστα και πυρομαχικών, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής». [7] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο