← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Άθου Χαραλάμπους κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 894/15, 9/6/2016

Δημοκρατία ν. Άθου Χαραλάμπους κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 894/15, 9/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:18 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 894/15 Μεταξύ: Δημοκρατία ν.

  1. Αντώνη Νικολάου
  2. Άθου Χαραλάμπους
  3. Νέαρχου Μαλεκκίδη
  4. Αχιλλέα Παφίτη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 9 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα A. Σιαπανή για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης με κ. Χριστοδούλου Για τους Κατηγορούμενους 3 και 4: κ. Μ. Κιτρομηλίδης Κατηγορούμενοι 2, 3, 4 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας οι Κατηγορούμενοι 2, 3 & 4 (εφεξής «οι Κατηγορούμενοι») κρίθηκαν ένοχοι στην Κατηγορία 1 η οποία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη του κακουργήματος της κατοχής κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλους κατά παράβαση του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα και του Άρθρου 6

(3)του Ν.29/
  1. Παράλληλα αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν στις Κατηγορίες 2 και 3 οι οποίες αφορούσαν την κατοχή και την κατοχή κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια της. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα διαπιστωθέντα γεγονότα εν σχέσει με την κατηγορία 1 καταγράφονται αναλυτικά στην Απόφαση μας ημ. 20 Μαΐου
  2. Για τον σκοπό επιβολής της ποινής κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε εν συνόψει τα ακόλουθα: Στις 23.3.15 οι Κατηγορούμενοι αφού συμφώνησαν μεταξύ τους και με άλλο πρόσωπο έφθασαν με δύο οχήματα σε απόμερο ύψωμα στην περιοχή Χαλεπιανές όπου ο πρώην Κατηγορούμενος 1 θεάθηκε λίγο νωρίτερα να αποκρύβει κοκαΐνη βάρους 999,1γρ. Συγκεκριμένα είχαν συμφωνήσει με κάποιον ή κάποιους για τη μεταφορά της κοκαΐνης καθώς και μεταξύ τους για την μετάβαση τους εκεί με απώτερο στόχο την παραλαβή της, πράγμα το οποίο έθεσαν σε εφαρμογή κατά την αναχώρηση τους από το σπίτι του Κατηγορουμένου 4 λίγο πριν ανακοπούν. Εκεί ανακόπηκαν από την Υ.ΚΑ.Ν. η οποία ευρίσκετο στο μέρος στα πλαίσια επιχείρησης παρακολούθησης που ήταν σε εξέλιξη. Στη διάρκεια αυτής είχε καταδιωχθεί ο πρώην Κατηγορούμενος 1 ενώ η σκηνή στην οποία είχε αποκρυβεί η επίδικη κοκαΐνη τέθηκε υπό φρούρηση και έλεγχο. Ο Κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη ενώ οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αγορεύσεις για μετριασμό της ποινής Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ο κ. Τριανταφυλλίδης εκ μέρους του Κατηγορουμένου 2 αναφέρθηκε στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του πελάτη του υπογραμμίζοντας ιδιαίτερα το γεγονός ότι έχει ένα ανήλικο παιδί και σύζυγο, η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα με την ψυχική της υγεία. Υιοθέτησε δε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας επισημαίνοντας ότι, όπως προκύπτει, από ηλικίας 12 ετών ο Κατηγορούμενος μπήκε σε ένα δρόμο που τον οδηγούσε αναπόφευκτα σε τεράστια προβλήματα. Ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν έχει καθαρό ποινικό μητρώο, να δώσει σε αυτόν αλλά και στο άμεσο οικογενειακό του περιβάλλον μια τελευταία ευκαιρία. Ζήτησε τέλος όπως το Δικαστήριο λάβει υπόψιν του την ενεργοποίηση του υπολοίπου της ποινής που είχε ανασταλεί στην υπόθεση 1371/
  3. Ο κ. Κιτρομηλίδης στη δική του αγόρευση εκ μέρους των Κατηγορουμένων 2 & 3 επικαλέστηκε ως ελαφρυντικά και σε σχέση με τους δύο το νεαρό της ηλικίας τους, το λευκό ποινικό μητρώο τους και το ότι προέρχονται από συγκροτημένες οικογένειες. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 4 επισήμανε περαιτέρω το γεγονός ότι είναι πατέρας ενός παιδιού τριών ετών σε συνάρτηση και με τις δυσμενείς επιπτώσεις της φυλάκισης στους εξαρτώμενους του Κατηγορουμένου
  4. Τέλος εισηγήθηκε όπως εξετασθεί από το Δικαστήριο και το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής φυλάκισης. Νομική Πτυχή Αναμφίβολα το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της κατοχής κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλους είναι σοβαρό, πράγμα το οποίο προκύπτει τόσο από τη φύση του όσο και από την προβλεπόμενη από το νόμο κατ΄ανώτατο όριο ποινή η οποία είναι μέχρι 7 χρόνια φυλάκιση. Είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή ότι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή την οποία θα επιβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι γεγονός πως είναι σπάνιες έως ανύπαρκτες οι περιπτώσεις στις οποίες τα ποινικά Δικαστήρια καλούνται να επιβάλουν ποινή αποκλειστικά σε αδίκημα συνωμοσίας. Κατ΄ ακρίβειαν η έρευνα μας δεν έχει αποκαλύψει υπόθεση στην οποία να απαιτήθηκε κάτι τέτοιο, τουλάχιστον σε επίπεδο Εφετείου. Λαμβάνουμε δικαστική γνώση ότι αυτό έχει προκύψει κατά καιρούς σε πρωτοβάθμια Επαρχιακά Δικαστήρια, αλλά και πάλι για συνωμοσίες που αφορούσαν πλημμελήματα. Η σπανιότητα τέτοιων υποθέσεων οφείλεται βασικά στο γεγονός ότι στις πλείστες των περιπτώσεων τα αδικήματα συνωμοσίας συνοδεύονται και από τα ουσιαστικά αδικήματα στα οποία αφορούν, σε βαθμό, μάλιστα, που έχει πλέον καθιερωθεί η αρχή ότι δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή στη συνωμοσία σε τέτοιες περιπτώσεις. Αποτιμώντας ειδικότερα τη σοβαρότητα του αδικήματος της συνωμοσίας θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σαφέστατα και δικαιολογημένα ο νομοθέτης θεωρεί τη συνωμοσία ως ήσσονος σοβαρότητας εν σχέσει με το ουσιαστικό αδίκημα. Είναι ενδεικτικό πως τίθεται ως οροφή για την ποινή σε όλες τις περιπτώσεις η 7ετής φυλάκιση, ασχέτως του κακουργήματος το οποίο αποτελούσε τον αντικειμενικό της στόχο. Αυτό δεν σημαίνει πως και η συνωμοσία δεν έχει τη δική της σοβαρότητα. Μάλιστα, παρά την πιο πάνω διαπίστωση τόσο το είδος όσο και η σοβαρότητα του ουσιαστικού αδικήματος έχουν σε κάθε περίπτωση τη σημασία τους και θα πρέπει να συνεκτιμούνται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στα πλαίσια αυτά είναι προφανές πως η συνωμοσία για κατοχή ναρκωτικών Τάξης Α με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλους αντιμετωπίζεται πιο αυστηρά από τη συνωμοσία για απλή κατοχή των ιδίων ναρκωτικών ή γενικότερα από τη συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος ελαφρύτερης μορφής. Η απαξία της συνωμοσίας γενικά έγκειται κυρίως στο ότι συνιστά τον πρόδρομο, σχεδιασμό, προετοιμασία, οργάνωση και κυρίως σφραγίζει την συναπόφαση δύο ή περισσοτέρων ατόμων να προχωρήσουν στη διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος. Στις πλείστες δε των περιπτώσεων πρόκειται για μια ψυχρή και σε κατάσταση νηφαλιότητας συναπόφαση εν είδει κοινής επιχειρηματικής δραστηριότητας, με ενδιάμεσους, παρεμφερείς αλλά απαραίτητους στόχους, να επιτύχει το όλο σχέδιο και να εκμηδενιστούν οι κίνδυνοι σύλληψης των δραστών ή κατ΄ άλλον τρόπον ματαίωσης του εν λόγω σχεδίου. Στην παρούσα περίπτωση και σύμφωνα με τα ευρήματα μας οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 έπραξαν ακριβώς με αυτόν τον τρόπο. Αφού διευθετήθηκε η άφιξη κοκαΐνης στην περιοχή οργάνωσαν μεταξύ τους και το δικό τους σχέδιο για τη μετάβαση τους εκεί με σκοπό την παραλαβή της. Το σχέδιο περιελάμβανε τη διακίνηση όλων προς την περιοχή αλλά με δύο οχήματα προφανώς για δικούς τους λόγους και σκοπούς. Αναμφίβολα τόσο η συμμετοχή όλων όσο και η μετάβαση επιτόπου με δύο οχήματα ήταν μέρος του σχεδιασμού τους και είχαν και αυτά τη σημασία τους στην όλη δράση, που σχετίζεται με τη δική τους προστασία και με την ανάγκη περαιτέρω διακίνησης των ναρκωτικών. Έχει διαφανεί πως ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε καλύτερα τη διαδρομή, πλην όμως δεν θεωρούμε πως αυτό είναι στοιχείο το οποίο δικαιολογεί τη διαφορετική ποινική μεταχείριση του. Όπως ούτε και για τον Κατηγορούμενο 4 το γεγονός ότι μετέφερε τσάντα στην οποίαν προφανώς θα τοποθετείτο η κοκαΐνη με σκοπό τη γρηγορότερη απομάκρυνση της με μοτοσικλέτα η οποία παρείχε αυτή τη δυνατότητα. Βασικά αντιμετωπίζουμε και τους τρεις Κατηγορούμενους ως μια οργανωμένη ομάδα, οι οποίοι, αφού πρώτα συμφώνησαν, στη συνέχεια, με καλά συντονισμένη δράση, έθεσαν σε εφαρμογή μια κοινή παράνομη δραστηριότητα, έχοντας προηγουμένως συνεννοηθεί σχετικά και για τον ρόλο του καθενός. Στην περίπτωση τους ισχύει ιδιαίτερα το επιβαρυντικό στοιχείο, ότι ανήκαν σε οργανωμένη ομάδα, όπως καταδεικνύεται από τη διαπιστωθείσα δράση τους. Παρέλκει δε να επισημάνουμε με ιδιαίτερη τεκμηρίωση πως η συνωμοτική αυτή δράση δεν κατέληξε στη διάπραξη των ουσιαστικών αδικημάτων απλώς και μόνο λόγω της δοθείσας πληροφορίας και της έγκαιρης αστυνομικής εμπλοκής. Παρά την αποδεδειγμένη σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, η ανάγκη για εξατομίκευση τους δεν ατονεί. Στα πλαίσια του καθήκοντος μας αυτού ούτως ώστε οι ποινές να προσιδιάζουν στις περιστάσεις των Κατηγορουμένων λαμβάνουμε υπ΄όψιν τα ακόλουθα: · Τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές περιστάσεις όλων, όπως έχουν προβληθεί ενώπιον μας από τους συνηγόρους ή έχουν προκύψει από τις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και τις οποίες παραθέτουμε κατωτέρω. (α) Ο Κατηγορούμενος 2 ηλικίας 34 ετών προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Είναι ο μεγαλύτερος σε σειρά από τα δύο παιδιά της οικογένειας του. Τα παιδικά του χρόνια υπήρξαν πολύ δύσκολα λόγω της σωματικής βίας που ασκούσε ο πατέρας του τόσο στη μητέρα του όσο και στον ίδιο. Οι γονείς πήραν διαζύγιο ενώ αυτός ήταν 8 ετών και τη φύλαξη και φροντίδα του ιδίου και της αδελφής του ανέλαβε η μητέρα του. Μετά το διαζύγιο ο πατέρας του δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τα παιδιά του τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Ενόψει του ότι δεν έτυχε της κατάλληλης συναισθηματικής στήριξης και καθοδήγησης ανέπτυξε κατά την εφηβική ηλικία παραβατική συμπεριφορά. Φοίτησε μέχρι την Γ΄τάξη Γυμνασίου οπόταν και διέκοψε λόγω χαμηλής επίδοσης και έλλειψης ενδιαφέροντος. Απηλλάγη από τα στρατιωτικά του καθήκοντα λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε. Ακολούθως εργάστηκε περιστασιακά ως ξυλουργός και ως συγκολλητής. Από την ηλικία των 12 ετών άρχισε τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ. Χωρίς ποτέ να ενταχθεί σε οποιοδήποτε πρόγραμμα απεξάρτησης προσπάθησε αρκετές φορές από μόνος του ανεπιτυχώς να σταματήσει τη χρήση. Τον Ιούλιο του 2008 τέλεσε γάμο με μία κοπέλα με την οποία απέκτησε ένα αγοράκι ηλικίας σήμερα 7 ετών. Η σύζυγος του λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει δεν είναι σε θέση να εργαστεί και οικονομικά τόσο η ίδια όσο και το παιδί της στηρίζονται από τους γονείς της. Μετά την αποφυλάκιση του στις 6/5/14 από προηγούμενη καταδίκη του διέμενε με τη σύζυγο και το παιδί του σε ιδιόκτητη κατοικία των πεθερικών του. Για κάλυψη δε των αναγκών της οικογένειας του απασχολείτο σε κατάστημα πώλησης αξεσουάρ για μοτοσικλέτες. (β) Ο Κατηγορούμενος 3 ηλικίας 22 ετών προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Είναι ο μικρότερος από τα δύο παιδιά της οικογένειας του. Κατά την παιδική και εφηβική του ηλικία έτυχε της κατάλληλης στήριξης, φροντίδας και καθοδήγησης από τους γονείς του αλλά και από το στενό οικογενειακό του περιβάλλον. Είναι απόφοιτος Τεχνικής Σχολής του Κλάδου Μηχανικής Αυτοκινήτων. Απηλλάγη από τα στρατιωτικά του καθήκοντα λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε. Ακολούθως απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες όπως οικοδόμος, υπάλληλος σε περίπτερο και διανομέας για την κάλυψη των αναγκών του. Πριν τη σύλληψη του απασχολείτο ως οικοδόμος λαμβάνοντας μηνιαίο εισόδημα €600-€
  5. (γ) Ο Κατηγορούμενος 4 ηλικίας 24 ετών προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Είναι ο μικρότερος από τα δύο παιδιά της οικογένειας του. Φοίτησε μέχρι την Α΄Λυκείου οπόταν και διέκοψε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Απηλλάγη από τα στρατιωτικά του καθήκοντα λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε. Ακολούθως μέχρι την ηλικία των 19 ετών ανέλαβε εργασία ως σιδεράς για κάλυψη των αναγκών του ενώ τα τελευταία χρόνια εργάζετο ως μηχανικός. Σε αυτή την ηλικία συνήψε σχέση με κοπέλα με την οποία διέμενε στην πατρική του οικία. Μαζί της απέκτησε ένα παιδί το οποίο σήμερα είναι 3 ετών. Μετά τον ερχομό του παιδιού η κοπέλα αυτή και το παιδί μετακινήθηκαν για σκοπούς διαμονής στην πατρική της οικία όπου τυγχάνει στήριξης και βοήθειας από τους γονείς της. Με το παιδί του ο Κατηγορούμενος 4 διατηρεί καθημερινή επικοινωνία και παρέχει οικονομική στήριξη στο μέτρο των δυνατοτήτων του. Υπάρχει πρόθεση στο μέλλον για επισημοποίηση της σχέσης του με τη μητέρα του παιδιού του. · Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 3 και 4 το οποίο καταδεικνύει τη μέχρι σήμερα συμμόρφωση τους με τους νόμους και τους δίδει το δικαίωμα να κριθούν με κάθε δυνατή επιείκεια. · Τις δυσμενείς επιπτώσεις στην οικογένεια και εξαρτημένους των Κατηγορουμένων 2 και 4 εφόσον στην περίπτωση φυλάκισης τους δεν θα μπορούν πλέον να καλύπτουν τις οικονομικές τους ανάγκες οι ίδιοι οι Κατηγορούμενοι. Ως θέμα γενικής αρχής η δυσκολία και ταλαιπωρία που προκαλείται από τη φυλάκιση του πατέρα στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας είναι μέρος του τιμήματος και της τιμωρίας που θα πρέπει να υποστεί όταν διαπράττεται ένα αδίκημα και δεν μπορεί να αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει τη ποινή που κατά τα άλλα θα ήταν η αρμόζουσα[1]. Όπως έχει αναφερθεί στη αγγλική υπόθεση Lewis 20.11.72, 2660/A/72[2] η δυστυχία και ταλαιπωρία στους εξαρτώμενους του δράστη είναι μία προβλεπτή και αναμενόμενη συνέπεια της εγκληματικής του πράξης. Με βάση τη δική μας νομολογία οι επιπτώσεις από φυλάκιση σε μέλη της οικογένειας του κατηγορουμένου συνιστούν ελαφρυντικό παράγοντα όχι, όμως, αποφασιστικής σημασίας[3]. Η βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται στις παρεμφερείς συνέπειες της τιμωρίας ενός κατηγορουμένου με ποινή φυλάκισης διαφαίνεται σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου[4]. Διευκρινίζουμε ότι το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τη διάπραξη των αδικημάτων και βρέθηκαν τελικά ένοχοι μετά από ακρόαση, τους στερεί την έκπτωση που θα δικαιούντο υπό άλλες περιστάσεις. Τονίζοντας τα πιο πάνω δεν αγνοούμε βεβαίως την πάγια νομολογιακή αρχή ότι η άρνηση των κατηγοριών είναι απόλυτο και αναφαίρετο δικαίωμα κάθε Κατηγορουμένου. Η πιο πάνω παραπομπή του Δικαστηρίου στο στοιχείο της καταδίκης μετά από ακρόαση γίνεται με αναφορά στη νομολογιακή αρχή ότι ένας Κατηγορούμενος που παραδέχεται ενοχή εκφράζοντας τη μεταμέλεια του δύναται να αναμένει κάποια αναγνώριση υπό τη μορφή μείωσης της ποινής η οποία διαφορετικά θα επιβαλλόταν εάν καταδικαζόταν μετά από μη παραδοχή[5]. Επισημαίνουμε ότι ακριβώς τέτοια ήταν η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κ.Κ. v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας η ύπαρξη μιας προηγούμενης καταδίκης σε βάρος του Κατηγορουμένου 2 η οποία μάλιστα αφορά αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά όπως και το επίδικο. Όπως είναι πάγια νομολογημένο, η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αποστερεί από τον Κατηγορούμενο την επιείκεια εκείνη που ένα Δικαστήριο θα ήταν διαφορετικά διατεθειμένο να επιδείξει. Αυτό, βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως θα τιμωρηθεί για δεύτερη φορά για τα παλαιότερα αδικήματα του. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μικρό ή μεγάλο, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και τη φύση των παλαιών αδικημάτων την επιείκεια που δύναται να επιδειχθεί[6]. Εκείνο το οποίο βασικά προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει τη μείωση την οποία θα είχε ως πρόσωπο με λευκό ποινικό μητρώο[7]. Από την άλλη, ωστόσο, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρημένο είναι το μητρώο ενός Κατηγορουμένου, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος[8]. Λαμβάνοντας υπόψιν το γεγονός ότι στα πλαίσια της προηγούμενης υπόθεσης υπ. αρ. 1371/08 του είχε δοθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αναστολή του υπολοίπου μέρους της ποινής του με αποτέλεσμα να αποφυλακισθεί ενωρίτερα και συγκεκριμένα στις 6/5/14 αντί στις 23/9/15 είναι θλιβερό που ο Κατηγορούμενος 2 δεν φάνηκε να έχει εκτιμήσει δεόντως αυτή την ευκαιρία που του δόθηκε για να μην στερηθεί της ελευθερίας του και να κάνει μια νέα αρχή. Αφού λοιπόν αποφυλακίσθηκε στις 6/5/14, πολύ σύντομα ήτοι εντός ενός δεκαμήνου περίπου επανήλθε στην εγκληματική δράση διαπράττοντας το επίδικο αδίκημα. Η δράση του αυτή παραβιάζει τους όρους αναστολής του υπολοίπου της ποινής με αποτέλεσμα αυτό να ενεργοποιείται αυτόματα στην περίπτωση τιμωρίας του με φυλάκιση. Έτσι όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 από τη μια πλευρά δικαιολογείται διαφοροποίηση της ποινής προς τα πάνω λόγω της προηγούμενης καταδίκης του και από την άλλη η αρχή της συνολικότητας της ποινής επιβάλλει τη συνεκτίμηση της μελλοντικής ενεργοποίησης του υπολοίπου. Με βάση όλα όσα αναφέρουμε πιο πάνω καταλήγουμε ότι η σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις καθιστούν την επιβολή ποινής φυλάκισης αναπόφευκτη. Το ύψος αυτής βέβαια θα αντανακλά κατά τρόπο όσο το δυνατό ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες, και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος, τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημαίνονται πιο πάνω. Σημειώνουμε ότι το μόνο στοιχείο που μπορεί και θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο είναι τις σωρευτικές επιπτώσεις που θα προκύψουν από το συνδυασμό των δύο ποινών[9]. Στα πλαίσια αυτά έχουμε με γνώμονα και την αρχή της συνολικότητας της ποινής συνεκτιμήσει και την έκταση της ποινής, ήτοι τη 15μηνη φυλάκιση η οποία ανυπερθέτως και αυτομάτως θα ενεργοποιηθεί και την οποία ο Κατηγορούμενος 2 υποχρεωτικά θα εκτίσει διαδοχικά με την επιβληθείσα για το νέο αδίκημα ποινή και σε όλη την έκτασή του υπόλοιπου της ποινής που είχε απομείνει κατά την αναστολή της. Ως εκ τούτου στους Κατηγορούμενους 2, 3 & 4 επιβάλλονται στην Κατηγορία 1 της συνωμοσίας οι ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 2 3,5 χρόνια φυλάκιση Στον Κατηγορούμενο 3 3 χρόνια φυλάκιση Στον Κατηγορούμενο 4 3 χρόνια φυλάκιση Η έκτιση της ποινής καθόσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 να αρχίζει από τις 30/03/15 που τελεί υπό κράτηση ενώ καθόσον αφορά τους Κατηγορούμενους 3 & 4 από 20/5/
  2. Τα προσωπικά αντικείμενα να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. Τα υπόλοιπα τεκμήρια κατάσχονται προς καταστροφή. Εισήγηση για αναστολή Ως προς την εισήγηση του κ. Κιτρομηλίδη για αναστολή της ποινής φυλάκισης αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 3 & 4 επισημαίνουμε εξαρχής ότι μετά την αλλαγή την οποία επέφερε ο Ν. 186
(1)/03 στον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα το νέο Άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου». Έχουμε υπόψη μας τη νομολογία βάσει του νέου άρθρου η οποία αρχίζει με την υπόθεση Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και συνεχίζει μέχρι και την πιο πρόσφατη υπόθεση Κυπριανού ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 28/14, ημερ. 24.2.14[10]. Θεωρούμε ότι η σύγχρονη θέση αντικατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 930: «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Με βάση την πιο πάνω προσέγγιση βασικά απαιτείται η εξισορρόπηση και η συνεκτίμηση των διαφόρων στοιχείων στα πλαίσια μιας συνολικής αποτίμησης. Εν πρώτοις να επισημάνουμε ότι ο κ. Κιτρομηλίδης περιορίστηκε σε μία γενική αναφορά περί του ενδεχομένου αναστολής χωρίς να επικαλείται οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία. Έχουμε ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και των Κατηγορουμένων και έχουμε υπόψιν όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Από πλευράς προσωπικών περιστάσεων δεν έχουμε διακρίνει να υπάρχει οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής. Ούτε και από το γεγονός της έλλειψης προηγουμένων καταδικών. Τέτοιο στοιχείο ενδεχομένως να ήταν μόνο οι δυσμενείς επιπτώσεις στην οικογένεια και τους εξαρτώμενους καθόσον αφορά την περίπτωση του Κατηγορούμενου 4. Ισοζυγίζοντας όμως το σύνολο των περιστάσεων, όπως απαιτεί ο νόμος, δεν συμφωνούμε ότι οι συνέπειες στην οικογένεια είναι ικανές ή πρέπει να οδηγήσουν στην αναστολή. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663: «Η τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας .................. ασφαλώς αποδεσμεύει το δικαστήριο από τους περιορισμούς της προηγούμενης νομοθεσίας και νομολογίας αλλά δεν συνεπάγεται ευχέρεια παροχής αναστολής, προκειμένου ομολογουμένως για αδίκημα μέτριας σοβαρότητας, οποτεδήποτε συντρέχουν παράγοντες όπως η έλλειψη προηγούμενων καταδικών και ενδείξεις μεταμέλειας σε συνδυασμό με επιπτώσεις στην οικογενειακή ή άλλη πτυχή της ζωής του παραβάτη.» Εκτιμούμε ότι όλοι οι σχετικοί παράγοντες έχουν δεόντως και επαρκώς ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η φύση και η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος σε συνάρτηση με τις περιστάσεις διάπραξης του, όπως την αναλύσαμε ανωτέρω, είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Θεωρούμε δε ότι η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής. Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. (Υπ.) ................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δέστε το Σύγγραμμα D.A. Thomas 'Principles of Sentencing' 2η έκδοση. [2] Η απόφαση αυτή αναφέρεται στη σελίδα 211 του πιο πάνω Συγγράμματος. [3] Δέστε Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492, 513. [4]Δέστε Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14 και Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252. [5]Δέστε Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, 447 Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259 και Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67. [6] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17. [7] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17. [8] Δέστε Σωτήρης Ζαχαρία Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565. [9] Δέστε Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 356. [10] Δέστε Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.