← Κύπρος

FADI GEORGE AWAD ν. ΜΑΡΙΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ κ.α., Αγωγή Αρ. 375/09, 8/7/2016

FADI GEORGE AWAD ν. ΜΑΡΙΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ κ.α., Αγωγή Αρ. 375/09, 8/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 375/09 ΜΕΤΑΞΥ: FADI GEORGE AWAD Ενάγοντος και

  1. ΜΑΡΙΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ
  2. ΠΑΝΙΚΟΥ ΓΡΟΥΤΑ Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2016 Για τον Ενάγοντα: κος Αντώνης Σ. Παπαντωνίου Για τον Εναγόμενο 2: κος Άδωνης Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικόγραφα Με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 23.1.2009, ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €42.083,44, ως ποσό το οποίο κατακρατούν παράνομα οι εναγόμενοι από τις 14.3.2008, δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων, με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από 14.3.2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον νόμιμο τόκο επί ποσού €5.000 από 14.3.2008 μέχρι 16.7.2008, ημερομηνία επιστροφής του ποσού από τον εναγόμενο 2 στον ενάγοντα, πλέον έξοδα. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 2 (με τον οποίο ο ενάγοντας είναι συνδεδεμένος με συγγενική και/ή φιλική σχέση) τον έφερε σε επαφή με τον εναγόμενο 1, του οποίου ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Κύπρο. Περί τον Ιανουάριο του 2008 οι εναγόμενοι συμφώνησαν προφορικά με τον ενάγοντα όπως ο εναγόμενος 1 εξεύρει διά λογαριασμό του ενάγοντα αυτοκίνητο στην Αγγλία μάρκας Range Rover HSE και ειδοποιήσει τον ενάγοντα για να του εμβάσει το τίμημα πώλησης και τα μεταφορικά έξοδα. Ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να υλοποιήσει τη συμφωνία μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου 1 ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 και επιπλέον εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 και/ή διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 1 είναι έμπιστο του άτομο και θα του εξεύρει το αυτοκίνητο της αρεσκείας του, αφού του αποστείλουν πρώτα σχετικές φωτογραφίες. Αρχές Μαρτίου του 2008 ο ενάγοντας ειδοποιήθηκε από τον εναγόμενο 1 ότι βρέθηκε όχημα της αρεσκείας του, το οποίο ήταν σε άριστη κατάσταση και χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα με τράπεζες, ασφάλειες και αστυνομία. Ο εναγόμενος 2 ενεργώντας ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι πράγματι ο εναγόμενος 1 βρήκε το αυτοκίνητο που του παρήγγειλε ο ενάγοντας και ανέλαβε να μεσολαβήσει ώστε να μεταφερθεί το αυτοκίνητο στην Κύπρο. Ο εναγόμενος 1 ζήτησε από τον ενάγοντα να εμβάσει το τίμημα αγοράς του οχήματος και τα μεταφορικά έξοδα επ' ονόματι του εναγόμενου 1 σε λογαριασμό που ο τελευταίος διατηρούσε στην Αγγλία, όπως και έπραξε ο ενάγοντας στις 14.3.2008 (GBP 35.000 ως τίμημα αγοράς και GBP 1.000 ως μεταφορικά έξοδα - σύνολο GBP 36.000 - ισόποσο σε ευρώ €47.083,44). Ο εναγόμενος 1 καθυστερούσε να αποστείλει το όχημα στην Κύπρο, αλλά οι εναγόμενοι 1 και 2 διαβεβαίωναν τον ενάγοντα ότι όλα είναι τακτοποιημένα. Περί τον Ιούλιο του 2008 ο ενάγοντας πληροφορήθηκε από τον εναγόμενο 2 ότι το όχημα κατασχέθηκε από τις αρχές του Kent στην Αγγλία, κατά τη μεταφορά του προς Κύπρο, επειδή οδηγείτο από κάποιο Χριστοφή Χριστοφή χωρίς ασφάλεια και παραδόθηκε μετέπειτα στην Scotland Bank, που ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 απέκρυψαν δολίως το γεγονός αυτό από τον ενάγοντα με αποτέλεσμα να τον εξαπατήσουν και με ψευδείς παραστάσεις να τον πείσουν να προχωρήσει στην πλήρη καταβολή του τιμήματος πώλησης. Παραθέτει τις ακόλουθες λεπτομέρειες απάτης, δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων από τους εναγόμενους 1 και 2: (α) παρέλειψαν να αναφέρουν στον ενάγοντα τον πραγματικό ιδιοκτήτη του οχήματος. (β) παρέλειψαν να αναφέρουν στον εναγόμενο (sic) ότι το όχημα είναι ενεχυριασμένο σε Τράπεζα της Αγγλίας. (γ) παρουσίασαν ψεύτικο τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος. (δ) παρέλαβαν χρήματα τα οποία δεν δικαιούνταν να λάβουν. (ε) παρέλειψαν να αναφέρουν στον ενάγοντα ότι η μεταφορά του οχήματος στην Κύπρο γινόταν κατά παράβαση των Νόμων και Κανονισμών περί τροχαίας κίνησης που ισχύουν στην Αγγλία. (στ) το όχημα οδηγείτο από άγνωστο του ενάγοντος, άτομο, χωρίς ασφάλεια. (ζ) παρέλειψαν να αναφέρουν και/ή να αναφέρουν έγκαιρα στον ενάγοντα ότι στις 5.5.2008 το όχημα κατασχέθηκε από την Aστυνομία του Kent και παραδόθηκε στην Τράπεζα ως μοναδικό δικαιούχο του. Ο ενάγοντας μέχρι σήμερα δεν παρέλαβε το αυτοκίνητο, το τίμημα για το οποίο κατέβαλε εις ολόκληρον καθώς και τα έξοδα μεταφοράς του στην Κύπρο. Περί την 16.7.2008 ο ενάγοντας επισκέφθηκε τον εναγόμενο 2 και του ζήτησε την επιστροφή του ποσού των €47.083,44 που κατέβαλε για την αγορά του αυτοκινήτου, και ο εναγόμενος 2 του έδωσε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 77902601 για το ποσό των €5.000, την οποία ο ενάγοντας εξαργύρωσε. Ο εναγόμενος 2 διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι μετά από συνεννόηση με τον εναγόμενο 1 θα του επέστρεφαν και το υπόλοιπο ποσό που κατέβαλε, πλην, όμως, το ποσό των €42.083,44 δεν έχει επιστραφεί. Ο εναγόμενος 2 με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του που καταχωρήθηκε στις 7.5.2009 παραδέχεται ότι έφερε σε επαφή τον ενάγοντα με τον εναγόμενο 1, κάτι που έγινε, κατά τον ισχυρισμό του εναγόμενου 2, κατά παράκληση του ενάγοντα, αρνείται όμως ότι ενεργούσε και/ή ενήργησε ποτέ ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 στην Κύπρο, ούτε και ισχυρίστηκε ή άφησε να νοηθεί ρητά ή σιωπηρά προς τον ενάγοντα κάτι τέτοιο. Παραδέχεται επίσης ότι υπήρξε συνάντηση των εναγομένων με τον ενάγοντα περί τον Ιανουάριο του 2008, στην οποία ο εναγόμενος 2 παρευρέθηκε για να κάνει τις συστάσεις, και όχι για να εμπλακεί στη συναλλαγή μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου
  3. Καμία συμφωνία μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου 2 δεν επήλθε στην εν λόγω συνάντηση. Συνεχίστηκε, κατά τη θέση του, η απευθείας επικοινωνία του ενάγοντα με τον εναγόμενο 1, στην απουσία και/ή εις αγνοία του εναγόμενου
  4. Περαιτέρω γνωρίζει από τον ενάγοντα ότι εμβάστηκε απευθείας κάποιο ποσό στον εναγόμενο 1 το ύψος του οποίου αγνοεί, και, περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση και συμφέρον είχε για οποιοδήποτε ποσό που δυνατό να έλαβε ο εναγόμενος
  5. Ο εναγόμενος 2 ουδεμία σχέση έχει με την επίδικη συναλλαγή και ουδέν όφελος προσπορίστηκε από τη συμφωνία του ενάγοντα με τον εναγόμενο
  6. Είναι επίσης η θέση του ότι ο ενάγοντας επιχειρεί να τον αναμείξει εντελώς αναίτια στη διαφορά του με τον εναγόμενο 1 και αρνείται ότι ο ίδιος επιβεβαίωσε οτιδήποτε προς τον ενάγοντα αναφορικά με τη συναλλαγή του τελευταίου με τον εναγόμενο 1, και αρνείται ότι πληροφόρησε τον ενάγοντα για την κατάσχεση του οχήματος στο Kent. Περαιτέρω αρνείται ότι εξαπάτησε τον ενάγοντα και όλες τις λεπτομέρειες απάτης και δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων που ο ενάγοντας παραθέτει στην Έκθεση Απαίτησης. Αναφορικά με το ποσό των €5.000 που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι του επέστρεψε ο εναγόμενος 2, η θέση του είναι ότι περί τον Ιούλιο του 2008 ο αδελφός του εναγόμενου 1 επισκέφθηκε τον εναγόμενο 2 και του έδωσε την εν λόγω επιταγή για να την παραδώσει στον ενάγοντα. Ο αδελφός του εναγόμενου 1, επειδή δεν γνώριζε το όνομα του ενάγοντα, εξέδωσε την επιταγή στο όνομα του εναγόμενου 2, ο οποίος την οπισθογράφησε, παραδίδοντάς την στον ενάγοντα. Περαιτέρω είναι η θέση του εναγόμενου 2 ότι είχε κατά καιρούς συνεργασία με τον ενάγοντα η οποία αφορούσε αγοραπωλησίες ακινήτων. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής και ενόψει ενδεχόμενης αγοράς ακινήτου ο ενάγοντας έπεισε τον εναγόμενο 2 περί την 23.5.2008 να του δανείσει το ποσό των €10.000 σε μετρητά, ποσό το οποίο εδόθη στoν ενάγοντα αυθημερόν, ως δανεισμός, ο οποίος θα έπρεπε να επιστραφεί στον εναγόμενο
  7. Το ποσό αυτό αξιώνεται ανταπαιτητικά από τον εναγόμενο 2, με νόμιμο τόκο από 23.5.2008, ως ποσό που εδόθη υπό μορφή δανείου και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στα πλαίσια της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε στις 8.7.2009, ο ενάγοντας επιμένει στους αρχικούς ισχυρισμούς του. Δεν αρνείται ότι είχε επικοινωνία με τον εναγόμενο 1, αυτό, όμως, είναι η θέση του, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 και ότι μεσολάβησε αυτός για να μεταφέρει το αυτοκίνητο στην Κύπρο. Αναφορικά με την ανταπαίτηση, ο ενάγοντας εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η ανταπαίτηση δεν σχετίζεται με την απαίτηση και συνεπώς οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 2 θα πρέπει να εξεταστούν στα πλαίσια άλλης αγωγής. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγόμενου 2 ότι δάνεισε στον ενάγοντα το ποσό των €10.000, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αυτός αποτελεί ψεύδος που ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Ο ενάγοντας αναφέρει επιπλέον ότι ο εναγόμενος 1, λίγες μέρες μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, έδωσε στον εναγόμενο 2 το ποσό των €10.000 σε μετρητά και στη συνέχεια αυτός έδωσε το εν λόγω ποσό στον ενάγοντα έναντι του ποσού που καταβλήθηκε για την αγορά του επίδικου οχήματος. Σημειώνω ότι παρά την πιο πάνω προδικαστική ένσταση, ο ενάγοντας δεν καταχώρησε οποιαδήποτε αίτηση με βάση τη Δ.21 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς αποκλεισμό της εναντίον του εγερθείσας ανταπαίτησης, και η αγωγή προχώρησε σε ακρόαση στη βάση των ως άνω δικογραφημένων ισχυρισμών και απαιτήσεων των δύο πλευρών. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση ακούστηκαν ταυτόχρονα. Σημειώνω επίσης ότι το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 και εξέπνευσε. Όπως προέκυψε κατά την ακρόαση, εναντίον του εναγόμενου 1 ασκήθηκε στη συνέχεια η υπ' αρ. 6375/11 αγωγή στο Ε.Δ. Λευκωσίας, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε, στις 13.2.2012, απόφαση εναντίον του εναγόμενου 1 λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης για το ποσό των €42.083,44 με νόμιμο τόκο από 14.3.2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Παραδεκτά γεγονότα Ο εναγόμενος 2 με την Υπεράσπιση του, ρητώς παραδέχεται ορισμένους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα (Δ.24 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), τους οποίους παραθέτω κατωτέρω:
  8. Ο ενάγων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν φυσικό πρόσωπο και είναι συνδεδεμένος με συγγενική και/ή φιλική σχέση με τον εναγόμενο 2 (παρ. 2 της Υπεράσπισης).
  9. Ο εναγόμενος 1 είναι κύπριος υπήκοος, ο οποίος κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής διέμενε μόνιμα στην Αγγλία (παρ. 3 της Υπεράσπισης).
  10. Ο εναγόμενος 2 είναι κύπριος και διαμένει στο Δάλι και έφερε σε επαφή τον ενάγοντα με τον εναγόμενο 1 (παρ. 3 της Υπεράσπισης).
  11. Τον Ιανουάριο του 2008 έλαβε χώρα συνάντηση στη Λευκωσία, στην οποία παρευρέθηκαν ο ενάγοντας και οι εναγόμενοι (παρ. 4(α) της Υπεράσπισης).
  12. Ο εναγόμενος 2 περί τον Ιούλιο του 2008 παρέδωσε στον ενάγοντα επιταγή για το ποσό των €5.000 (παρ. 16 (α) και (β) της Υπεράσπισης). Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία έδωσαν τρεις συνολικά μάρτυρες. Για την πλευρά του ενάγοντα μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (ΜΕ1) και ο κος Ανδρέας Σάββα (ΜΕ2) και για την πλευρά του εναγόμενου 2 μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος (ΜΥ1). Κατατέθηκε επίσης αριθμός τεκμηρίων. Μαρτυρία ενάγοντα (ΜΕ1) Ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση του η οποία διεξήχθη με την ανάγνωση γραπτής δήλωσης (Τεκμήριο Α) ανέφερε ότι κατάγεται από τη Βηθλεέμ, διαμένει στην Κύπρο εδώ και 26 χρόνια, έχει κυπριακή υπηκοότητα και μιλά, διαβάζει και γράφει ελληνικά. Είπε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν συνδεδεμένος με φιλική σχέση με τον εναγόμενο 2 μέσω της κουμπάρας του Άντρης Γρούτα. Ο εναγόμενος 2 είναι συγγενής του εναγόμενου 1, όπως ο εναγόμενος 2 του ανέφερε, και τον έφερε σε επαφή με τον εναγόμενο 1 του οποίου ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Κύπρο. Τον Ιανουάριο του 2008 συναντήθηκε στη Λευκωσία με τους εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι ασχολούνταν με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων από το Ηνωμένο Βασίλειο και συμφώνησαν προφορικά όπως ο εναγόμενος 1 εξεύρει δια λογαριασμό του αυτοκίνητο μάρκας Range Rover HSE και στη συνέχεια να τον ειδοποιήσει για να του εμβάσει σε λογαριασμό του στην Barclays Bank το τίμημα πώλησης του αυτοκινήτου και τα μεταφορικά έξοδα. Ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να υλοποιήσει τη συμφωνία μεταξύ του ΜΕ1 και του εναγόμενου 1 ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 και επιπλέον εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 και διαβεβαίωσε το ΜΕ1 ότι είναι έμπιστο του άτομο και ότι θα του εξεύρει το αυτοκίνητο της αρεσκείας του, αφού του αποστείλουν πρώτα σχετικές φωτογραφίες και δώσει την έγκριση και συγκατάθεση του για συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Από την πρώτη στιγμή, είπε, ήταν ξεκάθαρο για εκείνον ότι ο εναγόμενος 2 συνεργαζόταν με τον εναγόμενο 1, αν δεν ήταν δε ο εναγόμενος 2 με τον οποίο θεώρησε ότι είχε να κάνει, δεν θα ανέθετε σε κάποιο άγνωστο να του φέρει αυτοκίνητο και μάλιστα να τον προπληρώσει. Θεωρεί ότι η συμφωνία του για την παραγγελία του αυτοκινήτου έγινε και με τους δύο και εν πάση περιπτώσει στηρίχθηκε στις διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του εναγόμενου 2 ότι θα του έφερναν αυτοκίνητο το οποίο θα εγγραφόταν επ' ονόματι του. Κατά τις αρχές Μαρτίου του 2008 ο ΜΕ1 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς και μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος από τον εναγόμενο 1 ότι είχε βρει αυτοκίνητο της επιλογής του ΜΕ1 σε άριστη κατάσταση και χωρίς προβλήματα με τράπεζες, ασφάλειες και αστυνομία. Παρουσίασε προς τούτο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 12.3.2008 (Τεκμήριο 1 - στο οποίο φαίνεται και παλαιότερη αλληλογραφία). Ο εναγόμενος 2 τον διαβεβαίωσε ότι πράγματι ο εναγόμενος 1 βρήκε το αυτοκίνητο που του παρήγγειλε και ανέλαβε να μεσολαβήσει για να μεταφερθεί το αυτοκίνητο στην Κύπρο. Δεν γνωρίζει, είπε, αν οι εναγόμενοι είχαν συμφωνία μεταξύ τους για οποιαδήποτε προμήθεια για τη διαμεσολάβηση. Ο εναγόμενος 1 του ζήτησε στις 12.3.2008 να εμβάσει το ποσό των GBP 36.000 (GBP 35.000 ως τίμημα αγοράς του αυτοκινήτου και GBP 1.000 ως μεταφορικά έξοδα) σε λογαριασμό του εναγόμενου 1 στην Barclays Bank, και στις 14.3.2008 έμβασε μέσω της εταιρείας του Midsign Ltd στο λογαριασμό που του υπέδειξε ο εναγόμενος 1 το ποσό των €47.083,44 (GBP 36.000) (Τεκμήρια 2 και 2α - απόδειξη εμβάσματος). Στις 19.3.2008 ο εναγόμενος 1 μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος επιβεβαίωσε τη λήψη των χρημάτων και του υποσχέθηκε ότι θα του στείλει το όχημα στην Κύπρο την επόμενη εβδομάδα (Τεκμήριο 3). Τα ίδια του επιβεβαίωσε, είπε, ο εναγόμενος
  13. Μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων ζήτησε από τον εναγόμενο 1 τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος και το τιμολόγιο αγοράς (Τεκμήρια 4Α και 4Β), κάτι που ο εναγόμενος 1 έπραξε αποστέλλοντας του τα ζητηθέντα μέσω DHL (Τεκμήρια 5, 6, 6α και 7). Η αποστολή του αυτοκινήτου καθυστερούσε, αλλά ο εναγόμενος 1 τον διαβεβαίωνε μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων ότι όλα είναι εντάξει, αποστέλλοντας του μάλιστα σχετικές φωτογραφίες του αυτοκινήτου (Τεκμήρια 8 και 9). Το ότι όλα ήταν τακτοποιημένα τον διαβεβαίωνε, ως ανέφερε, και ο εναγόμενος
  14. Περί τον Ιούλιο του 2008 πληροφορήθηκε από τον εναγόμενο 2 ότι το όχημα κατασχέθηκε από τις αστυνομικές αρχές του Kent κατά τη μεταφορά του προς Κύπρο επειδή οδηγείτο από κάποιο Χριστοφή Χριστοφή χωρίς ασφάλεια και στη συνέχεια παραδόθηκε στην Scotland Bank, ως ιδιοκτήτη του οχήματος, αφού η εν λόγω τράπεζα είχε χρηματοδοτήσει την αγορά του και το όχημα δεν είχε εξοφληθεί. Ως Τεκμήριο 10 κατέθεσε το σχετικό έγγραφο κατάσχεσης του οχήματος, στο οποίο ο ΜΕ1 φαίνεται ως ο ιδιοκτήτης του οχήματος. Είπε ότι οι εναγόμενοι του απέκρυψαν δολίως το πιο πάνω γεγονός με αποτέλεσμα να τον εξαπατήσουν και με ψευδείς παραστάσεις να τον πείσουν να προχωρήσει στην καταβολή του τιμήματος. Επανέλαβε τις λεπτομέρειες απάτης, δόλου και ή ψευδών παραστάσεων που φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης του. Είπε επίσης ότι οι εναγόμενοι λειτουργούσαν σε συνεννόηση μεταξύ τους, σε πολύ καλά στημένο σκηνικό με συγκεκριμένο καταμερισμό εργασιών αφού ο ένας έβρισκε υποψήφιους πελάτες στην Κύπρο και ο άλλος έδινε τα διαπιστευτήρια για να πεισθεί ο εξαπατηθείς πελάτης να καταβάλει το τίμημα αγοράς. Ο εναγόμενος 1 σταμάτησε να επικοινωνεί μαζί του και κατά ή περί την 16.7.2008 ο ΜΕ1 επισκέφθηκε τον εναγόμενο 2 και του ζήτησε την επιστροφή του ποσού των €47.083,
  15. Κατά τον Ιούλιο του 2008 ο εναγόμενος 2 του έδωσε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €5.000, την οποία εξαργύρωσε (Τεκμήριο 11 - απόδειξη κατάθεσης της επιταγής από τη γυναίκα του Αρετή Ευαγγέλου). Ο εναγόμενος 2 τον διαβεβαίωσε ότι μετά από συνεννόηση με τον εναγόμενο 1 θα του επέστρεφαν και το υπόλοιπο ποσό που κατέβαλε, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Αρνείται την ανταπαίτηση του εναγόμενου 2 την οποία χαρακτηρίζει ως αποκύημα της φαντασίας του και προσπάθεια του εναγόμενου 2 να αποφύγει την αντιμετώπιση της αλήθειας και την ανάληψη των ευθυνών που του αναλογούν, επισημαίνοντας ότι ο ίδιος ούτε είχε ούτε έχει ανάγκη δανειοδότησης. Το μόνο ποσό που ο εναγόμενος 2 του έδωσε ήταν οι €5.000 ως επιστροφή μέρους των χρημάτων που έδωσε. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με το τι του απέκρυψαν δολίως οι εναγόμενοι ανέφερε ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ήξεραν ότι το αυτοκίνητο είναι της τράπεζας και ότι το είχαν σχεδιασμένο. Είπε επίσης ότι κάνουν αυτή τη δουλειά από πριν και ότι ο εναγόμενος 2 του είχε πει ότι αν η Αστυνομία δεν σταματούσε το αυτοκίνητο στο Kent λόγω του ότι δεν είχε ασφάλεια, το αυτοκίνητο θα ερχόταν στην Κύπρο. Ερωτώμενος γιατί η Αστυνομία του Kent κατέγραψε ότι ο ίδιος είναι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, ανέφερε ότι όπως του είπε ο εναγόμενος 2 το αυτοκίνητο ήταν στο δρόμο για να πάει στο λιμάνι, και όταν η Αστυνομία ρώτησε ποιος είναι ο ιδιοκτήτης, της έδειξαν το τιμολόγιο και γι αυτό έγραψε ότι ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου είναι ο ίδιος. Ερωτώμενος στη συνέχεια αν η Αστυνομία είχε ανάγκη να δει έγγραφα προκειμένου να εντοπίσει τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι έρευνες έγιναν εκεί, και πού βρήκε η Αστυνομία τα στοιχεία, και ότι αυτό που ξέρει εκείνος είναι ότι η Αστυνομία πήρε το αυτοκίνητο γιατί οδηγείτο χωρίς ασφάλεια. Του έστειλαν αυτό το έγγραφο, είπε, για να τον καθησυχάσουν. Του υποβλήθηκε επίσης ότι από το Τεκμήριο 10 προκύπτει ότι αγοράστηκε το αυτοκίνητο που παρήγγειλε από τον εναγόμενο 1, και τότε ανέφερε ότι το Τεκμήριο 10 δεν λέει ότι αγοράστηκε το αυτοκίνητο, ότι όντως στο έγγραφο εκείνο αναγράφεται ως «owner» ο ίδιος, αλλά δεν έχει κοτσιάνι του αυτοκινήτου στο δικό του όνομα και ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου, Χριστοφής Χριστοφή, μάλλον θα είπε της Αστυνομίας ότι το αυτοκίνητο ανήκει στο ΜΕ1 και γι αυτό έγραψαν στο όνομα του ιδιοκτήτη το δικό του όνομα. Ερωτήθηκε αν υπάρχει ηλεκτρονική αλληλογραφία με τον εναγόμενο 2 για την επίδικη συναλλαγή και απάντησε ότι δεν υπάρχει. Η μόνη αναφορά στον εναγόμενο 2 είναι στο e-mail της 22.4.2008 (Τεκμήριο 8). Με τον εναγόμενο 2, είπε, η επικοινωνία ήταν προφορική, αφού τον επισκεπτόταν στο γραφείο του για να του δώσει πληροφορίες για το αυτοκίνητο. Είπε επίσης ότι ο εναγόμενος 2 προτού αγοράσει ο ΜΕ1 το αυτοκίνητο, πήγαινε στο γραφείο του σχεδόν κάθε μέρα και προσπαθούσε να του πουλήσει αυτοκίνητο, προσθέτοντας ότι τον εναγόμενο 1 τον γνώρισε σχεδόν ένα μήνα μετά την απόφαση του να αγοράσει αυτοκίνητο και ότι αν δεν ήταν για την εμπλοκή του εναγόμενου 2 ο οποίος είναι συγγενής με την κουμπάρα του Άντρη Γρούτα, αυτός ποτέ δεν θα έστελνε χρήματα σε κάποιο άνθρωπο που δεν ήξερε. Είπε επίσης ότι όλα τα e-mail αντελλάγησαν με τον εναγόμενο 1 μετά που συμφώνησε με τον εναγόμενο 2 και ότι είχαν να κάνουν μόνο με λεπτομέρειες. Όταν ξεκίνησε, είπε, η ηλεκτρονική αλληλογραφία με τον εναγόμενο 1 υπήρχε συμφωνία για συγκεκριμένο αυτοκίνητο με τον εναγόμενο 2, και μετά, ο εναγόμενος 1, με το e-mail της 22.4.2008 (Τεκμήριο 8) του είπε ότι επειδή καθυστερούσε η αποστολή του αυτοκινήτου θα του έστελλε ένα καλύτερο και πιο ακριβό αυτοκίνητο. Την ίδια δε ημέρα, πήγε ο εναγόμενος 2 στο γραφείο του και του επιβεβαίωσε ότι το αυτοκίνητο που θα πάρει θα είναι καλύτερο από αυτό που παρήγγειλε. Αυτό, ως ανέφερε σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του, ήταν ψέμα και είναι σίγουρος ότι ό,τι έγινε ήταν σε συμφωνία με τον εναγόμενο
  16. Ερωτήθηκε επίσης γιατί είπε ότι υπήρχε συμφωνία για συγκεκριμένο αυτοκίνητο, αλλά στο e-mail της 10.3.2008 (Τεκμήριο 1) ρωτούσε και για άλλα αυτοκίνητα, και απάντησε ότι ρωτούσε για τη μηχανή για να του πουν το κόστος των τελωνειακών δασμών και το κόστος εγγραφής του αυτοκινήτου. Είπε επίσης ότι πριν τις 8.3.2008 ο εναγόμενος 2 του είχε δείξει και άλλα αυτοκίνητα που ήταν προς πώληση και ότι το Τεκμήριο 1 δείχνει ότι ρωτούσε τον εναγόμενο 1 και για ένα Porsche για το οποίο ο εναγόμενος 1 δεν του είχε μιλήσει πριν. Ρωτούσε και για τα άλλα αυτοκίνητα που του είχε δείξει ο εναγόμενος 2, επειδή τον ενδιέφερε το ύψος των εισαγωγικών δασμών που θα έπρεπε να πληρώσει, αλλά ο εναγόμενος 1 του απάντησε μόνο για το Range Rover Sport το οποίο είχε ήδη διαλέξει. Ερωτήθηκε για ποιο λόγο, αφού δεν εμπιστευόταν τον εναγόμενο 1, έστειλε σε εκείνον τα λεφτά και δεν τα έδωσε στον εναγόμενο 2, και απάντησε ότι έτσι του είχε πει ο εναγόμενος 2, ο οποίος του είπε να στείλει τα λεφτά με εγγύηση δική του και ότι του εγγυάτο ότι το αυτοκίνητο θα έρθει χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Όταν δε προέκυψε το πρόβλημα με το αυτοκίνητο ο ενάγοντας ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων από τον εναγόμενο 2, ο οποίος του εγγυήθηκε ότι ο εναγόμενος 1 θα του επιστρέψει τα λεφτά και ότι θα έκανε τα πάντα για να πάρει πίσω τα λεφτά του. Ερωτήθηκε συγκεκριμένα ποια είναι η προσωπική εγγύηση του εναγόμενου 2 και απάντησε ότι ο εναγόμενος 2 του είπε ότι γνωρίζει τον εναγόμενο 1 και ότι ήδη έφεραν πολλά αυτοκίνητα στην Κύπρο και ότι δεν έχει πρόβλημα. Τότε, σύμφωνα με το ΜΕ1, ο ΜΕ1 του κατέστησε σαφές ότι αυτός αγοράζει αυτοκίνητο από τον εναγόμενο
  17. Σε ερώτηση αν η πληρωμή προς τον εναγόμενο 1 ήταν λεπτομέρεια, ο ΜΕ1 είπε ότι η πληρωμή έγινε μόνο μετά την εγγύηση του εναγόμενου 2 ότι αυτή η πληρωμή στον εναγόμενο 1 είναι ευθύνη δική του. Είπε επίσης ότι στις 25.10.2015 συναντήθηκε με τον εναγόμενο 2 ο οποίος του παραδέχτηκε ότι δεν του επιστρέφει τα λεφτά επειδή δεν έχει χρήματα. Ερωτήθηκε αν στις 25.10.2015 βρισκόταν στην Κύπρο και είπε ότι βρισκόταν στην Κύπρο μεταξύ 18.10.2015 έως αρχές Νοεμβρίου. Ο ΜΕ1 είπε επίσης ότι ασχολείται με το εμπόριο εδώ και 25 χρόνια και ότι θεωρεί τον εαυτό του «του παζαρκού». Ερωτήθηκε αν ως έμπειρος εμπορευόμενος δεν θα ζητούσε κάποια εξασφάλιση αν ο εναγόμενος 2 εγγυάτο με οποιοδήποτε τρόπο τον εναγόμενο 1 και απάντησε ότι αν θα φέρει κάτι για να πουλήσει θα είναι υπεύθυνος μέχρι να καταλήξει η πράξη γι αυτό για εκείνον είναι υπεύθυνος ο εναγόμενος 2 αφού αν δεν ήταν για εκείνον, δεν θα έχανε τα λεφτά του. Είπε επίσης ότι ο εναγόμενος 2 δεν του σύστησε απλά τον εναγόμενο 1, αλλά δούλευε ως αντιπρόσωπος του, και γύριζε με φωτογραφίες αυτοκινήτων για να τα πωλήσει, τόνισε δε ξανά ότι αν δεν ήταν ο εναγόμενος 2 ποτέ δεν θα έστελλε ούτε ένα ευρώ στον εναγόμενο 1, τον οποίο δεν γνώριζε. Σε υποβολή ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 απάντησε ότι αν δεν ήταν αντιπρόσωπος του, δεν έπρεπε να τους είχε φέρει σε επαφή. Σε παρόμοια υποβολή σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι αν δεν ήταν αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 δεν έπρεπε να του δείχνει στο γραφείο του διάφορα αυτοκίνητα για να διαλέξει και να τα πωλεί ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου
  18. Σε άλλο δε στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι ο εναγόμενος 2 του είχε πει ότι συνεργάζεται με ένα κύπριο στην Αγγλία ο οποίος έρχεται συχνά Κύπρο και ότι θα τους γνωρίσει όταν έρθει Κύπρο, όπως και έγινε. Δεν θυμόταν να πει πότε ακριβώς έγινε η γνωριμία, αλλά ήταν, εξ' όσων θυμάται, πριν την πληρωμή των 36.000 στερλινών. Η γνωριμία έγινε στο σπίτι του ΜΕ1 και ο ΜΕ1 είχε αποφασίσει πριν την εν λόγω γνωριμία ότι ήθελε να αγοράσει αυτοκίνητο μάρκας Range Rover Sport. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με όσα ανέφερε στην παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης ότι, δηλαδή, περί τον Ιανουάριο του 2008 συναντήθηκε με τους εναγόμενους 1 και 2 και συμφώνησαν προφορικά ότι εναγόμενος 1 θα βρει για λογαριασμό του ένα αυτοκίνητο μάρκας Range Rover, απάντησε ότι δεν έκανε συμφωνία με τον εναγόμενο 1, τον οποίο δεν γνώριζε καν, ότι ο εναγόμενος 2 πήρε στο σπίτι του ΜΕ1 τον εναγόμενο 1 ως αντιπρόσωπος του, ότι όντως ο εναγόμενος 1 είπε ότι θα βρει το αυτοκίνητο, αλλά η συμφωνία ήταν με τον εναγόμενο
  19. Όταν στη συνέχεια ερωτήθηκε γιατί στην παράγραφο 6 της γραπτής του δήλωσης αναφέρθηκε σε συμφωνία μεταξύ του και του εναγόμενου 1, είπε «για να μου εύρει αυτοκίνητο με τον εναγόμενο 1», επαναλαμβάνοντας ότι εκείνος ξέρει μόνο τον εναγόμενο
  20. Ερωτήθηκε επίσης αν ο εναγόμενος 2 μπορούσε να επηρεάσει τις ενέργειες του εναγόμενου 1 στην Αγγλία και απάντησε ότι πιστεύει ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 τα είχαν συμφωνημένα και σχεδιασμένα για να του αποσπάσουν τα χρήματα. Ερωτήθηκε περαιτέρω αν έπραξε κάτι όταν είδε στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 7) ότι το αυτοκίνητο πωλήθηκε από κάποιον κ. Yasser Ahmed και είπε ότι ρώτησε και του είπε (χωρίς να διευκρινίσει σε ποιον αναφερόταν, αλλά μάλλον αναφερόταν στον εναγόμενο 1) ότι αγοράζει αυτοκίνητα από διάφορες μάντρες και αυτό το πήρε από εκεί, τούτο δε σκόπιμα, για να του αποκρύψουν ότι το αυτοκίνητο ήταν finance στην Τράπεζα και δεν αποπληρώθηκε. Ερωτήθηκε επίσης αν χρησιμοποίησε το τιμολόγιο (Τεκμήριο 7) ως δικαιολογητικό για να αποστείλει τα χρήματα στην Αγγλία, και απάντησε ότι δεν θυμάται κάτι τέτοιο προσθέτοντας ότι δεν χρειάζονταν δικαιολογητικά το 2008 και ότι το Τεκμήριο 7 το έλαβε μετά που έστειλε τα λεφτά. Είπε επίσης ότι αν ο εναγόμενος 2 δεν είχε ευθύνη για την πράξη, τότε γιατί του έφερε την επιταγή των €5.000, παραδέχθηκε, όμως, ότι τα εν λόγω λεφτά δεν ήταν του εναγόμενου 2 και ότι η επιταγή ήταν από τον Όμηρο Βαρνάβα, αδελφό του εναγόμενου
  21. Παραδέχθηκε επίσης ότι το ποσό των 36.000 στερλινών στάληκε στον εναγόμενο 1 και ότι στον εναγόμενο 2 δεν πλήρωσε ούτε σεντ. Σε υποβολή ότι ο εναγόμενος 2 δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλο όφελος από τη συναλλαγή απάντησε ότι δεν πιστεύει ότι κάποιος προσπαθούσε να πωλήσει αυτοκίνητα για άλλον, τον εναγόμενο 1, χωρίς να λαμβάνει όφελος - προμήθεια. Ερωτήθηκε γιατί στην ένορκη δήλωση που έγινε στις 30.4.2013 στα πλαίσια της αγωγής αρ. 6375/2011 εναντίον του εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 13) δεν έκανε αναφορά στην επιστροφή των €10.000 που αναφέρει στην παράγραφο 15 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση και είπε ότι δεν θυμάται να έλαβε πίσω αυτό το ποσό. Θυμάται μόνο ότι έλαβε τις €5.000 πίσω. Του υποβλήθηκε στη συνέχεια ότι ο λόγος που δεν το ανέφερε ήταν ότι αυτό το ποσό του δόθηκε από τον εναγόμενο 2 πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, και συγκεκριμένα στις 23.5.2008, και ότι δεν είχε σχέση το ποσό αυτό με την πώληση του αυτοκινήτου. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε την υποβολή και κάλεσε τον εναγόμενο 2 να προσφέρει κάποια απόδειξη και να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο ισχυρίζεται ότι του τα έδωσε στις 23.5.
  22. Σε μετέπειτα δε υποβολή ότι του δόθηκαν οι €10.000 ως δάνειο από τον εναγόμενο 2, ο ΜΕ1 αρνήθηκε την υποβολή προσθέτοντας ότι ο εναγόμενος 2 δεν κρατά λεφτά, ότι ο ίδιος δεν χρειάζεται οποιοδήποτε δάνειο, και ότι 30 χρόνια στην Κύπρο ούτε καν δάνειο από Τράπεζα δεν χρειάστηκε να λάβει. Μαρτυρία Ανδρέα Σάββα (ΜΕ2) Ο κ. Ανδρέας Σάββα (ΜΕ2) είναι διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας CKS Ideal Logistics Ltd που ασχολείται με εκτελωνίσεις και μεταφορά εμπορευμάτων και, επιπλέον, είναι εγκεκριμένος λογιστής. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τους διαδίκους. Ασχολείται με τη μεταφορά και εκτελωνισμό αυτοκινήτων από την Αγγλία από το
  23. Λόγω του ότι εκτελωνίζει πάρα πολλά αυτοκίνητα από την Αγγλία ανέφερε ότι έχει τις γνώσεις που του επιτρέπουν να αναγνωρίζει αν ένας τίτλος ιδιοκτησίας αυτοκινήτου είναι πλαστός ή όχι. Στη συνέχεια ο ΜΕ2 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα στοιχεία που έλαβε υπόψη για να καταλήξει ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας - Τεκμήριο 6(α) - είναι πλαστός. Είπε επίσης ότι υπήρχε στην ιστοσελίδα του Τμήματος Οδικών Μεταφορών («ΤΟΜ») ανακοίνωση ότι είχαν κλαπεί από το αρμόδιο Τμήμα στην Αγγλία 300-500 χιλιάδες πρωτότυπα - μη συμπληρωμένα έντυπα τα οποία μπορούσε να συμπληρώσει κάποιος και να παρουσιάσει σαν γνήσια. Πήγε πριν 2-3 χρόνια, ως ανέφερε, στο ΤΟΜ με αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας το οποίο είχε λάβει από τους δικηγόρους του ενάγοντα, και λειτουργός του ΤΟΜ του επιβεβαίωσε ότι ο συγκεκριμένος τίτλος ιδιοκτησίας είναι πλαστός. Είπε επίσης ότι τη μέθοδο που ανέφερε τη γνωρίζει μια μεγάλη πλειονότητα των εκτελωνιστών που ασχολούνται με αυτού του είδους τις εκτελωνίσεις. Είπε, τέλος, ότι οι κύπριοι πωλητές που αγοράζουν αυτοκίνητα από την Αγγλία σίγουρα μπορούν να αναγνωρίζουν αν ένας τίτλος είναι πλαστός ή όχι. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε αν με βάση το Τεκμήριο 6 θα μπορούσε να γίνει στην Αγγλία πώληση και μεταβίβαση του αυτοκινήτου και απάντησε ότι πώληση από ένα πρόσωπο σε άλλο μπορεί να γίνει, όμως η μεταβίβαση πρέπει να γίνει από το αρμόδιο Τμήμα στην Αγγλία, και εξέφρασε σιγουριά ότι το εν λόγω Τμήμα δεν θα εξέδιδε τίτλο ιδιοκτησίας στο νέο αγοραστή. Ερωτήθηκε αν μπορεί να εξηγήσει γιατί στο Τεκμήριο 10 αναφέρεται ως «owner» ο ενάγοντας και απάντησε ότι δεν μπορεί επειδή χρειάζεται επιπρόσθετα στοιχεία όπως τίτλο ιδιοκτησίας και τιμολόγιο αγοράς. Ερωτώμενος για το Τεκμήριο 7 ανέφερε ότι είναι ένα συγκεκριμένο δείγμα (specimen) που χρησιμοποιείται από αρκετούς αγοραστές αυτοκινήτων από την Αγγλία το οποίο αναφέρει το όνομα του πωλητή και του αγοραστή και τα στοιχεία και αυτοκινήτου. Ερωτήθηκε επίσης αν το 2008-2009 απαιτείτο η προσκόμιση δικαιολογητικών στην τράπεζα προκειμένου να επιτραπεί η αποστολή χρημάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο με τραπεζικό έμβασμα και ανέφερε ότι απ' ό,τι θυμόταν δεν χρειαζόταν κάτι τέτοιο, προσθέτοντας ότι όταν αναλάμβανε εκ μέρους πελάτη του να πληρώσει και να μεταφέρει αυτοκίνητο στην Κύπρο από την Αγγλία - αρκούσε η συμπλήρωση του εντύπου αποστολής των χρημάτων και η κατάθεση του στην τράπεζα. Υπήρχε, είπε, ελεύθερη διακίνηση χρημάτων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι το 2013 όταν επιβλήθηκαν περιορισμοί στη διακίνηση κεφαλαίων. Διαφώνησε, τέλος, με την υποβολή ότι επειδή το Τεκμήριο 6 είναι αντίγραφο και όχι το πρωτότυπο το συμπέρασμα του για τη γνησιότητα του τίτλου ιδιοκτησίας δεν είναι ασφαλές. Μαρτυρία εναγόμενου 2 (ΜΥ1) Ο ΜΥ1 υιοθέτησε ως την κυρίως εξέταση του γραπτή δήλωση που είχε ετοιμάσει (Τεκμήριο Β). Ανέφερε ότι τον Ιανουάριο του 2008, και αφού ο ενάγοντας του ανέφερε ότι ήθελε να εισάξει στην Κύπρο για δική του χρήση μεταχειρισμένο αυτοκίνητο από την Αγγλία, έγινε συνάντηση στην οικία του ενάγοντα με τον ίδιο και τον εναγόμενο
  24. Ο ρόλος του περιορίστηκε, είπε, στο να κάνει τις συστάσεις. Γνωρίζει, ως ανέφερε, ότι τους αμέσως επόμενους 1-2 μήνες και χωρίς τη δική του ανάμειξη, ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 αντάλλαζαν διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα και κατέληξαν όπως ο ενάγοντας δώσει οδηγίες στον εναγόμενο 1 για να του αγοράσει και να του αποστείλει στην Κύπρο ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο τύπου Range Rover. Ο ίδιος δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες της συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου
  25. Είπε, επίσης, ότι περί το Μάρτιο του 2008 ενημερώθηκε από τον ενάγοντα ότι είχε καταλήξει σε συγκεκριμένο όχημα και ότι είχε ήδη στείλει το ποσό της αγοράς. Απέρριψε τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι του εγγυήθηκε ότι δεν θα χάσει τα χρήματα του ή ότι ο εναγόμενος 1 θα του απέστελλε όχημα της επιλογής του προσθέτοντας ότι ο ενάγοντας είναι έμπειρος επιχειρηματίας ο οποίος χωρίς προτροπή δική του επέλεξε να συνεργαστεί με τον εναγόμενο
  26. Απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 παραπέμποντας στα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4Α, 4Β, 8 και 9 από τα οποία προκύπτει ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη συνεργασία του ενάγοντα με τον εναγόμενο 1 ούτε οποιοδήποτε όφελος από αυτή. Ούτε διαβεβαίωσε, είπε, ποτέ τον ενάγοντα ότι θα του επέστρεφε ο ίδιος οποιοδήποτε ποσό. Είπε επίσης ότι ο ενάγοντας τον έχει εμπλέξει στην υπόθεση επειδή περί τον Ιούλιο του 2008 τον επισκέφθηκε ο αδελφός του εναγόμενου 1 και τον παρακάλεσε να παραδώσει στον ενάγοντα μία επιταγή για το ποσό των €5.000, κάτι που έπραξε. Αντίθετα, είπε, ο ενάγοντας του χρωστά €10.
  27. Τούτο επειδή περί το Μάιο του 2008 ο ενάγοντας τον παρακάλεσε να του δανείσει το ποσό αυτό, κάτι που δεν αρνήθηκε λόγω των καλών τους σχέσεων. Έτσι επισκέφθηκε την τράπεζα του, ΣΠΕ ΔΑΛΙΟΥ, και έκανε ανάληψη €10.
  28. Την ίδια μέρα επισκέφθηκε τον ενάγοντα και του παρέδωσε το ποσό των €10.000 με τη διευθέτηση ότι θα του τα επέστρεφε εντός 4-5 εβδομάδων κάτι που δεν έγινε μέχρι σήμερα. Κατέθεσε προς τούτο σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήρια 14 και 14(α)) που καλύπτει την περίοδο 4.1.2008 - 16.9.2010 από την οποία προκύπτει ότι στις 23.5.2008 έγινε μία ανάληψη ποσού ύψους €10.
  29. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τον ενάγοντα τον γνώριζε 2-3 χρόνια πριν τον Ιανουάριο του 2008 και ότι είχαν συναντηθεί και στο σπίτι και στο γραφείο του. Αρνήθηκε ότι ανέφερε στον ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 1 ήταν συνεργάτης του και ότι ανέφερε στον ενάγοντα ότι έφερε πολλές φορές αυτοκίνητα στην Κύπρο σε συνεργασία με τον εναγόμενο
  30. Ο εναγόμενος 1 ήταν, είπε, γνωστός του και τους σύστησε. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι παρότρυνε τον ενάγοντα, σε συνεργασία με τον εναγόμενο 1, να στείλει €46.000 περίπου και είπε ότι ο ενάγοντας είναι έμπειρος επιχειρηματίας, συμφώνησε με τον εναγόμενο 1 και προχώρησαν. Αρνήθηκε περαιτέρω την υποβολή ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος 1 υποσχέθηκαν στον ενάγοντα ότι θα του έφερναν αυτοκίνητο στην Κύπρο. Ερωτήθηκε αν ξέρει τι δουλειές έκανε ο ενάγοντας και απάντησε ότι δεν είναι σίγουρος. Είπε επίσης ότι ο εναγόμενος 1 τον επίδικο χρόνο έμενε Αγγλία και ερχόταν τακτικά στην Κύπρο. Δεν θυμόταν, όμως, αν από τον Ιανουάριο έως το Μάιο του 2008 ήρθε καμιά φορά Κύπρο. Ερωτώμενος πού είναι τώρα απάντησε ότι νομίζει ότι είναι στην Κύπρο και ότι δεν έχει σχέσεις μαζί του - τον είδε μόνο μια φορά μέσα στο αυτοκίνητο - και δεν ξέρει πού ακριβώς μένει, παραδέχτηκε όμως ότι πριν λίγο καιρό είπε στον ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 1 δουλεύει στις Αγγλικές Βάσεις στο Ακρωτήρι. Μπορεί επίσης να βρει τον αδελφό του εναγόμενου 1, τον Όμηρο Βαρνάβα. Σε σχέση με τις €5.000 είπε ότι έκανε μια εξυπηρέτηση, του έδωσε τα λεφτά και τα μετέφερε στον ενάγοντα. Είπε επίσης ότι το Μάιο του 2008 ήταν μπογιατζής. Ερωτώμενος αν ο ενάγοντας είχε ανάγκη να του δανείσει λεφτά ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν είχε ανάγκη. Είπε επίσης ότι δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο όταν δάνεισε στον ενάγοντα τις €10.000 και όταν ερωτήθηκε γιατί δεν έδωσε επιταγή και αν ο ενάγοντας του είχε ζητήσει cash ανέφερε ότι είχαν φιλικές σχέσεις και του έδωσε €10.000 και ότι μπορεί να μην είχε βιβλιάριο επιταγών - δεν θυμάται, όπως είπε. Ερωτώμενος αν δεν είχε ανάγκη τις €10.000 και τις έδωσε στον ενάγοντα απάντησε «ναι». Ερωτώμενος επίσης πότε υπολόγιζε να του επιστρέψει το δάνειο ο ενάγοντας είπε σε διάστημα μερικών εβδομάδων. Ερωτώμενος στη συνέχεια γιατί δεν έστειλε κάποια επιστολή σε σχέση με το δάνειο είπε ότι συζητούσαν το θέμα και μετά (ο ενάγοντας) έστειλε την αγωγή. Αγορεύσεις Στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του ενάγοντα, εξηγείται ότι το παράπονο του ενάγοντα είναι ότι ο εναγόμενος 2, σε συνεννόηση και συνεργασία με τον εναγόμενο 1, έπεισε τον ενάγοντα να στείλει GBP 36.000 στην Αγγλία στο όνομα του εναγόμενου 1, αφού τον διαβεβαίωσε και συμφώνησε μαζί του ότι ο εναγόμενος 1 θα του αγόραζε και θα του απέστελλε στην Κύπρο ένα αυτοκίνητο τύπου Range Rover. Ο ενάγοντας δεν γνώριζε τον εναγόμενο 1, αλλά μόνο τον εναγόμενο 2, ο οποίος έπεισε και διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 1 θα του απέστελλε το αυτοκίνητο. Ο ενάγοντας συμφώνησε με τον εναγόμενο 2 και έδωσε πίστη στα λόγια, διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του εναγόμενου 2 ότι ο εναγόμενος 1 θα του απέστελλε το αυτοκίνητο. Ο ενάγοντας αν δεν στηριζόταν στις διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του εναγόμενου 2 δεν θα αγόραζε το αυτοκίνητο. Ο εναγόμενος 2 ήταν η εγγύηση της συναλλαγής. Ο συνήγορος του ενάγοντα περιγράφει τη μαρτυρία του ενάγοντα ως σαφή και ακριβή και καλεί το Δικαστήριο να την αποδεχτεί ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Η μαρτυρία του, εισηγείται, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ανεξάρτητου μάρτυρα και εμπειρογνώμονα Ανδρέα Σάββα, η οποία ήταν στρωτή, σαφής και επεξηγηματική και δείχνει τη γνώση που είχαν ή μπορούσαν να έχουν οι εναγόμενοι για τον τίτλο ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου που δήθεν θα έφερναν στον ενάγοντα, αποσπώντας του με δόλιο τρόπο και απάτη το ποσό των GBP 36.
  31. Εισηγείται, περαιτέρω, ότι από το Τεκμήριο 8 (e-mail ημερομηνίας 22.4.2008) αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος 2 ήξερε τα πάντα και ενεργούσε σε συνεννόηση με τον εναγόμενο
  32. Αναφορικά με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2, ο συνήγορος του ενάγοντα χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του αφύσικη, όταν δε δεν έλεγε ψέματα στο Δικαστήριο, είτε δεν απαντούσε καθόλου, είτε έδιδε τις ίδιες απαντήσεις σε διαφορετικές ερωτήσεις. Αναφέρει επίσης ότι ο εναγόμενος 2 είχε ως επιλογή να κλητεύσει τον αδερφό του εναγόμενου 1 ή και τον εναγόμενο 1, ο οποίος τώρα βρίσκεται στην Κύπρο και είναι «φίλος» και συγχωριανός του, για να δώσουν μαρτυρία προς υποστήριξη της εκδοχής του, όμως δεν το έπραξε. Χαρακτήρισε την ιστορία που παρουσίασε στο Δικαστήριο «φτιαχτή», που σκοπό είχε να παραπλανήσει το Δικαστήριο αποφεύγοντας τη δική του ευθύνη για την εξαπάτηση και καταδολίευση του ενάγοντα. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό του εναγόμενου 2 περί παροχής δανείου προς τον ενάγοντα ύψους €10.000 επισημαίνει ότι ο εναγόμενος 2 δεν παρουσίασε οποιοδήποτε έγγραφο που να το επιβεβαιώνει, ούτε και κάποιο μάρτυρα, ούτε και αναφέρθηκε σε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες του δανείου. Εισηγείται επίσης ότι ο εναγόμενος 2, ο οποίος δεν είχε οικονομική ευρωστία, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, απλά διάλεξε μια ανάληψη από το λογαριασμό του με ποσό που τον βόλευε (€10.300). Εισηγείται τέλος ότι θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση ως η απαίτηση του ενάγοντα και να απορριφθεί η ανταπαίτηση του εναγόμενου
  33. Ο συνήγορος του εναγόμενου 2 στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης, επισημαίνει ότι η εκδοχή του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 2 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 δεν υποστηρίζεται από τα έγγραφα που κατέθεσε ως Τεκμήρια, από τα οποία δεν προκύπτει ανάμειξη του εναγόμενου 2 στη δοσοληψία, η οποία ήταν αποκλειστικά μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου
  34. Επισημαίνει επίσης ότι από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, προκύπτει το ψευδές του ισχυρισμού του ενάγοντα ότι είχε προ πολλού αποφασίσει ποιο όχημα ήθελε και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 προκύπτει ότι ο εναγόμενος 2 δεν είχε ανάμειξη στην οικονομική πτυχή της συνεργασίας του ενάγοντα με τον εναγόμενο 1 αφού ουδέν ποσό έλαβε, κάτι που ο ενάγοντας παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του. Περαιτέρω, εισηγείται ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 7 στο οποίο φαίνεται ότι ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν ο Yasser Ahmed, καταδεικνύει το ψευδές του ισχυρισμού του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 1 δεν του είχε αποκαλύψει την ταυτότητα του ιδιοκτήτη του οχήματος. Αποδίδει, περαιτέρω, βαρύνουσα σημασία στο Τεκμήριο 10, από το οποίο προκύπτει, εισηγείται, ότι το όχημα αγοράστηκε και ενεγράφη στην Αγγλία επ' ονόματι του ενάγοντα. Αναφέρθηκε επίσης στις αντιφάσεις στις οποίες κατά τη θέση του υπέπεσε ο ενάγοντας σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1, το πότε έγινε η συμφωνία για αγορά του οχήματος και με ποιον έγινε αυτή η συμφωνία. Αναφορικά με το δεύτερο μάρτυρα του ενάγοντα, η θέση του συνήγορου του εναγόμενου 2 είναι ότι τα στοιχεία που ο εν λόγω μάρτυρας παρέθεσε ως προς την κατάρτιση του εμπίπτουν αποκλειστικά στη σφαίρα της εμπειρίας και όχι της επιστημονικής κατάρτισης, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας. Σε κάθε δε περίπτωση, προσθέτει, ακόμα και αν το Τεκμήριο 6 είναι πλαστό, ως υποστήριξε ο κ. Σάββα, αυτό ουδόλως επηρεάζει την υπεράσπιση του εναγόμενου 2, αφού θέση του ενάγοντα είναι ότι το εν λόγω έγγραφο του εστάλη από τον εναγόμενο 1, και καμία μαρτυρία δεν συνδέει τον εναγόμενο 2 με το εν λόγω έγγραφο. Επισημαίνει επίσης ότι ο κ. Σάββα δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί στο Τεκμήριο 10 (έντυπο κατάσχεσης) ο ενάγοντας αναφέρεται ως ιδιοκτήτης του οχήματος, κάτι που συμπίπτει με το Τεκμήριο 6, συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδώσει βαρύτητα στη μαρτυρία του. Αναφορικά με την ανταπαίτηση, ο συνήγορος του εναγόμενου 2 παρέπεμψε στην παράγραφο 15 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, στην οποία ο ενάγοντας παραδέχεται ότι έλαβε το ποσό των €10.000 από τον εναγόμενο 2 σε μετρητά. Λέει ότι η δικογραφημένη θέση ότι το εν λόγω ποσό του δόθηκε έναντι των χρημάτων που κατέβαλε για το αυτοκίνητο δεν μπορεί να ισχύει, γιατί ο ενάγοντας δεν ανέφερε κάτι σχετικό στην αγωγή αρ. 6375/11 εναντίον του εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 13). Η αντίφαση αυτή, σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 14 (που είναι η κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου 2) καταδεικνύει, κατά τη θέση του συνηγόρου του εναγόμενου 2, ότι όντως ο ενάγοντας έλαβε το ποσό των €10.000 από τον εναγόμενο 2, το οποίο, όμως, ήταν δάνειο που ουδεμία σχέση έχει με την αγοραπωλησία του αυτοκινήτου. Αναφέρει επίσης ότι η απάντηση του ενάγοντα σε σχετική υποβολή ότι ο εναγόμενος 2 του δάνεισε το εν λόγω ποσό, «δείξετε μου αποδείξεις», αποτελεί μια αφύσικη απάντηση που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του εναγόμενου
  35. Εισηγείται τέλος ότι η αγωγή θα πρέπει ν' απορριφθεί με έξοδα εναντίον του ενάγοντα, και να εκδοθεί απόφαση υπέρ του εναγόμενου 2 ως η ανταπαίτηση του. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η μνήμη τους, οι λόγοι που είχαν να θυμούνται αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους, η εν γένει συμπεριφορά τους στο ειδώλιο του μάρτυρα κτλ.[1] Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγήσουν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση.[2] Μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν αποδυναμώνουν μια γενικά πειστική μαρτυρία, αντίθετα, δυνατό να την ενδυναμώσουν καταδεικνύοντας την ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν.[3] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα,[4] υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται.[5] Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων[6] και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές.[7] Μαρτυρία ενάγοντα (ΜΕ1) Αρχίζοντας από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα ΜΕ1, σημειώνω ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του παρέμεινε στην ουσία αναντίλεκτο, υποστηρίζεται δε από την έγγραφη μαρτυρία που προσκόμισε στο Δικαστήριο, και το αποδέχομαι. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στα εξής: Ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο συνδεόταν με φιλική σχέση με τον εναγόμενο 2, μέσω της κουμπάρας του Άντρης Γρούτα. Ο εναγόμενος 2 είναι το πρόσωπο που τον έφερε σε επαφή με τον εναγόμενο 1, ο οποίος είναι Κύπριος, και κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή διέμενε μόνιμα στην Αγγλία. Περί τον Ιανουάριο του 2008 έλαβε χώρα συνάντηση στη Λευκωσία, στην οικία του ενάγοντα, στην οποία παρευρέθηκαν ο ενάγοντας και οι εναγόμενοι 1 και
  36. Εκεί συμφωνήθηκε προφορικά όπως ο εναγόμενος 1 εξεύρει διά λογαριασμό του ενάγοντα αυτοκίνητο από την Αγγλία μάρκας Range Rover HSE και στη συνέχεια να τον ειδοποιήσει για να του εμβάσει σε λογαριασμό του στην Barclays Bank του Λονδίνου το τίμημα πώλησης του αυτοκινήτου και τα μεταφορικά έξοδα. Ακολούθησε ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 (Τεκμήρια 1, 3, 4Α, 4Β, 8 και 9), και, περαιτέρω, ο εναγόμενος 1 απέστειλε μέσω DHL στον ενάγοντα τον τίτλο ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου και το τιμολόγιο αγοράς (Τεκμήρια 5, 6, 6α και 7). Στις 14.3.2008 ο ενάγοντας έμβασε προς τον εναγόμενο 1, σε λογαριασμό στην Barclays Bank που ο τελευταίος του υπέδειξε (Τεκμήριο 1) το σύνολο του τιμήματος αγοράς και των μεταφορικών εξόδων, ήτοι GBP 36.000 (€47.310,94) (Τεκμήρια 2 και 2α). Ο εναγόμενος 1 τον καθησύχαζε ότι όλα είναι εντάξει και ότι θα του αποστείλει το αυτοκίνητο (Τεκμήρια 1, 3, 4Α και 8). Ο ενάγοντας ουδέποτε παρέλαβε το όχημα που αγόρασε. Κατ' ακρίβειαν, το όχημα κατασχέθηκε στις 5.5.2008 από την Αστυνομία του Κent, ενόσω οδηγείτο από κάποιον Χριστοφή Χριστοφή επειδή οδηγείτο χωρίς ασφάλεια (Τεκμήριο 10). Ο εναγόμενος 1 σταμάτησε να επικοινωνεί με τον ενάγοντα. Περί τον Ιούλιο του 2008 ο εναγόμενος 2 του παρέδωσε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €5.000, την οποία και εξαργύρωσε. Πέραν των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι μετά τη συνάντηση του Ιανουαρίου του 2008 ο εναγόμενος 2 συνέχισε να τον διαβεβαιώνει ότι όλα είναι εντάξει, ήταν σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του, και ενισχύεται, κατά την κρίση μου, από την αναφορά του εναγόμενου 1 στον εναγόμενο 2 στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 22.4.2008 (Τεκμήριο 8), γι' αυτό και την αποδέχομαι. Ως προς το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του σημειώνω τα εξής. Όπως προαναφέρθηκε, η παρούσα αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε στον εναγόμενο
  37. Ο ενάγοντας άσκησε άλλη αγωγή εναντίον του εναγόμενου 1, την αγωγή αρ. 6375/11, και εξασφάλισε απόφαση εναντίον του για το ποσό των €42.083,44 με νόμιμο τόκο από 14.3.
  38. Αυτό που πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, είναι αν ο εναγόμενος 2 ευθύνεται εξίσου για το εν λόγω ποσό. Η μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, της εμπλοκής, δηλαδή, του εναγόμενου 2, περιείχε, κατά την κρίση μου, ασάφειες, αντιφάσεις και υπερβολές, οι οποίες ενδεχομένως να μπορούν να αποδοθούν στην πικρία που ο ενάγοντας νιώθει για το γεγονός ότι είναι ο εναγόμενος 2 που τον έφερε σε επαφή με τον εναγόμενο 1, με ό,τι ακολούθησε της γνωριμίας αυτής, οι οποίες, όμως, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του για να προβεί σε ευρήματα. Κατ' αρχάς η μαρτυρία του ΜΕ1 στην κυρίως εξέταση του ήταν συγκεχυμένη επί των δικών της όρων σε σχέση με τη συμφωνία για την αγορά του αυτοκινήτου, και συγκεκριμένα ως προς με το με ποιον έγινε η συμφωνία και ποιος ο ρόλος εκάστου μέρους σ' αυτήν, αφού ο ΜΕ1 προέβη στις εξής αναφορές. Είπε ότι τον Ιανουάριο του 2008 συναντήθηκε στη Λευκωσία με τους εναγόμενους 1 και 2 «και συμφωνήσαμε προφορικά, όπως ο εναγόμενος 1 εξεύρει διά λογαριασμό μου αυτοκίνητο από την Αγγλία μάρκας Range Rover HSE» και στη συνέχεια να τον ειδοποιήσει για να εμβάσει στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 το τίμημα πώλησης και τα μεταφορικά έξοδα. Είπε επίσης ότι ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να υλοποιήσει τη συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του εναγόμενου 1, ως αντιπρόσωπος του. Παρά τη σαφή αναφορά του αυτή σε συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του εναγόμενου 1 (με τον εναγόμενο 2 να ενεργεί ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1), είπε στη συνέχεια ότι από την πρώτη στιγμή θεώρησε ότι είχε να κάνει με τον εναγόμενο 2 και ότι θεωρεί ότι η συμφωνία για την παραγγελία του αυτοκινήτου έγινε και με τους δύο και, εν πάση περιπτώσει, στηρίχθηκε στις διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του εναγόμενου 2 ότι θα του έφερναν και θα του παρέδιδαν αυτοκίνητο που θα εγγραφόταν επ' ονόματι του. Ανέφερε επίσης ότι περί τις αρχές Μαρτίου του 2008 ο εναγόμενος 2 τον διαβεβαίωσε ότι ο εναγόμενος 1 βρήκε το αυτοκίνητο που του παρήγγειλε και ότι ανέλαβε ο ίδιος ο εναγόμενος 2 ώστε να μεσολαβήσει για να μεταφερθεί το αυτοκίνητο στην Κύπρο. Ανεξαρτήτως δε των πιο πάνω αναφορών, αντεξεταζόμενος, και σε μια προφανή ανακολουθία με τη μαρτυρία που προσφέρθηκε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, είπε ότι δεν είχε συμφωνία με τον εναγόμενο 1 αλλά μόνο με τον εναγόμενο 2, θέση η οποία, σημειώνω, δεν συνάδει ούτε και με την ηλεκτρονική αλληλογραφία που κατέθεσε στο Δικαστήριο μεταξύ του ιδίου και του εναγόμενου 1, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω. Πέραν των ανωτέρω, θέση του ενάγοντα στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ήταν ότι ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να υλοποιήσει τη συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του εναγόμενου 1 ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 και ότι ο εναγόμενος 2 ανέλαβε ώστε να μεσολαβήσει να μεταφερθεί το αυτοκίνητο στην Κύπρο. Όμως, ούτε αυτές οι θέσεις επιβεβαιώνονται από την ηλεκτρονική αλληλογραφία του ενάγοντα με τον εναγόμενο 1, αναφορά στην οποία γίνεται αμέσως πιο κάτω. Η ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 που ο ενάγοντας παρουσίασε στο Δικαστήριο, αρχίζει στις 8.3.2008 (Τεκμήριο 1), έχει θέμα «Range Rover 2008» και σε αυτή δίδονται κάποιες προδιαγραφές αυτοκινήτου από τον εναγόμενο
  39. Ακολουθεί στις 10.3.2008 (Τεκμήριο 1) η απάντηση του ενάγοντα με την οποία ο ενάγοντας ρωτά τον εναγόμενο 1 τί μηχανή έχει το αυτοκίνητο και ποιο είναι το ποσό που απαιτείται ως τελωνειακοί δασμοί και για την εγγραφή του αυτοκινήτου, καθώς και αν η Porsche Cayenne είναι ακόμη διαθέσιμη και αν υπάρχουν διαθέσιμα BMW 735 ή
  40. Ρώτησε συγκεκριμένα ο ΜΕ1: «How much is this one. engine is 3.0 or 2.7 how much is the custom duty in Cyprus and registration. Porche cayan still available if yes how many miles and what condition. any BMW 735 or 730». Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι η εν λόγω ηλεκτρονική αλληλογραφία καταρρίπτει και τη θέση του ενάγοντα στα πλαίσια της αντεξέτασης του ότι η ηλεκτρονική αλληλογραφία με τον εναγόμενο 1 αφορούσε μόνο λεπτομέρειες για την παράδοση του αυτοκινήτου και ότι ακολούθησε της συμφωνίας με τον εναγόμενο 2 για αυτοκίνητο μάρκας Range Rover. Και τούτο διότι αυτό που προκύπτει από το εν λόγω e-mail είναι ότι ο ενάγοντας είχε, μεν, ενδιαφερθεί για την αγορά ενός Range Rover το οποίο ο εναγόμενος 1 ανέλαβε να εξεύρει διά λογαριασμό του (στα πλαίσια της παραδεκτής συνάντησης του Ιανουαρίου του 2008), χωρίς, όμως, ακόμη να έχει συμφωνήσει ο ενάγοντας για την αγορά του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, αφού ρωτούσε πόσα συνολικά θα του κόστιζε η εισαγωγή του αυτοκινήτου, αλλά και για τη διαθεσιμότητα άλλων αυτοκινήτων. Ακολούθως, στις 12.3.2008 ο εναγόμενος 1 απάντησε στον ενάγοντα (η απάντηση του αναφέρεται μόνο στο Range Rover) ότι προέβη σε ελέγχους για το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής YK08 YYD με το DVLA που είναι η αρμόδια αρχή στην Αγγλία (the UK driver & vehicle licensing agency, όπως περιγράφεται από τον εναγόμενο 1), και ότι είναι σε άριστη κατάσταση και καθαρό, χωρίς οποιαδήποτε προβλήματα. Έδιδε ο εναγόμενος 1 στον ενάγοντα και συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου στην Αγγλία για να επιβεβαιώσει ο ίδιος, αν το επιθυμούσε, τις πληροφορίες που του έδωσε. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει στη συνέχεια στον ενάγοντα ότι το αυτοκίνητο κοστίζει συνολικά GBP 36.000 (GBP 35.000 για το αυτοκίνητο και GBP 1.000 για μεταφορικά έξοδα) και παραθέτει τις λεπτομέρειες του τραπεζικού του λογαριασμού στην Τράπεζα Barclays. Από το ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα προκύπτει ότι είναι ο εναγόμενος 1, που επιβεβαίωσε, και μάλιστα εγγράφως, ότι το αυτοκίνητο είναι καθαρό και χωρίς οποιαδήποτε προβλήματα. Στο σημείο δε αυτό φαίνεται να έγινε συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1, και αυτή ήταν για να ενεργήσει ο εναγόμενος 1 ούτως ώστε να επιτευχθεί η αγορά από τον ενάγοντα του συγκεκριμένου αυτοκινήτου. Παρενθετικά σημειώνω ότι εν τέλει δεν είναι αυτό το αυτοκίνητο που ο εναγόμενος 1 επιχείρησε να αποστείλει στον ενάγοντα, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια. Ακολούθησε, στις 14.3.2008 η αποστολή των χρημάτων στον εναγόμενο 1 με τραπεζικό έμβασμα (Τεκμήριο 2 και 2α). Ό,τι ακολούθησε της 14.3.2008, έπεται της αποστολής των χρημάτων για την αγορά του συγκεκριμένου αυτοκινήτου που περιγράφεται στο Τεκμήριο
  41. Στις 19.3.2008 ο εναγόμενος 1 επικοινώνησε και πάλι μέσω e-mail με τον ενάγοντα, αναφέροντας του ότι έλαβε τα χρήματα και ότι θα φροντίσει όπως το αυτοκίνητο σταλεί (shipped) εντός του Σαββατοκύριακου (Τεκμήριο 3). Ο ενάγοντας είπε ότι τα ίδια του επιβεβαίωσε ο εναγόμενος
  42. Στις 24.3.2008 (Τεκμήριο 4Α) ο ενάγοντας απέστειλε e-mail στον εναγόμενο 1 ζητώντας του ορισμένα έγγραφα. Ο εναγόμενος 1 πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι πήρε το αυτοκίνητο το Σάββατο και ότι είναι έτοιμο για να σταλεί με πλοίο, λόγω δε των πασχαλινών διακοπών στην Αγγλία, το αυτοκίνητο θα έφευγε από την Αγγλία στις επόμενες 2 μέρες. Τον πληροφόρησε επίσης ότι θα του έστελλε με DHL τα έγγραφα που χρειάζονταν για να παραλάβει το αυτοκίνητο στο λιμάνι Λεμεσού (Τεκμήριο 4Α). Μεταξύ 25.3.2008 και 26.3.2008 ακολούθησε περαιτέρω ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 4Β). Ο ενάγοντας είπε στον εναγόμενο 1 ότι κάποιος Tommy (στο όνομα του οποίου δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας) του είπε ότι το αυτοκίνητο δεν είχε χαλιά, και ρωτούσε επίσης αν το αυτοκίνητο στάληκε. Ο εναγόμενος 1 του απάντησε ότι τα χαλιά περιλαμβάνονται. Ο ενάγοντας ζήτησε στη συνέχεια να ενημερωθεί αν στάληκαν τα έγγραφα που ανέμενε και ο εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι θα του τα στείλει εντός των επόμενων ημερών, ζητώντας του να μην ανησυχεί για οτιδήποτε λέγοντας του ότι όλα είναι οργανωμένα. Στις 22.4.2008 ο εναγόμενος 1 απέστειλε νέο e-mail στον ενάγοντα (Τεκμήριο 8), στο οποίο απολογήθηκε, κατ' αρχάς, για την καθυστέρηση στην παραλαβή του οχήματος. Του ανέφερε επίσης ότι τα έγγραφα εκ λάθους στάληκαν από τη σύζυγο του στο σπίτι της μητέρας του. Του ανέφερε ότι υπήρχαν «delays with the shipping», και ότι, επειδή ήθελε να είναι ευχαριστημένος ο ενάγοντας με την αγορά, θα του έστελλε ένα Range Rover HSE όπως ο ενάγοντας ήθελε αρχικά, αλλά ήταν πολύ πιο ακριβό, το οποίο ήταν πολύ καλύτερο, προσθέτοντας ότι «I do not want anything extra or commission from you for this». Επιπλέον, ο εναγόμενος 1 ανέφερε στον ενάγοντα ότι του έστειλε το προηγούμενο βράδυ τα έγγραφα για το αυτοκίνητο αυτό, το οποίο θα παραλάμβανε εντός 12 - 15 ημερών. Την ίδια μέρα ο εναγόμενος 1 έστειλε στον ενάγοντα φωτογραφίες του οχήματος με αριθμούς εγγραφής RF57 ODA (Τεκμήριο 9). Ακολούθησε η παραλαβή από τον ενάγοντα, με DHL, του τίτλου ιδιοκτησίας και τιμολογίου αγοράς του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής RF57 ODA (Τεκμήρια 5, 6, 6α και 7). Ο ενάγοντας είπε επίσης ότι όταν η αποστολή του οχήματος καθυστερούσε ο εναγόμενος 2 τον διαβεβαίωσε ότι όλα είναι τακτοποιημένα και ότι θα παραλάμβανε το αυτοκίνητο σε λίγες μέρες, όπως του είχε υποσχεθεί γραπτώς ο εναγόμενος 1 στις 22.4.
  43. Σημειώνω, τέλος, ότι στο έντυπο κατάσχεσης του αυτοκινήτου από την Αστυνομία του Κent ως ημερομηνία κατάσχεσης φαίνεται η 5.5.
  44. Το ότι το αυτοκίνητο κατασχέθηκε το πληροφορήθηκε ο ενάγοντας από τον εναγόμενο 2 περί τον Ιούλιο του
  45. Από όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι ο ενάγοντας βρισκόταν σε συνεχή επαφή και επικοινωνία με τον εναγόμενο 1 σε σχέση με την αγορά του οχήματος. Ακόμη και αν ο εναγόμενος 2 ανέφερε αρχικώς στον ενάγοντα ότι συνεργαζόταν με τον εναγόμενο 1 ή ότι ήταν αντιπρόσωπος του, προκύπτει ότι ο ρόλος του στην επίδικη συναλλαγή, περιορίστηκε στο να φέρει σε επαφή τον ενάγοντα με τον εναγόμενο 1 με όλες τις υπόλοιπες ενέργειες προς υλοποίηση της συμφωνίας να γίνονται από τον εναγόμενο 1 σε απευθείας συνεννόηση με τον ενάγοντα. Ως ο ενάγοντας ανέφερε, στη συνάντηση του Ιανουαρίου του 2008 συμφωνήθηκε όπως ο εναγόμενος 1 εξεύρει διά λογαριασμό του ενάγοντα ένα Range Rover από την Αγγλία, και στις 8.3.2008 ο εναγόμενος 1 πράγματι απέστειλε στον ενάγοντα, μέσω e-mail, τις προδιαγραφές του οχήματος που βρήκε. Η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να μεσολαβήσει για να μεταφερθεί το αυτοκίνητο στην Κύπρο και ότι ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να υλοποιήσει τη συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 δεν είναι πειστική, αφού από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, τα οποία προκύπτουν από την ηλεκτρονική αλληλογραφία που παρουσίασε ο ενάγοντας στο Δικαστήριο, ο ενάγοντας είχε απευθείας επικοινωνία με τον εναγόμενο 1, ο οποίος προέβαινε σε όλα τα διαβήματα για την υλοποίηση της συμφωνίας. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος 1 και όχι ο εναγόμενος 2 είναι που ανέλαβε να εξεύρει το αυτοκίνητο που επιθυμούσε να αγοράσει ο ενάγοντας στην Αγγλία, ο εναγόμενος 1 είναι που παρείχε στον ενάγοντα τις λεπτομερείς προδιαγραφές του αυτοκινήτου (Τεκμήριο 1) και ό,τι άλλες πληροφορίες ο ενάγοντας ζήτησε σε σχέση με αυτό (Τεκμήριο 4Β), είναι προς τον εναγόμενο 1 που στάληκε με τραπεζικό έμβασμα, το σύνολο του τιμήματος αγοράς και των μεταφορικών εξόδων στις 14.3.2008 (Τεκμήρια 2 και 2α), και περαιτέρω, είναι ο εναγόμενος 1 που προέβαινε στα σχετικά πρακτικά διαβήματα προκειμένου το όχημα να σταλεί στον ενάγοντα. Τούτων δοθέντων, παραμένει πράγματι ακαθόριστο και αδιευκρίνιστο το τι συμφώνησε, κατά τον ενάγοντα, ο εναγόμενος 2 να υλοποιήσει. Ο ρόλος του εναγόμενου 2 φαίνεται κατ' ακρίβεια να περιορίζεται μετά τη συνάντηση του Ιανουαρίου του 2008, σε καθησυχασμό του ενάγοντα ότι όλα βαίνουν καλώς. Μη σαφείς είναι και οι θέσεις του ενάγοντα σε σχέση με το θέμα της εγγύησης του εναγόμενου
  46. Στην κυρίως εξέταση του ο ενάγοντας ανέφερε μόνο ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 και διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι είναι έμπιστο του άτομο. Αντεξεταζόμενος, όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα ποια είναι η προσωπική εγγύηση του εναγόμενου 2, ο ενάγοντας απάντησε ότι ο εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι γνωρίζει τον εναγόμενο 1, ότι ήδη έφεραν πολλά αυτοκίνητα στην Κύπρο και ότι δεν έχει πρόβλημα. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του όταν ερωτήθηκε για ποιο λόγο, αφού δεν εμπιστευόταν τον εναγόμενο 1, έστειλε σε εκείνον τα λεφτά, απάντησε ότι έτσι του είχε πει ο εναγόμενος 2, ο οποίος του είπε να στείλει τα λεφτά με εγγύηση δική του και ότι του εγγυάτο ότι το αυτοκίνητο θα έρθει στην Κύπρο χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Παρόμοια ήταν και η απάντηση του σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του όταν ερωτήθηκε αν η πληρωμή των GBP 36.000 προς τον εναγόμενο 1 είναι ασήμαντη λεπτομέρεια, όταν ο ενάγοντας ανέφερε ότι η πληρωμή έγινε μετά την εγγύηση του εναγόμενου 2 ότι αυτή η πληρωμή στον εναγόμενο 1 είναι ευθύνη δική του. Όταν προέκυψε το πρόβλημα με το αυτοκίνητο ο ενάγοντας ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων από τον εναγόμενο 2 ο οποίος του εγγυήθηκε ότι ο εναγόμενος 1 θα του επιστρέψει τα λεφτά και ότι θα έκανε τα πάντα για να πάρει πίσω τα λεφτά του. Στη βάση της μαρτυρίας που πιο πάνω παρέθεσα, κρίνω ότι η θέση του ενάγοντα δεν έχει την καθαρότητα εκείνη που θα μου επέτρεπε να προβώ σε εύρημα ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε προσωπικά την πιστή τήρηση της συμφωνίας από τον εναγόμενο 1 και ότι ανέλαβε να επιστρέψει το ποσό που ο ενάγοντας κατέβαλε στον εναγόμενο 1, σε περίπτωση που ο ενάγοντας δεν παραλάμβανε το αυτοκίνητο που αγόρασε. Περαιτέρω, χωρίς ν' αποκλείω το ενδεχόμενο ο εναγόμενος 2 πράγματι να διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 1 είναι έμπιστο του άτομο και ότι θα του εξεύρει αυτοκίνητο της αρεσκείας του, δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και της μη αποδοχής της μαρτυρίας του ενάγοντα σε σχέση με το ρόλο του εναγόμενου 2 στη συναλλαγή, θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ ούτε και σε αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του για να προβώ σε ασφαλές εύρημα περί τούτου. Αναφορικά με την κατάσχεση του οχήματος και τον πραγματικό ιδιοκτήτη αυτού, θέση του ενάγοντα ήταν ότι περί τον Ιούλιο του 2008 ο εναγόμενος 2 τον πληροφόρησε ότι το όχημα κατασχέθηκε από την Αστυνομία του Kent κατά τη μεταφορά του προς την Κύπρο, επειδή οδηγείτο χωρίς ασφάλεια από κάποιο Χριστοφή Χριστοφή και ακολούθως παραδόθηκε στην Scotland Bank αφού όπως διαπιστώθηκε αυτή ήταν η ιδιοκτήτης του οχήματος, αφού είχε χρηματοδοτήσει την αγορά του και το αυτοκίνητο δεν είχε εξοφληθεί. Παρουσίασε σχετικώς το έντυπο κατάσχεσης (Τεκμήριο 10), στο οποίο φαίνεται ο ίδιος ως ιδιοκτήτης του οχήματος (στο σημείο «Owner (If not Driver)»). Ο συνήγορος του εναγόμενου 2 εισηγήθηκε ότι για να φαίνεται το όνομα του ενάγοντα ως ιδιοκτήτη στο εν λόγω έντυπο κατάσχεσης, αυτό σημαίνει ότι ο ενάγοντας ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος και όχι η Scotland Bank. Η μαρτυρία που προσφέρθηκε σε σχέση με τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, ως και το τι ακολούθησε της κατάσχεσης αυτού, αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, αποδεκτή μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, από το Ν. 32(Ι)/
  47. Η βαρύτητα, όμως, που μπορεί να αποδοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία αξιολογείται, συμφώνως του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου[8] με βάση το σύνολο των περιστάσεων, με το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες, μεταξύ άλλων, αυτών που μη εξαντλητικώς απαριθμούνται στο εδάφιο 2 του άρθρου 27, καθώς και το συμφέρον της δικαιοσύνης.[9] Πέραν τούτου, συμφώνως του εδαφίου

(3)του άρθρου 27, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που μπορεί να αποδοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδώσω βαρύτητα στην εξ' ακοής μαρτυρία που ο ενάγοντας προσέφερε προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ο πραγματικός ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου ήταν η Scotland Bank. Κατ' αρχάς στο έντυπο κατάσχεσης αναφέρεται το όνομα του ως ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από μέρους του ενάγοντα ως προς το τι λήφθηκε υπόψη από την Αστυνομία του Kent για να αναγράψει τον ίδιο, εσφαλμένα κατά τη θέση του, ως τον ιδιοκτήτη. Ούτε και ανέφερε ο ενάγοντας ότι προέβηκε ο ίδιος σε οποιαδήποτε διαβήματα, μετά που έλαβε γνώση της εν λόγω κατάσχεσης τον Ιούλιο του 2008, για να ενημερωθεί τι απέγινε το κατασχεθέν όχημα. Περαιτέρω, η εξ' ακοής δήλωση φέρεται να προήλθε από τον ίδιο τον εναγόμενο 2, στον οποίο, όμως, δεν υποβλήθηκε ευθέως η θέση ότι προέβη σε τέτοια δήλωση προς τον ενάγοντα, ούτε και ερωτήθηκε ποια η πηγή της εν λόγω πληροφόρησης του. Επιπλέον, με δεδομένη τη θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 2 του έδιδε κατά καιρούς ψευδείς διαβεβαιώσεις σε σχέση με την επίδικη αγορά αυτοκινήτου, δεν είναι αντιληπτό γιατί αυτή η αναφορά του εναγόμενου 2 να είναι αληθής. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην εξ' ακοής δήλωση που προσέφερε ο ενάγοντας για να καταλήξω σε εύρημα ότι ο πραγματικός ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής RF57 ΟDA είναι η Scotland Bank. Σε σχέση με την ανταπαίτηση, η δικογραφημένη, στην παράγραφο 15 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, θέση του ενάγοντα είναι μεν ότι ουδέποτε δανειοδοτήθηκε από τον εναγόμενο 2 με το ποσό των €10.000, αλλά αναφέρει περαιτέρω, ότι λίγες μέρες μετά την έγερση της αγωγής ο εναγόμενος 1 έδωσε στον εναγόμενο 2 το ποσό των €10.000 σε μετρητά και στη συνέχεια ο εναγόμενος 2 έδωσε αυτό το ποσό στον ενάγοντα έναντι του ποσού που καταβλήθηκε για την αγορά του αυτοκινήτου. Ο ενάγοντας, αντεξεταζόμενος, επέμεινε έντονα ότι ουδέποτε έλαβε το εν λόγω ποσό, παρά, όμως, τη θέση του αυτή, στο δικόγραφο του αναφέρει ότι έλαβε το ποσό και ουδεμία τροποποίηση έγινε ούτως ώστε να συνάδει η προφορική του μαρτυρία με το δικόγραφο του, και, επομένως, η μαρτυρία αυτή, ως μαρτυρία που αντίκειται στα δικόγραφα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τούτου δοθέντος και λαμβανομένων υπόψη και των γενικότερων αντιφάσεων και ασαφειών στη μαρτυρία του ενάγοντα δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να προβώ σε ευρήματα για το ζήτημα αυτό. Σημειώνω βέβαια ότι για το ζήτημα της ανταπαίτησης ούτε η μαρτυρία του εναγόμενου 2 μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που φαίνονται πιο κάτω στα πλαίσια της δικής του αξιολόγησης και συνεπώς το Δικαστήριο στην απουσία αποδεκτής μαρτυρίας δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα. Μαρτυρία κ. Ανδρέα Σάββα (ΜΕ2) Αναφορικά με τον κ. Ανδρέα Σάββα ΜΕ2, αναφέρω κατ' αρχάς ότι αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, ο οποίος έδιδε άμεσες, σαφείς και αναλυτικές απαντήσεις τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του. Ο ΜΕ2 είναι ένας ανεξάρτητος μάρτυρας αφού, ως ανέφερε δεν γνωρίζει τους διάδικους και αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Είπε ότι είναι διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας CKS Ideal Logistics Ltd που ασχολείται με εκτελωνίσεις και μεταφορά εμπορευμάτων και, επιπλέον, ότι ασχολείται με τη μεταφορά και εκτελωνισμό αυτοκινήτων από την Αγγλία από το
  1. Ακριβώς λόγω του ότι εκτελωνίζει πάρα πολλά αυτοκίνητα από την Αγγλία ανέφερε ότι έχει τις γνώσεις εκείνες που του επιτρέπουν να αναγνωρίζει αν ένας τίτλος ιδιοκτησίας αυτοκινήτου από την Αγγλία είναι πλαστός ή όχι. Ούτε αυτά αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του εναγόμενου
  2. Ο συνήγορος του εναγόμενου 2 εισηγείται ότι επειδή τα στοιχεία που παρέθεσε ο ΜΕ2 αναφορικά με την κατάρτιση του εμπίπτουν στη σφαίρα της εμπειρίας και όχι της επιστημονικής κατάρτισης (που σε κάθε περίπτωση δεν προσδιορίστηκε ποια είναι αυτή η επιστημονική κατάρτιση που έπρεπε να έχει ο μάρτυρας, ούτε και του υποβλήθηκε κάτι σχετικό στα πλαίσια της αντεξέτασης του), ο ΜΕ2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως εμπειρογνώμονας. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή του συνηγόρου του εναγόμενου 2, αφού η πραγματογνωμοσύνη μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης,[10] και κάποιος μπορεί να κατέχει εμπειρική πραγματογνωμοσύνη χωρίς κατ΄ ανάγκη να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα.[11] Δεδομένης, λοιπόν, της πιο πάνω εμπειρίας που ο ΜΕ2 ανέφερε ότι έχει σε σχέση με τη μεταφορά και τον εκτελωνισμό αυτοκινήτων από την Αγγλία, και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας,[12] η κατάληξή μου είναι ότι ο μάρτυρας αυτός είναι εμπειρογνώμονας, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του.[13] Περαιτέρω, ο ΜΕ2, ως εμπειρογνώμονας, όφειλε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.[14] Θεωρώ ότι ο ΜΕ2 έπραξε τούτο, αφού κατά τη μαρτυρία του, εξήγησε αναλυτικά και με λεπτομέρεια τη μέθοδο που χρησιμοποίησε και τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στη θέση ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του οχήματος (Τεκμήρια 6 και 6(α)) είναι πλαστός και όχι γνήσιος, με αναφορά στην εικόνα και τα στοιχεία που θα έπρεπε να παρουσιάζει ο τίτλος ιδιοκτησίας αν αυτός ήταν γνήσιος. Είπε επίσης ότι τη μέθοδο / διαδικασία που ακολούθησε τη γνωρίζει μια μεγάλη πλειονότητα των εκτελωνιστών που ασχολούνται με εκτελωνίσεις οχημάτων από την Αγγλία. Δεν μπορώ επιπλέον να συμφωνήσω με την εισήγηση του συνηγόρου του εναγόμενου 2 ότι επειδή ο ΜΕ2 δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί στο Τεκμήριο 10 (έντυπο κατάσχεσης από την Αστυνομία) ο ενάγοντας αναφέρεται ως ο ιδιοκτήτης του οχήματος, αυτό πλήττει την αξιοπιστία του ΜΕ2, ή ότι μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την εμπειρογνωμοσύνη του. Ο ΜΕ2 εξήγησε ότι ο λόγος που δεν μπορούσε να απαντήσει ήταν ότι χρειαζόταν επιπρόσθετα στοιχεία όπως τίτλο ιδιοκτησίας και τιμολόγιο αγοράς. Εξάλλου, ουδέποτε ανέφερε ο ΜΕ2 ότι γνώριζε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η Αστυνομία στην Αγγλία συμπληρώνοντας έντυπα κατάσχεσης αυτοκινήτων, ούτε και τι λάμβανε υπόψη η Αστυνομία. Κρίνω το ΜΕ2 αξιόπιστο και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Μαρτυρία εναγόμενου 2 (ΜΥ1) Ο ΜΥ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και θεωρώ ότι δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Διέκρινα διστακτικότητα στις απαντήσεις του οι οποίες ήταν ως επί τω πλείστον λακωνικές, πολλές δε φορές μονολεκτικές. Μέσα από τη μαρτυρία του προσπάθησε να υποβαθμίσει όσο το δυνατό περισσότερο την ανάμειξη του στην αγοραπωλησία του οχήματος και τη σχέση του με τον εναγόμενο
  3. Μέσα στα πλαίσια αυτά εντάσσω τα εξής. Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 ανέφερε ότι τον Ιανουάριο του 2008 συναντήθηκε με τον εναγόμενο 1 και τον ενάγοντα στην οικία του τελευταίου, κατά την αντεξέταση του, ερωτώμενος αν μεταξύ Ιανουαρίου του 2008 και Μαΐου του 2008 ο εναγόμενος 1 ήρθε καμιά φορά στην Κύπρο, απάντησε ότι δεν θυμάται. Σημειώνω ότι η συνάντηση του Ιανουαρίου του 2008 γίνεται παραδεκτή από τον εναγόμενο 2 με την Υπεράσπιση του (παράγραφος 4(α) της Υπεράσπισης του). Ο ΜΥ1 είπε ότι η μοναδική του ανάμειξη ήταν να συστήσει τον εναγόμενο 1 στον ενάγοντα, και ότι δεν είχε εμπλοκή σε κανένα στάδιο της συνεργασίας του ενάγοντα με τον εναγόμενο 1, πλην του ότι ήταν παρών στη συνάντηση του Ιανουαρίου του
  4. Αυτό, όμως, δεν εξηγεί καθόλου την αναφορά του εναγόμενου 1 στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 22.4.2008 (Τεκμήριο 8), στο όνομα του εναγόμενου
  5. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος 1 αφού απολογήθηκε στον ενάγοντα για την καθυστέρηση στην αποστολή του αυτοκινήτου, είπε στον ενάγοντα: «Despite all of this - because I wanted to make you happy with the purchase I will ship you over a Range Rover HSE instead which you originally wanted but was much more expensive. I do not want anything extra or commission from you for this. I believe you spoke to Panico about the car?». Η αναφορά του εναγόμενου 1 στον εναγόμενο 2 ενισχύει, κατά την κρίση μου, τη θέση του ενάγοντα, ότι ο τελευταίος συνέχισε να έχει επικοινωνία με τον εναγόμενο 2 για το αυτοκίνητο. Είπε επίσης ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο ο ενάγοντας τον έχει εμπλέξει στην υπόθεση, είναι επειδή περί τον Ιούλιο του 2008 τον επισκέφθηκε ο αδελφός του εναγόμενου 1 και τον παρακάλεσε να παραδώσει στον ενάγοντα μία επιταγή για το ποσό των €5.000 κάτι που έπραξε και ότι αν γνώριζε εκ των προτέρων ότι με αυτή του την καλόπιστη ενέργεια ο ενάγοντας θα τον ενέπλεκε σε αυτή την υπόθεση, σίγουρα δεν θα αναλάμβανε να παραδώσει την επιταγή. Η θέση αυτή του εναγόμενου 2 παραβλέπει το παραδεκτό γεγονός ότι είναι ο ίδιος που σύστησε τον εναγόμενο 1 στον ενάγοντα, συνεπώς δεν ήταν η παράδοση της επιταγής η μοναδική του εμπλοκή. Περαιτέρω, ερωτώμενος ο ΜΥ1 πού είναι τώρα ο εναγόμενος 1 απάντησε ότι νομίζει ότι είναι στην Κύπρο και ότι δεν έχει σχέσεις μαζί του. Στη συνέχεια είπε ότι δεν ξέρει πού μένει, αλλά ήξερε ότι έμενε κάπου στο Πέρα Χωριό, και ότι δεν γνωρίζει κάτι άλλο για τον εναγόμενο 1, για να παραδεχθεί όμως στη συνέχεια, στα πλαίσια συγκεκριμένης ερώτησης που του υποβλήθηκε κατά πόσον είναι αυτός που είπε στον ενάγοντα πριν λίγο καιρό ότι ο εναγόμενος 1 δουλεύει στις Αγγλικές Βάσεις στο Ακρωτήρι, ότι όντως είχε πει τούτο στον ενάγοντα και ότι ξέρει ότι ο εναγόμενος 1 μένει στην Κύπρο. Πέραν των ανωτέρω, οι απαντήσεις που ο ΜΥ1 έδωσε σε σχέση με το δικαιούχο της επιταγής των €5.000 ήταν συγκεχυμένες, δεν συνάδουν δε με τις δικογραφημένες του θέσεις, οι οποίες ήταν λεπτομερείς, αλλά δεν προωθήθηκαν ενόρκως από το ΜΥ
  6. Και εξηγώ. Στην Υπεράσπιση του εναγόμενου 2 αναφέρεται ότι επειδή ο αδελφός του εναγόμενου 1 δεν γνώριζε ακριβώς το όνομα του ενάγοντα εξέδωσε την επιταγή στο όνομα του εναγόμενου 2, ο οποίος την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στον ενάγοντα (παρ. 16 της Υπεράσπισης). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο ΜΥ1 ανέφερε μόνο, ότι τον Ιούλιο του 2008 τον επισκέφθηκε ο αδελφός του εναγόμενου 1 και τον παρακάλεσε να παραδώσει στον ενάγοντα μια επιταγή για το ποσό των €5.
  7. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ερωτώμενος αν το όνομα του δικαιούχου της επιταγής ήταν συμπληρωμένο, αρχικώς απάντησε ότι δεν ήταν συμπληρωμένο. Ακολούθησε υποβολή ότι η επιταγή ήταν άδεια και μάλιστα έβαλε το όνομα της γυναίκας του πάνω, για να απαντήσει «Όχι, αν δεν απατώμαι την επιταγή μου την παρέδωσε ο αδελφός του, τη συμπλήρωσε και έγραφε το όνομα του, αν δεν απατώμαι». Ακολούθησε άλλη υποβολή ότι απατάται για να απαντήσει «Ναι, εντάξει». Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ο ενάγοντας κατέθεσε, ως Τεκμήριο 11, απόδειξη κατάθεσης της επιταγής που του έδωσε ο εναγόμενος 2 στο όνομα της συζύγου του Αρετής Ευαγγέλου. Περαιτέρω, σε υποβολή ότι ο ίδιος σε συνεργασία με τον εναγόμενο 1 παρότρυναν τον ενάγοντα να στείλει περίπου €46.000 και ότι του υποσχέθηκαν ότι θα του φέρουν αυτοκίνητο στην Κύπρο απάντησε ότι δεν τον παρότρυνε, αφού ο ενάγοντας είναι έμπειρος επιχειρηματίας, ερωτώμενος, όμως, αν γνώριζε τι δουλειές έκανε ο ενάγοντας και λέει ότι είναι έμπειρος επιχειρηματίας, απάντησε «Όχι ακριβώς, ασχολείτο με το εξωτερικό, δεν είμαι σίγουρος, δεν είμαι σίγουρος ακριβώς με τι ασχολείτο.». Μη σαφείς και σίγουρα μη συνάδουσες προς τη δικογραφημένη θέση του ήταν και οι θέσεις του αναφορικά με την προφορική συμφωνία δανείου. Σύμφωνα με την Ανταπαίτηση του εναγόμενου 2, αυτός είχε κατά καιρούς συνεργασία με τον ενάγοντα για αγοραπωλησίες ακινήτων. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και ενόψει της ενδεχόμενης αγοράς ακινήτου, ο ενάγοντας έπεισε τον εναγόμενο 2 περί την 23.5.2008 να του δανείσει €10.000 σε μετρητά, κάτι το οποίο έγινε αυθημερόν της αναλήψεως του από την τράπεζα του. Ο ΜΥ1 στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας του σε καμία συνεργασία με τον ενάγοντα για αγοραπωλησίες ακινήτων δεν αναφέρθηκε, όταν δε ερωτήθηκε τι δουλειά έκανε το Μάιο του 2008 είπε ότι ήταν μπογιατζής. Περιορίστηκε σχετικώς στο να πει ότι είχαν καλές σχέσεις και δεν του αρνήθηκε, χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες. Ερωτήθηκε περαιτέρω αν ο ενάγοντας είχε ανάγκη να του δανείσει ο ΜΥ1 €10.000 και απάντησε «δεν γνωρίζω αν είχε ανάγκη». Ερωτώμενος δε αν, με βάση το ό,τι προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού του (Τεκμήρια 14 και 14α) δεν είχε ανάγκη ο ίδιος τις €10.000 και τις έδωσε στον ενάγοντα, απέφυγε, κατά τη γνώμη μου, να απαντήσει ουσιαστικώς, λέγοντας απλά «ναι». Περαιτέρω, ο ΜΥ1 είπε ότι δεν έχει οποιοδήποτε έγγραφο που να σχετίζεται με τη συμφωνία δανείου. Ερωτώμενος γιατί δεν έδωσε επιταγή στον ενάγοντα και αν ο ενάγοντας του είχε ζητήσει cash και πάλι απέφυγε κατά την κρίση μου να απαντήσει λέγοντας «είχαμε φιλικές σχέσεις, εντάξει του έδωσα 10.000 ευρώ», ενώ σε επόμενη ερώτηση που του έγινε είπε ότι μπορεί να μην είχε βιβλιάριο επιταγών, και ότι δεν θυμάται. Και ερωτώμενος περαιτέρω, γιατί δεν ζήτησε οποιοδήποτε έγγραφο από τον ενάγοντα για το δάνειο, γιατί δεν το τερμάτισε και γιατί δεν του έστειλε οποιαδήποτε επιστολή απάντησε «συζητούσαμε το θέμα, εντάξει, μετά έστειλε την αγωγή». Πέραν της μη προώθησης των δικογραφημένων του θέσεων αναφορικά με την προφορική συμφωνία δανείου, η μαρτυρία του ΜΥ1 σε σχέση με αυτήν ήταν, κατά την κρίση μου, ασαφής, χωρίς λεπτομέρειες, και εν γένει μη πειστική. Λαμβάνοντας υπόψη τη γενική εντύπωση που μου άφησε ο μάρτυρας, και τις πιο πάνω διαπιστωθείσες αντιφάσεις και ασάφειες στη μαρτυρία του, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ1 προς εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλών συμπερασμάτων. Ευρήματα Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και των παραδεκτών γεγονότων της υπόθεσης, προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Απαίτηση Ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή συνδεόταν με φιλική σχέση με τον εναγόμενο 2, μέσω της κουμπάρας του Άντρης Γρούτα. Ο εναγόμενος 2 είναι το πρόσωπο που τον έφερε σε επαφή με τον εναγόμενο 1, ο οποίος είναι Κύπριος, και κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή διέμενε μόνιμα στην Αγγλία. O ενάγοντας επιθυμούσε να αγοράσει αυτοκίνητο από την Αγγλία. Περί τον Ιανουάριο του 2008 έλαβε χώρα συνάντηση στη Λευκωσία, στην οικία του ενάγοντα, στην οποία παρευρέθηκαν ο ενάγοντας και οι εναγόμενοι 1 και
  8. Εκεί συμφωνήθηκε προφορικά όπως ο εναγόμενος 1 εξεύρει διά λογαριασμό του ενάγοντα αυτοκίνητο από την Αγγλία μάρκας Range Rover HSE και στη συνέχεια να τον ειδοποιήσει για να του εμβάσει σε λογαριασμό του στην Barclays Bank του Λονδίνου το τίμημα πώλησης του αυτοκινήτου και τα μεταφορικά έξοδα. Ακολούθησε ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 (Τεκμήρια 1, 3, 4Α, 4Β, 8 και 9), και, περαιτέρω, ο εναγόμενος 1 απέστειλε μέσω DHL στον ενάγοντα τον τίτλο ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου και το τιμολόγιο αγοράς (Τεκμήρια 5, 6, 6α και 7). Συγκεκριμένα, στις 8.3.2008 ο εναγόμενος 1 ενημέρωσε τον ενάγοντα για συγκεκριμένο αυτοκίνητο μάρκας Range Rover του 2008, και στις 12.3.2008 τον ενημέρωσε ότι το αυτοκίνητο είχε αριθμούς εγγραφής YK08 YYD, ότι δεν είχε προβλήματα με την αστυνομία και ότι ήταν γενικά «καθαρό» και του υπέδειξε παράλληλα το λογαριασμό του στην Barclays Bank στην οποία θα έπρεπε να γίνει το τραπεζικό έμβασμα (Τεκμήριο 1). Στις 14.3.2008 ο ενάγοντας έμβασε προς τον εναγόμενο 1, στο λογαριασμό που ο τελευταίος του υπέδειξε, το σύνολο του τιμήματος αγοράς και των μεταφορικών εξόδων, ήτοι GBP 36.000 (€47.310,94) (Τεκμήρια 2 και 2α). Ο εναγόμενος 1 τον καθησύχαζε ότι όλα είναι εντάξει και ότι θα του αποστείλει το αυτοκίνητο (Τεκμήρια 1, 3, 4Α και 4Β). Η αποστολή του αυτοκινήτου και η παραλαβή του από τον ενάγοντα καθυστερούσε. Στις 22.4.2008 ο εναγόμενος 1 απολογήθηκε για την καθυστέρηση στην αποστολή του αυτοκινήτου και ανέφερε στον ενάγοντα ότι αντί του οχήματος που είχαν συμφωνήσει, θα του απέστελλε άλλο όχημα, ένα Range Rover HSE με αριθμούς εγγραφής RF57 ΟDA το οποίο ήταν καλύτερο και πιο ακριβό, χωρίς επιπλέον κόστος ή προμήθεια, στέλνοντας του σχετικές φωτογραφίες (Τεκμήρια 8 και 9), καθώς και τον τίτλο ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου και το τιμολόγιο αγοράς μέσω DHL (Τεκμήρια 5, 6 και 6α και 7). Στον τίτλο ιδιοκτησίας (Τεκμήρια 6 και 6α), ως ιδιοκτήτης αναφερόταν κάποιος Yasser Ahmed. Ο Yasser Ahmed φαίνεται ο πωλητής του αυτοκινήτου στο τιμολόγιο αγοράς (Τεκμήριο 7). Ο τίτλος ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου που στάληκε στον ενάγοντα από τον εναγόμενο 1 δεν είναι γνήσιος. Ο εναγόμενος 2 συνέχισε και μετά τη συνάντηση του Ιανουαρίου του 2008 να έχει επαφή με τον ενάγοντα για την αγοραπωλησία και καθησύχαζε τον ενάγοντα ότι όλα βαίνουν καλώς. Ο ενάγοντας δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στον εναγόμενο
  9. Ο ενάγοντας ουδέποτε παρέλαβε το όχημα που αγόρασε. Το όχημα RF57 ΟDA κατασχέθηκε στις 5.5.2008 από την Αστυνομία του Κent, ενόσω οδηγείτο από κάποιον Χριστοφή Χριστοφή επειδή οδηγείτο χωρίς ασφάλεια (Τεκμήριο 10). Ο εναγόμενος 1 σταμάτησε να επικοινωνεί με τον ενάγοντα. Περί τον Ιούλιο του 2008 ο εναγόμενος 2 παρέδωσε στον ενάγοντα επιταγή της Τράπεζας Κύπρου του Όμηρου Βαρνάβα, αδελφού του εναγόμενου 1, για το ποσό των €5.000, την οποία η σύζυγος του ενάγοντα εξαργύρωσε. Ανταπαίτηση Ελλείψει αποδεκτής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα της ανταπαίτησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε σχετικά ευρήματα. Σημειώνω ότι ο συνήγορος του εναγόμενου 2, στα πλαίσια της αγόρευσης του, προέβαλε την εξής θέση. Όπως προαναφέρθηκε, στην παράγραφο 15 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, ο ενάγοντας αναφέρει ότι ο εναγόμενος 1, λίγες μέρες μετά την έγερση της αγωγής, έδωσε στον εναγόμενο 2 το ποσό των €10.000 σε μετρητά και αυτός στη συνέχεια έδωσε το εν λόγω ποσό στον ενάγοντα έναντι του ποσού που καταβλήθηκε για το αυτοκίνητο. Στην πλαίσια της αγωγής αρ. 6375/11 που έγινε εναντίον του εναγόμενου 1, εκδόθηκε απόφαση εναντίον του για το ποσό των €42.083,44 (Τεκμήριο 13). Θέση του συνηγόρου του εναγόμενου 2 είναι ότι, αν οι εν λόγω €10.000 είχαν όντως σχέση με την αγοραπωλησία του αυτοκινήτου ο ενάγοντας θα το είχε αποκαλύψει στην αγωγή που έκανε το 2011 εναντίον του εναγόμενου
  10. Το γεγονός ότι δεν το αποκάλυψε, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στην κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου 2 φαίνεται να έγινε μία ανάληψη από αυτόν ύψους €10.300 (Τεκμήρια 14 και 14α) καταδεικνύει, κατά τη θέση του, ότι ο ενάγοντας έλαβε το ποσό των €10.000 από τον εναγόμενο 2 ως δάνειο στις 23.5.
  11. Ως προς την πιο πάνω θέση, έχω την άποψη ότι ο συνήγορος του εναγόμενου 2 εσφαλμένα εξομοιώνει δικογραφημένη θέση του ενάγοντα με μαρτυρία, και μάλιστα, υποστηρίζοντας ότι στην εν λόγω δικογραφημένη θέση βρίσκεται η μισή αλήθεια, απομονώνοντας, δηλαδή, τον ισχυρισμό για λήψη των χρημάτων χωρίς να αποδέχεται, όμως, το χρόνο στον οποίο ο ενάγοντας δικογράφησε ότι λήφθηκαν και το σκοπό για τον οποίο δικογράφησε ότι λήφθηκαν. Νομική πτυχή και τελικά συμπεράσματα Έχοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης για την απαίτηση το φέρει ο ενάγοντας και για την ανταπαίτηση ο εναγόμενος 2 στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων,[15] σημειώνω τα εξής. Απαίτηση Ο ενάγοντας με την αγωγή του ζητά το ποσό των €42.083,44, ως ποσό το οποίο κατακρατούν παράνομα οι εναγόμενοι από τις 14.3.2008, δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων, με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από 14.3.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των €5.000 από 14.3.2008 μέχρι 16.7.2008, ημερομηνία επιστροφής του εν λόγω ποσού στον ενάγοντα. Είναι αναμφίβολο ότι ο ενάγοντας κατέβαλε στον εναγόμενο 1 ένα μεγάλο ποσό χρημάτων, για την αγορά ενός αυτοκινήτου, το οποίο δεν παρέλαβε ποτέ. Ο ενάγοντας έχει ήδη εξασφαλίσει απόφαση εναντίον του εναγόμενου 1 στα πλαίσια της αγωγής αρ. 6375/11 για το ποσό των €42.083,
  12. Το ερώτημα είναι αν πέραν του εναγόμενου 1, ευθύνεται και ο εναγόμενος 2, στη βάση πάντα των δικογραφημένων θέσεων του ενάγοντα. Σύμφωνα με το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «
  13. Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά: Νoείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση για τo χαρακτήρα, τη συμπεριφoρά, τηv πίστη, τηv ικαvότητα, τo επιτήδευμα ή τις συvαλλαγές oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ, η oπoία έγιvε με σκoπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτωv ή αγαθώv στo πρόσωπo αυτό, εκτός αv η παράσταση αυτή έγιvε γραπτώς και υπoγράφτηκε από τov ίδιo τov εvαγόμεvo.» Ο ενάγοντας παραθέτει στην Έκθεση Απαίτησης του συγκεκριμένες λεπτομέρειες απάτης, δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων από τους εναγόμενους 1 και 2, τις οποίες θα παραθέσω στη συνέχεια, μαζί με την κρίση μου ως προς το κατά πόσο αυτές έχουν αποδειχθεί. Θέση του ενάγοντα είναι ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να αναφέρουν στον ενάγοντα τον πραγματικό ιδιοκτήτη του οχήματος και ότι παρέλειψαν να αναφέρουν στον εναγόμενο (μάλλον εννοεί ενάγοντα) ότι το όχημα είναι ενεχυριασμένο σε Τράπεζα της Αγγλίας. Η θέση του ενάγοντα είναι ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δολίως του απέκρυψαν το γεγονός ότι πραγματικός ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν η Scotland Bank η οποία είχε χρηματοδοτήσει την αγορά του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να τον εξαπατήσουν και με ψευδείς παραστάσεις να τον πείσουν να καταβάλει το πλήρες τίμημα της αγοράς. Η τελευταία αυτή θέση του ενάγοντα παραβλέπει κατ' αρχάς ότι το τίμημα αγοράς εξοφλήθηκε εξ' ολοκλήρου πολύ πριν έρθει στο προσκήνιο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής RF57 ΟDA το οποίο κατασχέθηκε στο Kent. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας κατέβαλε το τίμημα αγοράς στις 14.3.2008, αφού ο εναγόμενος 1 τον πληροφόρησε ότι βρήκε αυτοκίνητο της αρεσκείας του, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής YK08 YYD, το οποίο δεν είχε οποιαδήποτε προβλήματα (Τεκμήριο 1). Αναφορά στο όχημα με αριθμούς εγγραφής RF57 ΟDA έγινε για πρώτη φορά στις 22.4.2008 (Τεκμήρια 8 και 9), και αφού ο ενάγοντας κατέβαλε το τίμημα αγοράς προς τον εναγόμενο
  14. Πέραν τούτου, με βάση τη μαρτυρία που προσφέρθηκε, δεν έχει αποδειχθεί ενώπιον μου ποιος ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης του οχήματος που κατασχέθηκε στο Kent ή ότι το εν λόγω όχημα ήταν ενεχυριασμένο σε Τράπεζα της Αγγλίας. Επιπλέον, δεν προσφέρθηκε μαρτυρία περί του ότι ο εναγόμενος 2 γνώριζε ποιος ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης του οχήματος ή ότι το όχημα ήταν ενεχυριασμένο σε Τράπεζα της Αγγλίας, αλλά να παρέλειψε να αναφέρει τούτο στον ενάγοντα. Είναι επίσης θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 του παρουσίασαν ψεύτικο τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος. Ο τίτλος ιδιοκτησίας που στάληκε στον ενάγοντα (Τεκμήρια 6 και 6α) ήταν όντως πλαστός, ως το σχετικό εύρημα μου. Όμως, ο εν λόγω τίτλος στάληκε στον ενάγοντα από τον εναγόμενο 1 με DHL και όχι από τον εναγόμενο 2, ως η μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο εν λόγω πλαστός τίτλος ιδιοκτησίας ετοιμάστηκε και/ή παρουσιάστηκε στον ενάγοντα από τον εναγόμενο
  15. Η δε θέση του συνηγόρου του ενάγοντα στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 «δείχνει τη γνώση που οι εναγόμενοι είχαν ή που μπορούσαν να έχουν για τον τίτλο ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου που δήθεν θα έφερναν στον ενάγοντα» ουδόλως αποδεικνύει, κατά την κρίση μου, ότι ο εναγόμενος 2 πράγματι γνώριζε ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας που ο εναγόμενος 1 απέστειλε στον ενάγοντα είναι πλαστός. Άλλωστε, δεν του υποβλήθηκε ευθέως τέτοια θέση κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Είναι περαιτέρω θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλαβαν χρήματα τα οποία δεν δικαιούνταν να λάβουν. Σύμφωνα, όμως, και πάλι με τη μαρτυρία του ενάγοντα, ο ίδιος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στον εναγόμενο
  16. Ούτε και προσφέρθηκε από μέρους του μαρτυρία ότι ο εναγόμενος 1 κατέβαλε κάποιο συγκεκριμένο ποσό στον εναγόμενο
  17. Περαιτέρω, είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να αναφέρουν στον ενάγοντα ότι η μεταφορά του οχήματος στην Κύπρο γινόταν κατά παράβαση των νόμων και κανονισμών περί τροχαίας κίνησης που ισχύουν στην Αγγλία και ότι το όχημα οδηγείτο από άγνωστο του ενάγοντος, άτομο, χωρίς ασφάλεια. Έχω απορρίψει τη θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να υλοποιήσει τη συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 και ότι ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να μεσολαβήσει για να μεταφερθεί το αυτοκίνητο στην Κύπρο, για τους λόγους που ανέφερα στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα. Από την αλληλογραφία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1, προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1 είναι που ανέλαβε να προβεί στις απαραίτητες διευθετήσεις για να μεταφερθεί το αυτοκίνητο στην Κύπρο. Περαιτέρω, δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία ότι ο εναγόμενος 2 γνώριζε οτιδήποτε για τις λεπτομέρειες μεταφοράς του οχήματος στο λιμάνι για να σταλεί στην Κύπρο και να παρέλειψε να το αναφέρει στον ενάγοντα. Τέλος, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να αναφέρουν και/ή να αναφέρουν έγκαιρα στον ενάγοντα ότι στις 5.5.2008 το όχημα κατασχέθηκε από την αστυνομία του Kent και παραδόθηκε στην τράπεζα ως μοναδικό δικαιούχο του. Θέση του ενάγοντα είναι η εν λόγω πληροφόρηση προήλθε από τον εναγόμενο 2 κατά ή περί τον Ιούλιο του 2008, αλλά δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία από μέρους του ότι ο εναγόμενος 2 γνώριζε το πιο πάνω γεγονός προ του χρόνου εκείνου. Στα πλαίσια της αγόρευσης του συνηγόρου του ενάγοντα, το παράπονο του ενάγοντα προσδιορίζεται ως εξής. Ο εναγόμενος 2 σε συνεννόηση και συνεργασία με τον εναγόμενο 1 έπεισε τον ενάγοντα να στείλει 36.000 στερλίνες στην Αγγλία στο όνομα του εναγόμενου 1, αφού τον διαβεβαίωσε και συμφώνησε μαζί του ότι ο εναγόμενος 1 θα του αγόραζε και απέστελλε στην Κύπρο ένα αυτοκίνητο μάρκας Range Rover. Ο ενάγοντας συμφώνησε με τον εναγόμενο 2 προς τούτο και έδωσε πίστη στα λόγια και στις διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του ότι ο εναγόμενος 1 θα του απέστελλε το αυτοκίνητο. Αν ο ενάγοντας δεν στηριζόταν στις διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του εναγόμενου 2, δεν θα αγόραζε το αυτοκίνητο και δεν θα έστελλε τα χρήματα στον εναγόμενο
  18. Για τους λόγους που εξήγησα στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα η προσφερθείσα μαρτυρία δεν είναι τέτοια που θα μου επέτρεπε να προβώ σε ασφαλές εύρημα ότι ο εναγόμενος 2 διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 1 είναι έμπιστο του άτομο και ότι θα του εξεύρει το αυτοκίνητο της αρεσκείας του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, σημειώνω ότι αν και ο ενάγοντας δικογραφεί στην Έκθεση Απαίτησης του τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος 2 τον διαβεβαίωσε ότι ο εναγόμενος 1 είναι έμπιστο του άτομο και ότι θα του εξεύρει το αυτοκίνητο της αρεσκείας του, δεν περιλαμβάνει στο δικόγραφο του ισχυρισμό ότι η εν λόγω διαβεβαίωση συνιστά ψευδή παράσταση και/ή δόλο και/ή απάτη. Οι λεπτομέρειες απάτης, δόλου και ψευδών παραστάσεων που ο ενάγοντας παρέθεσε στην Έκθεση Απαίτησης του, παρατέθηκαν αυτούσιες στα πλαίσια της εισαγωγής, πιο πάνω, και εύκολα κατά τη γνώμη μου μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι η πιο πάνω διαβεβαίωση δεν περιλαμβάνεται σ' αυτές. Η σημασία της δικογραφίας στην πολιτική δίκη είναι γνωστή. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική: «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής.» Είναι επιπλέον η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να υλοποιήσει τη συμφωνία μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου 1 ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου
  1. Σύμφωνα με το άρθρο 142 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «"αντιπρόσωπος" είναι το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται με τον τρόπο αυτό, καλείται "αντιπροσωπευόμενος"». Για τους λόγους που ανέφερα στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα είναι η κρίση μου ότι μετά τη συνάντηση του Ιανουαρίου του 2008, ο ενάγοντας είχε απευθείας επικοινωνία με τον εναγόμενο 1, ο οποίος και ανέλαβε να υλοποιήσει ο ίδιος τη συμφωνία του με τον ενάγοντα για αγορά και αποστολή στην Κύπρο του αυτοκινήτου που ο ενάγοντας επιθυμούσε να αγοράσει, χωρίς εμπλοκή του εναγόμενου 2, ο ρόλος του οποίου περιοριζόταν στο να καθησυχάζει τον ενάγοντα ότι όλα κυλούν ομαλά. Αλλά ακόμα και αν εύρημα μου ήταν ότι ο εναγόμενος 2 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1, δεν θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, να έχει ως τέτοιος ευθύνη για τη μη τήρηση της συμφωνίας του ενάγοντα με τον εναγόμενο
  2. Και εξηγώ. Το άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, έχει πλαγιότιτλο «αντιπρόσωπος δεν δύναται να εκτελέσει προσωπικά σύμβαση που συνάφθηκε για λογαριασμό αντιπροσωπευόμενου, ούτε δεσμεύεται από αυτή» και προβλέπει τα εξής: «190.-
(1)Ελλείψει συμβατικού όρου γι αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δύναται να εκτελέσει προσωπικά σύμβαση που συνάφθηκε από αυτόν για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ούτε δεσμεύεται προσωπικά από αυτή.
(2)Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει στις ακόλουθες περιπτώσεις- (α) όταν η σύμβαση καταρτίζεται από αντιπρόσωπο για την πώληση ή την αγορά αγαθών, για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στην αλλοδαπή· (β) όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου· (γ) όταν ο αντιπροσωπευόμενος, παρόλο ότι αποκαλύφτηκε το όνομα του, δεν δύναται να εναχθεί.» Και σύμφωνα με το άρθρο 193 του Κεφ. 149 που έχει πλαγιότιτλο «Δικαιώματα προσώπου που συναλλάσσεται με αντιπρόσωπο ο οποίος είναι προσωπικά υπεύθυνος»: «193. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αντιπρόσωπος έχει προσωπική ευθύνη, το πρόσωπο που συναλλάσσεται με αυτόν δύναται να στραφεί είτε εναντίον αυτού είτε εναντίον του αντιπροσωπευόμενου, είτε εναντίον και των δύο.» Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, ελλείψει συμβατικού όρου γι' αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δεσμεύεται προσωπικά από σύμβαση που συνήφθη από τον ίδιο για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει, μεταξύ άλλων, όταν η σύμβαση καταρτίζεται από αντιπρόσωπο για την πώληση ή την αγορά αγαθών, για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στην αλλοδαπή. Το άρθρο 190 του Κεφ. 149 είναι ακριβώς το ίδιο με το άρθρο 230 του Ινδικού Contract Act (Γεωργιάδης ν. The Bernoulli Trading Co Ltd
(1994)1 AAΔ 629, 633). Το άρθρο 230 του Ινδικού Contract Act αναλύεται στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, 1972, στις σελ. 778 έως 786 και το άρθρο 230
(1)(το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 190
(2)(α) του Κεφ. 149), αναλύεται ειδικότερα στις σελ. 779 - 780 όπου, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε τα εξής: «Presumed exceptions: Foreign principal. This is based on convenience and general mercantile usage. In the case of a British merchant buying for a foreigner, "according to the universal understanding of merchants and of all persons in trade, the credit is then considered to be given to the British buyer, and not to the foreigner"; for "a foreign constituent does not give the commission merchant any authority to pledge his credit to those" with whom the commissioner deals on his account. Here, unless a contrary agreement appears, the foreign principal is not a party to the contract at all, and can neither sue nor be sued on it. The question was originally one of fact, but at this day doubts in particular cases and reducible to a question whether, on the construction of the contract with regard to the facts there does appear an intention that the principal shall be a party. On the question whether an agent is to be considered as having contracted personally the true intention has to be deduced, as in other cases, from the terms of the contract and surrounding circumstances. The circumstances that the principal is a foreigner gives rise to a presumption, but only a presumption, of an intention to contract personally, and the presumption may be rebutted by indication of an intention to the contrary.[16] Where an agent was described as contracting "on behalf of" a foreign principal, who was named, it was held that the agent was not personally liable though he signed the contract in his own name, and a similar decision was come to where the contract note described the agents as having sold "on account of" certain foreign principals, and where signature "as agents" was combined with description of the principal parties as "seller" and "buyer".» (έμφαση δική μου) Ο εναγόμενος 1 διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή μόνιμα στην Αγγλία. Όμως, τον Ιανουάριο του 2008 έγινε συνάντηση στη Λευκωσία στην οποία παρευρέθηκε ο ενάγοντας και οι εναγόμενοι 1 και 2. Εκεί συμφωνήθηκε όπως ο εναγόμενος 1 εξεύρει διά λογαριασμό του ενάγοντα αυτοκίνητο στην Αγγλία μάρκας Range Rover HSE και να ειδοποιήσει τον ενάγοντα να εμβάσει το σχετικό τίμημα αγοράς μαζί με τα μεταφορικά έξοδα σε λογαριασμό του εναγόμενου 1 στην Barclays Bank. Είναι, κατά την κρίση μου, καθαρό ότι ο εναγόμενος 1 συμβλήθηκε με τον ενάγοντα και ότι συμφώνησε ότι θα ήταν υπεύθυνος έναντι του τελευταίου σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της συμφωνίας από τον ίδιο. Εξ' ου και του επέστρεψε τις €5.000. Υπό τις περιστάσεις, συνεπώς, της παρούσας υπόθεσης, το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 190
(2)(α) θα είχε ανατραπεί, ακόμη και αν είχα αποφασίσει ότι ο εναγόμενος 2 συμβλήθηκε με τον ενάγοντα ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου
  1. Είναι επίσης η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τον εναγόμενο
  2. Στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του ενάγοντα ο εναγόμενος 2 χαρακτηρίζεται ως «η εγγύηση της συναλλαγής». Σύμφωνα με τα άρθρα 84 και 86 του Κεφ. 149: «
  3. "Σύμβαση εγγύησης" είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο∙ το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής".» «
  4. Εκτός αν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση, ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης.» Το άρθρο 84 του Κεφ. 149 είναι παρόμοιο με το άρθρο 126 του Ινδικού Contract Act, το οποίο αναλύεται στο πιο πάνω σύγγραμμα των Pollock & Mulla, στις σελ. 611 -
  5. Στη σελ. 612 αναφέρονται τα εξής: «Difference between Guarantee and Indemnity. There can be no contract of guarantee unless there be a principal debtor, the surety's obligation must be substantially dependent on a third person's default. A promise to be primarily and independently liable is not a guarantee, though it may be an indemnity. [...] In order to constitute a contract of guarantee there must be a third contract by which the principal debtor expressly or impliedly requests the surety to act as such. Without this contract it is not possible to work out the liabilities of the surety. It is not necessary that the principal debtor should as a matter of law be an express party to the contract of guarantee. It is sufficient that the principal debtor is a party to the contract by implication.» Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγοντας ανέφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 και διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι είναι έμπιστο του άτομο. Αντεξεταζόμενος, όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα ποια είναι η προσωπική εγγύηση του εναγόμενου 2, ο ενάγοντας απάντησε ότι ο εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι γνωρίζει τον εναγόμενο 1, ότι ήδη έφεραν πολλά αυτοκίνητα στην Κύπρο και ότι δεν έχει πρόβλημα. Υπό το φως της προσφερθείσας μαρτυρίας κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ενώπιον μου ότι ο εναγόμενος 2 συμφώνησε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 σε περίπτωση μη εκπλήρωσης αυτών από τον ίδιο τον εναγόμενο
  6. Περαιτέρω, κάποιες αναφορές του ενάγοντα στα πλαίσια της αντεξέτασης του σε ερωτήσεις που δεν σχετίζοντο με το θέμα της κατ' ισχυρισμό εγγύησης του εναγόμενου 2, περί του ότι ο εναγόμενος 2 του είπε να στείλει τα λεφτά με εγγύηση δική του και ότι του εγγυάτο ότι το αυτοκίνητο θα έρθει στην Κύπρο χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα και περί του ότι η πληρωμή προς τον εναγόμενο 1 έγινε μετά την εγγύηση του εναγόμενου 2 ότι η πληρωμή είναι ευθύνη δική του, παραπέμπουν μάλλον σε ισχυρισμό περί σύμβασης κάλυψης[17] παρά σύμβασης εγγύησης. Τέτοιος, όμως, ισχυρισμός δεν δικογραφείται. Σε κάθε δε περίπτωση, όπως εξήγησα στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα, οι αναφορές αυτές δεν είχαν την καθαρότητα εκείνη που θα μου επέτρεπαν να προβώ σε εύρημα ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε προσωπικά την πιστή τήρηση της συμφωνίας από τον εναγόμενο 1 και ότι ανέλαβε να επιστρέψει το ποσό που ο ενάγοντας κατέβαλε στον εναγόμενο 1, σε περίπτωση που ο ενάγοντας δεν παραλάμβανε το αυτοκίνητο που αγόρασε. Υπό το φως των ανωτέρω, η αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου 2 θα πρέπει να απορριφθεί. Ανταπαίτηση Στη βάση των όσων ανέφερα σχετικώς ανωτέρω, δεν έχει αποδειχθεί ενώπιον μου στο βαθμό που απαιτείται η ύπαρξη της προφορικής συμφωνίας δανείου που ο εναγόμενος 2 επικαλείται στην ανταπαίτηση του. Συνεπώς, ούτε η ανταπαίτηση μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Κατάληξη Με βάση όλα τα πιο πάνω, τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. Επειδή και οι δύο απαιτήσεις προωθήθηκαν μέχρι τέλους, θεωρώ ορθό όπως επιδικάσω τα έξοδα στους επιτυχόντες διάδικους. Όσον αφορά τα έξοδα της απαίτησης, αυτά να είναι υπέρ του εναγόμενου 2 και εναντίον του ενάγοντα (οι ημερομηνίες κατά τις οποίες διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία να είναι κατά ένα δεύτερο) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα της ανταπαίτησης, αυτά να είναι υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου 2 (οι ημερομηνίες κατά τις οποίες διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία να είναι κατά ένα δεύτερο) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα των ακροάσεων δίδονται κατά ένα δεύτερο καθότι η απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Μεταξύ άλλων, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ.
  1. [2] Πολ. Έφ. 195/09, Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ημερ. 30.5.
  2. [3] Μεταξύ άλλων, Ποιν. Έφ, 23/15, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, 21.4.16, σελ. 12 και 13 της απόφασης, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629. [4] Μεταξύ άλλων, Kadis v. Nicolaou
(1986)1 CLR 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454. [5] Μεταξύ άλλων, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [6] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056,
  1. [7] Σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ.
  2. [8] Ποιν. Έφ. 142/14, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας, ημερ. 17.12.
  3. [9] Πολ. Εφ. 274/10, Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, ημερ. 5.5.
  4. [10] Ποιν. Έφ. 20/09, Χατζηξενοφώντος κ.α. ν. Αστυνομίας, ημερ. 15.4.
  5. [11] Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1(Β) ΑΑΔ 825, 832-833. [12] Evangelou v. Ambizas
(1982)1 CLR 41, 57. [13] Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746, 750. [14] Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1, 5 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746, 750. [15] Στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858, 1868 λέχθηκε σχετικώς ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).». [16] See the authorities critically reviewed in Miller, Gibb & Co v. Smith & Tyler [1917] 2 KB 141, CA, where some doubt was thrown on the continuing validity of the usage under modern conditions; at all events it is excluded when the terms of the contract make the foreign principal liable. [17] Σύμφωνα με το άρθρο 82 του Κεφ. 149 «Η σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους υπόσχεται να καλύψει τον άλλο για ζημιά την οποία δυνατό να υποστεί από τη συμπεριφορά του ίδιου του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, καλείται "σύμβαση κάλυψης".» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.