Δημοκρατία ν. Zlatko Uriev κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8637/16, 5/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:25 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8637/16 Δημοκρατία ν.
- Zlatko Uriev
- Costel Cristian Popovici
- Μιχάλης Νικολάου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 5 Αυγούστου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ματθαίου για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Γ. Λοίζου Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Μ. Δαμιανού Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Ρ. Βραχίμης Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν παραδοχής τους σε διάφορες κατηγορίες ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος 1 σε τέσσερεις κατηγορίες αναφορικά με το αδίκημα της ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ( 1η, 2η, 3η & 5η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος 2 σε τρείς κατηγορίες αναφορικά με το αδίκημα της ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ( 2η, 3η & 5η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος 3 σε πέντε κατηγορίες αναφορικά με το αδίκημα της ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η, 2η, 3η, 5η & 6η κατηγορία) και μία κατηγορία για το αδίκημα της απόπειρας ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282, 284 & 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (7η κατηγορία). ΓΕΓΟΝΟΤΑ Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής κατά χρονολογική σειρά έχουν ως ακολούθως: 7η κατηγορία Την 20η Ιανουαρίου 2016 και περί ώρα 23:00 ενώ οι παραπονούμενοι Μ.21 και Μ.22 οι οποίοι κατάγονται από το Μπαγκλαντές βρίσκονταν στην Οδό Λήδρας στη Λευκωσία και κάθονταν σε παγκάκι, τους προσέγγισε ο Κατηγορούμενος 3 μαζί με ακόμα έναν άγνωστο άνδρα και μία άγνωστη γυναίκα. Αφού κάθισαν δίπλα από τους παραπονουμένους, ο Κατηγορούμενος 3 ζήτησε από τον Μ.21 το ποσό των €2, ο οποίος αρνήθηκε να του τα δώσει. Στη συνέχεια και ένεκα της άρνησης του Μ.21, ο Κατηγορούμενος 3 άρπαξε το κινητό τηλέφωνο του τελευταίου, απαιτώντας το ποσό των €20 ώστε να του το επιστρέψει. Ο Μ.22 κατάφερε στη συνέχεια να πάρει το κινητό τηλέφωνο από τα χέρια του Κατηγορούμενου 3, ο οποίος μαζί με τον άγνωστο άνδρα που τον συνόδευε επιτέθηκαν στους δύο παραπονουμένους, κτυπώντας τους με τα χέρια τους και ρίχνοντας τους στο έδαφος με σκοπό να αποκτήσουν το αναφερόμενο κινητό τηλέφωνο και να εξουδετερώσουν την αντίσταση που προέβαλλαν εναντίον της κλοπής. Στη συνέχεια και μη μπορώντας να κλέψουν το κινητό τηλέφωνο, ο Κατηγορούμενος 3 μαζί με τον άγνωστο άνδρα και την άγνωστη γυναίκα τράπηκαν σε φυγή, ενώ οι δύο παραπονούμενοι μετέβησαν την ίδια ημέρα στο ΤΑΕ Λευκωσίας, όπου κατήγγειλαν το προαναφερόμενο γεγονός, δίδοντας ταυτόχρονα την περιγραφή των τριών προσώπων που τους επιτέθηκαν και αποπειράθηκαν να τους ληστέψουν. 6η κατηγορία Την 23η Ιανουαρίου 2016 και περί ώρα 00:10, ενώ ο παραπονούμενος Μ.19 από το Μπαγκλαντές, βρισκόταν έξω από το σπίτι του στην Παλλουριώτισσα, σταμάτησε μπροστά του ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο Κατηγορούμενος 3 μαζί με ακόμα δύο άγνωστα πρόσωπα. Στη συνέχεια και αφού κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, πλησίασαν τον Μ.19 από τον οποίο έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €100 και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung αξίας €150, χαστουκίζοντας τον παράλληλα στο πρόσωπο με σκοπό να αποκτήσουν και να κατακρατήσουν την προαναφερθείσα περιουσία. Στη συνέχεια τα τρία αναφερόμενα πρόσωπα έφυγαν από το μέρος, ενώ ο Μ.19, μετέβη στο ΤΑΕ Λευκωσίας καταγγέλλοντας τη ληστεία που είχε διαπραχθεί εναντίον του. 1η κατηγορία Την 23η Μαρτίου 2016 και περί ώρα 21:25 και ενώ ο παραπονούμενος Μ.18 από το Μπαγκλαντές κινείτο πεζός επί της οδού Ανδροκλέους στη Λευκωσία, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 στάθμευσαν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν με αριθμούς εγγραφής ΑΒΝ 970, σε πολύ κοντινή απόσταση από τον Μ.
- Ακολούθως, εξήλθαν του αυτοκινήτου τους και αφού προσέγγισαν τον Μ.18, του έκλεψαν το πορτοφόλι του το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των €40 χρησιμοποιώντας πραγματική βία εναντίον του, δηλαδή τον κτύπησαν στο πρόσωπο με σκοπό να αποκτήσουν το προαναφερθέν χρηματικό ποσό. 2η & 3η κατηγορία Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας και περί ώρα 23:30, ο Μ. 14 παραπονούμενος στη 2η Κατηγορία, από το Μπαγκλαντές, κινείτο πεζός επί της Λεωφόρου Στασίνου, μαζί με τον παραπονούμενο στην 3η κατηγορία, Μ.15 και ακόμα ένα πρόσωπο κατευθυνόμενοι προς την οικία τους. Τότε, στάθμευσε απέναντι τους το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΑΒΝ 970, από το οποίο εξήλθαν οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 οι οποίοι κατευθύνθηκαν προς το μέρος τους. Ακολούθως οι Κατηγορούμενοι ζήτησαν χρήματα από τους παραπονουμένους (Μ.14 και Μ.15) και τον φίλο τους και όταν αυτοί αρνήθηκαν να τους δώσουν, οι Κατηγορούμενοι έκλεψαν από τον Μ.14 το χρηματικό ποσό των €6, ενώ από τον Μ.15 έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €60, χρησιμοποιώντας πραγματική βία εναντίον τους, δηλαδή τους κτύπησαν με τα χέρια τους σε διάφορα μέρη του σώματός τους, με σκοπό να αποκτήσουν και να κατακρατήσουν τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά. Οι Μ.14 και Μ.15 προέβηκαν σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία την 26.3.
- 5η κατηγορία Την 24.3.2016 περί ώρα 00:15 και ενώ ο Μ.1 από το Πακιστάν, κινείτο πεζός στην οδό Παπανικολή στη Λευκωσία, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 οι οποίοι εξήλθαν από το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΑΒΝ970, τον πλησίασαν και αφού του άρπαξαν τα δύο του χέρια, τοποθετώντας τα πίσω από την πλάτη του, του έκλεψαν το πορτοφόλι του αξίας €27, το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των €1163, και μία πιστωτική κάρτα αξίας €8,50 καθώς επίσης και έξι κλειδιά. Αφού απέκτησαν την προαναφερθείσα περιουσία, οι τρεις Κατηγορούμενοι επιβιβάστηκαν εντός του οχήματος τους και έφυγαν από το μέρος. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 02:00, ο Μ.1 μετέβη στην Αστυνομία, όπου κατήγγειλε τη διαπραχθείσα σε βάρος του ληστεία και παράλληλα ανέφερε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος εντός του οποίου επέβαιναν οι Κατηγορούμενοι. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν στο μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας, διαπιστώθηκε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος αυτού είναι ο πατέρας του Κατηγορούμενου 1, ο οποίος ανέφερε ότι το όχημά του την 23.3.2016, το οδηγούσε ο Κατηγορούμενος
- Ως αποτέλεσμα τούτου την 24.3.2016 συνελήφθη ο Κατηγορούμενος 1 δυνάμει Δικαστικού Εντάλματος Σύλληψης και, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «δεν έχω να πω τίποτε». Την ίδια ημέρα κλήθηκε στα Γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας ο Μ.1, όπου αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 1 ως ένα από τα πρόσωπα που τον λήστεψαν. Ακολούθως λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος παραδέχθηκε την εμπλοκή του στο αδίκημα της 5ης κατηγορίας και κατονόμασε τον Κατηγορούμενο 2 ως συναυτουργό του. Την ίδια ημέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος παραδέχθηκε την ενοχή του στο αδίκημα της 5ης κατηγορίας κατονομάζοντας παράλληλα τους Κατηγορούμενους 1 και 3 ως συναυτουργούς του στη διάπραξη του. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος 2 συνελήφθη δυνάμει Δικαστικού Εντάλματος Σύλληψης και αφού του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης του και του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Έκαμα μεγάλο λάθος». Την 25.3.2016, συνελήφθη ο Κατηγορούμενος 3 δυνάμει Δικαστικού Εντάλματος Σύλληψης για το αδίκημα της 5ης κατηγορίας και αφού του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης του και του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Έτσι εκουρτιστήκαμε ούλλοι μαζί. Ζητώ συγγνώμη». Την ίδια ημέρα λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο 3 ανακριτική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος της 5ης κατηγορίας. Ακολούθως προέβη σε υπόδειξη σκηνής όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Την 26.3.2016, κλήθηκε εκ νέου ο Μ.1 στα Γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας όπου αναγνώρισε τους Κατηγορούμενους 2 και 3 ως τα πρόσωπα που μαζί με τον Κατηγορούμενο 1 τον λήστεψαν στις 24.3.
- Την 27.3.2016 ο Κατηγορούμενος 1 έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε ενοχή στα αδικήματα που αντιμετωπίζει, ενώ την ίδια ημέρα στα Γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας οι Μ.14 και Μ.5 τον αναγνώρισαν, ως ένα από τα πρόσωπα που τους επιτέθηκε και τους έκλεψε την 23.3.
- Την 29.3.2016 λήφθηκε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1, στην οποία, ομοίως παραδέχθηκε την ενοχή του στα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Στη συνέχεια προέβη σε υποδείξεις των σκηνών όπου διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Την ίδια ημέρα λήφθηκε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2 στην οποία παραδέχθηκε ενοχή στα αδικήματα που ο ίδιος αντιμετωπίζει και προέβη και αυτός σε υποδείξεις των σχετικών σκηνών. Την 29.3.2016 κλήθηκαν οι παραπονούμενοι Μ.21 και Μ.22 στα Γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας, όπου είδαν και αναγνώρισαν τον Κατηγορούμενο 3 ως το πρόσωπο που αποπειράθηκε να τους ληστέψει μαζί με άλλα πρόσωπα την 20η Ιανουαρίου
- Την ίδια ημέρα ο παραπονούμενος, Μ.19 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 3 ως το πρόσωπο που μαζί με άλλους τον λήστεψε την 23η Ιανουαρίου
- Ακολούθως οι Μ.14 και Μ.15 στα Γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας είδαν και αναγνώρισαν το Κατηγορούμενο 2 ως ένα από τα πρόσωπα που τους είχαν ληστέψει. Οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Αγορεύσεις για μετριασμό της ποινής Κατά τις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι Υπεράσπισης αναφέρθηκαν τόσο στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και στις προσωπικές περιστάσεις του καθενός των Κατηγορουμένων. Στην αγόρευση του ο κ. Γ. Λοΐζου εκ μέρους του Κατηγορούμενου 1 απέδωσε τη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων σε επιπολαιότητα και ανωριμότητα που επέδειξε χωρίς να καταδεικνύεται, όπως επισήμανε, με βάση και το λευκό ποινικό του μητρώο οποιαδήποτε ροπή προς εγκληματική συμπεριφορά. Ως μετριαστικούς παράγοντες ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του: · Την άμεση παραδοχή του τόσο στην Αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου πού, όπως επισήμανε, αποδεικνύει έμπρακτα τη μεταμέλεια του · Το γεγονός της αποζημίωσης του παραπονούμενου της 5ης κατηγορίας με την καταβολή μαζί με τους άλλους Κατηγορούμενους του μεγαλύτερου μέρους της κλαπείσας περιουσίας · Το νεαρό της ηλικίας του ενόψει του ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι μόλις 20 ετών · Τις προσωπικές του περιστάσεις όπως προκύπτουν από τα όσα εν εκτάσει ανέφερε ο συνήγορος αλλά και τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας · Το λευκό ποινικό του μητρώο Υπήρξε δε εισήγηση από τον κ. Λοΐζου για αναστολή της ποινής φυλάκισης η οποία δυνατόν να επιβληθεί υποστηρίζοντας ότι υπό τις περιστάσεις ο Κατηγορούμενος 1 δικαιούται μιας δεύτερης ευκαιρίας. Η κα Μ. Δαμιανού εκ μέρους του Κατηγορούμενου 2 στη δική της αγόρευση αναφερόμενη στις συνθήκες διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων επισήμανε ότι για αυτά δεν υπήρξε ούτε προσχεδιασμός, ούτε επαγγελματισμός εκ μέρους των Κατηγορουμένων και ότι τα αδικήματα της 2ης, 3ης & 5ης κατηγορίας διαπράχθηκαν εντός μίας ώρας περίπου. Προσέθεσε ότι τα αδικήματα της 2ης και 3ης κατηγορίας αφορούν το ίδιο περιστατικό ενώ εκείνο της 5ης κατηγορίας διαπράχθηκε λίγη ώρα αργότερα τονίζοντας ότι αυτό αποκαλύπτει μία μεμονωμένη παραβατική συμπεριφορά. Απέδωσε δε τη διάπραξη τους στη νεανική ανωριμότητα, επιπολαιότητα αλλά και την έλλειψη ελέγχου και επιτήρησης από την οικογένεια του Κατηγορούμενου
- Περαιτέρω επισήμανε ότι αν και ασκήθηκε κάποια βία εναντίον των παραπονούμενων στις κατηγορίες 2 & 3 εντούτοις αυτή δεν ήταν τέτοια που να προκαλέσει οποιοδήποτε τραύμα ενώ σε σχέση με την 5η κατηγορία παρέπεμψε στη δήλωση του παραπονούμενου στην Αστυνομία στην οποία αναφέρεται ότι δεν είχε κτυπηθεί σωματικά και ότι δεν επιθυμούσε να εξεταστεί από γιατρό. Ως περαιτέρω μετριαστικούς παράγοντες επικαλέστηκε τους ακόλουθους: · Την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου καθώς και την συνεργασία του με τις Αστυνομικές αρχές βοηθώντας με αυτό τον τρόπο στην εξιχνίαση των αδικημάτων αλλά και τη σύλληψη άλλων ατόμων · Την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία καταδεικνύει τη μεταμέλεια του · Το γεγονός της αποζημίωσης μαζί με τους συγκατηγορούμενους του του παραπονούμενου της 5ης κατηγορίας · Το λευκό ποινικό του μητρώο · Το νεαρό της ηλικίας του · Τις προσωπικές του περιστάσεις όπως περιγράφονται στην Έκθεση του γραφείου Ευημερίας από την οποία προκύπτουν οι δύσκολες παιδικές συνθήκες που βίωσε και η έλλειψη της κατάλληλης προσοχής και φροντίδας από την οικογένεια του · Τις αρνητικές επιπτώσεις που αναμένεται να προκύψουν στην οικογένεια και στα εξαρτώμενα από αυτόν άτομα από ενδεχόμενη ποινή άμεσης φυλάκισης ενόψει του ότι εγκυμονεί το παιδί του η συμβία του χωρίς η ίδια να έχει εκτός από τον Κατηγορούμενο 2 οποιοδήποτε άλλο στήριγμα στην Κύπρο · Τις αρνητικές επιπτώσεις που αναμένεται να προκύψουν από την καταδίκη του σε ποινή φυλάκισης λόγω της αναμενόμενης απέλασης του και καταλογισμού του ως απαγορευμένου μετανάστη. Η κα Δαμιανού αφού αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν την επιβολή φυλάκισης με αναστολή παραπέμποντας σε σχετική νομολογία εισηγήθηκε ότι στην υπό κρίση περίπτωση υπάρχουν τέτοια στοιχεία που δικαιολογούν την αναστολή μιας ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης. Ο κ. Βραχίμης στη δική του αγόρευση εκ μέρους του Κατηγορούμενου 3 αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων επεσήμανε ότι ο Κατηγορούμενος 3 έδρασε επιπόλαια και χωρίς προσχεδιασμό. Ως μετριαστικούς παράγοντες ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του: · Τις προσωπικές του περιστάσεις υπογραμμίζοντας ότι ο πελάτης του είχε δύσκολη παιδική ζωή και ότι για κάποιο διάστημα της ζωής του διέμενε σε Παιδική Στέγη. · Την άθλια οικονομική του κατάσταση. · Την άμεση παραδοχή του και συνεργασία του με την Αστυνομία και την παροχή πληροφοριών σε σχέση με άλλα εμπλεκόμενα άτομα τα οποία δυστυχώς δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστούν. · Το λευκό ποινικό του μητρώο Νομική Πτυχή Το αδίκημα της ληστείας για το οποίο κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι είναι από τα πλέον σοβαρά και αυτό αντανακλάται στη μέγιστη ποινή που προνοείται από το Άρθρο 283 του Ποινικού Κώδικα. Σημειώνουμε ότι προνοείται ισόβια φυλάκιση όταν ο παραβάτης συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή όταν κατά τη διάρκεια της ληστείας τραυματίζει, κτυπά ή χρησιμοποιεί οποιαδήποτε άλλη βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Η ίδια κατά μέγιστο όριο ποινή προβλέπεται και για το αδίκημα της απόπειρας ληστείας όταν αυτό διαπράττεται κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες[1]. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρούσα κατατάσσεται στις περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπεται ισόβια φυλάκιση. Η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή που θα επιβάλει. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος, κάτι το οποίο αντανακλάται στη φυλάκιση διά βίου που ο νομοθέτης θεώρησε σκόπιμο να προνοήσει ως ανώτατο όριο ποινής[2]. Χαρακτήρισε τη σοβαρότητα αυτή ως δεσπόζουσας βαρύτητας στην επιμέτρηση της ποινής. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Παναγιώτης Μακρή ν. Δημοκρατίας,
(2013)2 Α.Α.Δ. 15 από την ίδια τη φύση του αδικήματος το οποίο εμπεριέχει τις διά της βίας και της επίδειξης βίας προς εκφοβισμό και εξαναγκασμό ενέργειες που παραβιάζουν κάθε έννοια της πολιτισμένης συμπεριφοράς, δικαίως το αδίκημα της ένοπλης ληστείας θεωρείται από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα. Θεωρούμε δε αναγκαίο να επισημάνουμε εδώ ότι εγκλήματα αυτού του είδους, άσχετα από την ειδικότερη μορφή που παίρνει η κάθε περίπτωση, βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση και παρουσιάζουν μια αυξητική τάση[3]. Τούτο το διαπιστώνουμε όχι μόνο από τις επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και από τις δικές μας προσωπικές εμπειρίες βάσει της καθημερινής και επαναλαμβανόμενης ενασχόλησης με τέτοιου είδους υποθέσεις. Δεν είναι, πιστεύουμε, υπερβολή να πούμε ότι οι ληστείες, πλείστες εκ των οποίων είναι ένοπλες και με τη χρήση βίας, είναι πλέον συχνό φαινόμενο με υποψήφια και ανυποψίαστα θύματα τον κάθε πολίτη με απρόβλεπτες και ανυπολόγιστες συνέπειες. Όπως επισημάνθηκε και σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί ο καιρός που οι κάτοικοι της χώρας μας ένιωθαν και ζούσαν σε συνθήκες ασφάλειας. Κανείς πλέον και πουθενά δεν έχει την άνεση να αισθάνεται ασφαλής καθότι όλοι αποτελούν εν δυνάμει θύματα με ενδεχόμενο τίμημα όχι μόνο την ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια τη σωματική ασφάλεια και ακεραιότητα κάθε νομοταγούς πολίτη. Τούτο καθιστά επιτακτική την ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής που θα επενεργήσει, ελπίζουμε, αποτρεπτικά.[4] Ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής είναι παράγοντες που, ανάλογα με την περίπτωση, συντείνουν στον καθορισμό του ύψους της ποινής η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα[5]. Στην υπόθεση Τalal Faeg Mahmoud Abed v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128, ο (τότε) Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χ. Αρτεμίδης, αφού εκδήλωσε την έντονη αγωνία των κατοίκων της χώρας μας και την άκρως ανησυχητική κατάσταση που επικρατεί στον τόπο μας, τόνισε και τα ακόλουθα σχετικά: «Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχτηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας, ενίοτε σκληρής και άγριας, περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες, όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις, με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί.» Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται και στις ποινές που έχουν επικυρωθεί ή επιβληθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, από τις οποίες προκύπτει ότι το σύνηθες και ορθό τιμωρητικό μέτρο δεν είναι άλλο από την πολύχρονη ποινή φυλάκισης[6]. Στην υπόθεση Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 50 οι κατηγορούμενοι ηλικίας 19 και 23 ετών, παραδέχθηκαν ενοχή σε δύο κατηγορίες ληστείας. Οι δύο κατηγορούμενοι, κουκουλοφόροι και οπλισμένοι με μαχαίρια, εισέβαλαν σε διαμέρισμα δύο αλλοδαπών γυναικών και υπό την απειλή βίας και αφού τις κτύπησαν, απέσπασαν το ποσό των £65. Τα γεγονότα της υπόθεσης κρίθηκαν ως εξαιρετικά σοβαρά. Οι κατηγορούμενοι είχαν λευκό ποινικό μητρώο και παραδέχθηκαν ενοχή μετά από μερική ακρόαση. Τιμωρήθηκαν με ποινή φυλακίσεως 8 ετών που επικυρώθηκε από το Εφετείο. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην πιο πρόσφατη υπόθεση Ippokratis Giannakov v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 220/12 ημερ. 24.02.14, στην οποία επιβλήθηκε, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα της ληστείας. Στην εν λόγω υπόθεση ο Εφεσείων στις 01:50 παραβίασε την πόρτα διαμερίσματος όπου κοιμούνταν ο ιδιοκτήτης αυτού και η κόρη του στα υπνοδωμάτια τους. Κατά την προσπάθεια του να κλέψει ακούστηκε θόρυβος και ξύπνησε η κόρη αντικρίζοντας τον Εφεσείοντα στο καθιστικό. Έντρομη η κόρη κάλεσε σε βοήθεια τον πατέρα της ο οποίος έτρεξε αμέσως στο σημείο με αποτέλεσμα να δεχθεί επίθεση. Συγκεκριμένα ο Εφεσείων τον κτύπησε στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματος του με διάφορα αντικείμενα. Ο Εφεσείων έκλεψε το κλειδί (αξίας €50) ενός αυτοκινήτου, όμως ανακόπηκε από Αστυνομικό κατά την προσπάθεια διαφυγής του από την πολυκατοικία. Το Εφετείο επεκύρωσε την επιβληθείσα ποινή τονίζοντας την έξαρση που παρατηρείται σε τέτοιας φύσης αδικήματα και που καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Οι αποφάσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια υπόψη επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων. Όπως όμως τονίστηκε και στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, με τις ποινές που επιβάλλονται, δεν καθορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά το χρόνο διάπραξής τους. Όπως χαρακτηριστικά επισημάνθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1: «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, το δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη». Στρεφόμενοι τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνουμε ότι ο Κατηγορούμενος 3 είχε αρχίσει νωρίτερα την εγκληματική του δράση. Συγκεκριμένα σε δύο περιπτώσεις, ήτοι στις 20.1.16 και 23.1.16 κατά τις βραδυνές και μεταμεσονύκτιες ώρες μαζί με άλλα πρόσωπα προσέγγισε αλλοδαπούς και χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό και με τη χρήση βίας αποσπούσε χρήματα και όσα αντικείμενα αξίας έβρισκε στην κατοχή των εν λόγω ατόμων. Στην παραβατική του αυτή δράση είχε αρχικά άλλους συνεργάτες, άγνωστα άτομα που δεν εντοπίστηκαν δηλαδή από την Αστυνομία (6η και 7η κατηγορία). Δύο μήνες αργότερα ο Κατηγορούμενος 3 επανήλθε στην ίδια δράση έχοντας στις 23.3.16 και περί ώρα 21:25 ως συνεργό τον Κατηγορούμενο 1 (κατηγορία 1), ενώ στα αμέσως επόμενα αδικήματα ληστείας ήτοι περί τις 23:30 και 00:15 της ίδιας νύκτας (κατηγορίες 2, 3 και 5) προστέθηκε πλέον ως συμμέτοχος και ο Κατηγορούμενος
- Υπό αυτά τα δεδομένα είναι έκδηλο ότι ο Κατηγορούμενος 3 έδρασε με τον ίδιο παραβατικό τρόπο σε διάφορα χρονικά στάδια με αποτέλεσμα ως προς τον ίδιο να μην ομιλούμε για μεμονωμένο περιστατικό και αυτό προφανώς συνέβαινε όποτε ο ίδιος έκρινε ότι τα δεδομένα της στιγμής και του χώρου, του χρόνου και του θύματος αποτελούσαν κατάλληλη περίπτωση για να ληστέψει μαζί με άλλους και με αυτό τον τρόπο να εξασφαλίσει ό,τι έβρισκε που είχε αξία. Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 επισημαίνουμε ότι η παραβατική του συμπεριφορά περιορίζεται σε δυο περιστατικά που έλαβαν χώρα λίγο πριν και λίγο μετά τα μεσάνυκτα της 23.3.16 σε ένα συνολικό διάστημα 45 περίπου λεπτών έτσι ώστε να διαφοροποιείται ο δικός του ρόλος και συμμετοχή από εκείνη του Κατηγορούμενου
- Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 λέμε ότι και η δική του παραβατική δράση περιορίζεται στα όσα συνέβηκαν τις βραδυνές ώρες της 23.3.16 στη διάρκεια των οποίων έλαβαν χώρα τα γεγονότα της η 1ης, 2ης και 3ης κατηγορίας, δηλαδή τρία διαφορετικά περιστατικά και ένα περιστατικό λίγο μετά τα μεσάνυκτα της 24.3.
- Η πιο πάνω συνολική εγκληματική δράση του κάθε Κατηγορούμενου θεωρούμε ότι δικαιολογεί τη διαφορετική ποινική μεταχείριση του καθενός από αυτούς, χωρίς να τίθεται ζήτημα άνισης μεταχείρισης, ακριβώς λόγω της συμμετοχής τους σε διαφορετικό αριθμό αδικημάτων. Όσον αφορά το βαθμό βίας που χρησιμοποιήθηκε στα επίδικα περιστατικά θα συμφωνήσουμε με τις σχετικές εισηγήσεις των συνηγόρων Υπεράσπισης ότι ευτυχώς δεν χρησιμοποιήθηκε τέτοια βία η οποία να προκαλέσει σωματικές βλάβες ή τραυματισμό στα παραπονούμενα πρόσωπα. Αυτό βεβαίως δεν εξαλείφει το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε η απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις βία για την εξασφάλιση της ξένης περιουσίας. Σημειώνουμε δε, ότι δυνητικά τέτοιου είδους συμπεριφορές εμπεριέχουν πάντοτε τον κίνδυνο να επιφέρουν απρόβλεπτες συνέπειες. Παρά τη διαπιστωμένη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και την ανάγκη για επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής το καθήκον προς εξατομίκευση υπάρχει πάντα και δεν ατονεί, ούτως ώστε αυτή να προσιδιάζει στις ιδιαίτερες περιστάσεις των Κατηγορουμένων και της υπόθεσης[7]. Στα πλαίσια του καθήκοντος μας αυτού λαμβάνουμε υπ΄ όψιν τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: i. Προς όφελος όλων των Κατηγορουμένων την πλήρη συνεργασία με τις Αστυνομικές Αρχές και την ομολογία τους στην Αστυνομία κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης. ii. Την άμεση παραδοχή τους στο Δικαστήριο η οποία καταδεικνύει τη μεταμέλεια τους και διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα και τους δίνει το δικαίωμα για σχετική έκπτωση στην ποινή. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.» iii. Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων αναμφίβολα αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου. iv. Τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορουμένων με βάση τα όσα προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για κάθε ένα και τα όσα έχουν σε έκταση αναπτύξει ενώπιον μας οι συνήγοροι τους. Ο Κατηγορούμενος 1 ηλικίας 20 ετών κατάγεται από τη Βουλγαρία και προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ενώ ήτο μόλις ενός έτους η μητέρα του εγκατέλειψε τόσο τον ίδιο όσο και τον σύζυγο της και ο Κατηγορούμενος 1 παρέμεινε με τον πατέρα του ενώ μαζί τους διέμενε και η γιαγιά του, μητέρα του πατέρα του, μέχρι το 2004 όταν ο πατέρας του παντρεύτηκε εκ νέου. Από τον δεύτερο του γάμο ο πατέρας του απέκτησε μία κόρη και ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν 12 ετών. Λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η οικογένεια ο πατέρας του με τη μητριά του και την αδελφή του αναγκάστηκαν να μετοικήσουν στην Κύπρο με σκοπό την εξεύρεση εργασίας και ενός καλύτερου μέλλοντος για την οικογένεια. Ο Κατηγορούμενος 1 παρέμεινε στη Βουλγαρία μαζί με τη γιαγιά του και ήλθε στην Κύπρο αργότερα το 2013 με σκοπό να συναντήσει τους γονείς του όταν η οικονομική κατάσταση της οικογένειας ήταν καλύτερη. Ο Κατηγορούμενος 1 φοίτησε μέχρι την Γ΄τάξη Γυμνασίου της χώρας του διακόπτοντας τη φοίτηση του λόγω ελλείψεως ενδιαφέροντος. Στην Κύπρο εργάστηκε σε διάφορες εργασίες για κάλυψη των αναγκών του. Εργάστηκε ως υπάλληλος βενζινάδικου, φαστφουντάδικου και στις οικοδομές. Εργαζόταν έως την ημέρα της σύλληψης του στις οικοδομές μαζί με το θείο του ενώ τις ημέρες που δεν εργαζόταν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες διέμενε στο σπίτι με την οκτάχρονη αδελφή του επιβλέποντας την καθότι δούλευαν και οι δύο γονείς του. Ο Κατηγορούμενος 2 ηλικίας 23 ετών κατάγεται από τη Ρουμανία και προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, είναι δε το μοναδικό παιδί της οικογένειας του. Ο βιολογικός του πατέρας εγκατέλειψε τη μητέρα του πριν τη γέννηση του και έκτοτε δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί τους. Η μητέρα του όταν αυτός ήταν ηλικίας 7 ετών λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε μετέβη αρχικώς στην Ιταλία για σκοπούς εργασίας και ακολούθως ήρθε στην Κύπρο. Τη δε φροντίδα και φύλαξη του ανέλαβε η μητρική γιαγιά και παππούς του. Φοίτησε μόνο για 4 χρόνια σε σχολείο της χώρας του και στη συνέχεια διέκοψε λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια του. Από νεαρή ηλικία και συγκεκριμένα από 12 ετών εργαζόταν ως οικοδόμος για την κάλυψη των αναγκών του. Το 2009 ήρθε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας αλλά και για να συναντήσει τη μητέρα του. Μετά πάροδο 2 μηνών περίπου η μητέρα του επέστρεψε στη χώρα της χωρίς, όμως ο ίδιος να την ακολουθήσει. Ο Κατηγορούμενος κατά την παραμονή του στην Κύπρο συνήψε σχέση και τα τελευταία 4 περίπου χρόνια συμβιώνει με συμπατριώτισσα του ηλικίας σήμερα 40 ετών. Διέμεναν δε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Σύντομα θα αποκτήσουν παιδί ενόψει του ότι η συμβία του βρίσκεται σήμερα στον πέμπτο μήνα κύησης. Πριν τη σύλληψη του ο Κατηγορούμενος 2 εργαζόταν στις οικοδομές και λάμβανε €35 ημερησίως για την εργασία αυτή. Ο Κατηγορούμενος 3 ηλικίας 20 ετών προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Η μητέρα του κατάγεται από τη Ρουμανία και διαμένει στη Λευκωσία, είναι άνεργη και στηρίζεται οικονομικά από κρατικό επίδομα. Ο πατέρας του κατάγεται από τη Λευκωσία, είναι άνεργος και διαμένει στη Λευκωσία με τη δεύτερη σύζυγο του. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν ηλικίας τριών ετών. Είναι το μικρότερο σε σειρά από τα τρία παιδιά της οικογένειας του. Τη φύλαξη και τη φροντίδα του ιδίου και των αδελφών του ανέλαβε η μητέρα του. Ο πατέρας του από το δεύτερο γάμο του απέκτησε δύο παιδιά ηλικίας 12 και 10 ετών σήμερα. Μετά τον χωρισμό των γονέων του μετέβη με την αδελφή και μητέρα του στην Αθήνα για σκοπούς εργασίας της μητέρας του. Κατόπιν 4 χρόνων παραμονής μετάβησαν στη Ρουμανία όπου τη φύλαξη και φροντίδα του ιδίου και της αδελφής του ανέλαβαν οι μητρικοί παππούδες. Λόγω οικονομικών δυσκολιών η μητέρα του είχε πάει στην Ολλανδία για να εργαστεί. Το 2006 ήρθε μαζί με την αδελφή του στην Κύπρο όπου τη φύλαξη και φροντίδα τους ανέλαβε ο πατέρας του μαζί με τη μητριά τους. Στην ηλικία των 16 ετών λόγω προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στις σχέσεις του με την μητριά του εγκατέλειψε την οικία και μέχρι την ενηλικίωση του φιλοξενείτο σε ξενώνα εφήβων στη Λευκωσία. Ακολούθως εγκαταστάθηκε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα και οικονομικά συντηρείτο από κρατικό επίδομα ενώ παράλληλα εργαζόταν ευκαιριακά ως σερβιτόρος. v. Ενόψει της ηλικίας των Κατηγορουμένων δεχόμαστε ότι εμπίπτουν στη γενικότερη κατηγορία των νεαρών προσώπων και δικαιούνται υπό τις περιστάσεις της παρούσας να τύχουν επιεικέστερης μεταχείρισης vi. Το γεγονός της αποζημίωσης του παραπονούμενου της 5ης κατηγορίας με την καταβολή από τους Κατηγορούμενους του συνολικού ποσού της κλαπείσας περιουσίας προς αποκατάσταση των υλικών ζημιών που του προκλήθηκαν όπως επιμαρτυρείται από την ένορκη δήλωση του παραπονούμενου ημερ. 25/7/16 (Τεκμήριο Α) αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα - που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής - αν και δεν συνιστά βαρυσήμαντο στοιχείο[8]. Ταυτόχρονα δε, συνιστά και στοιχείο της μεταμέλειας του για την αξιόποινη πράξη του. Όπως έχει υπογραμμισθεί στην υπόθεση Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252: «Η επανόρθωση της ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο ότι η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλεια του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων.» Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 λαμβάνουμε επίσης υπόψη τις αρνητικές επιπτώσεις που αναμένεται να προκύψουν στην οικογένεια και στα εξαρτώμενα από αυτόν 2 άτομα από ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης ενόψει του ότι εγκυμονεί το παιδί του η συμβία του χωρίς η ίδια να έχει εκτός από τον Κατηγορούμενο 2 οποιοδήποτε άλλο στήριγμα στην Κύπρο. Γενικώς ομιλούντες με βάση και τη δική μας νομολογία οι επιπτώσεις από φυλάκιση σε μέλη της οικογένειας του κατηγορουμένου συνιστούν ελαφρυντικό παράγοντα όχι, όμως, αποφασιστικής σημασίας[9]. Η βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται στις παρεμφερείς συνέπειες της τιμωρίας ενός κατηγορουμένου με ποινή φυλάκισης διαφαίνεται σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου[10]. Στην υπόθεση Μ. Θ. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174, πέραν της παραδοχής αναγνωρίστηκαν από το Εφετείο ως μετριαστικοί παράγοντες για την ποινή, οι δυσμενείς επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια και εξαρτημένους του Κατηγορουμένου. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 3 βρισκόταν σε άθλια οικονομική κατάσταση όταν διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα δεν αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα στην επιμέτρηση της ποινής. Τονίζουμε εμφαντικά πως η οποιαδήποτε οικονομική ανάγκη και δυσχέρεια του Κατηγορούμενου δεν μπορεί ασφαλώς να δικαιολογήσουν την καταφυγή του στο έγκλημα εκθέτοντας με αυτό τον τρόπο την ασφάλεια του κάθε ανυποψίαστου πολίτη σε κίνδυνο. Όπως έχει λεχθεί στην Φάντης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 61 που αφορούσε επίσης ληστεία, η κακή οικονομική κατάσταση δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή κάποιου στο έγκλημα. Περαιτέρω, όπως συναφώς τονίστηκε στην υπόθεση Μixaylov κ.α. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175: «...τα οικονομικά προβλήματα τα οποία επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες και ανέκυπταν ανάγλυφα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, δεν μπορούσαν ποσώς να δικαιολογήσουν τη διάπραξη των αδικημάτων.» Όπως έχει επισημανθεί προσφάτως και σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ουδείς δύναται λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, να δικαιολογεί την προσφυγή του στο έγκλημα και ιδιαίτερα σε εγκλήματα όπως το υπό εξέταση τα οποία σαφώς πλήττουν το θεμέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών[11]. Όπως τονίστηκε από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Χατζηχαμπή στην υπόθεση Μακρή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω): «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 3 λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψιν το γεγονός ότι στα πλαίσια της παλαιότερης υπόθεσης υπ. αρ.32051/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας του είχε δοθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αναστολή στις 17.3.15 του υπολοίπου μέρους της ποινής 6μηνης φυλάκισης που του είχε επιβληθεί στις 3.2.15 με αποτέλεσμα να αποφυλακισθεί ενωρίτερα. Με την διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων έχει παραβιάσει τους όρους αναστολής με αποτέλεσμα το υπόλοιπο μέρος της ποινής να ενεργοποιείται αυτόματα στην περίπτωση τιμωρίας του με φυλάκιση στην παρούσα. Έτσι με βάση την αρχή της συνολικότητας της ποινής θα έχουμε υπόψιν μας τη μελλοντική ενεργοποίηση του υπολοίπου. Σημειώνουμε ότι το μόνο στοιχείο που μπορεί και θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο είναι τις σωρευτικές επιπτώσεις που θα προκύψουν από το συνδυασμό των δύο ποινών[12]. Στα πλαίσια αυτά έχουμε με γνώμονα και την αρχή της συνολικότητας της ποινής συνεκτιμήσει και την έκταση της ποινής, ήτοι τη φυλάκιση 4½ μηνών περίπου η οποία ανυπερθέτως και αυτομάτως θα ενεργοποιηθεί και την οποία ο Κατηγορούμενος 3 υποχρεωτικά θα εκτίσει διαδοχικά με την επιβληθείσα για τα νέα αδικήματα ποινή και σε όλη την έκτασή του υπόλοιπου της ποινής που είχε απομείνει κατά την αναστολή της από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις, κρίνουμε ότι η επιβολή στους Κατηγορούμενους στερητικής της ελευθερίας τους ποινής προβάλλει ως αναπόφευκτη. Επισημαίνουμε ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι έχουν διαπράξει. Όσον αφορά το ύψος της αυτή θα αντανακλά κατά τρόπο ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Ως εκ τούτου επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1 Στην 1η κατηγορία 8 μήνες φυλάκιση Στην 2η κατηγορία 8 μήνες φυλάκιση Στην 3η κατηγορία 8 μήνες φυλάκιση Στην 5η κατηγορία 12 μήνες φυλάκιση Στον Κατηγορούμενο 2 Στην 2η κατηγορία 7 μήνες φυλάκιση Στην 3η κατηγορία 7 μήνες φυλάκιση Στην 5η κατηγορία 10 μήνες φυλάκιση Στον Κατηγορούμενο 3 Στην 1η κατηγορία 10 μήνες φυλάκιση Στην 2η κατηγορία 10 μήνες φυλάκιση Στην 3η κατηγορία 10 μήνες φυλάκιση Στην 5η κατηγορία 18 μήνες φυλάκιση Στην 6η κατηγορία 14 μήνες φυλάκιση Στην 7η κατηγορία 10 μήνες φυλάκιση Οι ποινές φυλάκισης για τον κάθε Κατηγορούμενο να συντρέχουν μεταξύ τους. Εισήγηση για αναστολή Ως προς την εισήγηση των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 1 & 2 επισημαίνουμε εξαρχής ότι μετά την αλλαγή την οποία επέφερε ο Ν. 186
(1)/03 στον περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα το νέο Άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου». Έχουμε υπόψη μας τη νομολογία βάσει του νέου άρθρου η οποία αρχίζει με την υπόθεση Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και συνεχίζει μέχρι και την πιο πρόσφατη υπόθεση Κυπριανού ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 28/14, ημερ. 24.2.14[13]. Θεωρούμε ότι η σύγχρονη θεώρηση των αρχών επί του εν λόγω ζητήματος αντικατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 930: «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Εν πρώτοις να πούμε ότι οι Κατηγορούμενοι δεν εμπλέκονται σε ένα μεμονωμένο περιστατικό, όπως ήδη εξηγήσαμε ανωτέρω. Από πλευράς προσωπικών περιστάσεων κρίνουμε πως μόνο οι επιπτώσεις στην οικογένεια είναι στοιχείο που θα μπορούσε δυνητικά να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής. Κάτι τέτοιο φαίνεται να ισχύει στην περίπτωση του Κατηγορούμενου 2 ενόψει της αναμενόμενης μεταβολής των προσωπικών του περιστάσεων από την αναμενόμενη γέννηση του παιδιού του. Ισοζυγίζοντας όμως το σύνολο των περιστάσεων, όπως απαιτεί ο νόμος, δεν συμφωνούμε ότι οι συνέπειες στην οικογένεια είναι ικανές ή πρέπει να οδηγήσουν στην αναστολή. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663: «Η τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας .... ............... ασφαλώς αποδεσμεύει το δικαστήριο από τους περιορισμούς της προηγούμενης νομοθεσίας και νομολογίας αλλά δεν συνεπάγεται ευχέρεια παροχής αναστολής, προκειμένου ομολογουμένως για αδίκημα μέτριας σοβαρότητας, οποτεδήποτε συντρέχουν παράγοντες όπως η έλλειψη προηγούμενων καταδικών και ενδείξεις μεταμέλειας σε συνδυασμό με επιπτώσεις στην οικογενειακή ή άλλη πτυχή της ζωής του παραβάτη.» Σημειώνουμε πως όλοι οι παράγοντες έχουν δεόντως και επαρκώς κατά την άποψη μας ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ενόψει της σοβαρότητας και της φύσης των αδικημάτων και της συχνότητας διάπραξης τους κρίνουμε πως υπερτερεί η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής άμεσης φυλάκισης. Θεωρούμε ότι η επιείκεια του Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση εξαντλείται στο ύψος της επιβληθείσας ποινής αφού η φύση αλλά και η σοβαρότητα των περιστάσεων των επιδίκων αδικημάτων είναι τέτοιου βαθμού που δεν επιτρέπει - κατά την κρίση μας - την αναστολή της ποινής παρά τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορούμενων. Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Η έκτιση των ποινών να αρχίζει από τις 7.4.16 που οι Κατηγορούμενοι τέθηκαν υπό κράτηση. Όλα τα τεκμήρια της υπόθεσης να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους, εκτός από το μαύρο μεταλλικό ρόπαλο με μυτερή λεπίδα, το οποίο να παραμείνει στην κατοχή της Αστυνομίας μέχρι τελικής εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης η οποία έχει καταχωριστεί για την υπόθεση Σ.330/16 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δέστε Άρθρο 284 του Ποινικού Κώδικα. [2] Δέστε Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 232, 239. [3] Δέστε Suresh Crisnatha Ranajeeva v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452 και Πόρας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452. [4] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέτου Τσαπατσάρη κ.ά.,
(2000)2 Α.Α.Δ. 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.83 David Piliev ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 και Ζακ v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 854. [5] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ 304 και Γεώργιος Κώστα Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας [2002] 2 Α.Α.Δ. 61. [6] Δέστε, μεταξύ άλλων, Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 232, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 411, Φάντης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551. [7] Δέστε Δέστε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Μάριος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρης κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304. [8] Δέστε Μενελέαου άλλως Καραμανλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 248 και Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 46. [9] Δέστε Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492, 513. [10] Δέστε Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 και Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ
- [11] Δέστε Λέανδρος Κωστάκη Κυριάκου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 211/11 ημερ. 25.1.
- [12] Δέστε Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 356. [13] Δέστε Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο