ΣΟΛΩΜΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥ κ.α. ν. ΑΝΝΑ ΖΑΦΙΡΟΒΑ ΙΑΝΑΚΙΕΒΑ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18963/2013, 8/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18963/2013
- ΣΟΛΩΜΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥ
- ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΑΡΓΥΡΟΥ ν.
- ΑΝΝΑ ΖΑΦΙΡΟΒΑ ΙΑΝΑΚΙΕΒΑ
- ΓΙΑΝΝΑ ΣΤΟΓΙΑΝΕΒΑ ΙΑΝΑΚΙΕΒΑ
- ΣΤΟΓΙΑΝ ΙΑΝΑΚΙΕΒ Κατηγορουμένοι 8 Σεπτεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κος Γεωργίου Για τον κατηγορούμενους 1 και 3: κα Ηλία Κατηγορουμένοι 1 και 3 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί ποινικής δικονομίας νόμου, Κεφ. 155, το δικαστήριο, αφού η κατηγορούσα αρχή παρουσιάσει την υπόθεσή της, εάν κρίνει ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, καλεί τον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπισή του. Σύμφωνα με τη δικαστική πρακτική του 1962, ο κατηγορούμενος μπορεί να απαλλαγεί των κατηγοριών που τον βαραίνουν εκ πρώτης όψεως, μόνο σε δυο περιπτώσεις: (α) όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. (Azinas and another v. The police
(1981)2 C.L.R. 9, Γενικός Ειαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133) Επομένως, το δικαστήριο, καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία, μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του σε υπεράσπιση. Το κριτήριο είναι καθαρά και αυστηρά αντικειμενικό, διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός λογικού Δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Έχω υπόψη μου, επομένως, το καθήκον του δικαστηρίου να αξιολογεί καθόλα αντικειμενικά τη μαρτυρία στο στάδιο αυτό, χωρίς να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε υποκειμενικά ευρήματα. Στα πλαίσια της υπό εξέταση υπόθεσης κατ΄ αρχήν σημειώνω ότι οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά έξι κατηγορίες, για παραβάσεις των άρθρων 280, 281, 372 και 373
(3)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, μαρτυρία έδωσαν οι ίδιοι οι Παραπονουμένοι. Η μαρτυρία του πρώτου Παραπονουμένου, Σολωμού Αργυρού, όπως αυτή καταγράφεται στη Γραπτή του Δήλωση, Έγγραφο Α, έχει ως ακολούθως. Το έτος 2002, ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακινήτου το οποίο ευρίσκεται στην οδό Σμύρνης στη Μακεδονίτισσα, εντός του οποίου υπάρχει οικία για την οποία εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας στις 17/6/
- Στις 15/2/2011 μεταβίβασε την εν λόγω ακίνητη περιουσία στην κόρη του (πλέον επίδικο ακίνητο), η οποία είναι η δεύτερη Παραπονούμενη στην υπόθεση αυτή. Στις 30/1/2015 η κόρη του επαναμεταβίβασε στον πρώτο Παραπονούμενο το επίδικο ακίνητο. (Έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 1-2 σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας και το ιστορικό του ακινήτου από το Κτηματολόγιο). Στις 22/10/2002, κατόπιν συμφωνίας με την Κατηγορούμενη 1 και την πρώην Κατηγορούμενη 2 (αγοραστές), υπεγράφη αγοραπωλητήριο έγγραφο για το επίδικο ακίνητο για το ποσό των ΛΚ115.000(Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με την πιο πάνω συμφωνία οι αγοραστές θα κατέβαλλαν ως προκαταβολή ποσό ΛΚ21.000 και εντός 30 ημερών το υπόλοιπο ΛΚ94.
- Ακολούθως της εξόφλησης το ακίνητο θα μεταβιβαζόταν στους αγοραστές. Είναι η θέση του ότι οι αγοραστές με την υπογραφή του κατέβαλαν ΛΚ1.000, εισήλθαν στην οικία και εξακολουθούν να διαμένουν, κατέχουν, νέμονται και χρησιμοποιούν αυτή μέχρι σήμερα. Συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι κάλεσε επανειλημμένα την Κατηγορούμενη 1 και πρώην Κατηγορούμενη 2 να του καταβάλουν το υπόλοιπο συμφωνηθέν τίμημα αγοράς προκειμένου να τους μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο, πλην όμως αυτές ουδέν ποσό κατέβαλαν και συνεχίζουν να διαμένουν εκεί. Το έτος 2004, καταχώρησε την αγωγή 2237/2004 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Στις 9/11/2005 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον των αγοραστών σύμφωνα με την οποία οι αγοραστές θα έπρεπε να πληρώσουν στον πρώτο Παραπονούμενο το ποσό των ΛΚ21.000 ως συμφωνηθέντες τόκους επί του ποσού των ΛΚ96.500 (Τεκμήριο 4). Περαιτέρω με την εν λόγω απόφαση διατάχτηκε η διαγραφή του αγοραπωλητήριου εγγράφου ημερ.22/10/2002 από τα κτηματολογικά μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Η εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου θα αναστέλλετο μέχρι τις 15/12/2005 νοουμένου ότι οι αγοραστές θα κατέβαλλαν το ποσό των ΛΚ96.500 και θα γινόταν ταυτόχρονα η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 5, επιστολή των δικηγόρων του προς το δικηγόρο των Κατηγορουμένων. Είναι η θέση του ότι ακόμα και μετά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης Τεκμήριο 4, ουδέν ποσό καταβλήθηκε και οι αγοραστές εξακολουθούν να διαμένουν εντός του επίδικου ακινήτου. Είναι η θέση του πως η Κατηγορούμενη 1, η πρώην Κατηγορούμενη 2, με τη βοήθεια και συμμετοχή του Κατηγορούμενου 3, εισήλθαν στο επίδικο ακίνητο στις 22/10/2002 και συνεχίζουν να έχουν κατοχή, νομή και παράνομη χρήση της οικίας χωρίς στη συναίνεση είτε του ιδίου είτε της Παραπονούμενης
- Τελείωσε την κυρίως εξέτασή του, λέγοντας ότι τους φόρους και τα δημοτικά τέλη τα πληρώνει το ίδιος. Περαιτέρω είπε ότι ο ίδιος από 28/2/2003 είχε ετοιμάσει όλα τα έγγραφα προκειμένου να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου . Σημείωσε ότι οι αγοραστές παρουσίασαν βεβαίωση από το Υπουργείο Εξωτερικών 6/2/2003, σύμφωνα με την οποία τους διδόταν άδεια να αποκτήσουν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Ήταν η θέση της δικηγόρου της Υπεράσπισης πως εντός του ακινήτου υπήρχαν 2 οικίες. Ο Παραπονούμενος συμφώνησε πως όντως υπήρχαν δύο οικίες. Η μία ανήκε στην αδερφή του και η άλλη στον ίδιο. Του υποδείχθηκε έγγραφο, το οποίο φέρει τίτλο Συμφωνία Διανομής, το οποίο αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Του υποβλήθηκε, πως η εν λόγω συμφωνία διανομής έγινε μετά τη σύναψη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και για αυτό το αγορπαωλητήριο έγγραφο, κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 19/12/2002 και όχι αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας. Μετά την κατάθεσή του, έλαβε αριθμό ΟΕ2389/
- Ο Κατηγορούμενος είπε πως δε γνώριζε να απαντήσει εάν κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας το αγοραπωλητήριο έγγραφο και τι αριθμό έχει λάβει. Ακολούθως του υποδείχθηκε ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο εκδόθηκε στις 17/6/2010 και επομένως πριν από εκείνη την ημερομηνία δεν θα μπορούσε να μεταβιβαστεί. Η θέση του Παραπονουμένου ήταν πως αυτό που θα μεταβίβαζε ήταν θα ήταν το μερίδιο. Επίσης του υποβλήθηκε ότι η έγκριση για την οικία από την αρμόδια αρχή εκδόθηκε στις 5/4/
- Ο Παραπονούμενος δεν ήξερε να απαντήσει. Με αναφορά στο αγοραπωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο 3, η δικηγόρος της υπεράσπισης επισήμανε στο μάρτυρα διόρθωση στην ημερομηνία σύναψης τους συμβολαίου και του υπόβαλε ότι ο ίδιος ζήτησε την εν λόγω διόρθωση και την αλλαγή της ημερομηνίας από την αρχική ημερομηνία υπογραφής (22/9/2002) γιατί όπως ανέφερε υπήρχαν προβλήματα στο διαχωρισμό του ακινήτου, έτσι ώστε να μπορούν οι αγοραστές να καταχωρήσουν το συμβόλαιο στο κτηματολόγιο πριν παρέλθει η προθεσμία κατάθεσής του. Ο μάρτυρας διαφώνησε. Ακολούθως έδειξε στο μάρτυρα επιστολή δικηγόρου του, την οποία αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 17/12/2003, τερματίζεται η συμφωνία ημερομηνίας 22/10/2002 και ο Παραπονούμενος ζητεί ενδιάμεσα οφέλη και παράδοση της κατοχής της οικίας. Οι εν λόγω υποβολές σκοπό είχαν προώθηση της θέσης της υπεράσπισης ότι με το Τεκμήριο 3 αυτό που ο Παραπονούμενος πώλησε στους αγοραστές ήταν την οικία και όχι το μερίδιο ως διατείνεται και επομένως πριν από την έκδοση ξεχωριστού τίτλου δεν θα μπορούσε να μεταβιβάσει αυτό που πώλησε. Η δικηγόρος της υπεράσπισης προχώρησε σε μια εκτενή και μακριά αντεξέταση του μάρτυρα επαναλαμβάνοντας του τη θέση της, ότι πριν την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας δεν μπορούσε να μεταβιβάσει την οικία. Ο μάρτυρας επανέλαβε την ετοιμότητά του να προχωρήσει σε μεταβίβαση και ως προς τούτο παρέδωσε σχετικά έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Ακολούθησαν υποβολές αναφορικά με τα ποσά που δόθηκαν με την αγορά του επίδικου ακινήτου και τα ποσά που ενδεχομένως εξακολουθούν να οφείλονται. Σε ερωτήσεις αναφορικά με το πότε οι Κατηγορούμενοι μπήκαν στην οικία, ενώ αρχικά ο μάρτυρας ήταν απρόθυμος να απαντήσει, συμφώνησε ότι έλαβαν κατοχή της οικίας ακολούθως της υπογραφής του Τεκμηρίου
- Ακολούθως του υποβλήθηκε πως υπό ότι υπό το φως της απόφασης, Τεκμήριο 4, στις 29/5/2007 οι Κατηγορούμενοι του απέστειλαν επιστολή με την οποία τον καλούσαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για να του πληρώσουν το τίμημα και αυτός να προχωρήσει σε μεταβίβαση. Ενώ στην αρχή αρνήθηκε μετά παραδέχτηκε ότι έλαβε μια ειδοποίηση από το Κτηματολόγιο. Ενώ δεν είχε σκοπό να πάει, μετά που ένας φίλος του τον ειδοποίησε ότι φώναζαν το όνομά του, πήγε στο Κτηματολόγιο, αλλά οι Κατηγορούμενοι, ούτε λεφτά είχαν να του δώσουν ούτε τίποτα. Είπε μάλιστα πως θα παρουσιάσει και μάρτυρα αναφορικά με το θέμα αυτό. Τέτοιος μάρτυρας ουδέποτε προσήλθε στο Δικαστήριο. Ακολούθως η δικηγόρος της υπεράσπισης, παρουσίασε κατέθεσε κατάθεσε ως Τεκμήριο 10, βεβαίωση από το κτηματολόγιο στην οποία φαίνονται οι λόγοι μη μεταβίβασης. Τέλος ως Τεκμήριο 13, κατατέθηκε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπόθεση 6909/2006, η οποία ως η θέση της υπεράσπισης έχει πανοποιότυπο περιεχόμενο με τη παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση και η οποία αγωγή απορρίφθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η δεύτερη παραπονούμενη και θυγατέρα ου πρώτου παραπονούμενου. Η ίδια δεν είχε ιδιαίτερη ανάμειξη, λόγω του ότι για κάποιο διάστημα απουσίαζε για σπουδές. Είπε ότι η όλη υπόθεση στοίχισε οικονομικά και ψυχολογικά στην οικογένειά της. Ο λόγος που συμπεριλήφθηκε ως παραπονούμενη είναι το γεγονός ότι υπήρξε για χρονικό διάστημα ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου. Θα προχωρήσω αμέσως να εξετάσω κατά πόσον στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές που εφαρμόζονται στο στάδιο αυτό, όπως αυτές αναλύονται πιο πάνω. Η πρώτη και η τρίτη κατηγορία, αποδίδουν στους Κατηγορούμενους παράβαση του άρθρου 281 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: «281.-
(1)Όποιος κατέχει, καλλιεργεί, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο- (α) γη εγγεγραμμένη επί ονόματι άλλου (β) γη, σχετικά με την οποία κατατέθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο σύμβαση πώλησης, δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεσις) Νόμου, από τον αγοραστή αυτής, χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη ή των κληρονόμων του ή του αγοραστή από τους κληρονόμους του, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου 8 δεν εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου αυτού, εκτός αν ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτός αγόρασε ή απέκτησε από διανομή, ανταλλαγή, αιτία θανάτου ή λόγω γάμου τη γη αυτή από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη ή από τους κληρονόμους του.» Τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω άρθρου συνίστανται σε κατοχή, καλλιέργεια, νομή ή χρήση γης εγγεγραμμένη επ´ ονόματι άλλου ή για την οποία έχει κατατεθεί στο κτηματολόγιο σύμβαση πώλησης, δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεσις) Νόμου, από τον αγοραστή αυτής, χωρίς συγκατάθεση των πιο πάνω ή των κληρονόμων. Επισημαίνεται ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, αντίδικοι είναι τα δύο άτομα τα οποία ο νομοθέτης επιχειρεί να προστατεύσει με το εν λόγω άρθρο. Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ως Παραπονούμενος αφενός και οι αγοραστές οι οποίοι έχουν καταθέσει στο κτηματολόγιο τη σύμβαση πώλησης αφετέρου. Το εύλογο είναι πως, μεταξύ άλλων, για περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, είναι που ο νομοθέτης εν τη σοφία του, προνόησε και στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, αναφέρεται ότι όταν ο κατηγορούμενος αποδείξει ότι αυτός αγόρασε τη γη από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη, τότε εφαρμόζεται η υπεράσπιση του άρθρου 8 του κεφαλαίου 154, με αποτέλεσμα την άρση του αξιόποινου. Το άρθρο 8 τους Κεφ.154, διαλαμβάνει: «
- Ποινικό αδίκημα εναντίον της περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης.» Επισημαίνεται πως από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία η οποία ας σημειωθεί έχει προσφαρθεί από την πλευρά των Παραπονουμένων, οι Κατηγορούμενοι δεν βρέθηκαν αυθαίρετα να κατέχουν το επίδικο ακίνητο, αλλά απέκτησαν κατοχή σύμφωνα με αγοραπωλητήριο έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επομένως στην περίπτωσή τους, δεν μπορεί παρά να ισχύει η υπεράσπιση του άρθρου 8 του Κεφ.154, δηλαδή η αξίωση άσκησης δικαιώματος καλή τη πίστη. Δεν παραβλέπω ότι η υπόθεση ευρίσκεται στο εκ πρώτης όψεως στάδιο και ότι εφόσον η πρόνοια του άρθρου 8 του Κεφ. 154 πρόκειται περί υπεράσπισης, το ειδικό βάρος απόδειξής της, στο ισοζύγιο βεβαίως των πιθανοτήτων, το φέρει η πλευρά των Κατηγορουμένων. Πλην όμως έχει παρουσιαστεί από την πλευρά των Παραπονουμένων αγοραπωλητήρο έγγραφο της επίδικης γης, όπως υπάρχει και μαρτυρία του Παραπονούμενου αρ.1, ότι την κατοχή του επίδικου ακινήτου, οι Κατηγορούμενοι την απέκτησαν με τη γνώση και τη συναίνεσή του. Η μεταγενέστερη διαφορά των μερών, έγκειται σε διαφωνίες οικονομικής φύσεως. Δεν διαβλέπω γιατί θα πρέπει να επιτραπεί η συνέχιση της υπόθεσης απλά και μόνο για να έρθει η πλευρά των Κατηγορουμένων να προβάλει ως υπεράσπιση γεγονότα τα οποία οι ίδιοι οι Παραπονούμενοι παρουσίασαν και συνιστούν αυταπόδεικτη και αδιαμφισβήτητη την υπεράσπιση που οι Κατηγορούμενοι θα μπορούσαν να προβάλουν δυνάμει του της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 8 του Κεφ.
- Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου και άλλων,
(2012), 2 Α.Α.Δ. 851, στην απόφαση του κυρίου Ναθαναήλ, η οποία είναι μεν απόφαση μειοψηφίας, πλην όμως οι αρχές που επικαλέστηκε το Δικαστήριο είναι εκείνες που χρησιμοποιούνται: «Αρχίζω υπενθυμίζοντας ότι το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Savva v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό.» Στην υπό εξέταση περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 1 και η πρώην Κατηγορούμενη 2, αγόρασαν το ακίνητο από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη. Όπως επίσης ο ίδιος ο Παραπονούμενος είπε ότι την κατοχή την έλαβαν με τη γνώση και συναίνεσή του. Εφόσον αποτελεί από κοινού αποδεκτό γεγονός πως ο τρόπος απόκτησης της κατοχής της περιουσίας, είναι κατόπιν της υπογραφής του αγοραπωλητηρίου και επομένως αβίαστα συνάγεται η καλή τη πίστη άσκηση δικαιώματος, τότε αίρεται το αξιόποινο σύμφωνα με το εδάφιο 2 του άρθρου 281, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του Κεφ.154. Σχετική για το αποτέλεσμα που πρέπει να τύχουν οι κατηγορίες 1 και 3, είναι και η υπόθεση Karoullas & Markoullis estates Ltd κα ν Δημήτρη Μενελάου Χαραλαμπίδη κα,
(2002)2 ΑΑΔ 231, σε περίπτωση που τα γεγονότα που παρουσιάζονται είναι τέτοια που να εφαρμόζεται το άρθρο 8 του Κεφ.
- Τα αδικήματα τα οποία αποδίδονται στους Κατηγορούμενους, με τη δεύτερη και τέταρτη κατηγορία, είναι το αδίκημα του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, σύμφωνα με το οποίο: «
- Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω άρθρου συνίστανται σε είσοδο παράνομη, ή που καθίσταται παράνομη σε περιουσία στην κατοχή άλλου είτε με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος είτε με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση τα γεγονότα που παρουσίασε η πλευρά των Παραπονουμένων δεν είναι τέτοια που να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. Το επίδικο άρθρο αυτό όπως αναλύεται στην απόφαση Ιωάννου Νεόφυτος ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493, αναφέρεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αφού ο κατηγορούμενος εισέλθει στην περιουσία είτε παράνομα είτε με τη συγκατάθεση του κατόχου της, η συγκατάθεση αυτή αίρεται με οποιοδήποτε τρόπο και ο κατηγορούμενος παραμένει εκεί με σκοπό τη διάπραξη αδικήματος: «το Άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος.» Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι οι Κατηγορούμενοι εισήλθαν σε περιουσία ευρισκόμενη σε κατοχή άλλου, με σκοπό τη διάπραξη κάποιου από τα αδικήματα τα οποία αναφέρονται στο πιο πάνω άρθρο. Τους δόθηκε η κατοχή του επίδικου ακινήτου με την έγκριση του ιδιοκτήτη της οικίας, η οποία ακόμα και εάν θεωρηθεί, για τους σκοπούς του υπό εξέταση άρθρου του Ποινικού Κώδικα, ότι έχει αρθεί, η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι ότι παραμένουν εντός της οικίας, με σκοπό τη διάπραξη ενός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 280 του Κεφ.154 αδικήματα. Ενόψει των πιο πάνω, είναι ξεκάθαρο, πιστεύω ότι η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί προς απόδειξη των πιο πάνω κατηγοριών, δεν είναι τέτοια που να μπορεί να στοιχειοθετήσει το αδίκημα, όπως επίσης ελλείπουν συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 280 του Κεφ.
- Οι διαφορές που ενδεχομένως υπάρχουν μεταξύ των μερών, είναι διαφορές οι οποίες άπτονται αστικής φύσεως αδικήματα και/ή αστικής φύσεως διαφορά, με αρμόδια Δικαστήρια άλλα και όχι το παρόν. Από ότι φαίνεται από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, άλλα αρμόδια Δικαστήρια έχουν επιληφθεί και έχουν αποφανθεί επί της διαφοράς αυτής. Σε σχέση με το αδίκημα της συνομωσίας, όπως αυτό καταγράφεται στην πέμπτη κατηγορία είναι αυτονόητο πιστεύω ότι από τη στιγμή που δεν τεκμηριώνονται τα αδικήματα των άρθρων 280 και 281 του Κεφ. 154, τότε δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί και το αδίκημα του άρθρου 370 του Κεφ.
- Η έκτη κατηγορία αναφέρεται στο άρθρο 373(γ) του Κεφ. 154 σύμφωνα με το οποίο: «
- Όποιος συνωμοτεί με άλλο για επίτευξη οποιουδήποτε από τους ακόλουθους σκοπούς, δηλαδή- (α) να παρεμποδίσει ή να ματαιώσει την εκτέλεση ή επιβολή οποιουδήποτε νόμου ή διατάγματος του Υπουργικού Συμβουλίου ή (β) να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο ή την υπόληψη άλλου, ή να μειώσει την αξία περιουσίας άλλου ή (γ) να αποτρέψει ή να παρεμποδίσει την ελεύθερη και νόμιμη διάθεση περιουσίας από τον ιδιοκτήτη της στην εύλογη της αξία» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος τις 6 κατηγορίας: «Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 κατά ή περί την 22/10/2002, στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, συμφώνησαν από κοινού, με κοινή πρόθεση να μειώσουν την περιουσία των Παραπονουμένων, δηλαδή ενώ εισήλθαν επί της οικίας ιδιοκτησίας του Παραπονουμένου, που ευρίσκεται...και ενώ όφειλαν να καταβάλουν το τίμημα των ΛΚ96.500 πλέον τόκους δια την αγορά του ακινήτου μέχρι την 15/12/2005 δυνάμει Δικαστικού Διατάγματος στα πλαίσια της Αγωγ΄ς υπ΄ αρ.2237/04 και δεν κατέβαλαν το τίμημα αυτό, παρέμειναν εντός της οικίας παράνομα με σκοπό τη μείωση της περιουσίας των Παραπονουμένων και συνεχίζουν να παραμένουν εντός αυτής μέχρι σήμερα» Από αντιπαραβολή και μόνο της μαρτυρίας που έχει δοθεί με το πιο πάνω άρθρο αλλά και με τις ίδιες τις λεπτομέρειες κατηγορίας, είναι ξεκάθαρο ότι ούτε η κατηγορία αυτή δύναται να τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η παραμικρή μαρτυρία η οποία αξιολογούμενη να μπορέσει να αποδείξει την αποδιδόμενη στους Κατηγορούμενους κατηγορία. Επιπλέον της πιο πάνω κατάληξής μου, λακωνικά και χωρίς περαιτέρω σχολιασμό, επισημαίνω ότι τα κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα έχουν διαπραχθεί από το έτος 2002 και αφορούν μια κατάσταση η οποία διαιωνίζεται εδώ και 14 έτη με τους Παραπονούμενους να καταχωρούν την υπό εξέταση ιδιωτική υπόθεση μόλις το 2013, χωρίς να δοθεί η παραμικρή εξήγηση για την πολύχρονη αυτή καθυστέρηση. Επίσης, επαναλαμβάνεται η κλασική αρχή ότι το δικαίωμα ιδιώτη να καταχωρεί ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις δεν είναι ανεξέλεγκτο. Ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις καταχωρούνται όταν παρά τις οχλήσεις του ιδιώτη προς τις διωκτικές αρχές, αυτές επιλέγουν να μην εξετάσουν το παράπονο του ιδιώτη (βλ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΤΡΥΦΩΝΟΣ, Ποινική ECLI:CY:AD:2016:D208, Αίτηση Αρ. 15/2015, 18/4/2016). Στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν υπάρχει ο παραμικρός ισχυρισμός ότι ο Παραπονούμενος προχώρησε σε καταγγελίες στην αστυνομία αλλά η υπόθεση δεν προχώρησε, για αλλότριους λόγους. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα όσα ο ΜΚ1 ανάφερε καμία καταγγελία στην αστυνομία έχει γίνει. Έχουν καταχωρηθεί αγωγές εναντίον των Κατηγορούμενων, αλλά όχι καταγγελία στην αστυνομία. Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω, η πλευρά των Παραπονουμένων έχει αποτύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων. Η υπόθεση απορρίπτεται και οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορουμένων 1 και 3 και εναντίον των Παραπονουμένων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με το σχετικό διαδικαστικό κανονισμό και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο