← Κύπρος

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ν. ΑΓΑΘΗ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16921/2012, 30/9/2016

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ν. ΑΓΑΘΗ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16921/2012, 30/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16921/2012 ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ν.

  1. ΑΓΑΘΗ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ
  2. ΙΟΥΛΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΟΥ Κατηγορούμενες 30 Σεπτεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κος Σταυρινίδης Για τις Κατηγορούμενες: κος Αριστοτέλους Κατηγορούμενες παρούσες ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Παραπονούμενος, στην υπόθεση αυτή στρέφεται εναντίον των Κατηγορουμένων, αποδίδοντας τους παραβάσεις των άρθρων 117(α) και 118(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.
  3. Ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων, ουσιώδης χρόνος για τη διάπραξη των αδικημάτων είναι η ημερομηνία 23/6/
  4. Επομένως, οι διατάξεις που τυγχάνουν εφαρμογής είναι οι διατάξεις του πιο πάνω αναφερόμενου Νόμου, ως είχαν πριν από την τροποποίησή τους από το Νόμο 61(Ι)/2015, στις 7/5/
  5. Σύμφωνα με τα μη αμφισβητούμενα και από τις δύο πλευρές γεγονότα, η γενεσιουργός αιτία της υπόθεσης αυτής, εντοπίζεται το έτος 2010, όταν η Κατηγορουμένη 2, η οποία είχε υπάρξει υπάλληλος του Παραπονούμενου, παραδέχτηκε ενοχή σε ποινική υπόθεση εναντίον της σε κατηγορίες πλαστογραφίας επιταγών του Παραπονουμένου, τις οποίες εξαργύρωσε προς όφελός της. Στα πλαίσια της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης και προκειμένου ο Παραπονούμενος να δηλώσει ότι έχει αποζημιωθεί, έτσι ώστε αυτή του η δήλωση να προσμετρήσει ως μετριαστικός παράγοντας κατά την επιβολή ποινής στην Κατηγορουμένη 2, υπογράφηκε από την αδερφή της Κατηγορουμένης 2, ήτοι την Κατηγορουμένη1, γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €22.
  6. Το πιο πάνω γραμμάτιο το εγγυήθηκε η Κατηγορουμένη
  7. Το ποσό του γραμματίου δεν αποπληρώθηκε και ο Παραπονούμενος καταχώρησε την υπό εξέταση ιδιωτική ποινική υπόθεση, λόγω του ότι οι Κατηγορούμενες κατά την υπογραφή του γραμματίου ήταν μη αποκατεστημένες πτωχεύσασες. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Παραπονουμένου, ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ο Στέλιος Ευτυχίου, ο οποίος εργάζεται στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη ασχολείται με πτωχεύσεις ατόμων και εκκαθαρίσεις εταιρειών. Αναφορικά με την Αγάθη Γερολέμου (Κατηγορούμενη 1) είπε πως έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της στις 6/2/2001 (Τεκμήριο 1) και έχει κηρυχθεί σε πτώχευση στις 18/11/2004 (Τεκμήριο 3). Για την Ιουλία Σολομωνίδου (Κατηγορούμενη 2) είπε πως εναντίον της έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της στις 18/4/2005 (Τεκμήριο 4) και έχει κηρυχθεί σε πτώχευση στις 12/9/2007 (Τεκμήριο 5). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις 23/6/2010 και οι δύο κατηγορούμενες εξακολουθούσαν να είναι υπό πτώχευση. Η μεν Κατηγορούμενη 1, έχει αποκατασταθεί με την καινούργια νομοθεσία του 2015 και η Κατηγορούμενη 2 έχει αποκατασταθεί βάσει του Άρθρου 27(Α) στις 23/4/
  8. Κατά την αντεξέτασή του, του έγινε μόνο μια ερώτηση, εάν γνωρίζει την ημερομηνία αποκατάστασης της Κατηγορούμενης 1 και ο μάρτυρας απάντησε πως ήταν στις 7/11/
  9. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο Παραπονούμενος. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Η Κατηγορούμενη 2 υπήρξε γραμματέας του και η Κατηγορούμενη 1 είναι η αδερφή της. Στις 23/6/2010, η Κατηγορούμενη 1 υπέγραψε προς όφελός του γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €22.
  10. Η Κατηγορούμενη 2, υπέγραψε ως εγγυήτρια. Αντίγραφο του εν λόγω γραμματίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  11. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, οι συνθήκες σύναψης του γραμματίου ήταν οι ακόλουθες. Η Κατηγορούμενη 2, κατά την περίοδο που υπήρξε γραμματέας του, πλαστογράφησε την υπογραφή του σε επιταγές έπ΄ ονόματί της και τις εξαργύρωνε. Ο Παραπονούμενος όταν ανακάλυψε τα πιο πάνω κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Ακολούθησε ποινική δίωξη εναντίον της Κατηγορουμένης 2 και σε μια προσπάθεια να μετριαστεί η ποινή της, συνομολογήθηκε το επίδικο γραμμάτιο, το οποίο είχε ετοιμαστεί από τον τότε δικηγόρο του, Χρ. Μίτσιγγα. Το επίδικο γραμμάτιο ήταν πληρωτέο στις 30/4/
  12. Όταν ο Παραπονούμενος ζήτησε την πληρωμή του, οι Κατηγορούμενες είπαν ότι δεν μπορούσαν να το πληρώσουν και έτσι έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του για την καταχώρηση αγωγής. Ο δικηγόρος του, του είπε πως πριν προχωρήσει θα έλεγχε για τυπικούς λόγους κατά πόσο οι Κατηγορούμενες ήταν πτωχεύσασες. Κατόπιν του ελέγχου του δικηγόρου του, διαπιστώθηκε πως το επίδικο χρονικό διάστημα της υπογραφής του γραμματίου, οι Κατηγορούμενες τελούσαν υπό πτώχευση. Είναι η θέση του ότι οι Κατηγορούμενες τον ξεγέλασαν και πως εάν γνώριζε κατά το στάδιο υπογραφής τους γραμματίου το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενες ήταν υπό πτώχευση, δεν θα προχωρούσε στη σύναψη του γραμματίου. Κατά την αντεξέτασή του ερωτήθηκε κατά πόσο έχει καταχωρηθεί αγωγή εναντίον των Κατηγορουμένων και η θέση του ήταν ότι κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου ότι δεν θα μπορούσε να καταχωρήσει αγωγή, προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Ακολούθως με αναφορά στο ίδιο το γραμμάτιο Τεκμήριο 6, έγινε υποβολή στον Παραπονούμενο ότι το γραμμάτιο ουδέποτε έγινε απαιτητό. Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι σύμφωνα με το ίδιο το γραμμάτιο η Κατηγορούμενη 1, όφειλε να πληρώσει μέχρι 30/4/2011 το ποσό των €22.
  13. Ρωτήθηκε κατά πόσον έδωσε κατάθεση στην αστυνομία αναφορικά με τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης που αφορούσε την πλαστογραφία της Κατηγορούμενης 2 και απάντησε πως ναι. Του έγινε υποβολή ότι στην κατάθεσή του, ανάφερε ότι η Κατηγορούμενη 2 ήταν σε πτώχευση. Η θέση του Παραπονουμένου ήταν ότι, δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει γιατί δεν θυμότανε ακριβώς τι είπε σε μια κατάθεση την οποία έδωσε το έτος
  14. Όταν το 2010 ο δικηγόρος του, τον συμβούλευσε να υπογραφεί το γραμμάτιο, του πρότεινε όπως αυτό υπογραφεί με την Κατηγορούμενη 1 γιατί δεν υπήρχε εμπιστοσύνη στην Κατηγορούμενη
  15. Εκείνο το χρονικό διάστημα δεν υπήρχε γνώση κατά πόσο ήταν σε πτώχευση. Αναφορικά με τις σχέσεις του με την Κατηγορούμενη 2 κατά το χρονικό διάστημα που ήταν γραμματέας του ανάφερε πως δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις. Όταν όμως ανακαλύφθηκε η πλαστογραφία, του ανάφερε πλέον τα οικονομικά προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε. Την Κατηγορούμενη 1 δεν τη γνώριζε. Στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης εναντίον της Κατηγορουμένης 2, έγινε πρόταση να βρεθεί κάποιος τρόπος να αποζημιωθεί ο Παραπονούμενος προκειμένου να κάνει σχετική δήλωση στο Δικαστήριο η οποία θα προσμετρούσε θετικά κατά την επιμέτρηση της ποινής της. Η λύση που προτάθηκε ήταν η υπογραφή γραμματίου. Ο τότε δικηγόρος του, δεν αποδέχτηκε να υπογράψει το γραμμάτιο η Κατηγορουμένη
  16. Τότε η Κατηγορούμενη 1 και αδερφή της Κατηγορουμένης 2, προσφέρθηκε να υπογράψει η ίδια το γραμμάτιο προκειμένου να βοηθήσει την αδερφή της «να γλυτώσει τη φυλακή». Σίγουρα εάν γνώριζε ή υπήρχε έστω υπόνοια ότι η Κατηγορουμένη 1 ήταν πτωχεύσασα δεν θα προχωρούσε με την υπογραφή του γραμματίου. Επόμενος μάρτυρας κατηγορίας, ήταν ο Χρίστος Μίτσιγγας, ο οποίος είναι δικηγόρος στο επάγγελμα από το
  17. Δήλωσε πως γνωρίζει τον Παραπονούμενο. Σε ερώτηση εάν γνωρίζει την Κατηγορουμένη 2 απάντησε πως τη βλέπει πρώτη φορά, όμως την έχει αναγνωρίσει για τον εξής λόγο. Κατά το έτος 2010 ο δικηγόρος Κύπρος Αντρέου από τη Λάρνακα, του είχε παρουσιάσει ένα γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €22.000 με το οποίο η Αγάθη Γερολέμου, όπως γράφει το γραμμάτιο, αναλάμβανε την υποχρέωση να πληρώσει στον Πρόδρομο Προδρόμου το ποσό των €22.000 στις 30/4/
  18. Εγγυήτρια στο εν λόγω γραμμάτιο ήταν η Κατηγορουμένη
  19. Το εν λόγω γραμμάτιο, ο Αντρέου το παρέδωσε υπογεγραμμένο στο γραφείο του από τις δύο Κατηγορούμενες. Μαζί με το γραμμάτιο ο Αντρέου, καθ΄ υπόδειξη του μάρτυρα πήρε και αντίγραφα των ταυτοτήτων των δύο Κατηγορουμένων. Αντίγραφο δελτίου ταυτότητας, κατηγορούμενης 1, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, και ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο δελτίου ταυτότητας της κατηγορούμενης
  20. Οι μάρτυρες οι οποίοι είχαν υπογράψει το γραμμάτιο, όπως τον ενημέρωσε ο Αντρέου ήταν υπάλληλοι στο γραφείο του και συγκεκριμένα, ήταν η κυρία Ελίζα Κινοσίδου και η κυρία Βάσω Αντωνίου. Σε σχέση με τις συνθήκες σύναψης του εν λόγω γραμματίου, ανάφερε ότι υπήρχε ισχυρισμός από τον Παραπονούμενο ότι η Κατηγορούμενη 2 είχε πλαστογραφήσει αρκετές επιταγές είτε προσωπικές του, είτε εταιρείας του. Συμπλήρωσε αυτές τις επιταγές για διάφορα ποσά και τις χρησιμοποίησε για κάλυψη προσωπικών της εξόδων ή για να αγοράσει διάφορα αγαθά για δική της χρήση. Ο Παραπονούμενος εξ΄ όσων ανάφερε στο μάρτυρα, όταν ανακάλυψε ότι στον λογαριασμό του εξαργυρώνονταν διάφορες επιταγές τις οποίες δεν είχε συμπληρώσει, υπέβαλε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Η αστυνομία διερεύνησε αυτήν την καταγγελία και κατέληξε ότι αυτές οι επιταγές ήταν πλαστογραφημένες. Επίσης κατέληξαν ότι την πλαστογραφία, κατά τον ισχυρισμό της αστυνομίας, την έκαμε η Κατηγορουμένη 2, η οποία κατηγορήθηκε για τη διάπραξη αυτών των πλαστογραφιών. Από όσα ενημερώθηκε η Κατηγορουμένη 2, παραδέχτηκε ενοχή. Από όσα θυμάται η παραδοχή έγινε περίπου το χρονικό διάστημα υπογραφής του γραμματίου. Τότε ο Αντρέου, είχε επικοινωνήσει μαζί του και τον ενημέρωσε ότι η Κατηγορούμενη, είχε παρουσιάσει καρκίνο και ξεκινούσε θεραπεία και τον παρακάλεσε εάν ήταν δυνατό μα γίνει μια ρύθμιση για την πληρωμή του χρέους, δηλαδή των λεφτών που αποκόμισε με τες επιταγές λόγω των πλαστογραφιών , έτσι ώστε ο Παραπονούμενος να δηλώσει στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης ότι δεν είχε πλέον οποιοδήποτε παράπονο ή απαίτηση από την Κατηγορουμένη 2, ούτως ώστε λαμβανομένη υπόψη από το Δικαστήριο αυτή η δήλωση, να επενεργούσε ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας, ο οποίος σε συνδυασμό με άλλους μετριαστικούς παράγοντες, ίσως να ήταν δυνατόν να λειτουργούσαν υπέρ της Κατηγορουμένης 2, προκειμένου να μην της επιβαλλόταν ποινή της άμεσης φυλακίσεως. Εξαιτίας ακριβώς του προβλήματος υγείας της Κατηγορουμένης 2, ως είναι ο ισχυρισμός του μάρτυρα, έγινε προσπάθεια να βρεθεί κάποια λύση στο όλο ζήτημα, τέτοια λύση όμως η οποία να διασφαλίζει ότι και ο Παραπονούμενος δεν θα ζημίωνε. Κατ΄ αρχήν η ίδια η Κατηγορουμένη 2 κατέβαλε έναντι της οφειλής της χρηματικό ποσό €10.000 και για το υπόλοιπο συμφωνήθηκε όπως ο Αντρέου ετοιμάσει ένα γραμμάτιο σύνηθες τύπου, το οποίο θα υπέγραφε η Κατηγορουμένη
  21. Ο Παραπονούμενος, ως ο ισχυρισμός του μάρτυρα, θα ήταν πρόθυμος για ανθρωπιστικούς λόγους να υπογράψει δήλωση ότι δεν είχε πλέον παράπονο από την Κατηγορουμένη
  22. Το πρωτότυπο γραμμάτιο δεν το έχει πλέον στην κατοχή του. Το πρωτότυπο το έδωσε στον Παραπονούμενο το έτος 2012 περίπου. Είχε λάβει όμως αντίγραφο του πρωτοτύπου, το οποίο παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  23. Σε ερώτηση εάν ο Αντρέου κατά το στάδιο υπογραφής του γραμματίου του ανάφερε οτιδήποτε σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των Κατηγορουμένων, είπε ότι γνώριζαν ότι η Κατηγορουμένη 2 είχε φοβερά οικονομικά προβλήματα, αλλά δεν έγινε καμία αναφορά ότι ήταν σε πτώχευση. Κατά την αντεξέτασή του, ερωτήθηκε εάν γνωρίζει για πιο λόγο ο Παραπονούμενος δεν είχε στην κατοχή του το πρωτότυπο γραμμάτιο και ο μάρτυρας απάντησε πως δε γνωρίζει. Σε ερώτηση εάν το γραμμάτιο υπογράφηκε στην παρουσία του απάντησε πως όχι. Συγκεκριμένα ως αυτολεξεί ανάφερε: «Όχι, όχι απαντώ ευθαρσώς. Απλώς ο κύριος Κύπρος Ανδρέου μου είπε ότι "Χρίστο, αυτό το γραμμάτιο το υπέγραψε η Αγάθη Γερολέμου, αριθμός ταυτότητας" και εγώ βασίζομαι πάνω στα όσα μου ανέφερε ο συνάδελφος.» Σε ερωτήσεις σχετικά με την ποινική υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης 2 και κατά πόσον ο ίδιος έδωσε σχετικές συμβουλές στον Παραπονούμενο, ο μάρτυρας είπε ότι εφόσον η εν λόγω υπόθεση προωθείτο από την αστυνομία δε χρειάστηκε να δώσει συμβολή, ενημερωνότανε όμως για την πορεία της από τον Παραπονούμενο. Σε υποβολές σε σχέση με το ότι δεν υπήρχε αντάλλαγμα για το γραμμάτιο το οποίο υπεγράφη, η θέση του μάρτυρα ήταν ότι υπήρχε η οφειλή της Κατηγορουμένης 2, η οποία προέκυψε από τις πλαστογραφίες τις οποίες είχε παραδεχτεί, την οποία οφειλή ανέλαβε η Κατηγορουμένη 1 να εξοφλήσει. Σε ερωτήσεις σε σχέση με το εάν το επίδικο γραμμάτιο είναι γραμμάτιο εν τη έννοια του νόμου, ο μάρτυρας είπε ότι το ζήτημα αυτό είναι νομικό και το τι γράφει το γραμμάτιο είναι εκεί. Σε υποβολές που ακολούθησαν ότι ο Παραπονούμενος είχε γνώση για το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενες ήταν σε πτώχευση, ή θέση του μάρτυρα ήταν πως ο Παραπονούμενος ουδέποτε τον ενημέρωσε για κάτι τέτοιο. Μετά τη μαρτυρία του πιο άνω η πλευρά του Παραπονουμένου δήλωσε πως αυτή ήταν η υπόθεσής της. Το Δικαστήριο, αφού άκουσε σχετική εισήγηση του δικηγόρου των Κατηγορουμένων 1 και 2, με ενδιάμεση απόφασή του, έκρινε ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 και κάλεσε αυτές όπως προβάλλουν την υπεράσπισή τους. Η Κατηγορούμενη 1, επέλεξε, να ασκήσει το δικαίωμά της και να προβεί σε ανώμοτη δήλωση σύμφωνα με τη οποία ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε το ποσό €22.000 από τον Παραπονούμενο, όπως αναγράφεται στο γραμμάτιο. Ουδέποτε συνεχίζει, είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με τον Παραπονούμενο και δεν εξασφάλισε πίστωση στις 23/6/2010 ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία του ποσού των €22.
  24. Η αδερφή της αντιμετώπιζε ποινική υπόθεση στο Δικαστήριο, μετά από καταγγελία του Παραπονουμένου και της ζητήθηκε να υπογράψει το γραμμάτιο προκειμένου να δηλώσει ο Παραπονούμενος ικανοποιημένος στο Δικαστήριο για μετριασμό της ποινής της αδερφής της. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να υπογράψει το γραμμάτιο για να μην οδηγηθεί η αδερφή της στη φυλακή αλλά ουδέποτε η ίδια εξασφάλισε οποιαδήποτε πίστωση από τον Παραπονούμενο. Η Κατηγορουμένη 2, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωσή της (Έγγραφο Γ), είπε ότι τον Παραπονούμενο τον γνωρίζει από το πολιτικό του γραφείο όπου εργάστηκε από το έτος 2000 μέχρι
  25. Μεταξύ τους υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης και του έλεγε για τα οικονομικά προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε κατά καιρούς. Στις 12/9/2007 εκδόθηκε εναντίον της διάταγμα πτώχευσης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της αίτησης 18/
  26. Είναι η θέσης ότι με το που έλαβε γνώση για τη πτώχευσή της, ενημέρωσε τον Παραπονουμένο για το γεγονός αυτό. Από το Νοέμβριο 2007 σταμάτησε να εργάζεται για τον Παραπονούμενο εξαιτίας ποινικής διαδικασίας που ξεκίνησε εναντίον της, για πλαστογράφηση επιταγών του Παραπονουμένου. Αντιμετώπιζε την ποινική υπόθεση 34874/2007 και για σκοπούς μετριασμού της ποινής της έδωσε ποσό €10.000 σε μετρητά και για το υπόλοιπο ποσό των €22.000 υπογράφηκε το γραμμάτιο και ταυτόχρονα ο Παραπονούμενος υπέγραψε γραπτή δήλωση ότι δεν είχε παράπονο και είχε ικανοποιηθεί πλήρως. Ουδέποτε είτε η ίδια είτε η αδερφή της, έλαβαν ποσό από τον Παραπονούμενο και ο Παραπονούμενος γνώριζε κατά την υπογραφή του γραμματίου, στο οποίο υπέγραψε ως εγγυήτρια, ότι η Κατηγορουμένη 2 ήταν σε πτώχευση. Κατά την αντεξέτασή της ρωτήθηκε για τις σχέσεις της με τον πρώην εργοδότη της, νυν Παραπονούμενο, οι οποίες όπως απάντησε ήταν καλές. Ο Παραπονούμενος γνώριζε για τα οικογενειακά της ζητήματα, όπως το χωρισμό της και επίσης γνώριζε και για τα οικογενειακά της προβλήματα. Ο λόγος που είχε κάνει τότε τις πλαστογραφίες ήταν η δεινή οικονομική της κατάσταση και σε σχετική ερώτηση είπε ότι παραδέχεται πως όφειλε το ποσό των €32.000 στον Παραπονούμενο και πως εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €22.000 που αφορούν στο γραμμάτιο, εφόσον €10.000, είχαν επιστραφεί στον Παραπονούμενο με την υπογραφή του γραμματίου. Κατόπιν της πιο πάνω δήλωσής της, ερωτήθηκε γιατί τότε δηλώνει ότι δεν έχει πάρει πίστωση από τον Κατηγορούμενο και η απάντησή της ήταν πως το εν λόγω ποσό δεν το είχε πάρει με την υπογραφή του γραμματίου, αλλά αφορούσε μέρος του ποσού το οποίο η ίδια είχε πάρει εξαιτίας των πλαστογραφιών. Σε ερώτηση γιατί η αδερφή της υπέγραψε το γραμμάτιο και όχι η ίδια, η απάντηση της Κατηγορουμένης 2, υπήρξε πως ο Παραπονούμενος, ο δικηγόρος του και ο δικηγόρος της ιδίας, πρότειναν αυτή τη διευθέτηση, εφόσον γνώριζαν ότι η ίδια ήταν σε πτώχευση. Επισήμανε, ότι η πρόθεσή τους ήταν από την αρχή να πληρώσουν το ποσό του γραμματίου. Προσπάθησαν με διάφορους τρόπους να βρούνε τα χρήματα εντός του καθορισμένου χρονικού διαστήματος, πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατόν. Ενώ ήταν κοντά στο να εξασφαλίσουν δάνειο, εξαιτίας του ότι είχαν ξεκινήσει τα προβλήματα των τραπεζών το αίτημά τους δε έγινε αποδεκτό. Η καταληκτική θέση του δικηγόρου του Παραπονουμένου υπήρξε ότι τα όσα λέει περί γνώσης είτε του Παραπονουμένου, είτε του τότε δικηγόρου του αναφορικά με γνώση τους για το γεγονός ότι ήταν πτωχεύσασες δεν ισχύουν και της επισήμανε μάλιστα, ότι εάν ο δικηγόρος του Παραπονουμένου το γνώριζε σε καμία περίπτωση δεν θα έδινε συμβουλή να υπογράψει το γραμμάτιο. Η πλευρά της υπεράσπισης προσπάθησε να εξασφαλίσει και παρουσιάσει ως μαρτυρία την κατάθεση του Παραπονουμένου στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 34874/
  27. Κατά τις 16/5/2016, που η υπόθεση ήταν ορισμένη για να συνεχίσει, εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η κα Παφίτου, υπάλληλος το Ποινικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και δήλωσε ότι ο εν λόγω φάκελος δεν έχει ανευρεθεί και ζήτησε περαιτέρω χρόνο προκειμένου να εντοπιστεί ο φάκελος. Η υπόθεση επαναορίστηκε στις 27/5/2016 όταν ως μάρτυρας υπεράσπισης προσήλθε η κα Μαρία Αρέστη, η οποία αφού ορκίστηκε, δήλωσε πως εργάζεται στο Ποινικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο φάκελος της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 34874/2007 δεν ανευρέθηκε γιατί δεν είναι στη θέση του και δεν υπάρχει αποθηκάριος. Έψαξε κλητήρας και δεν τον βρήκε. Δεν υπήρξε άλλη ερώτηση και δεν υπήρξε αντεξέταση. Η πλευρά της υπεράσπισης δήλωσε πως δεν θα έχει άλλο μάρτυρα και η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Με τις αγορεύσεις του, ο δικηγόρος των Κατηγορουμένων, ισχυρίζεται ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί. Την εισήγησή του αυτή τη βασίζει σε δύο άξονες. Αφενός επειδή δεν έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι κατηγορίες εναντίον των Κατηγορουμένων και αφετέρου επειδή οι Κατηγορούμενες έχουν στερηθεί του δικαιώματός τους να παρουσιάσουν δίκαια την υπόθεσή τους, ένεκα της απώλειας της ποινικής υπόθεσης 34874/2007, στο φάκελο της οποίας υπήρχαν στοιχεία τα οποία θα βοηθούσαν την υπεράσπιση της Κατηγορουμένης
  28. Βασικό επιχείρημα του σε σχέση με το δεύτερο σημείο πιο πάνω, είναι ότι ο Παραπονούμενος γνώριζε ότι η Κατηγορουμένη 2 ήταν πτωχεύσασα. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι οι Κατηγορούμενες με την υπογραφή γραμματίου δεν εξασφάλισαν πίστωση, καθότι ουδέν ποσό έλαβαν από τον Παραπονούμενο. Τέλος, ειδικά για την Κατηγορουμένη 2, από τη στιγμή που της αποδίδεται το αδίκημα της συνέργειας, θα έπρεπε ο Παραπονούμενος να αποδείξει με θετικό και κατηγορηματικό τρόπο, ότι η εν λόγω Κατηγορουμένη, γνώριζε ότι η αδερφή της ήταν πτωχεύσασα. Από την άλλη, τα επιχειρήματα του δικηγόρου του Παραπονουμένου, έτσι όπως αυτά καταγράφονται στη Γραπτή του Αγόρευση, είναι ότι έχει πετύχει στο καθήκον του να αποδείξει την υπόθεση του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ότι οι Κατηγορούμενες θα πρέπει να κριθούν ένοχες. Για αυτής της φύσης τα αδικήματα σημειώνει, είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι οι Κατηγορούμενες είχαν γνώση της πτώχευσής τους και κάτι τέτοιο είναι η θέση του, ότι έχει αποδειχθεί εφόσον δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά. Αναφορικά με το ζήτημα της γνώσης του Παραπονουμένου για το εάν η Κατηγορουμένη 1 ήταν σε πτώχευση κατά το χρονικό διάστημα υπογραφής του γραμματίου, η θέση του δικηγόρου του, υπήρξε ότι εφόσον δεν έγινε σχετική υποβολή κατά την αντεξέταση, ότι δηλαδή ο Παραπονούμενος γνώριζε περί της πτώχευσης της Κατηγορουμένης 1, σημαίνει ότι αυτό δεν αμφισβητείται. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, που έδωσαν μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές που έχει θέσει η πλούσια επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα προχωρήσω σε αξιολόγησή τους. (Τσεκούρα ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.180/10, ημ. 11.10.2012, Ιωάννου ν Παλάζη 1(Α) ΑΑΔ276 κ.α. Miorage v Radivojenik

(1998)1 (Β) ΑΑΔ614, Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Πριν προχωρήσω σε αξιολόγηση της ενώπιον μου τεθειμένης μαρτυρίας, επισημαίνω ότι ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της υπό εξέταση υπόθεσης, δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ των μερών. Η διαφορά εντοπίζεται, σε σχέση με τη μεν Κατηγορούμενη 1, στη θέση που προβάλλουν οι δικηγόροι της, ότι η υπογραφή του γραμματίου υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα δε συνιστά εξασφάλιση πίστωσης, αναφορικά δε με την Κατηγορουμένη 2 στο ότι ο Παραπονούμενος γνώριζε ότι αυτή ήταν πτωχεύσασα. O πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, ο οποίος εργάζεται στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, στο Τμήμα Πτωχεύσεων, παρουσίασε στο Δικαστήριο το σχετικό φάκελο και με αναφορά στα εκεί έγγραφα και στοιχεία τεκμηρίωσε τη μαρτυρία του. Μαρτυρία, η οποία ας σημειωθεί πως παρέμεινε αναντίλεκτη, εφόσον στην ουσία της δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Δέχομαι τη μαρτυρία του και συγκεκριμένα, ότι εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της Κατηγορουμένης 1 στις 6/2/2001 (Τεκμήριο 1) και έχει κηρυχθεί σε πτώχευση στις 18/11/2004 (Τεκμήριο 3). Έχει αποκατασταθεί με στις 7/11/
  1. Εναντίον της Κατηγορούμενης 2 έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της στις 18/4/2005 (Τεκμήριο 4) και έχει κηρυχθεί σε πτώχευση στις 12/9/2007 (Τεκμήριο 5). Η Κατηγορούμενη 2 έχει αποκατασταθεί βάσει του Άρθρου 27(Α) στις 23 Απριλίου
  2. Επισημαίνω από το σημείο αυτό ότι, ο μάρτυρας αυτός δεν έχει δώσει καμία μαρτυρία στο Δικαστήριο αναφορικά με εάν και πότε έχουν ενημερωθεί οι Κατηγορούμενες για το γεγονός ότι έχει εκδοθεί εναντίον τους διάταγμα παραλαβής ή ότι έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση. Ο Παραπονούμενος, αποδέχτηκε τη συνομολόγηση γραμματίου με τις Κατηγορούμενες, κατόπιν σχετικής πρότασης που έγινε από το δικηγόρο της Κατηγορουμένης 2 και για τους λόγους που αναφέρει στη μαρτυρία του (ήτοι να προχωρήσει σε δήλωση προς όφελος της Κατηγορουμένης 2, στην ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζε). Το ζήτημα υπογραφής του γραμματίου, προτάθηκε από τους δικηγόρους της Κατηγορούμενης 2 και κατόπιν συμβουλής από το δικηγόρο του αποδέχτηκε την υπογραφή του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του, ότι ενήργησε κατόπιν νομικής συμβουλής για να βοηθήσει την Κατηγορουμένη 2, εξαιτίας και του προβλήματος υγείας της και ότι δε γνώριζε ότι οι Κατηγορούμενες ήταν σε πτώχευση. Ο κος Μίτσιγκας, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας. Ο ίδιος δεν είχε να αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από τη μαρτυρία που έδωσε και θεωρώ πραγματική, λογική και αποδεκτή τη θέση του, ότι ως επαγγελματίας δικηγόρος σε καμία περίπτωση θα συμβούλευε τον πελάτη του να υπογράψει γραμμάτιο με άτομο το οποίο τελεί υπό πτώχευση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της και ειδικότερα ότι, κατά το στάδιο υπογραφής του γραμματίου δεν γνώριζε, ούτε και είχε ενημέρωση ότι οι Κατηγορούμενες ήταν πτωχεύσασες. Η Κατηγορουμένη 1, ως είχε κάθε δικαίωμα επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σύμφωνα με τις επιταγές της νομολογίας, ο χαρακτήρας της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστικής παρά αποδεικτικής αξίας, εφόσον δεν δύναται να τεκμηριώσει ή αποδείξει γεγονότα τα οποία δεν στοιχειοθετούνται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δύναται όμως να επεξηγήσει αποδεδειγμένα γεγονότα. Στην απόφαση στην υπόθεση Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, στη σελίδα 211 αναφέρεται, σε σχέση με το χαρακτήρα της ανώμοτης δήλωσης: «What was said in a statement was not to be altogether brushed aside, but its potential effect was persuasive rather than evidential. It could not prove facts not otherwise proved by the evidence but it might show the evidence in a different light." Τα όσα καταγράφει στην ανώμοτη δήλωσή της, αφορούν το νομικό ζήτημα το οποίο προώθησαν οι δικηγόροι της ως υπεράσπισή της, ότι δηλαδή η υπογραφή του γραμματίου δε συνιστά πίστωση, καθότι κανένα ποσό έλαβε από τον Παραπονούμενο. Δεν γίνεται καμία αναφορά στο θέμα του εάν ήταν πτωχεύσασα ή όχι, κατά το ουσιώδη χρονικό διάστημα της υπογραφής του γραμματίου, ούτε και γίνεται αναφορά εάν το γνώριζε η ίδια ή ο Παραπονούμενος. Όπως καταγράφεται και στην Θεοχάρους Κρίνος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22: «Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη.» Η Κατηγορούμενη 2 με τη μαρτυρία της επιβεβαιώνει τα γεγονότα, όπως τα κατέθεσε και ο ίδιος ο Παραπονούμενος. Η αιτία υπογραφής του γραμματίου ήταν προκειμένου να εξοφληθεί το υπόλοιπο οφειλόμενο προς τον Παραπονούμενο, έτσι ώστε αυτός να δηλώσει στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης εναντίον της, ότι έχει αποζημιωθεί προκειμένου η δήλωσή του αυτή να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η πρόταση για υπογραφή γραμματίου ως μέσο αποζημίωσης του Παραπονουμένου έγινε από τους δικηγόρους της και κατόπιν μεταξύ τους διαβουλεύσεων έγινε αποδεκτό όπως το γραμμάτιο το υπογράψει η αδερφή της (Κατηγορουμένη 1). Η ίδια ήξερε ότι ήταν σε πτώχευση κατά το χρονικό διάστημα υπογραφής του γραμματίου από την αδερφή της. Η διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας του και της μαρτυρίας του Παραπονουμένου, εντοπίζεται στη θέση της ότι ο Παραπονούμενος γνώριζε για το ότι ήταν πτωχεύσασα. Η θέση της ότι ο Παραπονούμενος γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσασα που δεν αποκαταστάθηκε κατά το στάδιο υπογραφής του γραμματίου, δεν γίνεται αποδεκτή. Εφόσον είχαν μεσολαβήσει δικηγόροι για διευθέτηση του ζητήματος προκειμένου να τη βοηθήσουν και εφόσον, αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Παραπονούμενος για το μόνο που ενδιαφερόταν ήταν το πάρει πίσω τα χρήματα του, δεν υπάρχει κανένας λόγος εάν όντως γνώριζε ότι η Κατηγορουμένη 2, ήταν πτωχεύσασα να μην ενημέρωνε σχετικά τον τότε δικηγόρο του Μίτσιγκα (και ΜΚ3), έτσι ώστε να λάβει κατάλληλη νομική συμβουλή αλλά να αποκρύψει αυτό το γεγονός. Τέλος, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΥ1, Μαρίας Αρέστη, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη ότι ο φάκελος της ποινικής υπόθεσης που 34874/2007, δεν δύναται να ανευρεθεί από το Ποινικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου Λευκωσίας. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, όπως αυτή έχει αξιολογηθεί αμέσως πιο πάνω, μπορώ με ασφάλεια, να καταλήξω σε ευρήματα ότι, μετά από πρόταση των δικηγορών της Κατηγορουμένης 2 και προκειμένου αυτή να βοηθηθεί στο στάδιο επιβολής ποινής, στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης (34874/2007) που αντιμετώπιζε για πλαστογραφίες επιταγών του Παραπονουμένου, η Κατηγορουμένη 1, αδερφή της Κατηγορουμένης 2, υπέγραψε προς όφελος του Παραπονουμένου, γραμμάτιο για το ποσό των €22.000. Το γραμμάτιο το εγγυήθηκε η Κατηγορουμένη 2. Και οι δύο Κατηγορούμενες ήταν πτωχεύσασες το χρονικό διάστημα υπογραφής του γραμματίου. Η Κατηγορουμένη 2, γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσασα. Για την Κατηγορουμένη 1, δεν έχω ενώπιον μου τέτοια μαρτυρία η οποία να μου επιτρέπει να καταλήξω σε εύρημα ότι κατά το χρονικό διάστημα υπογραφής του γραμματίου, γνώριζε ότι εναντίον της είχαν εκδοθεί τα διατάγματα Τεκμήριο 1 και 3 . Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της πλευράς της Υπεράσπισης υπήρξε ότι η υπογραφή του γραμματίου δε συνιστά πίστωση. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι, το ποσό των €22.000, είναι ποσό το οποίο οφείλετο προς τον Παραπονούμενο από την Κατηγορούμενη 2, κατά το στάδιο σύναψης του γραμματίου. Θεωρώ, πως ένας αντικειμενικός κριτής, λαμβάνοντας υπόψη του όχι μόνο τη ίδια τη χρηματική ή συναλλακτική αξία αλλά και όλες τις περιστάσεις της υπό εξέταση περίπτωσης και ειδικότερα την αντικειμενικά κρινόμενη αξία της αντιπαροχής, δεν μπορεί παρά να θεωρήσει την υπογραφή του γραμματίου ως πίστωση. Το γεγονός ότι το ποσό του γραμματίου αφορά ποσό το οποίο λήφθηκε στο παρελθόν είναι αδιάφορο. Υπενθυμίζω δε την αρχή ότι «οι ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προβλέπουν πως παρελθούσα αντιπαροχή είναι καλή και νόμιμη»(.Eταιρεία Διαθέσεως Tσιμέντων Bασιλικού Aπόλλων Λτδ. ν. Aνδρέα Kαθητζιώτη,
(1998)1 Α.Α.Δ. 687). Από την υπογραφή του γραμματίου, υπάρχει υλική αντιστοιχία μεταξύ της βλάβης στην περιουσία του Παραπονουμένου και στο όφελος που αποκόμισε η Κατηγορουμένη 2, το χρέος της οποίας ανέλαβε η Κατηγορουμένη 1. Η Κατηγορούμενη 1 με την υπογραφή του γραμματίου, αναγνώριζε ως καλή αντιπαροχή το ποσό των €22.000, το οποίο είχε πάρει η αδερφή της. "It is the nature of the agreement which determines whether or not credit has been obtained, not the intention of the defendant" (Blackstone´s Criminal Practice, 2009 §B7.54). Περαιτέρω, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να ανατρέξει στην αιτία πίσω από το ίδιο το γραμμάτιο συνήθους τύπου. ANTΩΝΗΣ ΣΑΛΑΧΩΡΗ ν. ΑΡΓΥΡΟΥΛΛΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:A129, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 257/2010, 1/3/2016 : «Στη Λεωνίδου ν. Σπυριδάκη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1694, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με την παρούσα περίπτωση, και εκεί η αξίωση βασιζόταν σε γραμμάτιο συνήθους τύπου επαναβεβαιώθηκε ότι επί αξιώσεως που βασίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή: «Η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733.»» Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι η υπογραφή του γραμματίου από την Κατηγορουμένη 1, μπορεί να θεωρηθεί ως εξασφάλιση πίστωσης. Προκειμένου, όμως να εξαχθεί συμπέρασμα κατά πόσο έχει στοιχειοθετηθεί ή όχι η υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, θα προχωρήσω αμέσως πιο κάτω σε ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης, στο τι περαιτέρω απαιτείται να αποδειχθεί προκειμένου να στοιχειοθετηθούν τα αποδιδόμενα στις Κατηγορούμενες αδικήματα κάνοντας υπαγωγή των γεγονότων στις νομικές αρχές. Καθότι σε κάθε Κατηγορούμενη, αποδίδεται ξεχωριστό αδίκημα, θα εξετάσω τις κατηγορίες σε δύο ενότητες. Σε αυτές που αφορούν στην πρώτη κατηγορούμενη και σε αυτές που αφορούν στη δεύτερη κατηγορούμενη. Η Κατηγορουμένη 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1 και
  1. Η πρώτη κατηγορία αναφέρεται σε παράβαση του άρθρου 117(α) του Περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.5 και η τρίτη κατηγορία σε παράβαση του άρθρου 118(α) του Κεφ.
  2. Επαναλαμβάνω πως, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ουσιώδης χρόνος για τη διάπραξη των αδικημάτων είναι η ημερομηνία 23/6/
  3. Επομένως, οι διατάξεις που τυγχάνουν εφαρμογής είναι οι διατάξεις του πιο πάνω αναφερόμενου Νόμου, ως είχαν πριν από την τροποποίησή τους από το Νόμο 61(Ι)/2015, στις 7/5/
  4. Το άρθρο 117(α) του Κεφ. 5, διαλαμβάνει: Εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντες που δεν αποκαταστάθηκαν
  5. Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε ή είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού συνίστανται: (α) εξασφάλιση πίστωσης πέραν των ΛΚ10 (β) από πτωχεύσαντα ο οποίος δεν αποκαταστάθηκε (γ) χωρίς να πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσας Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας: «Η κατηγορουμένη 1 κατά/ή περί την 23/6/2010 στη Λευκωσία ενώ ήταν πτωχεύσασα (Αρ. Αίτησης 282/2000 και ημερομηνία κήρυξης πτώχευσης 18/11/2004) που δεν αποκαταστάθηκε εξασφάλισε πίστωση και υπέγραψε συναλλαγματική και/ή γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €22.000 (είκοσι δύο χιλιάδες ευρώ) το οποίο παρέλαβε από τον παραπονούμενο χωρίς να τον πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσασα που δεν αποκαταστάθηκε.» Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 117 (α), του Κεφ. 5, αυτό που ποινικοποιεί είναι την εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντα χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει τον αντισυμβαλλόμενό του, περί του γεγονότος ότι τελεί υπό πτώχευση. Εκείνο που ουσιαστικά καταλογίζεται στην Κατηγορουμένη στα πλαίσια του άρθρου 117(α), είναι η παρασιώπηση, δηλαδή η παράλειψη ανακοίνωσης γεγονότος, η οποία, όπως κάθε αξιόποινη παράλειψη, προϋποθέτει υποχρέωση της να ανακοινώσει το γεγονός και δυνατότητά της να το πράξει. Το αδίκημα του άρθρου 117(α) ουσιαστικά συνίσταται σε παράβαση νομικής υποχρέωσης της κατηγορουμένης. Εκ του περισσού ίσως, επισημαίνω το αυτονόητο, ότι με το άρθρο 117(α), επιβάλλεται θετική υποχρέωση, προς το άτομο το οποίο είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας όπως πριν την εξασφάλιση πίστωσης πέρα του αναφερόμενου στο Νόμο ποσού, να ενημερώσει για το γεγονός της πτώχευσής του και ότι η πιο πάνω αναφερόμενη υποχρέωση δεν τελεί υπό οποιαδήποτε αίρεση και πουθενά στο νόμο δεν υπάρχει άρση της σε περίπτωση που έκαστος πτωχεύσας θεωρεί ή πιστεύει ότι η άλλη πλευρά γνωρίζει ή θα όφειλε να γνωρίζει ότι είναι σε πτώχευση. Η τεθειμένη υπό του νόμου υποχρέωσή, είναι σε κάθε περίπτωση πριν εξασφαλίσει πίστωση να ενημερώσει τον αντισυμβαλλόμενο του για το γεγονός ότι είναι πτωχεύσας. Η μόνη ενδεχόμενη υπεράσπιση είναι η μη γνώση της έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης (ή του διατάγματος παραλαβής, αναλόγως της περίπτωσης). Το αδίκημα του άρθρου 117 (α) του Κεφ. 5, είναι αδίκημα, το οποίο θα έλεγα ότι συγκαταλέγεται στα αδικήματα αυστηρής ευθύνης. Ο νόμος απαιτεί, όπως όταν άτομο υπό πτώχευση λαμβάνει πίστωση πέραν των ΛΚ10 να πληροφορεί ότι είναι πτωχεύσας. Τίθεται επομένως από το ίδιο το άρθρο 117(α) μια υποχρέωση από το νόμο, παράβαση της οποίας στοιχειοθετεί το αδίκημα. «Τόσο το ίδιο το νομοθέτημα, όσο και το επιμέρους άρθρο 23, δημιουργούν αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης, της φύσης των γνωστών άλλως πως και ως ρυθμιστικών (regulatory) αδικημάτων, που αποβλέπουν στη ρύθμιση συμπεριφοράς πολιτών σε συγκεκριμένους τομείς κοινωνικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σε τέτοιας φύσης αδικήματα η εγκληματική πρόθεση (mens rea) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο.» AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 78/2014, 79/2014, 3/9/
  6. Αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας συναντάμε στο Αγγλικό Insolvency Act 1986, s. 360: "Section 360 is not subject to the defence of innocent intention under s.
  7. The offences re-enacted in s.360 have always been regarded as absolute. Thus, in Duke of Leinster [1924] 1 KB 311, it was held that D committed the offence even though his agent had been instructed to inform the creditor of D´s status and had failed to do so". Blackstone´s Criminal Practice, 2009 §B7.
  8. Ως αναφέρεται πιο πάνω, η μόνη υπεράσπιση, όπως συνάγεται και από τη νομολογία, θα ήταν ότι δεν γνώριζε περί του γεγονότος της πτώχευσης (Χριστοφόρου Χριστόφορος ν. Φάνου Γιάγκου,
(2007)2 Α.Α.Δ. 145). Σε περίπτωση που ο πτωχεύσας γνωρίζει περί του γεγονότος της πτώχευσής του, τότε σε κάθε περίπτωση που εξασφαλίζει πίστωση η οποία υπερβαίνει το καθορισμένο από το νόμο ποσό θα πρέπει να πληροφορεί τον αντισυμβαλλόμενο ότι είναι πτωχεύσας. ΑΝ, η Κατηγορούμενη 1 γνώριζε ότι ήταν σε πτώχευση, υφίσταται ακέραιη η υποχρέωσή της να πληροφορήσει τον Παραπονούμενο για το γεγονός ότι είναι πτωχεύσασα πριν να υπογράψει το γραμμάτιο. Το κρίσιμο ερώτημα, που τίθεται, είναι, γνώριζε η Κατηγορούμενη 1 την ημέρα υπογραφής του γραμματίου ότι ήταν πτωχεύσασα; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό ανατρέχω στη μαρτυρία που έχει δοθεί. Ο ΜΚ1, αναφέρθηκε πως εναντίον της Κατηγορούμενης, έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της στις 6/2/2001 (Τεκμήριο 1) και έχει κηρυχθεί σε πτώχευση στις 18/11/2004 (Τεκμήριο 3). Στη μαρτυρία του όμως, δεν κάνει αναφορά εάν μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, ο αρμόδιος υπάλληλος από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, κάλεσε την Κατηγορουμένη 1 να καταθέσει την έκθεση καταστάσεως της περιουσίας της. Από τα τεκμήρια τα οποία αφορούν την Κατηγορούμενη 1, δηλαδή τα Τεκμήρια 1,2 και 3 δεν προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη 1 ήταν παρούσα στην οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. Αυτό σε αντιδιαστολή με την Κατηγορουμένη 2, όπου στο Τεκμήριο 4, αναφέρεται ότι το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της, εκδόθηκε εκ συμφώνου και επομένως είχε γνώση της διαδικασίας πτώχευσής της. Από την πλευρά του Παραπονουμένου δεν υπάρχει καμία άλλη μαρτυρία η οποία να δύναται να τεκμηριώσει τη γνώση της Κατηγορουμένης 1, για το γεγονός ότι ήταν σε πτώχευση. Επομένως ακόμα και εάν η υπογραφή του γραμματίου θα μπορούσε να θεωρηθεί εξασφάλιση πίστωσης, δεν παύει να υφίσταται το γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία να αποδεικνύει ότι την ώρα υπογραφής του γραμματίου, η Κατηγορούμενη 1, γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσασα. Η παρούσα διαδικασία είναι ποινική διαδικασία με την πλευρά των Παραπονουμένων να φέρει αυξημένο βάρος απόδειξης της υπόθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και αν είναι αυτές. Κενά σε σχέση με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων που στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363), Επομένως, από τη στιγμή που δεν δύναται να τεκμηριωθεί θετικά και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η γνώση της, δεν μπορεί να υφίσταται και αδίκημα. Το άρθρο 118(α) του Κεφαλαίου 5, το οποίο αναφέρεται στην τρίτη κατηγορία, προβλέπει: 118. Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας: «Η κατηγορουμένη 1 κατά/ή περί την 23/6/2010 στη Λευκωσία ενώ ήταν πτωχεύσασα (Αρ. Αίτησης 282/2000 και ημερομηνία κήρυξης πτώχευσης 18/11/2004) που δεν αποκαταστάθηκε εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεν και/ή με άλλη απάτη και υπέγραψε συναλλαγματική και/ή γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €22.000 (είκοσι δύο χιλιάδες ευρώ) το οποίο παρέλαβε από τον παραπονούμενο χωρίς να τον πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσασα που δεν αποκαταστάθηκε» Πέραν του ότι η κατηγορία αυτή είναι υποκείμενη σε απόρριψη εφόσον για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, δεν τεκμηριώνεται γνώση της Κατηγορουμένης 1, θα αναφέρω περαιτέρω και τα ακόλουθα. Με την κατηγορία αυτή αποδίδεται στην Κατηγορουμένη 1 ψευδής παράσταση και/ή απάτη. Ο ορισμός των ψευδών παραστάσεων ανευρίσκεται στο άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, σύμφωνα με το οποίο: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Ο ορισμός της απάτης καταγράφεται στο άρθρο 300 του Κεφ.154, σύμφωνα με το οποίο: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Σύμφωνα με το πώς η νομολογία έχει καθορίσει και ερμηνεύσει τη ψευδή παράσταση η στοιχειοθέτηση του αδικήματος συνίσταται στην απόδειξη ψευδούς παράστασης γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, η οποία έγινε με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861, Ιωάννου Μαργαρίτα και άλλος ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417). Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας συνίστανται σε:
  1. ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης,
  2. με την οποία εξασφαλίζεται πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη,
  3. από άτομο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής Το άρθρο 118(α) του Κεφ. 5 αναφέρεται σε ψευδείς παραστάσεις ή απάτη από άτομο το οποίο έχει κηρυχτεί σε πτώχευσή ή εναντίον της περιουσίας του έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας η Κατηγορουμένη 1 «...........εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεν και/ή με άλλη απάτη και υπέγραψε συναλλαγματική και/ή γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €22.000 (είκοσι δύο χιλιάδες ευρώ) .....» . Από απλή ανάγνωση και μόνο της τρίτης κατηγορίας, είναι ξεκάθαρο ότι δεν αποδίδεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος κάποια ψευδής παράσταση στην Κατηγορουμένη
  4. Όπως επίσης οι λεπτομέρειες αδικήματος δεν αποκαλύπτουν απάτη, ήτοι οποιοδήποτε δόλιο τέχνασμα από μέρους της με το οποίο να απόκτησε ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή να υποκίνησε άλλο υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα. Το αδίκημα του άρθρου 118(α), είναι σαφέστατα αδίκημα αρκετά πιο σοβαρό από αυτό του 117(α), εξού και η ουσιαστική διαφοροποίηση στην ποινή. Στα πλαίσια απόδειξης αυτού του αδικήματος θα πρέπει η πλευρά του Παραπονουμένου να αποδείξει, πέρα από το actus reus και τη συνδρομή του mens rea. Οφείλει η πλευρά του Παραπονουμένου να αποδείξει, ότι υπάρχει σαφής παράσταση από την Κατηγορουμένη 1 γεγονότος παρόντος ή παρελθόντος, το οποίο γνωρίζει ότι δεν είναι αληθές ή δεν το πιστεύει ως αληθές και στη βάση του οποίου, με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, ενώ ήταν πτωχεύσασα, εξασφάλισε πίστωση, ή εάν πρόκειται περί απάτης απαιτεί την ύπαρξη δολίου τεχνάσματος ή επινοήματος βάση του οποίου αποκτάται χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που κανονικά θα αποκτάτο εάν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα. Το άρθρο 118(α) του Κεφαλαίου 5, απαιτεί κάτι περισσότερο, από παράλειψη πληροφόρησης, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το προβλεπόμενο αδίκημα. Απαιτεί την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων ή απάτης από άτομο το οποίο έχει κηρυχτεί σε πτώχευσή ή εναντίον της περιουσίας του έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής. Πουθενά στα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπό εξέταση περίπτωση, όπως αυτά καταγράφονται πιο πάνω, αλλά και από την ίδια τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, βάση της οποίας η Κατηγορουμένη 1, εξασφάλισε πίστωση με ψευδή παράσταση ή απάτη από τον Παραπονούμενο (πχ ενώ γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσασα να διαβεβαίωσε τον Παραπονούμενο ότι έχει στην Τράπεζα ποσό δυνάμενο να υπερκαλύψει το ποσό του γραμματίου και βασιζόμενος σε αυτήν την παράσταση ο Παραπονούμενος αποδέχτηκε την υπογραφή του γραμματίου, ενώ στην πραγματικότητα η πιο πάνω παράσταση ήταν ψευδής και την ώρα που γινόταν η Κατηγορουμένη 1 το γνώριζε). Επομένως, ούτε η κατηγορία αυτή στοιχειοθετείται. Η δεύτερη Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες, ως ακολούθως: · Τη δεύτερη κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συμμετοχή ως αυτουργός και/ή παροχή συνδρομής ή συμβουλής για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 117(α) · Την τέταρτη κατηγορία, στην οποία η έκθεση αδικήματος είναι πανομοιότυπη με αυτή της δεύτερης κατηγορίας · Την πέμπτη κατηγορία η οποία αναφέρεται σε εξασφάλιση πίστωσης βάσει ψευδών παραστάσεων και/ή με άλλη απάτη ενώ κηρύχτηκε σε πτώχευση κατά παράβαση των άρθρων 117(α) του Κεφ.5 και των άρθρων 20, 29 και 30 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  5. Η δεύτερη κατηγορία έχει ως ακολούθως: «Η Κατηγορουμένη 2 κατά/ή περί την 23/6/2010 στη Λευκωσία ως αυτουργός συμμετείχε και/ή παρείχε συνδρομή ή συμβουλή στη διάπραξη ποινικού αδικήμταος της Κατηγορουμέης 1, ήτοι υπέγραψε ως εγγυήτρια της Κατηγορουμένης 1 και εγγυήθηκε την πιστή τήρηση των όρων της συναλλαγματικής και/ή γραμματίου συνήθους τύπου για το ποσό των €22.000 (Είκοσι Δύο Χιλιάδες Ευρώ) ενώ γνώριζε ότι η Κατηγορουμένη 1, ήταν πτωχεύσασα (Αρ. Αίτησης 282/2000 και ημερομηνία κήρυξης πτώχευσης 18/11/2004) που δεν αποκαταστάθηκε και εξασφάλισε πίστωση και υπέγραψε συναλλαγματική και/ή γραμμάτιο συνήθους τύπου για το εν λόγω ποσό το οποίο παρέλαβε από τον Παραπονούμενο χωρίς να τον πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσασα που δεν αποκαταστάθηκε» Η Κατηγορουμένη 2, κατηγορείται ότι συμμετείχε και/ή παρείχε συνδρομή ή συμβουλή στη διάπραξη του αδικήματος της Κατηγορουμένης 1, ήτοι υπέγραψε ως εγγυήτρια ενώ γνώριζε ότι η Κατηγορουμένη 1 ήταν πτωχεύσασα. Κατ΄ αρχήν σημειώνω ότι, οι κατηγορίες αυτές δεν μπορούν να επιτύχουν ακολούθως της κατάληξης του Δικαστηρίου σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούν την Κατηγορουμένη
  6. Περαιτέρω επισημαίνω ότι, πουθενά από τη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά του Παραπονουμένου, προκύπτει γνώση της Κατηγορουμένης 2 για το γεγονός ότι η Κατηγορουμένη 1 ήταν σε πτώχευση. Τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από οποιοδήποτε από τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία για τον Παραπονούμενο. Όπως αναφέρω πιο πάνω η έκθεση αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας είναι πανομοιότυπη με τη δεύτερη κατηγορία. Η μόνη διαφορά εντοπίζεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, όπου στην εν λόγω κατηγορία υπάρχει η προσθήκη μετά τη φράση και «εξασφάλιση πίστωση» της φράσης «βάσει ψευδών παραστάσεων και/ή με απάτη». Παρατηρώ ότι στην έκθεση αδικήματος της 4ης κατηγορίας, η οποία αφορά στο άρθρο 117(α) του Κεφαλαίου 5, αναφέρεται σε ψευδείς παραστάσεις και/ή με άλλη απάτη, κάτι το οποίο προφανώς καταγράφεται εκ του περισσού, εφόσον το άρθρο 117(α) στα συστατικά στοιχεία του δεν αναφέρεται ούτε σε ψευδείς παραστάσεις ούτε σε απάτη. Ακόμα και εάν η τέταρτη κατηγορία, θεωρηθεί ότι αφορά το άρθρο 118(α) του Κεφ. 5, εφόσον η τρίτη κατηγορία δεν αποδείχθηκε για την Κατηγορουμένη 1, τότε ούτε και για την Κατηγορουμένη 2, μπορεί να προχωρήσει η κατηγορία αυτή για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πέμπτης κατηγορίας: «Η Κατηγορουμένη2 κατά/ή περί την 23/6/2010 στη Λευκωσία από κοινού με την Κατηγορουμένη 1 ενώ ήταν πτωχεύσασα (Αρ. Αίτησης 18/2005 και ημερομηνία κήρυξης πτώχευσης 12/9/2007) που δεν αποκαταστάθηκε εξασφάλισε πίστωση μαζί με την Κατηγορουμένη 1 αφού υπέγραψε ως εγγυητής της Κατηγορουμένης 1 σε συναλλαγματική και/ή γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €22.000 (Είκοσι Δύο Χιλιάδες Ευρώ) το οποίο παρέλαβε από τον Παραπονούμενο χωρίς να πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσασα που δεν αποκαταστάθηκε» Σε σχέση με την πέμπτη κατηγορία, αποδίδεται στην Κατηγορουμένη το αδίκημα του άρθρου 117(α). Πιο πάνω υπάρχει εκτενής ανάλυση του άρθρου 117(α) του Κεφ.
  7. Επαναλαμβάνω ότι τα συστατικά στοιχεία είναι: (α) εξασφάλιση πίστωσης πέραν των ΛΚ10 (β) από πτωχεύσαντα ο οποίος δεν αποκαταστάθηκε (γ) χωρίς να πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσας Η εξασφάλιση πίστωσης που αποδίδεται στην Κατηγορουμένη 2, είναι η υπογραφή της ως εγγυήτρια στο γραμμάτιο στο οποίο οφειλέτης ήταν η Κατηγορουμένη
  8. Με την υπογραφή της ως εγγυήτρια η Κατηγορουμένη 2, δεν εξασφάλισε πίστωση, αλλά εγγυήθηκε την Κατηγορούμενη. Τόσο ετυμολογικά όσο και εννοιολογικά οι όροι πίστωση και εγγύηση διαφοροποιούνται. Δεν μπορεί η Κατηγορουμένη 2, παρέχοντας εγγύηση να καταδικαστεί για άλλη πράξη αυτή της εξασφάλισης πίστωσης. Στο άρθρο 84 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, υπάρχει ο ορισμός της εγγύησης σύμφωνα με τον οποίο:
  9. "Σύμβαση εγγύησης" είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο~ το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής". Είναι σαφές από τον πιο πάνω ορισμό, ότι η σύμβαση εγγύησης, συνίσταται σε σύμβαση προς εκπλήρωση υποχρέωσης και όχι εξασφάλιση πίστωσης ή άλλου αγαθού προς όφελος του εγγυητή. Μάλιστα, ο εγγυητής σύμφωνα με το άρθρο 98 του Κεφ.149, σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης αποτύχει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, τότε «με την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη». Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω, ο Παραπονούμενος έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων. Η υπόθεση απορρίπτεται και οι Κατηγορούμενες 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον του Παραπονουμένου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με το σχετικό διαδικαστικό κανονισμό και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.