ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΙΤΑ, Αρ. Υπόθεσης: 3255/15, 7/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3255/15 ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ -εναντίον- ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΙΤΑ Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 7 Σεπτεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Παραπονουμένη: κα Ηλιοφώτου. Για την Κατηγορουμένη: κος Βλαδιμήρου. Κατηγορουμένη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ H Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει σαράντα έξι
(46)κατηγορίες, σύμφωνα με τις οποίες κατηγορείται, ότι έχει παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, το ποσό σαράντα έξι
(46)δόσεων κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, κατά παράβαση των άρθρων 2,3
(1)(γ), 3
(2), 4
(2)και 3 του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2088 (Ν.60(Ι)/2008)και του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, άρθρων 2,
- Πρώτος μάρτυρας για την Παραπονουμένη τράπεζα, ήταν ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, ο οποίος σύμφωνα με τα όσα δήλωσε εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) από το
- Σήμερα εργάζεται στο τμήμα διαχείρισης οριστικών καθυστερήσεων. Ισχυρίζεται ότι γνωρίζει την Κατηγορούμενη, η οποία είχε επισκεφτεί την υπηρεσία του προκειμένου να διευθετήσει την υπόθεσή της. Για όσα επρόκειτο να καταθέσει δήλωσε ότι είχε είτε προσωπική γνώση, είτε προέκυψαν μετά από έρευνα στους σχετικούς φακέλους της υπηρεσίας. Εναντίον της Κατηγορούμενης εκδόθηκε στις 22/11/2007 απόφαση στην αγωγή 9591/2007, Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Τεκμήριο 1). Στις 17/6/2009 εκδόθηκε εναντίον της Κατηγορουμένης, διάταγμα καταβολής του εξ΄ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €70 έκαστη από 1/8/2009 μέχρι τελική εξόφληση του εξ΄ αποφάσεως χρέους (Τεκμήριο 2). Είναι η θέση του μάρτυρα, ότι η Κατηγορουμένη από τον Ιούνιο 2011 και μετέπειτα δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής της. Σχετική κατάσταση λογαριασμού, προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού τoυ μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Με αναφορά στο εν λόγω τεκμήριο, εξήγησε πως η Κατηγορούμενη έχει πληρώσει συνολικά 22 δόσεις σε διάφορα χρονικά διαστήματα. Κάθε δόση η οποία πληρωνόταν καταχωριζόταν προς πληρωμή του τελευταίου οφειλόμενου μήνα (δηλαδή εάν υπήρχαν πληρωμές μέχρι και τον Σεπτέμβρη 2011 και η επόμενη πληρωμή γινόταν Δεκέμβριο 2011, η Παραπονούμενη πίστωνε αυτή την πληρωμή προς εξόφληση του τελευταίου μήνα που υπήρχε οφειλή, δηλαδή για τον Οκτώβριο 2011). Από 1/6/2011 μέχρι και την 1/3/2015 (ημερομηνία που αφορά στο Κατηγορητήριο) δεν έχει γίνει καμία πληρωμή και η Κατηγορούμενη, παραλείπει να καταβάλει 46 μηνιαίες δόσεις για συνολικό ποσό €3.
- Περαιτέρω ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι από την ημέρα έκδοσης του διατάγματος Τεκμήριο 2, αλλά και κατά τις ημερομηνίες διάπραξης των κατ΄ ισχυρισμών αδικημάτων όπως αυτά καταγράφονται στο κατηγορητήριο, η Κατηγορούμενη δούλευε στην εταιρεία Sabbianco ως βοηθός κτηματομεσίτης. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι η Κατηγορούμενη εργάζεται στην εταιρεία Sabbianco, εάν γνωρίζει τα εισοδήματά της. Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι η έρευνα του περιορίστηκε στο κατά πόσον η Κατηγορούμενη εργάζεται και όχι στο ύψος των εισοδημάτων της. Του έγιναν υποβολές ότι η Κατηγορούμενη δεν εργάζεται και ότι δεν έχει εισοδήματα. Η θέση του μάρτυρα παρέμεινε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η Κατηγορούμενη έχει εισοδήματα από την εργασία της στην εταιρεία Sabbianco. Σε ακόλουθες ερωτήσεις αναφορικά με το πώς προέκυψε η απόφαση εναντίον της Κατηγορουμένης, ο μάρτυρας εξήγησε πως αυτή ήταν εγγυήτρια στην εταιρεία PERMANENT HOME INDUSTRIES LTD και εναγόμενη 1 στην αγωγή 9591/2007, εναντίον της οποίας επίσης εκδόθηκε απόφαση. Ερωτήθηκε για κάποιον Δημήτρη Μίτα, ο οποίος ήταν ο εναγόμενος 2 στην πιο πάνω αγωγή και η απάντηση του μάρτυρα ήταν ότι ουδέποτε κατέστη εφικτό να του επιδοθεί η αγωγή. Τέλος του έγιναν υποβολές ότι η Κατηγορούμενη ουδέποτε καταδολίευσε την Παραπονουμένη και πως ο λόγος μη καταβολής των δόσεων ήταν η αδυναμία της να καταβάλει το ποσό των δόσεων λόγω του ότι δεν είχε εργασία και ως εκ τούτου δεν είχε ούτε εισοδήματα. Μετά το πέρας της αντεξέτασης και κατά την επανεξέταση ρωτήθηκε ο μάρτυρας κατά πόσον η Κατηγορούμενη έχει κάνει οποιεσδήποτε διαδικασίες για ακύρωση του διατάγματος Τεκμήριο 2 και η απάντηση του μάρτυρα υπήρξε αρνητική. Δεύτερος μάρτυρας για την Παραπονουμένη ήταν ο Γιάννος Ιωάννου, ιδιώτης δικαστικός επιδότης, ο οποίος είναι το άτομο το οποίο έκανε την επίδοση του υπό εξέταση κατηγορητηρίου στην Κατηγορούμενη. Είναι η θέση του ότι η επίδοση του Κατηγορητηρίου έγινε στα γραφεία της εταιρείας Sabianco, μετά από οδηγίες των Παραπονουμένων, σύμφωνα με τις οποίες εκεί είναι ο τόπος εργασίας της Κατηγορουμένης. Συγκεκριμένα, η θέση του υπήρξε ότι τη μέρα που έγινε η επίδοση, είχε τρία κατηγορητήρια για να επιδώσει στην Κατηγορούμενη. Όταν έφτασε στην εταιρεία Sabbianco, στην είσοδο της εταιρείας βρισκόταν μια κοπέλα, η γραμματέας, στην οποία είπε ότι ψάχνει την κα Μίτα (Κατηγορούμενη). Η κοπέλα στην υποδοχή φώναξε την Κατηγορούμενη, η οποία πήγε και ο μάρτυρας προχώρησε με την επίδοση των τριών κατηγορητηρίων. Κατά την αντεξέτασή του, του ζητήθηκε να περιγράψει το οίκημα και να αναφέρει εάν τα γραφεία της Sabbianco, ήταν στο ισόγειο. Ο μάρτυρας είπε ότι ήταν στο δεύτερο ή τρίτο όροφο, αλλά ότι δεν θυμότανε ακριβώς. Του υποβλήθηκε ακολούθως ότι η Κατηγορούμενη τη μέρα που της έγινε η επίδοση, βρισκότανε στα γραφεία της Sabbianco, όχι γιατί εργαζότανε εκεί, αλλά επειδή ήταν γνωστή του διευθυντή της εταιρείας και ειδικότερα, ότι ήταν εκεί για να πωλήσει τα κτήματα της κόρης της. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε να απαντήσει στις πιο πάνω υποβολές. Μετά το πέρας της μαρτυρίας και των δύο μαρτύρων, η δικηγόρος της Παραπονουμένης δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεσή της. Το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η Παραπονουμένη πέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης, την κάλεσε να προβάλει την υπεράσπισή της. Η Κατηγορουμένη επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως, ετοίμασε ως προς τούτο γραπτώς τη μαρτυρία της, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται, η ίδια ήταν εγγυήτρια της πρωτοφειλέτιδας - εναγόμενης 1 εταιρείας στην αγωγή 9591/
- Είχε μπει ως εγγυήτρια μαζί με τον εναγόμενο 2, ο οποίος ήταν σύζυγος κατά το χρονικό διάστημα σύναψης του δανείου. Είναι η θέση της ότι η ίδια καθόλο το χρονικό διάστημα που είχε τη δυνατότητα τηρούσε το διάταγμα Τεκμήριο
- Είναι η θέση της ότι εργαζόταν στην εταιρεία G&P Lazarou, στην οποία σταμάτησε να εργάζεται το 2011, όταν και έχασε τη δουλειά της λόγω της κρίσης. Ισχυρίζεται ότι η Παραπονούμενη τράπεζα παρόλες τις παραστάσεις και επιστολές της προς αυτήν (Τεκμήρια 4 και 5), δεν τις έδιδε κατάσταση λογαριασμού στην οποία να φαίνονται οι πληρωμές και τα έξοδα, όπως επίσης ούτε και επέδειξε ενδιαφέρον για την κίνηση διαδικασίας εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 στην αγωγή 9591/
- Ήταν η θέση της ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία ήταν ιδικτήρια κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας, αξίας κατά πολύ μεγαλύτερης αυτής του ποσού της απόφασης τεκμήριο
- Τέλος αναφορικά με το Τεκμήριο 3(κατάσταση λογαριασμού), δηλώνει ότι αμφισβητεί τα ποσά τα οποία αναφέρονται στους μήνες Σεπτέμβριο και Δεκέμβριο 2011, Μάρτιο και Ιούνιο
- Επίσης αμφισβητεί τα έξοδα της Τράπεζας και τα διάφορα ποσά χωρίς επεξηγήσεις, όπως επίσης αμφισβητεί τους τόκους υπερημερίας και μη. Μετά το πέρας της ανάγνωσης του Εγγράφου Α, έγιναν στην Κατηγορουμένη περαιτέρω ερωτήσεις από το δικηγόρο της. Ερωτήθηκε για πιο λόγο δέχτηκε το έτος 2009 την έκδοση διατάγματος εναντίον της. Η θέση της ήταν ότι εκείνη τη χρονική περίοδο είχε δουλειά στην εταιρεία G&P Lazarou και είχε την πεποίθηση ότι θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της. Η θέση της υπήρξε ότι για 22 συνεχόμενους μήνες πλήρωνε ανελλιπώς τις δόσεις της και αργότερα όταν έχασε τη δουλειά της, είχε αδυναμία να πληρώνει τις δόσεις και για αυτό σταμάτησε την καταβολή τους. Κατά την αντεξέταση της, ερωτήθηκε κατά πόσο έχει κάποια απόδειξη που να δείχνει ότι ο ισχυρισμός της περί πληρωμής των 22 δόσεων αφορά 22 συνεχείς μήνες. Επίσης με αναφορά στο Τεκμήριο 3 έγιναν στην Κατηγορούμενη υποβολές ότι οι πληρωμές στις οποίες προέβαινε ήταν περιοδικές και όχι συνεχόμενες. Της υποβλήθηκε περαιτέρω, ότι αναφορικά με τις δόσεις που αμφισβητεί ότι οφείλει όπως αυτές καταγράφονται στην παράγραφο 8 της Γραπτής της Δήλωσης, Έγγραφο Α, ότι η Παραπονούμενη τράπεζα, ακριβώς επειδή οι πληρωμές που έκανε ήταν περιοδικές αυτή, για κάθε πληρωμή που γινόταν πίστωνε όχι το μήνα για τον οποίο γινόταν η πληρωμή, αλλά τον τελευταίο απλήρωτο μήνα. Η Κατηγορούμενη δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σε αυτή τη θέση της πλευράς της Παραπονουμένης. Ρωτήθηκε ακολούθως κατά πόσο έχει στην κατοχή την οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής η οποία να αφορά ποσά τα οποία δεν έχουν συμπεριληφθεί στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο
- Η απάντηση της Κατηγορουμένης υπήρξε πως δεν έχει ελέγξει τις αποδείξεις της. Ρωτήθηκε εάν έχει συνταξιοδοτηθεί και απάντησε πως έχει συνταξιοδοτηθεί το έτος
- Σε σχετική ερώτηση αρνήθηκε ότι εργάζεται στην εταιρεία Sabianco ως βοηθός κτηματομεσίτης και η θέση της είναι ότι η μόνη σχέση της με την εν λόγω εταιρεία συνίσταται στο ότι είχε στο παρελθόν επισκεφτεί την εταιρεία αυτή, η οποία είναι κτηματομεσιτική, προκειμένου να της αναθέσει την πώληση κάποιων ακινήτων τα οποία ανήκαν στην κόρη της. Ερωτήθηκε που της επιδόθηκε το κατηγορητήριο το οποίο αφορά στην παρούσα υπόθεση και παραδέχτηκε ότι η επίδοση του, της έγινε στην Sabianco, στην οποία βρισκόταν εκείνη τη μέρα για δουλείες και συγκεκριμένα, για την πώληση των ακινήτων της κόρης της. Της έγινε υποβολή από τη δικηγόρο της Παραπονουμένης ότι λέει ψέματα και ότι εργάζεται στην εν λόγω εταιρεία και πως ο λόγος που δεν το παραδέχεται είναι επειδή ως συνταξιούχα δεν δηλώνει την εργασία της στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Η απάντηση της Κατηγορούμενης υπήρξε ότι ακόμη και ως συνταξιούχα θα μπορούσε να εργάζεται. Της έγιναν ακολούθως υποβολές ότι το τηλέφωνο το οποίο χρησιμοποιεί ανήκει στην εταιρεία Sabbianco και ότι εργάζεται εκεί. Η Κατηγορούμενη αρνήθηκε όλες τις σχετικές υποβολές. Ακολούθως ερωτήθηκε κατά πόσο έχει προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για μείωση του ποσού της δόσης που οφείλει να καταβάλλει λόγω της κατ΄ ισχυρισμό αδυναμίας πληρωμής και η απάντηση υπήρξε πως όχι δεν έχει προχωρήσει σε τέτοια ενέργεια λόγω του ότι δεν γνώριζε το συνολικό ποσό της οφειλής. Τέλος ερωτήθηκε αναφορικά με ένα κτήμα της το οποίο είχε πωλήσει κατά την περίοδο που αναφέρεται και στο κατηγορητήριο. Η Κατηγορούμενη εξήγησε ότι είχε πωλήσει το κτήμα αυτό το 1998 το οποίο είχε δυσκολίες να μεταβιβάσει λόγω αδυναμίας της να πληρώσει το φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας. Παραδέχτηκε όμως ότι ακολούθως πληρώθηκε όλο το ποσό του κτήματος με την καταβολή από τον αγοραστή του ποσού των €156 μηνιαίως κατευθείαν στην ίδια. Σε ερώτηση πότε έγιναν αυτές οι πληρωμές απάντησε πως δεν θυμότανε άλλα πως ήτανε κατά τα έτη 2011-
- Στην τελευταία ερώτηση εάν κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε παραλείψει να καταβάλει τις δόσεις της λάμβανε το ποσό των €156 μηνιαίως, η απάντησή της υπήρξε θετική. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης, ως μάρτυρας υπεράσπισης προσήλθε ο Αντρέας Αντρέου, ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης του κτηματομεσιτικού γραφείου Sabbianco. Είπε ότι γνωρίζει την Κατηγορούμενη λόγω του ότι αυτή θέλει να πωλήσει κάποια χωράφια στο Λυθροδόντα τα οποία ανήκουν στα παιδιά της. Ρωτήθηκε να εξηγήσει το γεγονός ότι όταν επισκέφτηκε ο επιδότης την εταιρεία Sabianco, ήταν εκεί η Κατηγορουμένη και η θέση του μάρτυρα υπήρξε ότι η Κατηγορουμένη ως πελάτιδά του επιθυμούσε να προβεί σε πώληση την οποία η εταιρεία του την αξιολογεί ως μεγάλη και ως εκ τούτου υπήρξαν αρκετές συναντήσεις στην εταιρεία του. Κατά την αντεξέτασή του, ρωτήθηκε από πότε γνωρίζει την Κατηγορουμένη και απάντησε εδώ και 8 μήνες με 1 έτος περίπου. Δεν γνωρίζει ότι η εργασία της ήταν βοηθός κτηματομεσίτη. Επίσης σε σχετικές υποβολές ότι η Κατηγορουμένη εργάζεται στην εταιρεία του και ότι ήρθε στο Δικαστήριο προκειμένου να τη βοηθήσει, η θέση του ήταν ότι είναι πελάτιδά του, ότι δεν εργάζεται στην εταιρεία του και κάλεσε την δικηγόρο της Παραπονουμένης να πάνε στις κοινωνικές ασφαλίσεις προκειμένου να διαπιστώσει ότι η Κατηγορουμένη δεν είναι εγγεγραμμένη στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Ακολούθως αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις του Νόμου, προκειμένου να μπορέσει κάποιος να εργαστεί ως κτηματομεσίτης. Επέμενε ότι ο μόνος λόγος γνωριμίας του με την Κατηγορουμένη, είναι το γεγονός ότι είναι πελάτιδά του για τα κτήματα των παιδιών της στο Λυθροδόντα και πως δε γνώριζε ότι προηγουμένως η εργασία της ήταν βοηθός κτηματομεσίτη. Επόμενος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Λουκάς Στυλιανού, ο οποίος ανάφερε ότι γνωρίζει την Κατηγορούμενη, λόγω του ότι αυτή πήρε τηλέφωνο στο γραφείο της συντεχνίας μικρών επιχειρήσεων και αυτοεργοδοτουμένων και ζήτησε υπηρεσίες χρηατοπιστωτικών συμβούλων. Η Κατηγορουμένη του έδωσε την κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας και του ζήτησε να μελετήσει την υπόθεσή της και να ελέγξει το υπόλοιπο λογαριασμού εάν δικαιολογείται ή όχι. Αυτό έγινε το Δεκέμβριο
- Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, επιχείρησε να καταθέσει το Έγγραφο Β η κατάθεση του περιεχομένου του οποίου συνάντησε την ένσταση της άλλης πλευράς ως άσχετο με τα επίδικα ζητήματα. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση, με αναφορά στις σχετικές αρχές, έκρινε πως το περιεχόμενο του Εγγράφου Β συνίσταται σε μαρτυρία άσχετη με τα επίδικα θέματα, εφόσον περιστρέφεται γύρω από ζητήματα τα οποία αφορούν το ποσό της απόφασης, τους τόκους και τις επιβαρύνσεις, ζητήματα τα οποία στα πλαίσια της υπό εξέταση υπόθεσης δεν έχει την εξουσία να εξετάσει και επομένως δεν επέτρεψε την προσαγωγή της μαρτυρίας αυτής. Δεν υπήρξε αντεξέταση του μάρτυρα και δεν υπήρξε περαιτέρω μαρτυρία. Με τις αγορεύσεις της, η πλευρά της Κατηγορουμένης αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης και προβάλει για πρώτη φορά θέσεις, επεξηγώντας ότι τον καιρό που εκδόθηκε το διάταγμα-Τεκμήριο 2, η Κατηγορουμένη είχε τη δυνατότητα να προχωρά στην καταβολή των δόσεων λόγω και της βοήθειας που λάμβανε από τον αδερφό της. Αυτά τα γεγονότα και άλλα ζητήματα, τα οποία δεν προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είτε υπό τύπο υποβολών κατά την αντεξέταση, είτε στο στάδιο που έδιδε η ίδια μαρτυρία δεν θα ληφθούν υπόψη. «Οι αγορεύσεις των διαδίκων δεν αποτελούν μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων (ΝΑ Theophanous (Matic) Laundries Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 739, Μισιρλής ν Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 ΑΑΔ 379), ούτε και μέθοδο αμφισβήτησης άλλων γεγονότων (Ζαχαρία ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)3 (Α)ΑΑΔ 293)ή συστατικό στοιχείο απόδειξης της υπόθεσης ή οποιωνδήποτε συναφών επιχειρημάτων και εκεί όπου δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία θα πρέπει να αγνοούνται (βλ. Ιωσηφίδη ν Αστυνομίας Ποιν. Εφ.243/12 ημ. 2.5.14)»(Απόσπασμα από το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδα και Νικόλα Σάντη, ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 128) Επίσης, είναι δεδομένη η θέση της νομολογίας, σε σχέση με την υποχρέωση της Υπεράσπισης να προβάλει τις θέσεις της στους μάρτυρες, προκειμένου να μπορέσουν να τοποθετηθούν, απόλυτα σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.,
- Πέραν των πιο πάνω, η πλευρά της υπεράσπισης με τις αγορεύσεις της, ισχυρίζεται ότι η Κατηγορουμένη δεν είχε πρόθεση να εξαπατήσει την Παραπονουμένη και πως η μη πληρωμή του ποσού των δόσεων οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην αδυναμία της να καταβάλει το ποσό της δόσης. Επίσης επισημαίνει στο Δικαστήριο, ότι οι μήνες οι οποίοι αναφέρονται στο κατηγορητήριο ότι δεν έγινε η πληρωμή των δόσεων, είναι άλλοι από τους μήνες που πραγματικά δεν έγινε η πληρωμή, εφόσον όπως ο ίδιος ο μάρτυρας της Παραπονουμένης, παραδέχτηκε για κάθε δόση που κατέβαλε η Κατηγορούμενη δεν γινόταν εξόφληση του αντίστοιχου μήνα πληρωμής, αλλά η Παραπονουμένη προχωρούσε σε εξόφληση του τελευταίου οφειλόμενου μήνα. Κατέληξε σημειώνοντας ότι η θέση του είναι ότι το αδίκημα δεν στοιχειοθετείται λόγω του ότι δεν έχει αποδειχτεί δυνατότητα της Κατηγορουμένης να καταβάλλει το ποσό της δόσης. Από την πλευρά της η δικηγόρος της Παραπονουμένης με αναφορά στην μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί και στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, εισηγείται ότι έχει πετύχει να αποδείξει την υπόθεσή της. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν στα πλαίσια της υπό εξέταση υπόθεσης. Ο Κωνσταντίνου (ΜΚ1), μου έκανε καλή εντύπωση. Καθόλη τη διάρκεια που έδιδε μαρτυρία διατήρησε χαμηλούς τόνους, απαντούσε με σαφήνεια κάθε ερώτηση η οποία του γινότανε, χωρίς να προχωρεί σε εικασίες ή να επεκτείνεται σε ζητήματα άσχετα με τα επίδικα. Η ουσία της μαρτυρίας του, δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της υπεράσπισης. Το μόνο ζήτημα το οποίο αμφισβητήκε είναι το γεγονός ότι η έρευνα της Παράπονουμένης κατέδειξε ότι η Κατηγορούμενη εργαζόταν στην εταιρεία Sabbianco. Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η επίδοση του Κατηγορητηρίου έγινε στην Κατηγορουμένη στα γραφεία της εν λόγω εταιρείας. Δεν βρίσκω λόγο να μην κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του ως προς αυτό το σημείο. Εάν η Κατηγορουμένη δεν εργαζόταν στην εν λόγω εταιρεία, το πιο πιθανόν θα ήταν οι οδηγίες προς τον επιδότη να ήταν για επίδοση του κατηγορητηρίου σε μέρος άλλο όπου θα μπορούσε να ανευρεθεί η Κατηγορουμένη. Δεν υπάρχει λογική εξήγηση, ούτε και έγιναν σχετικές υποβολές για πιο λόγο θα έπρεπε η πλευρά της Παραπονουμένης να γνωρίζει ότι η Κατηγορουμένη θα βρισκόταν συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα στα γραφεία της Sabbianco, έτσι ώστε να δώσουν σχετικές οδηγίες στον επιδότη. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Επίσης ο ΜΚ2, Γιάννος Ιωάννου, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του, η οποία συνίστατο στο γεγονός ότι η επίδοση του κατηγορητηρίου έγινε στην Κατηγορούμενη προσωπικά στη γραφεία της κτηματομεσιτικής εταιρείας Sabbianco, δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της Κατηγορουμένης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η Κατηγορουμένη δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κατά τη διάρκεια που έδιδε μαρτυρία, η μαρτυρία της υπήρξε συγκεχυμένη, ασαφής και δεν έδιδε την εντύπωση ατόμου το οποίο ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Επικαλείται οικονομική αδυναμία για να αποπληρώσει το ποσό των μηναίων δόσεων, λόγω έλλειψης εισοδημάτων, αλλά στο στάδιο που δίδει η ίδια μαρτυρία, αποκρύπτει το γεγονός ότι λαμβάνει σύνταξη και ότι το ουσιώδες χρονικό διάστημα λάμβανε επιπλέον ποσό €156 για πληρωμή ακινήτου που είχε πωλήσει και αναφέρεται στα εισοδήματα αυτά μόνο κατόπιν αναφορών της δικηγόρου της Παραπονουμένης. Επίσης, είναι και χωρίς λογικό υπόβαθρο η θέση της ότι η μόνη σχέση της με την εταιρεία Sabbianco, είναι το ότι πήγε εκεί προκειμένου να πωλήσει ακίνητα της κόρης της, αλλά ουδέποτε ανάφερε το γεγονός ότι υπήρξε και εκείνη κτηματομεσίτης. Ακούγεται παράλογος ο ισχυρισμός ότι πήγε σε κτηματομεσιτική εταιρεία, όχι για να πωλήσει δικά της ακίνητα, αλλά ακίνητα της κόρης της και δεν ανάφερε ότι υπήρξε και αυτή εργαζόμενη στο χώρο αυτό και επομένως γνωρίζει τις διαδικασίες. Επίσης σαθρό είναι και το υπόβαθρο της θέσης της ότι μέρα που έγινε η επίδοση συμπτωματικά βρισκόταν στα γραφεία της Sabbianco για ιδιωτικές υποθέσεις και ο επιδότης το γνώριζε αυτό. Είναι ξεκάθαρο ότι προσπαθεί να αποκρύψει την πραγματική της σχέση με την εταιρεία Sabbianco. Επίσης, ενώ ισχυρίζεται οικονομική αδυναμία από το έτος 2011 όταν και έμεινε άνεργη, από το Τεκμήριο 3, συνάγεται ότι έγιναν πληρωμές μετά από το χρονικό διάστημα στο οποίο επικαλείται αδυναμία. Από το εν λόγω τεκμήριο προκύπτει ότι έχουν γίνει πληρωμές το Σεπτέμβριο 2011, το Δεκέμβριο 2011, το Μάρτιο 2012 και τον Ιούνιο
- Ένα άλλο σημείο ενδεικτικό της ασυνέπειας και των υπεκφυγών της Κατηγορουμένης, είναι ότι ενώ ισχυρίζεται ότι διαφωνεί με το Τεκμήριο 3 σε σχετική ερώτηση της δικηγόρου της Παραπονουμένης εάν έχει οποιαδήποτε απόδειξη που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της, η απάντηση της Κατηγορουμένης αυτολεξεί ήταν «όχι διότι δεν έχω ελέγξει τις αποδείξεις μου». Η Κατηγορουμένη ήρθε στο Δικαστήριο σε υπόθεση εναντίον της προσωπικά, τις κατηγορίες οι οποίες της αποδίδονται απορρίπτει ολοκληρωτικά, αλλά πριν προσέλθει στο Δικαστήριο δεν μπήκε στον κόπο να ελέγξει τις αποδείξεις της προκειμένου να γνωρίζει να τοποθετηθεί για τα γεγονότα τα οποία αμφισβητεί και για τα γεγονότα τα οποία καταθέτει ενόρκως. Επίσης αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Κατηγορουμένης, όπως αυτή καταγράφονται στην γραπτή της δήλωση, Έγγραφο Α και ειδικότερα, στις παραγράφούς 8ε και 8ζ, οι οποίοι αφορούν αμφισβητήσεις επί του συνολικού οφειλόμενου ποσού των χρεώσεων και των τόκων, υπενθυμίζω ότι η παρούσα διαδικασία αφορά κατηγορίες για παράλειψη καταβολής οφειλομένης μηνιαίας δόσης κατά παράβαση του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008). Στο σημείο αυτό, παρεμβάλλεται και η καλά εμπεδωμένη και κλασική αρχή, ότι ράγες πάνω στις οποίες κινείται και περιορίζεται η κάθε διαδικασία (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα,
(1991)1 Α.Α.Δ. 24), καθορίζονται από τα ίδια τα δικόγραφα. Σε αυτή την υπόθεση καθορίζονται, από το ίδιο το Κατηγορητήριο, το οποίο αφορά παράβαση του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου και αυτό είναι και το ζήτημα το οποίο οφείλει να εξετάσει το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει άλλα ζητήματα και ισχυρισμούς. Απορρίπτω τη μαρτυρία της. Η Κατηγορούμενη, παρά την κατ΄ ισχυρισμό αδυναμία της, είχε εισοδήματα από την εργασία της, λάμβανε ποσό από την πώληση ακινήτου και από το 2013 λαμβάνει σύνταξη. Ούτε ο μάρτυρας υπεράσπισης Αντρέου μου έκανε καλή εντύπωση. Έδιδε την εντύπωση ότι ήθε στο Δικαστήριο «δασκαλεμένος», προκειμένου να πει ότι η Κατηγορούμενη είναι πελάτιδά του και τίποτε περισσότερο. Κατά την αντεξέτασή του υπήρξε ασαφής στις απαντήσεις του. Ενώ στην αρχή είπε ότι τη γνωρίζει τους τελευταίους 8 με 12 μήνες, σε σχετικές υποβολές είπε ότι είναι τα τελευταία 2 χρόνια που τη γνωρίζει. Επίσης χωρίς να ερωτηθεί είπε ότι γνωρίζει πως η Κατηγορούμενη δεν είναι εγγεγραμμένη στις κοινωνικές ασφαλίσεις, κάτι το οποίο υπό κανονικές περιστάσεις δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζει, ή έστω δεν υπάρχει κάποιος λόγος να το γνωρίζει. Ο δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης δεν προσέφερε τίποτα ως μάρτυρας σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σχετική και δυνάμενη να αξιολογηθεί αναφορικά με το μάρτυρα αυτόν. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(γ) του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008): «3
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία ˙ είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4» Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει: (i) την ύπαρξη δικαστικού χρέους με, εννοείται, εξ΄ αποφάσεως οφειλέτη την Κατηγορουμένη και εξ΄ αποφάσεως πιστωτή την Παραπονουμένη, (ii) την ύπαρξη διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως ποσού με δόσεις (iii) την παράλειψη καταβολής δόσης, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία, Σύμφωνα, λοιπόν, το πιο άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να πρέπει να αποδείξει τα πιο πάνω τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3
(2), καμία δίωξη δεν καταχωρείται, εκτός εάν «παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων». Στο άρθρο 3
(4)του Νόμου, ο Νομοθέτης προνοεί τρεις υπερασπίσεις τις οποίες μπορεί να επικαλεστεί ο Κατηγορούμενος προκειμένου να απαλλαγεί: «
(4)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: (γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν.» Η θέση της ίδιας της Κατηγορουμένης υπήρξε από την αρχή μη καταβολή των δόσεων λόγω οικονομικής αδυναμίας και όχι λόγω μεταβολής των οικονομικών της συνθηκών. Επομένως, με βάση την πιο πάνω θέση της Κατηγορουμένης, δεν τίθεται ζήτημα μετατόπισης βάρους απόδειξης, υπό την έννοια ότι η Κατηγορουμένη δεν προσφέρει ισχυρισμό, δυνάμενο να θεωρηθεί ως υπεράσπιση συμφώνως του εδαφίου 3
(4). Η Κατηγορουμένη επικαλείται αδυναμία, η οποία συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η αξιόποινη πράξη συνίσταται στην παράλειψη εξ΄ αποφάσεως οφειλέτη καταβολής της δόσης, συμφώνως διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως ποσού με δόσεις, στον εξ΄ αποφάσεως πιστωτή. Αλλά από μόνη της η παράλειψη καταβολής δεν είναι αρκετή για στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Για να είναι κάποιος «υπόλογος» για την παράλειψη καταβολής, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου 60(Ι)/2008, αυτή θα πρέπει να γίνεται για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. Η φυσική ή οικονομική αδυναμία είναι συστατικά στοιχεία του αδικήματος το βάρος απόδειξης των οποίων φέρει η κατηγορούσα αρχή. Ουδείς τιμωρείται σύμφωνα με το νόμο αυτό για την αδυναμία του να πληρώσει το εξ αποφάσεως ποσό. Οι λοιπές περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο
(3)
(4)(γ) δεν συνιστούν αδυναμία για την οποία δε δύναται να διωχθεί ο οφειλέτης, αλλά υπερασπίσεις και γεγονότα τα οποία εμπίπτουν στη δική του σφαίρα γνώσης, αποτελούν υπεράσπιση την οποία ο οφειλέτης οφείλει να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια, πιστεύω, να καταλήξει σε εύρημα ότι ενώ στις 17/6/2009 εκδόθηκε διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο η Κατηγορουμένη διατάσσεται να πληρώσει δια μηνιαίων δόσεων εκ €70,00 έκαστη από 1/8/2009 μέχρι εξόφλησης την οφειλή της (Τεκμήριο 2), η οποία προκύπτει δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 22/11/2007 (Τεκμήριο 1), η Κατηγορουμένη δεν κατέβαλε τις σαράντα έξι
(46)δόσεις που αναφέρονται στο Κατηγορητήριο (δηλαδή τις δόσεις για τους μήνες από 1/6/2012 μέχρι και 1/3/2015), για λόγους άλλους από φυσική ή οικονομική αδυναμία. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, η πλευρά της Παραπονουμένης έχει πετύχει να αποδείξει ότι η Κατηγορούμενη δεν κατέβαλλε το ποσό των δόσεων της για λόγο άλλο από οικονομική αδυναμία, ενώ η πλευρά της Κατηγορουμένης δεν προώθησε οποιαδήποτε από τις υπερασπίσεις που προβλέπονται στον επίδικο νόμο. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και επομένως η Κατηγορουμένη, κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ) ...................................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο