Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας ν. Κωστάκη Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης:25605/10, 8/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:25605/10 Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας εναντίον Κωστάκη Ιωάννου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8 Αυγούστου, 2016 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σιαπαννή Για Κατηγορούμενο: κος Κιτρομιλίδης Κατηγορούμενος παρών Απόφαση Αρχικά, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε 139 κατηγορίες, σε σχέση με διάφορα αδικήματα, όλα κατά παράβαση συγκεκριμένων άρθρων του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή και συγκεκριμένα στις 17/9/2015, η Κατηγορούσα Αρχή, δυνάμει του άρθρου 113 του συντάγματος, διέκοψε την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου στις κατηγορίες, 13, 14, 15, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 52, 53, 54, 76, 77, 78, καθώς επίσης και στις κατηγορίες από 106 μέχρι και 139, αμφοτέρων περιλαμβανομένων. Ως εκ των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε από τις εν λόγω κατηγορίες και συνεχίζει, έκτοτε, να αντιμετωπίζει τις υπόλοιπες, συνολικά, 90 κατηγορίες. Πρόκειται για 30 κατηγορίες πλαστογραφίας επιταγής, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (α)(δ)(
- i)και 336 του Ποινικού Κώδικα, 30 κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των ιδίων άρθρων, πλέον του άρθρου 339 και τέλος, 30 κατηγορίες απόσπασης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298, του ιδίου νόμου. Αυτό που στην ουσία αποδίδεται στον κατηγορούμενο με τις 90 κατηγορίες που αντιμετωπίζει, είναι ότι, κατά το έτος 2005, σε διάφορες ημερομηνίες, οι οποίες προσδιορίζονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών, πλαστογράφησε 30 τραπεζικές επιταγές της εταιρείας Rombel Enterprises Ltd (στο εξής «η Rombel» ή «η εταιρεία») υπογράφοντας δια λογαριασμό του διευθυντή της, χωρίς την εξουσιοδότηση του, τις οποίες επιταγές κυκλοφόρησε εν γνώσει του ότι ήταν πλαστές, με τέτοιο τρόπο, που προέβαινε σε ψευδείς παραστάσεις, μέσω των οποίων, είτε εξασφάλιζε από ταμεία της Εμπορικής τράπεζας το χρηματικό ποσό που αναγραφόταν επί των επιταγών, είτε αποπλήρωνε διάφορους επαγγελματίες για υπηρεσίες που παρείχαν και/ή για εμπορεύματα που πώλησαν. Η Κατηγορούσα Αρχή, για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε συνολικά δεκαπέντε μάρτυρες. Πρόκειται για τους Α/Αστ. 1700 Μάριο Παπαελευθερίου (ΜΚ1), Αν.Λοχ.936 Σάββα Σιαμμούτη (ΜΚ2), Αντωνάκη Λοΐζου (ΜΚ3 - στο εξής «ο παραπονούμενος»), Γιούλα Λάμπρου (ΜΚ4), Ανδρέα Καΐλης (ΜΚ5), Όλγα Αναστασίου (ΜΚ6), Ρίτα Μαυρικίου (ΜΚ7), Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου (ΜΚ8), Ανδρέα Δημητρίου (ΜΚ9), Χάρη Ρουσή (ΜΚ10), Βρασίδα Πουλλικκά (ΜΚ11), Θωμά Καραγιαννίδη (ΜΚ12), Ξένια Χατζηχαραλάμπους (ΜΚ13), Γεώργιο Καράβη (ΜΚ14) και τέλος Δώρα Νικολαΐδου (ΜΚ15). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως. Κάλεσε δε και ένα μάρτυρα υπεράσπισης και δη τον Κώστα Γιάλλουρο (ΜΥ1). Επί πολλών ουσιωδών γεγονότων, οι δυο πλευρές συμφωνούν. Θεωρώ ορθότερο, ευθείς αμέσως, να παραθέσω αυτά τα γεγονότα, ώστε να μπορούν να προσδιοριστούν ευχερέστερα τα αμφισβητούμενα και επομένως επίδικα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Παραπονούμενος και κατηγορούμενος, γνωρίστηκαν στα πλαίσια των υπηρεσιών που παρείχε ο τελευταίος έναντι του πρώτου. Ο κατηγορούμενος, όντας λογιστής/ελεγκτής, παρείχε τις υπηρεσίες του, τόσο προς εταιρείες συμφερόντων του παραπονούμενου, όσο και προς τον ίδιο προσωπικά. Μέσα από την εν λόγω σχέση τους, δημιουργήθηκε μεταξύ τους φιλία. Σε κάποιο σημείο, περί το 2003, υπό συνθήκες όμως που οι δυο πλευρές διαφωνούν, αποφασίστηκε η μεταξύ τους συνεργασία για σκοπούς διαχείρισης ενός εργοστασίου στην Νότια Ρωσία (στο εξής «το εργοστάσιο στο Κράσνονταρ»), για την επεξεργασία ξυλείας. Λόγω του γεγονότος ότι, ο χώρος που θα χρησιμοποιείτο ως εργοστάσιο, άνηκε στην εταιρεία Kerria Ltd, (στο εξής «η Kerria»), η εν λόγω εταιρεία θα αποτελούσε πρόσθετο συνέταιρο τους, με ποσοστό 20%. Ως εκ των ανωτέρω, ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος και η Kerria, απέκτησαν υφιστάμενη εταιρεία (Rombel), που είχε, στο παρελθόν, εγγράψει κάποιο δικηγορικό γραφείο (Shelf-Company), και ζήτησαν από τον MK9 (δικηγόρο), όπως μεριμνήσει ώστε, το 20% των μετοχών της εν λόγω εταιρείας εγγραφεί επ' ονόματι κάποιας εταιρείας που θα τις κατέχει ως εμπιστευματοδόχος της Kerria και το υπόλοιπο 80%, σε εταιρεία παροχής υπηρεσιών του ΜΚ9, η οποία θα τις κατέχει, ως εμπιστευματοδόχος του παραπονούμενου, ο οποίος, τελευταίος, γνώριζε ότι κρατούσε μερίδιο των μετοχών για λογαριασμό του κατηγορούμενου. Ο λόγος που το 80% των μετοχών κατεχόταν για λογαριασμό του παραπονουμένου και μόνο, ήταν γιατί, ο κατηγορούμενος, με την σύμφωνη γνώμη του παραπονουμένου, δεν θα παρουσιαζόταν επισήμως ως μέτοχος της εταιρείας, λόγω δικής του επιθυμίας. Ακολουθώντας σχετικές οδηγίες που δόθηκαν από τον παραπονούμενο, ο ΜΚ9, μεταβίβασε, 800 μετοχές της Rombel σε εταιρεία παροχής υπηρεσιών, δικών του συμφερόντων (Omnium Nominees Ltd), η οποία τις κατείχε για λογαριασμό του παραπονούμενου και 200 μετοχές στην Orbit Maritime Services Ltd, η οποία τις κατείχε για λογαριασμό της Kerria. Το εκδομένο ονομαστικό κεφάλαιο της Rombel, ήταν 1000 μετοχές, αξίας Λ.Κ. 1.00 έκαστη. Διευθυντές της εταιρείας, διορίστηκαν ο παραπονούμενος και ο Διονύσιος Καϊμακάμης, εκ μέρους της Kerria, ενώ γραμματέας της, η εταιρεία, επίσης συμφερόντων του ΜΚ9, Omnium Corporate & Trustee Services Ltd. Η Rombel, άρχισε να διαχειρίζεται το εργοστάσιο στο Κράσνονταρ, περί τα τέλη του 2003 με αρχές του 2004. Αρχικά, η Rombel, άνοιξε τραπεζικό λογαριασμό στην Λαϊκή Τράπεζα, με δικαίωμα έκδοσης επιταγών. Δικαίωμα υπογραφής επί των εν λόγω επιταγών, είχαν ο παραπονούμενος και/ή ο κατηγορούμενος. Και δη, οιοσδήποτε εξ αυτών δικαιούτο να εκδώσει μια τέτοια επιταγή. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2004, αποφασίστηκε, μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου, η συνεργασία της Rombel με την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, (στο εξής «η Εμπορική»), με αποτέλεσμα, να υποβληθεί αίτηση προς την εν λόγω τράπεζα για άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων με δικαίωμα παρατραβήγματος (σχετικό είναι το Τεκμήριο 19), ημερομηνίας 4/01/2005. Η εν λόγω αίτηση εγκρίθηκε, και για σκοπούς διενέργειας των τραπεζικών συναλλαγών, δόθηκε προς την Rombel σχετικό βιβλιάριο επιταγών. Δικαίωμα υπογραφής επί των επιταγών της Rombel, στην Εμπορική, είχαν ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος. Και δη για να ήταν δυνατή η έκδοση επιταγής για τον ρηθέντα λογαριασμό, θα έπρεπε τούτη να φέρει, τόσο την υπογραφή του παραπονούμενου, όσο και την υπογραφή του κατηγορούμενου. Προς τούτο, κατατέθηκαν στην Εμπορική, τα πρακτικά σχετικής συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, ημερομηνίας 15/12/2004, στα πλαίσια της οποίας, αποφασίστηκε η από κοινού (παραπονούμενος και κατηγορούμενος) υπογραφή των επιταγών (Τεκμήριο 4 v). Οι συναλλαγές της Rombel μέσω της Εμπορικής, άρχισαν από τον Ιανουάριο του 2005. Μέχρι και τις 18/7/2005, εκδόθηκε αριθμός επιταγών της Rombel, επί των οποίων, υπήρχαν δυο υπογραφές. Μια αποδιδόμενη στον παραπονούμενο και μια αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο. Κατά τον παραπονούμενο, οι αποδιδόμενες σε αυτόν υπογραφές επί των εν λόγω επιταγών και δη των επιταγών που εκδόθηκαν μέχρι και την 18η/7/2005, αποτελούν γνήσιες υπογραφές του. Μετά την τελευταία πιο πάνω ημερομηνία και μέχρι και τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, εκδόθηκαν άλλες 30 επιταγές (οι επίδικες), οι οποίες επίσης φέρουν δυο υπογραφές, αποδιδόμενες, η μια στον παραπονούμενο και η άλλη στον κατηγορούμενο. Κατά τον παραπονούμενο, οι αποδιδόμενες σε αυτόν υπογραφές επί των επιδίκων 30 επιταγών, δεν αποτελούν γνήσιες υπογραφές του. Προς τούτο, κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως παραδεκτό γεγονός, το περιεχόμενο γραφολογικής εξέτασης που διενεργήθηκε από το αρμόδιο τμήμα του Αρχηγείου Αστυνομίας, σύμφωνα με την οποία, οι αμφισβητούμενες υπογραφές επί των επιδίκων επιταγών, δεν αποτελούν γνήσιες υπογραφές του παραπονούμενου. Ακολούθως και δη από τις 20 Ιανουαρίου 2006, μέχρι και τις 6 Απριλίου του ιδίου έτους, εκδόθηκαν, από τον ίδιο λογαριασμό, άλλες 16 επιταγές της Rombel, οι οποίες φέρουν μόνο την υπογραφή του κατηγορούμενου. Οι εν λόγω 16 επιταγές, κατέστη δυνατό να εξαργυρωθούν φέροντας μόνο την υπογραφή του κατηγορούμενου, καθότι, από τις 16/1/2006, κατατέθηκαν στην Εμπορική σχετικά πρακτικά συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Rombel, σύμφωνα με τα οποία, ήταν, από την εν λόγω ημερομηνία και μετά, δυνατή η έκδοση επιταγών με την υπογραφή του παραπονούμενου ή/και του κατηγορούμενου. Πρόκειται, για το Τεκμήριο 4 i. Η αποδιδόμενη στον παραπονούμενο υπογραφή επί του Τεκμηρίου 4 i, δεν αποτελεί την γνήσια υπογραφή του. Τόσο οι 30 επίδικες επιταγές, όσο και οι 16 που εκδόθηκαν ακολούθως, αποτελούν το Τεκμήριο 3 ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά στις 30 μη γνήσιες υπογραφές του παραπονούμενου επί των επιδίκων επιταγών, τούτες, λόγω του σχηματισμού και της μορφής τους, είναι αδύνατο, γραφολογικά, να αποδοθούν σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Επίσης, δεν μπορούν να αποτελούν γνήσια υπογραφή ενός προσώπου, καθότι σχηματίστηκαν με ακανόνιστες γραμμικές κινήσεις, χωρίς συνοχή και συνέπεια στον τρόπο σχηματισμού τους. Όσον τώρα αφορά στην αμφισβητούμενη υπογραφή επί του Τεκμηρίου 4 i, τούτη αποτελεί προσπάθεια απομίμησης ή αντιγραφής της υπογραφής του παραπονούμενου, από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του την γνήσια υπογραφή του. Το δεδομένο αυτό, καθιστά και πάλι αδύνατη, γραφολογικά, την εκφορά γνώμης, αναφορικά με το πρόσωπο που την έθεσε. Επί του Τεκμηρίου 4 i, φέρεται να υπογράφει, ως διευθυντής της Rombel, και ο Διονύσιος Καϊμακάμης. Το εν λόγω πρόσωπο δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά τον γραφολόγο της αστυνομίας, η υπογραφή που αποδίδεται σε αυτόν, αποτελεί την γνήσια υπογραφή του. Επί του ιδίου Τεκμηρίου, τέθηκε και σχετική σφραγίδα πιστοποίησης των υπογραφών του παραπονούμενου και του Καϊμακάμη από τον ΜΚ5, ο οποίος είναι πιστοποιών υπάλληλος. Μέρος των χειρόγραφων συμπληρώσεων επί του εν λόγω Τεκμηρίου και ειδικότερα όλες οι σχετικές με τα πρόσωπα που θα δικαιούνταν πλέον να υπογράφουν τις επιταγές της Rombel, κατεγράφησαν από τον κατηγορούμενο. Στο βαθμό δε που με τις εν λόγω συμπληρώσεις υποδεικνυόταν ως δικαιούχος, να υπογράφει, ο παραπονούμενος, τούτες καταγράφηκαν με ένα είδος μπλε μελάνης, ενώ το υπόλοιπο μέρος τους, με το οποίο νομιμοποιήτο και ο κατηγορούμενος να υπόγραφει επιταγές, με διαφορετικό είδος μπλε μελάνης. Κατά τον Νοέμβριο του 2007, ο παραπονούμενος επισκέφτηκε το ΤΑΕ Λευκωσίας και κατήγγειλε την πλαστογραφία της υπογραφής του επί των επιδίκων επιταγών και επί του Τεκμηρίου 4 i. Ακολούθησε έρευνα της Αστυνομίας, που είχε ως αποτέλεσμα την σύνταξη και καταχώρηση από την Νομική Υπηρεσία, του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης. Για τα πιο πάνω γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Κρίνω ορθό στο σημείο αυτό, να παραθέσω, όσο το δυνατό συνοπτικότερα, τις εκδοχές των δυο πλευρών. Είμαι της γνώμης ότι με αυτόν τον τρόπο, θα είναι ευκολότερη η μεταγενέστερη παράθεση του σκεπτικού του Δικαστηρίου. Κατά την Κατηγορούσα Αρχή, ο παραπονούμενος είχε τυφλή εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο, τόσο λόγω της ιδιότητας του ως λογιστής/ελεγκτής, όσο και λόγω της μεταξύ τους φιλίας. Συνεπεία τούτου, ο ίδιος απείχε εντελώς από την διαχείριση των εργασιών της Rombel, η οποία αφέθηκε, καθ΄ ολοκληρία, στον κατηγορούμενο. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους, πάντα σε σχέση με τη Rombel, ο παραπονούμενος, συνείσφερε περί τις Λ.Κ.300.000, για την αγορά των μηχανημάτων που τοποθετήθηκαν στο εργοστάσιο στο Κράσνονταρ, ενώ ο κατηγορούμενος, μόνο Λ.Κ.30.000. Η αρχική τους συμφωνία ήταν να έχουν ποσοστό 40% των μετοχών έκαστος, και να συνέβαλλαν εξ' ημισείας για την αγορά των μηχανημάτων. Ο κατηγορούμενος, ανέλαβε και ως ο λογιστής της εταιρείας. Η οποιαδήποτε τυχόν σχετική ενημέρωση προς τον παραπονούμενο, περιοριζόταν, ως επί το πλείστον, σε προφορικές εξηγήσεις που του έδινε ο κατηγορούμενος οι οποίες όμως δεν συνοδεύονταν από οποιαδήποτε υποστηριχτικά έγγραφα ή πειστήρια. Αρκετές φορές ζητήθηκε από τον τελευταίο να ετοιμάσει τους ισολογισμούς της εταιρείας, τόσο για να τύχει σχετικής ενημέρωσης ο παραπονούμενος, όσο και για να ενημερωθούν και οι συνεταίροι τους (Kerria), οι οποίοι, επίσης, ζητούσαν από τον παραπονούμενο να μεριμνήσει ώστε να ετοιμαστούν τούτοι. Ο κατηγορούμενος, παρά τις σχετικές υποσχέσεις του, δεν έπραξε τούτο. Ο παραπονούμενος, δεν είχε καμία απολύτως άλλη, σχετική με τα οικονομικά της Rombel, ενημέρωση και ποτέ δεν στάλθηκαν σε αυτόν οι μηνιαίες καταστάσεις των τραπεζικών λογαριασμών της Rombel (Λαϊκής Τράπεζας και Εμπορικής). Κατά τον παραπονούμενο, οι ρηθείσες καταστάσεις λογαριασμού, αποστέλλονταν στον κατηγορούμενο. Από τον Ιανουάριο του 2005, η εμπορικές συναλλαγές της Rombel, διενεργούνταν με επιταγές του λογαριασμού στην Εμπορική. Μέχρι και τον Ιούλιο του 2005, ο κατηγορούμενος επισκεπτόταν τον παραπονούμενο στο γραφείο που διατηρεί στην Λεωφόρο Αθαλάσσης 150 στον Στρόβολο (στο εξής «το γραφείο του παραπονούμενου») και αφού τον ενημέρωνε για την ανάγκη έκδοσης επιταγών, ζητούσε από αυτόν να θέσει την υπογραφή επί τούτων. Ο παραπονούμενος ενεργούσε ως του ζητείτο, συνεπεία και της τυφλής εμπιστοσύνης που είχε στον κατηγορούμενο, και με τον τρόπο αυτό, εκδίδοντο και προωθούντο στο εμπόριο, μέχρι και τις 18 Ιουλίου, 2005, οι επιταγές της εταιρείας. Από τις 18 Ιουλίου, 2005 και έπειτα, ποτέ δεν ζητήθηκε από τον παραπονούμενο και επομένως ούτε και υπέγραψε οποιαδήποτε άλλη επιταγή της Rombel. Έκτοτε, σταμάτησε και η οποιαδήποτε ενημέρωση που τύγχανε από τον κατηγορούμενο σε σχέση με τις εργασίες και γενικά τα οικονομικά της εταιρείας. Περί τον Σεπτέμβριο του 2006, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον ΜΚ8 (διευθυντή του καταστήματος της Εμπορικής, στο οποίο διατηρείτο ο λογαριασμός της Rombel), ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ο λογαριασμός της εταιρείας βρίσκόταν στο όριο του και ότι προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να τον εντοπίσει. Κατόπιν τούτου, επισκέφτηκε τον ΜΚ8, στο γραφείο του, στη τράπεζα και εκεί ζήτησε, αφού μέχρι τότε δεν τα κατείχε, να του δοθούν αντίγραφα των εγγράφων του φακέλου της εταιρείας. Τότε, είδε για πρώτη φορά το τεκμήριο 4 i και την επ' αυτού πλαστογραφημένη υπογραφή του. Ανέφερε, τότε, στον ΜΚ8 ότι η υπογραφή του είναι πλαστογραφημένη και ζήτησε όπως του δοθούν και αντίγραφα της κατάστασης λογαριασμού της εταιρείας, που επίσης δεν κατείχε, καθώς και των επιταγών που εκδόθηκαν. Λόγω φόρτου εργασίας, ο ΜΚ8, δεν του τα παρέδωσε την εν λόγω ημέρα και υποσχέθηκε να του ετοιμάσει σχετική δέσμη και να του τα αποστείλει. Ακολούθως, και αφού στο μεταξύ, κατόπιν και σχετικών γραπτών του απαιτήσεων, κατάφερε να λάβει τα αντίγραφα όλων των επιταγών που εκδόθηκαν, αλλά και της κατάστασης λογαριασμού της εταιρείας, στις 30/11/07, προέβη σε καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία, έχοντας ήδη ξεχωρίσει τις 30 επίδικες επιταγές, οι οποίες έφεραν τη μη γνήσια υπογραφή του. Στην αντίπερα όχθη, κατά την Υπεράσπιση, μέχρι και τις 16/01/2006 που ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 4 i, όλες οι εκδοθείσες από τον λογαριασμό της Εμπορικής, επιταγές της Rombel, εκδίδονταν με τον ίδιο τρόπο. Ο παραπονούμενος, προϋπέγραφε αριθμό επιταγών και τις έδιδε στον κατηγορούμενο, ο οποίος σε αρκετές περιπτώσεις, ενημέρωνε τον πρώτο περί του λόγου που έπρεπε να εκδοθούν οι επιταγές. Στα αρχικά στάδια της συνεργασίας τους, τα βιβλιάρια επιταγών ήταν στη κατοχή του παραπονούμενου και της ιδιαιτέρας του (ΜΚ4) και έτσι δίδονταν στον κατηγορούμενο μόνο οι προϋπογραμμένες επιταγές και όχι το βιβλιάριο. Ακολούθως, το βιβλιάριο ήταν, κάποιες φορές στην κατοχή του κατηγορούμενου, ο οποίος το έπαιρνε στο παραπονούμενο, και ο τελευταίος προϋπέγραφε αρκετές επιταγές, και του το παρέδιδε πίσω. Άλλες φορές μπορεί και να παρέμενε στην κατοχή του παραπονούμενου. Έπειτα, ο κατηγορούμενος, σε αρκετές περιπτώσεις (υπήρχαν και περιπτώσεις που οι συμπληρώσεις γίνονταν από την ΜΚ4), συμπλήρωνε τα σχετικά πεδία επί των επιταγών, έθετε και την δική του υπογραφή και προχωρούσε στην κυκλοφορία τους. Κατά τον επίδικο χρόνο, η κυκλοφορία των επιταγών γινόταν, είτε με σκοπό να αποπληρωθούν οφειλές την Rombel, είτε για να εξαργυρωθούν τοις μετρητοίς και τα χρήματα να αποσταλούν, μέσω εταιρειών αποστολής χρημάτων, στο εργοστάσιο στο Κράσνονταρ. Ο κατηγορούμενος, τελούσε και τελεί ακόμα υπό πλήρη άγνοια για τους λόγους που η υπογραφή που αποδίδεται στον παραπονούμενο επί των 30 επίδικων επιταγών, αποτελεί μη γνήσια υπογραφή του. Προωθεί και την θέση ότι, ενδεχομένως τούτο να είναι το αποτέλεσμα ενέργειας του ιδίου του παραπονούμενου, είτε λόγο του τρόπου που την έθεσε, είτε ακόμα και λόγο επιτήδειας ενέργειας του. Προωθεί ακόμα και τη θέση, πάντα υπό μορφή υπόθεσης, συνεπεία ισχυριζόμενης άγνοιας, ότι ο παραπονούμενος έδωσε δικαίωμα σε τρίτο πρόσωπο, μη εξαιρουμένης της ΜΚ4, να υπογράφει εκ μέρους του, με αποτέλεσμα να κριθούν οι εν λόγω υπογραφές ως μη γνήσιες. Πάντα κατά την υπεράσπιση, περί τον Δεκέμβριο του 2005 με Ιανουάριο του 2006, ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος, συμφώνησαν να υπογράφουν, επί των επιταγών, είτε ο ένας, είτε ο άλλος, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να συμπληρώσει τα σχετικά πεδία του τεκμηρίου 4 i. Ήταν με βάση αυτά τα δεδομένα που ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 4 i, το οποίο κατά την υπεράσπιση, ήταν σε γνώση του παραπονούμενου και για το οποίο, μέχρι και την σχετική απόφανση του γραφολόγου, ο κατηγορούμενος θεωρούσε ότι έφερε την υπογραφή του παραπονουμένου. Ο κατηγορούμενος ουδέποτε πλαστογράφησε την υπογραφή του παραπονούμενου, επί οποιουδήποτε εγγράφου, περιλαμβανομένων των επιδίκων επιταγών και του Τεκμηρίου 4 i, ενώ όταν υπέγραφε επί των 16 επιταγών που εκδόθηκαν μετά τις 16/01/2006, θεωρούσε ότι νομιμοποιείτο να εκδίδει επιταγές χωρίς να είναι αναγκαία η υπογραφή τους και από τον παραπονούμενο. Για όσες δε επιταγές κυκλοφόρησε ο ίδιος, και/ή παρουσίασε ως νομίμως εκδοθείσες επιταγές της Rombel, είτε για να αποπληρωθούν οφειλές της εταιρείας, είτε για να εξαργυρωθούν τοις μετρητοίς, τελούσε υπό την πεποίθηση ότι, τούτες, εκδόθηκαν νομότυπα και δεν αποτελούσαν, καθοιονδήποτε τρόπο, πλαστά έγγραφα. Εξαρχής σημειώνω ότι, οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ5, ΜΚ6, ΜΚ9, ΜΚ10, ΜΚ11, ΜΚ12, ΜΚ13, ΜΚ14 και ΜΚ15, δεν αμφισβητήθηκαν, ως προς την αξιοπιστία τους, από οποιανδήποτε πλευρά. Οι δε ερωτήσεις που τους τέθηκαν, κατά το στάδιο της αντεξέτασης τους, ήταν διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού τύπου και σκοπό είχαν, με τις απαντήσεις των μαρτύρων, να διαφωτιστεί έτι περισσότερο, το σκηνικό που περιβάλλει τα επίδικα γεγονότα. Η αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων δεν κλονίστηκε καθοιονδήποτε τρόπο, αφού, εν πάση περιπτώσει, δεν επιδιώχθηκε από κανέναν ένας τέτοιος κλονισμός. Το δε αξιόπιστο και αληθινό της μαρτυρίας τους, επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό και από τα διάφορα, σχετικά με την μαρτυρία τους, Τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο, των οποίων, δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε. Και οι δυο πλευρές, επί της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων, βασίζουν διάφορα από τα επιχειρήματα τους. Σημειώνω φυσικά ότι, η κάθε πλευρά, ερμηνεύει την μαρτυρία τους ή κάποιων εξ αυτών, με διαφορετικό τρόπο και ακολούθως, ανάλογα με την ερμηνεία που δίδει, προωθεί σχετική με την γραμμή της επιχειρηματολογία. Ειδικότερα τώρα, οι ΜΚ1 και ΜΚ2, αποτελούν μέλη της ανακριτικής ομάδας που διερεύνησε την υπόθεση. Μέσω τους, κατατέθηκαν διάφορα Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου και επεξηγήθηκε και οι σχετική διακίνηση τους, η οποία, αξίζει να σημειωθεί, ότι δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Η μαρτυρία τους, με εξαίρεση το μέρος εκείνο που αφορά στο περιεχόμενο των διαφόρων Τεκμηρίων που κατέθεσαν, δεν κρίνεται βοηθητική για τα επίδικα αμφισβητούμενα γεγονότα. Πρέπει φυσικά στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, η διερεύνηση της υπόθεσης παρουσιάζει κενά και ελλείψεις. Ως θα φανεί κατωτέρω στα πλαίσια της αξιολόγησης των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας, η αστυνομία δεν έστρεψε την προσοχή της, από γραφολογικής απόψεως, στο να εξετάσει την ενδεχόμενη εμπλοκή της ΜΚ4, είτε σε σχέση με τις αμφισβητούμενες υπογραφές, είτε σε σχέση με τις συμπληρώσεις των επιταγών, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, στις καταθέσεις του, ισχυρίστηκε ότι τα βιβλιάρια επιταγών, για σεβαστό χρονικό διάστημα, βρίσκονταν στην κατοχή του εν λόγω προσώπου. Με δεδομένο ότι η όλη μαρτυρία που κατείχε η Αστυνομία ήταν περιστατική, αναμενόμενο ήταν να διερευνηθεί το θέμα αυτό. Κενό στην διερεύνηση, παρατηρείται και σε σχέση με το που αποστελλόταν η αλληλογραφία από την Λαϊκή Τράπεζα και την Εμπορική προς την Rombel, περιλαμβανομένων και των καταστάσεων λογαριασμού που διατηρούσε η εν λόγω εταιρεία στις ρηθείσες τράπεζες. Ενδεικτικό είναι ότι, επί του προκειμένου η αστυνομία περιορίστηκε στο να θέσει γενικά ερωτήματα προς τον παραπονούμενο και ΜΚ4 και να αρκεστεί απλά στο να λάβει τις σχετικές απαντήσεις τους, χωρίς να διερευνήσει το θέμα και μέσω των τραπεζών, που ήταν και οι αποστολείς των εν λόγω εγγράφων. Μη βοηθητική για τα αμφισβητούμενα επίδικα γεγονότα, κρίνεται και η μαρτυρία της ΜΚ6, η οποία, στην ουσία, ήταν το πρόσωπο που παρέδωσε στην Αστυνομία τις 63 επιταγές της Rombel, σε σχέση με τον λογαριασμό που τηρούσε η εταιρεία στην Εμπορική. Πρόκειται για τις 46 επιταγές, Τεκμήριο 3 και τις 17 επιταγές, Τεκμήριο 11. Για τις εν λόγω 17 επιταγές, θα αναφερθώ πιο επισταμένα κατωτέρω. Παρέδωσε επίσης και άλλα έγγραφα του φακέλου που τηρούσε η Εμπορική για την Rombel, μεταξύ των οποίων και τα Τεκμήρια 4 i, 4 ii και 4 v, αλλά και τα Τεκμήρια 5, 19, 20 και 21. Ο ΜΚ5, ήταν ο πιστοποιών υπάλληλος που υπέγραψε και τοποθέτησε και την σχετική σφραγίδα, πιστοποιώντας τις υπογραφές του παραπονουμένου και του Διονύσιου Καϊμακάμη, επί του Τεκμηρίου 4 i. Κατά τον μάρτυρα αυτόν, για να θέσει την υπογραφή και να σφραγίσει το Τεκμήριο 4 i, πιστοποιώντας έτσι τις δυο αυτές υπογραφές, είτε ο παραπονούμενος έθεσε την υπογραφή του ενώπιον του, είτε, τηλεφωνικά, τον διαβεβαίωσε περί του γνήσιου της υπογραφής του. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από την τέλεση των γεγονότων και την ημέρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, να ενθυμείτε επακριβώς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πιστοποίησε τις υπογραφές. Η θέση του ήταν ότι, για την ετοιμασία του εν λόγω Τεκμηρίου, και την από αυτόν πιστοποίηση των υπογραφών, εκ μέρους της Rombel, ενέργησε ο Διονύσιος Καϊμακάμης, ο οποίος ήταν διευθυντής της, και τον οποίον γνώριζε προσωπικά. Δεν γνωρίζει, ούτε τον παραπονούμενο, ούτε τον κατηγορούμενο. Γνωρίζει, ωστόσο, τον ΜΚ9, ο οποίος υπέγραψε επί του Τεκμηρίου 4 i, ως εκπρόσωπος της Omnium Corporate & Trustee Services Ltd, γραμματέα της Rombel. Υπενθυμίσω στο σημείο αυτό ότι, η υπογραφή επί του ρηθέντος Τεκμηρίου που αποδίδεται στον Καϊμακάμη, αποτελεί τη γνήσια υπογραφή του. Ως προς τον ΜΚ9, στον βαθμό που η μαρτυρία του δεν καλύπτεται από τα αρχικά ευρήματα μου, σημειώνω ότι τούτος είναι δικηγόρος στο επάγγελμα, προς τον οποίον αποτάθηκαν ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος για σκοπούς αναδιοργάνωσης της Rombel. Κατόπιν των οδηγιών του παραπονούμενου, μεταβιβάστηκαν οι μετοχές της εταιρείας, ως στα αρχικά ευρήματα μου αναφέρεται, ενώ η εταιρεία παροχής υπηρεσιών γραμματέα, συμφερόντων του ΜΚ9 (Omnium Corporate & Trustee Services Ltd), διορίστηκε ως γραμματέας της. Όσο αφορά στο Τεκμήριο 4 i, ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω έγγραφο, όταν το υπέγραψε εκ μέρους της Omnium Corporate & Trustee Services Ltd, ως γραμματέας της εταιρείας, δεν είχε όλες τις συμπληρώσεις, ως τούτες εμφαίνονται επί αυτού. Ως εξήγησε, αποτελεί πάγια πρακτική του, όποτε υπογράφει επί κάποιου εγγράφου να κρατά αντίγραφο, ώστε να είναι σε θέση, ανά πάσα στιγμή, να γνωρίζει επακριβώς τις διάφορες ενέργειες του. Έτσι, αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 iii, ως το αντίγραφο που ο ίδιος κράτησε στο αρχείο του και το οποίο αντικατοπτρίζει την εικόνα του εγγράφου, ως ήταν κατά την ημέρα που ο ίδιος υπέγραψε επ' αυτού. Ερωτηθείς ειδικά για τις διαφορές του Τεκμηρίου 4 i με το Τεκμήριο 4 iii, ανάφερε ότι κατά την ημέρα που αυτός υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο, η φράση «ή/και Κώστα Ιωάννου (αρ. ταυτ. 669596)», που αναγράφετε στις παραγράφους 2, 3 και 5 του Τεκμηρίου 4 i, δεν υπήρχε επ' αυτού, όπως επίσης και η φράση «(ένας εκ των δυο)», που αναγράφεται στην παράγραφο 2 τούτου. Επίσης, αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ii, ως έγγραφο, επί του οποίου έθεσε και πάλι την υπογραφή του εκ μέρους της εταιρείας Omnium Corporate & Trustee Services Ltd, γραμματέα της Rombel. Ο ρηθείς μάρτυρας, ισχυρίστηκε ακόμα ότι το Τεκμήριο 4 i, και γενικότερα αυτού του τύπου τα έγγραφα, αποτελούν τυποποιημένα έγγραφα των τραπεζών και ότι αποτελεί συνήθη πρακτική του ιδίου, όταν λαμβάνει σχετικές οδηγίες από τον ιδιοκτήτη μιας εταιρείας προς την οποία παρέχονται οι υπηρεσίες του γραφείου του ως γραμματέας, να υπογράφει επ' αυτών, ακόμα και εν λευκώ, αφού θεωρεί ότι μετέπειτα το έγγραφο θα συμπληρωθεί δεόντως από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Για σκοπούς ασφάλειας όμως, πάντα κρατά αντίγραφο του εγγράφου που υπέγραψε, ως τούτο ήταν κατά την στιγμή που έθεσε την υπογραφή του. Ανέφερε ακόμα ότι, ο κατηγορούμενος ουδέποτε ήταν μέτοχος ή αξιωματούχος της εταιρείας και ότι με βάση το τελευταίο σχετικό πιστοποιητικό, το οποίο φέρει ημερομηνία 21/01/2008, και οι 1000 μετοχές της Rombel, κατέχονται από τον παραπονούμενο ο οποίος, από τις 22/08/2008 και εντεύθεν είναι και ο μόνος διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας. Εξήγησε ακόμα ότι, καμία εκ των αναφερόμενων επί των Τεκμηρίων 4 i και 4 ii, συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της Rombel έλαβε στην πραγματικότητα χώρα, επαναλαμβάνοντας στην ουσία ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι τυποποιημένα έγγραφα που πρέπει να συμπληρώνονται ώστε να επιτρέπει η τράπεζα την έκδοση επιταγών από συγκεκριμένα πρόσωπα. Τέλος, ερωτηθείς ειδικά αναφορικά με το ποιος του παρουσίασε το Τεκμήριο 4 i ή/και το 4 ii, για σκοπούς υπογραφής των, εκ μέρους της Omnium Corporate & Trustee Services Ltd, ανέφερε ότι τούτα του παραδόθηκαν, είτε από τον κατηγορούμενο, είτε από κλητήρα του ελεγκτικού γραφείου στο οποίο εργαζόταν ο κατηγορούμενος. Ο ΜΚ10, είναι θετός υιός του παραπονούμενου, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα μεταξύ Μαρτίου/Απριλίου και Δεκεμβρίου του 2005, βρισκόταν στο Κράσνονταρ, και επισκεπτόταν συχνά το εργοστάσιο επεξεργασίας ξυλείας που διαχειριζόταν η Rombel. Κατά τον εν λόγω μάρτυρα, από τους πρώτους δυο μήνες της εκεί παραμονής του, αντιλήφθηκε ότι το εργοστάσιο αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ότι τύγχανε λανθασμένης διαχείρισης από την υπεύθυνη, η οποία είχε διοριστεί από τον κατηγορούμενο. Ως ισχυρίστηκε, διάφοροι υπάλληλοι του εργοστασίου του ανέφεραν ότι δεν τους είχε καταβληθεί η μισθοδοσία τους και ότι συνεπεία έλλειψης πρώτης ύλης/ξυλείας (κορμοί), δεν λειτουργούσε το εργοστάσιο. Ενημερώθηκε ακόμα ότι, η έλλειψη της πρώτης ύλης, οφειλόταν στο γεγονός ότι το εργοστάσιο όφειλε χρήματα προς τους προμηθευτές. Τέλος, και τούτο πάντα σε σχέση με την κυρίως εξέταση του, ανέφερε, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει ειδικώς ή έστω επαρκώς, ότι, από τα όσα ο ίδιος αντιλαμβανόταν, η εν λόγω υπεύθυνη του εργοστασίου (που κατά τον ίδιο στο παρελθόν διατηρούσε δεσμό με τον κατηγορούμενο) δεν διαχειριζόταν ορθά τα χρήματα που αποστέλλονταν από την Rombel προς το Κράσνονταρ. Κατά την αντεξέταση του, ανάφερε ότι όλες αυτές τις παρατηρήσεις του, τις μετέφερε στον παραπονούμενο, σε δυο με τρείς τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε μαζί του, τις οποίες προσδιόρισε περί τους δυο με τρείς μήνες μετά την άφιξη του στο Κράσνονταρ και δη περί τον Ιούνιο με Ιούλιο του 2005 (με βάση το Τεκμήριο 36, ο ΜΚ10 βρίσκεται στο Κράσνονταρ, στις 6/04/2005). Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του, αποδέχθηκε ότι, όλα τα χρήματα που απέστειλε ο κατηγορούμενος προς τον ίδιο, αλλά και προς τον Αντρέα Αρχοντίδη (πρόσωπο το οποίο συνόδευε τον ΜΚ10 καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής του στο Κράσνονταρ) κατέληξαν στο εργοστάσιο για σκοπούς κάλυψης των εξόδων του. Η σχετική δε αναφορά του περί του ότι όλα τα χρήματα που κατά καιρούς απέστελλε ο κατηγορούμενος, εκ μέρους της Rombel, κατέληξαν στο εργοστάσιο ήταν «όλα, ως το τελευταίο σεντ». Οι ΜΚ11, ΜΚ12 και ΜΚ13, είναι πρόσωπα και/ή αντιπρόσωποι νομικών προσώπων προς τους οποίους κατέληξαν διάφορες από τις επίδικες επιταγές. Ο ΜΚ11, κατάθεσε εκ μέρους ταξιδιωτικού γραφείου, μέσω του οποίου εκδίδοντο τα εισιτήρια για τα ταξίδια που διενεργούσε ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος, εκ μέρους της Rombel, στο Κράσνονταρ. Κατά τον μάρτυρα, με τις δυο επίδικες επιταγές, εξοφλήθηκε οφειλή της Rombel προς την εταιρεία του σε σχέση με την αγορά τεσσάρων τέτοιων εισιτηρίων. Ως ανάφερε ο μάρτυρας, τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και ο παραπονούμενος, πολλές φορές, μαζί, ταξίδευαν από την Λάρνακα προς το Κράσνονταρ. Ερωτηθείς ειδικά για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ερχόταν σε επαφή με τον κατηγορούμενο ή τον παραπονούμενο, ανάφερε ότι όποτε ο παραπονούμενος επισκεπτόταν το γραφείο του, συνοδευόταν και από τον κατηγορούμενο. Τέλος, ως προς τον τρόπο που διενεργούντο προς την εταιρεία του οι πληρωμές της Rombel, ανάφερε ότι έτυχε να του σταλούν επιταγές και με κλητήρα, αλλά έτυχε και μια περίπτωση, που ο ίδιος επισκέφτηκε το γραφείο του παραπονούμενου και έλαβε από εκεί επιταγή της Rombel. Σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΚ12, σημειώνω ότι τούτος αναγνώρισε δυο εκ των επιδίκων επιταγών, οι οποίες του δόθηκαν για κάλυψη των εξόδων του σε σχέση με επιδιόρθωση συγκεκριμένης μηχανής επεξεργασίας ξυλείας. Στην δια ζώσης μαρτυρία του, δέχεται ότι τον κατηγορούμενο τον είδε μόνο μια φορά και συγκεκριμένα κατά την ημέρα που εκτέλεσε τις εργασίες για τις οποίες του δόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ερωτηθείς ειδικά για το ποιος του έδωσε εντολή να εκτελέσει τις συγκεκριμένες εργασίες/επιδιορθώσεις, ανάφερε ότι «προφανώς», οι εν λόγω οδηγίες δόθηκαν από τον παραπονούμενο, μιας και τον κατηγορούμενο δεν τον γνώριζε πριν επισκεφτεί το χώρο στον οποίο βρισκόταν η μηχανή. Όσον τώρα αφορά στην ΜΚ13, με βάση την δια ζώσης μαρτυρία της και τις εκεί αναφερόμενες διευκρινήσεις της (σε σχέση με το περιεχόμενο της κατάθεσης της), εκείνο που προκύπτει είναι ότι, υπήρχαν περιπτώσεις που η εταιρεία στην οποία εργαζόταν λάμβανε επιταγές της Rombel έναντι των οφειλών της τελευταίας προς αυτούς, από την γραμματέα, στο γραφείο του παραπονούμενου. Τις εν λόγω επιταγές, τις λάμβανε, είτε κλητήρας που απέστελλαν οι ίδιοι, είτε ο σύζυγος της, Λούης Χατζηχαραλάμπους. Δέχθηκε ακόμα ότι, η κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε η ίδια (αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 9), ίσως να μην είναι απολύτως ορθή, αποδεχόμενη στην ουσία ότι, δυο επιταγές, που αναφέρονται επί της εν λόγω κατάστασης, και αφορούν στο συνολικό ποσό ΛΚ. 4000, δεν πρέπει να τιμήθηκαν και ότι η, εν τέλει, εξόφληση της Rombel προς την εταιρεία τους, να έγινε με προσωπικές επιταγές του κατηγορούμενου. Σε σχέση δε με την αναφορά της στην κατάθεση που της λήφθηκε από την αστυνομία, περί του ότι και οι εφτά επίδικες επιταγές, δόθηκαν από τον κατηγορούμενο, διευκρίνισε ότι τούτη δεν είναι ορθή και ότι κάποιες από τις εν λόγω επιταγές, παραλήφθηκαν, είτε από τον σύζυγο της, είτε από κλητήρα τους, τόσο από το Ελεγκτικό Γραφείο στο οποίο εργαζόταν ο κατηγορούμενος, όσο και από το γραφείο του παραπονούμενου. Αναφορικά με τον ΜΚ14, τούτος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν υφιστάμενος του κατηγορούμενου, στο ελεγκτικό γραφείο Grant Thornton. Ως διευκρίνισε κατά το στάδιο της δια ζώσης μαρτυρίας του (σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της κατάθεσης του), ο κατηγορούμενος, του ζήτησε να εξαργυρώσει επιταγές της Rombel και ακολούθως να αποστείλει τα χρήματα, μέσω εταιρείας αποστολής χρημάτων, σε συγκεκριμένο πρόσωπο στο Κράσνονταρ. Με αναφορά στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 28 (α) και 28 (β), υπέδειξε τις δυο περιπτώσεις που κατόπιν εντολής του κατηγορούμενου ενήργησε ως ανωτέρω. Μια εξ αυτών, αφορούσε αποστολή χρημάτων στο Κράσνονταρ, κατά την 12η Οκτωβρίου 2005. Ανάφερε δε ότι, κατά εκείνην την ημέρα, είχε επισκεφτεί, καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου, το υποκατάστημα της Εμπορικής, στο οποίο διευθυντής ήταν ο ΜΚ8, και εξαργύρωσε την επιταγή υπ΄ αριθμό 1763436-3, ημερομηνίας 12/10/2005 (μέρος του Τεκμηρίου 3). Ως ενθυμείται, κατά την προσπάθεια του να εξαργυρώσει την εν λόγω επιταγή, ο ΜΚ8 προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να γνωρίζει τον λόγο, πλην όμως, ως τον ενημέρωσε ο ΜΚ8, δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία του με τον τελευταίο. Ακολούθως, η ρηθείσα επιταγή εξαργυρώθηκε τοις μετρητοίς, και αφού έλαβε τα χρήματα, ενήργησε ως οι εντολές του κατηγορούμενου και δη τα απέστειλε στο Κράσνονταρ. Την εν λόγω επιταγή, του την παρέδωσε ο κατηγορούμενος, συμπληρωμένη, με μόνο κενό πεδίο το σημείο που αναγράφεται ο δικαιούχος της επιταγής, όπου, καθ' υπόδειξη και πάλι του κατηγορούμενου, κατέγραψε ο ίδιος το όνομα του. Ερωτηθείς ειδικά για το αν κατά την επίσκεψη του στο κατάστημα της Εμπορικής, επισκέφτηκε κατευθείαν τον ΜΚ8 ή αν αρχικά κατευθύνθηκε σε κάποιο ταμείο, ανέφερε ότι λόγω του χρόνου που παρήλθε, δεν ήταν σε θέση να θυμάται τον ακριβή τρόπο με τον οποίο ενέργησε. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι, καθ' όλη την διάρκεια της παραμονής του στο κατάστημα της Εμπορικής για τους σκοπούς εξαργύρωσης της ρηθείσας επίδικης επιταγής, δεν αντιλήφθηκε να προέκυψε οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με την γνησιότητα ή μη των υπογραφών επί της επιταγής. Ως προς την ΜΚ15, τούτη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν στην Λαϊκή Τράπεζα, στην οποία, η Rombel διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό. Σύμφωνα με την μάρτυρα, με βάση το αρχείο που τηρείτο στην εν λόγω τράπεζα, δικαίωμα υπογραφής των επιταγών του λογαριασμού της Rombel είχε, τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και ο παραπονούμενος. Δεν ήταν αναγκαία η από κοινού υπογραφή των επιταγών. Αναφερόμενη ειδικά στην επιταγή Τεκμήριο 10 (πρόκειται για επιταγή της Rombel από τον λογαριασμό της στην Λαϊκή για το ποσό των ΛΚ. 9000), την οποία επιχείρησε ο κατηγορούμενος να καταθέσει προς όφελος εταιρείας δικών του συμφερόντων, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που τούτη δεν τιμήθηκε ήταν λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Διευκρίνισε ακόμα ότι, εκ μέρους της Rombel, το πρόσωπο με το οποίο επικοινωνούσε η τράπεζα, ήταν ο κατηγορούμενος και ότι η ανάγκη επικοινωνίας με τον παραπονούμενο, προέκυψε μετά που δημιουργήθηκαν κάποια προβλήματα στον λογαριασμό, τα οποία ωστόσο δεν μπορούσε να προσδιορίσει με σαφήνεια. Επίσης, κατά την αντεξέταση της, αναγνώρισε ένα έγγραφο που της δόθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης ως κατάσταση λογαριασμού που εκδόθηκε από την Λαϊκή Τράπεζα σε σχέση με τον λογαριασμό της Rombel, και με αναφορά στην ταχυδρομική θυρίδα που αναφερόταν επί του εν λόγω λογαριασμού, ως διεύθυνση αποστολής, ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω κατάσταση, αποστάληκε στην αναφερόμενη επ΄αυτής ταχυδρομική θυρίδα, η οποία σημειώνεται ότι, ως εξάλλου αποτελεί και κοινή θέση των δυο πλευρών, είναι η ταχυδρομική θυρίδα που διατηρεί ο παραπονούμενος. Τη μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ5, ΜΚ6, ΜΚ9, ΜΚ10, ΜΚ11, ΜΚ12, ΜΚ13, ΜΚ14 και ΜΚ15, στον βαθμό που αφορά σε γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση τους και για τα οποία προώθησαν σαφείς και ξεκάθαρους ισχυρισμούς, την αποδέχομαι. Στο σημείο αυτό και τούτο περισσότερο για σκοπούς δομής της παρούσας απόφασης, κρίνω ορθότερο να ασχοληθώ με την μαρτυρία του κατηγορούμενου, αλλά και του ΜΥ1. Ως προς τον τελευταίο, σημειώνω ότι με την μαρτυρία του δεν έθεσε, καθοιονδήποτε τρόπο, εν αμφιβόλω τα όσα τέθηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας. Πρόκειται στην ουσία για λειτουργό της Εμπορικής, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν, ως υπεύθυνος δανείων, στο κατάστημα της Εμπορικής στο οποίο εργάζονταν τόσο η ΜΚ7, όσο και ο ΜΚ8. Αν και στην κυρίως εξέταση του προώθησε διάφορους ισχυρισμούς, οι οποίοι σε κάποιο βαθμό συγκρούονταν και/ή δεν ήταν σύμφωνοι με τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν από τους ΜΚ7 και ΜΚ8, κατά την αντεξέταση του και τούτο κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων, εξήγησε ότι δεν μπορεί να είναι απόλυτος στους αρχικούς ισχυρισμούς του, και ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο, τα πράγματα να έγιναν διαφορετικά από ότι ο ίδιος ισχυρίζεται. Στην ουσία, ο ΜΥ1 δεν ήταν διαφωτιστικός ως προς τα επίδικα αμφισβητούμενα γεγονότα, παρά μόνο σε σχέση με το ότι, αν ο διευθυντής του υποκαταστήματος αποφάσιζε να εγκρίνει την εξαργύρωση μιας επιταγής για την οποία προέκυπτε θέμα σε σχέση με τον τεχνικό έλεγχο από την ταμεία αναφορικά με την ορθότητα των υπογραφών, θα έπρεπε να θέσει την υπογραφή και/ή μονογραφή του επί της επιταγής, για να είναι δυνατή η εξαργύρωση της από τον ταμεία, θέμα που και οι ΜΚ7 και ΜΚ8 αποδέχονται. Την μαρτυρία του, αν και μη βοηθητική, την αποδέχομαι Αναφορικά τώρα με τον κατηγορούμενο, τούτος μου έκανε πολύ άσχημη εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια του, καθ' όλη την διάρκεια που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, να προωθήσει ισχυρισμούς, που μοναδικό σκοπό είχαν, να αποποιηθεί ο ίδιος των οποιωνδήποτε ευθυνών του, επιδίκων και μη, ανεξάρτητα αν οι εν λόγω ισχυρισμοί του, ήταν ή όχι αληθής. Επί ουσιαστικών θεμάτων για τα οποία του τίθεντο ερωτήσεις, απέφευγε να απαντήσει, ισχυριζόμενος ότι δεν επιθυμούσε να απαντήσει στην συγκεκριμένη ερώτηση, ενώ σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του, προωθούσε αντιφατικούς με προγενέστερους σχετικούς ισχυρισμούς του. Ακόμα επί πολλών ουσιαστικών θεμάτων, προώθησε διάφορους ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι τέθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της μαρτυρίας του, χωρίς τούτοι να τεθούν προς τους σχετικούς με αυτούς (ισχυρισμούς), μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Γενικά η μαρτυρία του κατηγορούμενου παρουσιάζει ασυνέπεια και σε κάποια σημεία της, συγκρούεται και με την κοινή λογική. Δεν έχω καμία αμφιβολία, ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά και τούτο για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας, πάντα σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, σημειώνω τα ακόλουθα. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 4 i, στην δια ζώσης μαρτυρία του, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που αρχικά κατέγραψε ως δικαιούχο πρόσωπο για να θέτει υπογραφή εκ μέρους της Rombel, επί των επιταγών τον παραπονούμενο και μόνο, ήταν γιατί ο ίδιος δεν ήταν διευθυντής της Rombel και με γνώμονα τον τρόπο που ενεργούσαν άλλα τραπεζικά ιδρύματα επί του προκειμένου, θεώρησε ορθό όπως, επί του Τεκμηρίου 4 i, καταγραφεί μόνο ο παραπονούμενος, ενώ το δικαίωμα του ιδίου του κατηγορούμενου να υπογράφει, να προσδιοριστεί μέσω της σχετικής καρτέλας των δειγμάτων υπογραφής που θα κατατίθετο στην Εμπορική. Ανάφερε δε ότι, με βάση την πείρα του για πολλά χρόνια ως Λογιστής/Ελεγκτής, τα άλλα τραπεζικά ιδρύματα, προσδιόριζαν τα πρόσωπα που δικαιούνταν να υπογράφουν μια επιταγή με ειδική αναφορά επί της σχετικής καρτέλας και όχι με αναφορά επί των πρακτικών της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας στην οποία ανήκει ο σχετικός λογαριασμός. Ωστόσο, όταν κατά τη λήψη των καταθέσεων του βρέθηκε αντιμέτωπος με το ίδιο ερώτημα, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που αρχικά κατέγραψε ως δικαιούχο πρόσωπο μόνο τον παραπονούμενο, ήταν γιατί δεν ήθελε τον Διονύσιο Καϊμακάμη (Διευθυντή της Rombel), να γνωρίζει την δική του ανάμιξη στην εταιρεία και ειδικότερα ότι θα είχε και δικαίωμα υπογραφής επί των επιταγών. Πρέπει φυσικά να σημειωθεί ότι, το πώς ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 4 i, αν και ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει σχετική με αυτό κατηγορία, κρίνεται πολύ σημαντικό, καθότι, συνεπεία του περιεχομένου του, από τις 16/01/2006 κατέστη δυνατή, πλέον, η έκδοση επιταγών της Rombel, χωρίς να είναι αναγκαία και η υπογραφή του παραπονούμενου. Επί του ιδίου θέματος, με βάση τον ισχυρισμό του στις καταθέσεις του, μετά που υπέγραψε ο Καϊμακάμης το Τεκμήριο 4 i, κατέγραψε (ο κατηγορούμενος), την λοιπή φράση «ή/και Κώστα Ιωάννου (αρ. ταυτ.669596)» επί αυτού και προώθησε τούτο προς την Εμπορική. Τούτη φυσικά η θέση έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με την σχετική θέση που προώθησε κατά την δια ζώσης μαρτυρία του και δη ότι, η ανάγκη να καταγραφεί η περαιτέρω φράση επί του Τεκμηρίου 4 i, προέκυψε όταν του αναφέρθηκε από την Εμπορική ότι, μόνο αν καταγραφεί τούτη θα ήταν δυνατό ο ίδιος να υπογράφει τις επιταγές της Rombel. Ήταν δε ακριβώς η θέση του ότι, οι εν λόγω συμπληρώσεις, έγιναν στην τράπεζα. Νιώθω την ανάγκη να υποδείξω ακόμα ότι, παρά την ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσία των ΜΚ7, ΜΚ8 και ΜΥ1 (όλοι εργαζόμενοι τότε στο συγκεκριμένο κατάστημα της Εμπορικής), καμία σχετική ερώτηση ή υποβολή τέθηκε προς αυτούς, πόσο μάλλον προς τον ΜΚ8, που προφανώς, ως εκ της ιδιότητας που κατείχε τότε (Διευθυντής Υποκαταστήματος), θα ήταν και το πρόσωπο το οποίο θα ζητούσε μια τέτοια καταγραφή. Σημειώνω φυσικά ότι, ο ΜΚ8, επί του προκειμένου, ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 4 i, κατέφθασε στην Εμπορική ως έχει, εξ' ου και προώθησε την θέση ότι, μετά την καταχώρηση του, η συνεργασία Εμπορικής και Rombel, σε σχέση με τις επιταγές, συνεχίστηκε με την έκδοση τους δια της υπογραφής μόνο του κατηγορούμενου. Επί ενός άλλου θέματος και ειδικότερα αναφορικά με τις συνθήκες που εκδόθηκε η επίδικη επιταγή (μέρος του Τεκμηρίου 3) προς τον ΜΚ14, Γεώργιο Καράβη, ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι ο εν λόγω μάρτυρας επισκέφθηκε την τράπεζα και εκεί του αναφέρθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα με την υπογραφή του παραπονούμενου. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, το πιθανότερο είναι, ο ίδιος ο μάρτυρας να επισκέφθηκε το γραφείο του παραπονούμενου και να ζήτησε όπως θέσει τούτος νέα υπογραφή επί της επιταγής (επί της ρηθείσας επιταγής υπάρχουν τρείς υπογραφές, δυο εκ των οποίων αποδίδονται στον παραπονούμενο, οι οποίες, κρίθηκαν, αμφότερες, μη γνήσιες). Ήταν δε η θέση του ότι, συνεπεία της νέας υπογραφής του παραπονουμένου, η τράπεζα αποδέχθηκε να εξαργυρώσει τοις μετρητοίς την ρηθείσα επιταγή. Πρέπει φυσικά να σημειωθεί ότι, παρά την παρουσία των ΜΚ7, ΜΚ8 και ΜΚ14 ενώπιον του Δικαστηρίου, τέτοια θέση δεν τέθηκε προς τους εν λόγω μάρτυρες. Ούτε καν αμφισβητήθηκε η θέση του ΜΚ14, ότι, την επιταγή του την έδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος και ότι τούτη εξαργυρώθηκε, καθ' ον χρόνο έφερε μόνο δυο υπογραφές επ' αυτής. Την ίδια θέση και δη ότι η επιταγή εξαργυρώθηκε, προτού τεθεί επ' αυτής η τρίτη υπογραφή, προώθησε και η ΜΚ7, χωρίς και πάλι να αμφισβητηθεί τούτη. Τονίζω, επί του προκειμένου, ότι οι συνθήκες εξαργύρωσης της εν λόγω επιταγής, κρίνονται σημαντικές, καθότι ενδεχομένως να είναι προσδιοριστικές του χρόνου που προέκυψε, για την εμπορική, θέμα γνησιότητας ή μη της υπογραφής του παραπονούμενου επί των επιδίκων επιταγών. Δεν παραγνωρίζω ότι, σύμφωνα με την ΜΚ7, το θέμα αμφισβήτησης της γνησιότητας της υπογραφής του παραπονούμενου προϋπήρχε. Με την μαρτυρία της ΜΚ7 θα ασχοληθώ πιο επισταμένα κατωτέρω. Συνεχίζοντας με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, σημειώνω ότι, σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του, προώθησε την θέση ότι, ο ίδιος ουδέποτε ανέλαβε ως λογιστής της Rombel και ότι υποχρέωση διορισμού λογιστή για την εταιρεία είχε ο παραπονούμενος και ο Καϊμακάμης που ήταν οι διευθύνοντες σύμβουλοι της. Παρέπεμψε δε, προς τούτο, και στις πρόνοιες συγκεκριμένου άρθρου του Περί Εταιρειών Νόμου για να υποστηρίξει την θέση του. Ωστόσο, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, αποδέχθηκε ότι ο ίδιος τηρούσε για δυο χρόνια λογιστικά βιβλία της Rombel και ότι για αυτά τα δυο χρόνια ενεργούσε ως λογιστής της. Επίσης σημειώνω ότι, η σχετική θέση του ΜΚ9 ότι ο κατηγορούμενος του συστήθηκε ως ο λογιστής της Rombel, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα. Το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν ή όχι ο λογιστής της Rombel και είχε ή όχι ετοιμάσει τους ισολογισμούς της εταιρείας, είναι επίσης σημαντικό, μιας και από τους εν λόγω ισολογισμούς, θα προέκυπτε η συνεισφορά των συνεταίρων και δη του κατηγορούμενου και του παραπονούμενου, θέμα για το οποίο προωθήθηκαν εκ διαμέτρου αντίθετοι ισχυρισμοί. Σημειώνω δε ότι, με βάση την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, τα όσα έγγραφα δόθηκαν από τον κατηγορούμενο προς την Αστυνομία, αφορούσαν τις οικονομικές συναλλαγές της Rombel για χρόνο προγενέστερο των επιδίκων γεγονότων. Τονίζω ακόμα ότι, αν ο ένας εκ των σχετικών ισχυρισμών του κατηγορούμενου και δη ότι διατήρησε λογιστικά βιβλία και ισολογισμούς για τα δυο πρώτα χρόνια της Rombel, ήταν αληθείς, τότε τούτα θα ήταν διαφωτιστικά και για τον ουσιώδη, για τις επίδικες επιταγές χρόνο, μιας και, ως εξάλλου αποτελεί κοινή θέση των δυο πλευρών, η Rombel άρχισε να εκτελεί εργασίες, περί τα τέλη του 2003 με αρχές του 2004, όταν και αφενός ανοίχθηκε ο λογαριασμός της στην Λαϊκή Τράπεζα (σχετική είναι η μαρτυρία της ΜΚ15), και αφετέρου ζητήθηκε από τον ΜΚ 9 να προβεί στην αναδιάρθρωση της εταιρείας (ο χρόνος προσδιορίζεται, από τον ΜΚ9, μεταξύ Νοεμβρίου 2003 και Φεβρουαρίου 2004). Σημαντική αντίφαση στην μαρτυρία του κατηγορούμενου, παρατηρείτε και στους ισχυρισμούς του, αναφορικά με το ποιος κατείχε τα βιβλιάρια επιταγών της Rombel του τραπεζικού λογαριασμού της στην Εμπορική. Στην δια ζώσης μαρτυρία του, θεωρώντας προφανώς ότι εξυπηρετείτο ο σκοπός του να ισχυριστεί ότι μόνο κατά το διάστημα που δικαιούταν να υπογράφει μόνος του, κατείχε ο ίδιος, τα εν λόγω βιβλιάρια, ισχυρίστηκε ότι πριν τις 16/01/2006, που κατατέθηκε το Τεκμήριο 4 i, στην Εμπορική, τα βιβλιάρια κατέχονταν από τον παραπονούμενο, και συγκεκριμένα βρίσκονταν στο πρώτο συρτάρι του γραφείου της ΜΚ4. Η επί του προκειμένου όμως θέση του, στην κατάθεση του Τεκμήριο 1 (i), ήταν ότι, μόνο στα αρχικά στάδια της συνεργασίας του με τον παραπονούμενο, τα βιβλιάρια επιταγών της Εμπορικής, τα κατείχε η ΜΚ4 εκ μέρους του παραπονούμενου, και κατόπιν, πλην όμως καθ' ον χρόνο ήταν αναγκαία ακόμα η από κοινού με τον παραπονούμενο υπογραφή των επιταγών, πέρασαν στην κατοχή του ιδίου. Με δεδομένο το γεγονός ότι ελλείπει άμεση μαρτυρία ως προς το ποιος έθεσε τις μη γνήσιες υπογραφές του παραπονούμενου επί των επιδίκων υπογραφών, το ποιος είχε πρόσβαση και γενικότερα κατείχε τα βιβλιάρια επιταγών της Rombel, κρίνεται πολύ σημαντικό. Δεν χρειάζεται κατά την γνώμη να παραθέσω άλλες αντιφάσεις που παρουσιάζει η μαρτυρία του κατηγορούμενου για να αιτιολογήσω την ήδη εκφρασθείσα θέση μου, περί της αναξιοπιστίας του. Την μαρτυρία του, στο βαθμό που τούτη αφορά σε αμφισβητούμενα γεγονότα, την απορρίπτω. Η μόλις πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, ως προς την μαρτυρία του κατηγορούμενου, δεν κρίνεται αποφασιστική για την τύχη της υπό εξέτασης υπόθεσης. Και τούτο γιατί, με βάση την πάγια νομολογιακή αρχή, η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος απόδειξης του συνόλου των λεπτομερειών της κάθε κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου αυτής, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Μιχαήλ ν. Αστυνομίας,
(1991)2 Α.Α.Δ. 168 και Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας Λεμεσού,
(1996)2 Α.Α.Δ. 189). Με γνώμονα τα μόλις πιο πάνω, θα ασχοληθώ τώρα με την υπόλοιπη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και ιδιαίτερα την μαρτυρία του παραπονούμενου, της ΜΚ4, της ΜΚ7 και του ΜΚ8, των οποίων η αξιοπιστία αμφισβητήθηκε σφόδρα από την Υπεράσπιση. Εξαρχής σημειώνω ότι, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, αντικριζόμενη ως σύνολο και όχι αποσπασματικά (περιλαμβανομένης προφανώς και της μαρτυρίας των μόλις πιο πάνω αναφερομένων τεσσάρων μαρτύρων κατηγορίας), παρουσιάζει, κενά, ασυνέπεια, αντιφάσεις και συγκρουόμενες εκδοχές, σε τέτοιο βαθμό και τέτοιας μορφής, που στο μυαλό του Δικαστηρίου, δημιουργείτε τουλάχιστον υποβόσκουσα αμφιβολία, ως προς το κατά πόσο τα αμφισβητούμενα γεγονότα έλαβαν χώρα ως τα εισηγείται η Κατηγορούσα Αρχή. Είναι στα πλαίσια της προσπάθειας μου να υποδείξω τις εν λόγω αντιφάσεις, κενά, συγκρούσεις και ασυνέπεια, που θα καταπιαστώ με την μαρτυρία των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ7 και ΜΚ
- Ως θα φανεί κατωτέρω, χρήσιμη είναι και η μαρτυρία των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας, η αξιοπιστία των οποίων δεν αμφισβητήθηκε. Κρίνω δε ορθότερο να υποδείξω τους λόγους που οδηγούμε στην εν λόγω κατάληξη, ως προς την αποδεικτική αξία της μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, διά της παράθεσης διαφόρων ερωτημάτων, που εξ αρχής ήταν επίδικα ή που κατέστησαν τέτοια, λόγω των διαφορετικών εκδοχών που προωθήθηκαν και ακολούθως δια της παράθεσης των διαφόρων εκδοχών που τέθηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας. Σημειώνω δε στο σημείο αυτό ότι, ως εξάλλου θα διαφανεί και κατωτέρω, η μαρτυρία έκαστου εκ των τεσσάρων αυτών μαρτύρων, παρουσιάζει, ούτως ή άλλως, αδυναμίες, κενά και αντιφάσεις και ότι και οι τέσσερεις αυτοί μάρτυρες, είχαν κίνητρο να ψευσθούν, με αποτέλεσμα, να κρίνεται αδύνατη η επιλογή κάποιας εκ των εκδοχών που προέβαλαν για σκοπούς συμπλήρωσης των κενών που παρουσιάζει η γενική εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Επίδικα Ερωτήματα
- Που αποστέλλονταν οι μηνιαίες καταστάσεις των λογαριασμών και γενικότερα οι επιστολές της Εμπορικής, αλλά και της Λαϊκής Τράπεζας προς τη Rombel; Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ουδέποτε έλαβε οποιανδήποτε κατάσταση λογαριασμού, είτε από την Λαϊκή Τράπεζα, είτε από την Εμπορική σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Rombel. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, συνεπεία τούτου, απευθύνθηκε στις εν λόγω τράπεζες μετά που αντιλήφθηκε την ύπαρξη του Τεκμηρίου 4 i, ώστε να έρθουν στην κατοχή του οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού. Όταν δε του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 7 i, αναγνώρισε την επ΄ αυτού αναγραφόμενη διεύθυνση αποστολής, ως την ταχυδρομική του θυρίδα, πλην όμως επέμεινε στον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε κατέφθαναν στην εν λόγω θυρίδα οι ρηθείσες καταστάσεις. Ήταν και αυτός ένας από τους λόγους για τους οποίους ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε περί των οικονομικών συναλλαγών της Rombel. Η ΜΚ4 (πρόκειται για την ιδιαιτέρα του παραπονούμενου) ισχυρίστηκε ότι αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμού της Λαϊκής Τράπεζας, τούτες κατέφθαναν στην ταχυδρομική θυρίδα του παραπονούμενου, τις παραλάμβανε ο τελευταίος και αφού τις έλεγχε, τις της παρέδιδε για αρχειοθέτηση σε συγκεκριμένο φάκελο. Ο ΜΚ8, ερωτηθείς ειδικά για τις καταστάσεις λογαριασμού στην Εμπορική, ισχυρίστηκε ότι τούτες αποστέλλονταν μόνο στην συγκεκριμένη θυρίδα του παραπονούμενου (σχετικό είναι το Τεκμήριο 23). Ανέφερε ακόμα ότι, όταν περί τον Σεπτέμβριο του 2006 τον επισκέφτηκε στο γραφείο του ο παραπονούμενος, στην κατοχή του (ο τελευταίος) είχε και επιστολές που του έστειλε η Εμπορική στην ρηθείσα ταχυδρομική θυρίδα. Η ΜΚ15, ερωτηθείσα ειδικά για τις καταστάσεις λογαριασμού στην Λαϊκή, ανέφερε επίσης ότι, τούτες αποστέλλονταν στην συγκεκριμένη ταχυδρομική θυρίδα. Σημειώνεται τέλος ότι, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόσβαση στην εν λόγω ταχυδρομική θυρίδα ή εν πάση περιπτώσει δεν αποδόθηκε σε αυτόν μια τέτοια πρόσβαση.
- Ποιος κατείχε τα βιβλιάρια επιταγών της Rombel σε σχέση με το λογαριασμό στην Εμπορική και ποιος συμπλήρωνε τις επιταγές και γενικότερα ποια η σχέση της ΜΚ4 με την εν λόγω εταιρεία; Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, τα βιβλιάρια των επιταγών για τον λογαριασμό στην Εμπορική, τα κατείχε πάντα ο κατηγορούμενος. Ως υποδείχθηκε και ανωτέρω, στα πλαίσια της παράθεσης της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, ο ίδιος, ερχόταν σε επαφή με τις επιταγές, μόνο όταν ο κατηγορούμενος του ζητούσε να υπογράψει επ' αυτών. Στην δια ζώσης μαρτυρία του, όταν εξέτασε το περιεχόμενο των 30 επίδικων επιταγών, αναγνώρισε, επί δυο εξ' αυτών, το γραφικό χαρακτήρα της ΜΚ
- Το γραφικό χαρακτήρα της εν λόγω μάρτυρας, αναγνώρισε και επί τεσσάρων άλλων επιταγών, που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου
- Πρόκειται στην ουσία για επιταγές της Rombel σε σχέση με τον λογαριασμό της στην Εμπορική, πλην όμως, φέρουσες γνήσιες υπογραφές, τόσο του παραπονούμενου, όσο και του κατηγορούμενου. Τρείς από αυτές τις έξι επιταγές, επί των οποίων ο παραπονούμενος αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα της ΜΚ4, αφορούν σε επιταγές με τις οποίες πληρώθηκαν οφειλές τις Rombel, προς τον πιστωτή της Λούης Χατζηχαραλάμπους Λτδ. Σημειώνεται επίσης ότι, σύμφωνα με την γραφολογική εξέταση, οι συμπληρώσεις επί των δυο επιταγών του Τεκμηρίου 3 που ο παραπονούμενος αναγνώρισε το γραφικό χαρακτήρα της ΜΚ4, δεν κατεγράφησαν από τον παραπονούμενο ή τον κατηγορούμενο. Ως δε θα φανεί κατωτέρω, οι τέσσερεις επιταγές του Τεκμηρίου 11, επί των οποίων ο παραπονούμενος αναγνώρισε το γραφικό χαρακτήρα της ΜΚ4, αναγνωρίστηκαν και από την ΜΚ4, ως φέρουσες το γραφικό της χαρακτήρα. Τέλος, κατά τον παραπονούμενο, κατά τον επίδικο χρόνο, αποτελούσε συνήθη πρακτική, η ΜΚ4 να συμπληρώνει επιταγές της Rombel, σε σχέση και με τους τραπεζικούς λογαριασμούς της στην Λαϊκή και στην Εμπορική. Και κατά την ΜΚ4, τα βιβλιάρια των επιταγών κατέχονταν από τον κατηγορούμενο. Η ίδια δε, με βάση τα όσα ισχυρίστηκε στην κατάθεση της, δεν γνώριζε καν ότι η Rombel είχε λογαριασμό στην Εμπορική. Ακόμα ότι, η ίδια ποτέ δεν είχε οποιαδήποτε επαφή «με λογαριασμούς ή οτιδήποτε άλλο που αφορούσε», στην Rombel και ότι, ποτέ η ίδια δεν «χειρίστκ(ε)» οποιαδήποτε βιβλιάρια επιταγών της εν λόγω εταιρείας. Όταν δε, κατά την λήψη της κατάθεσης της, της υποδείχθηκαν οι 46 επιταγές, Τεκμήριο 3, ανέφερε ρητά ότι, επ' αυτών, δεν αναγνωρίζει το γραφικό της χαρακτήρα, καθ' ότι δεν συμπλήρωσε καμία από αυτές. Ακολούθως, και σε πλήρη σύγκρουση με τους προηγούμενους, ανωτέρω αναφερόμενους, ισχυρισμούς της, αναγνώρισε το γραφικό της χαρακτήρα επί των τεσσάρων επιταγών του Τεκμηρίου 11(πρόκειται για τις ίδιες επιταγές στις οποίες αναφέρθηκε και ο παραπονούμενος). Επίσης, κατά την εξέταση του Τεκμηρίου 17 (πρόκειται για βιβλιάριο επιταγών της Rombel σε σχέση με τον λογαριασμό της στην Εμπορική), η ΜΚ4, αναγνώρισε το γραφικό της χαρακτήρα σε σχέση με δεκατέσσερις επιταγές (επί αρκετών αποκομμάτων επιταγών και μερικών επιταγών που εντέλει δεν εκδόθηκαν, όλα μέρος του Τεκμηρίου 17), καθιστώντας έτσι τον βασικό ισχυρισμό της περί άγνοιας της ως προς την ύπαρξη του λογαριασμού στην Εμπορική και περί μη χειρισμού της των βιβλιάριων επιταγών της Rombel, εντελώς ανεδαφικό. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι, κατά την λήψη της κατάθεσης της, με αναφορά στους δικαιούχους των 46 επιταγών (Τεκμήριο 3), ανέφερε ότι μόνο πέντε από αυτούς αναγνωρίζει, τους οποίους κατονόμασε ειδικώς και για τους οποίους έδωσε και εξηγήσεις αναφορικά με τις υπηρεσίες που παρείχαν. Για τους υπόλοιπους, μεταξύ των οποίων ήταν και η Λούης Χατζηχαραλάμπους Λτδ (πρόκειται για τον δικαιούχο των περισσότερων επιδίκων επιταγών και το πρόσωπο (νομικό) προς το οποίο κατέληξαν τα περισσότερα χρήματα που καταβλήθηκαν μέσω των επίδικων επιταγών), δήλωσε πλήρη άγνοια. Σε σύγκρουση φυσικά με την τελευταία αυτή θέση της, ως εξάλλου υποδείχθηκε και ανωτέρω, τρείς επιταγές επί των οποίων αναγνωρίστηκε ο γραφικός της χαρακτήρα (δυο εξ' αυτών επίδικες), είχαν ως δικαιούχο την εν λόγω εταιρεία. Τόσο ο ΜΚ11, όσο και ο ΜΚ13, δήλωσαν ευθαρσώς ότι, έτυχε να παραλάβουν επιταγές της Rombel, από το γραφείο του παραπονούμενου. Ειδικότερα, η ΜΚ13, προσδιόρισε ως το πρόσωπο που παρέδωσε την επιταγή, την κοπέλα που εργαζόταν εκεί. Με βάση τα λεγόμενα της ΜΚ4, στο ισόγειο του γραφείου του παραπονούμενου, πέραν του γραφείου του τελευταίου, ήταν και το δικό της γραφείο, η οποία ήταν και η μόνη κοπέλα που εργαζόταν στο χώρο αυτό.
- (α) Πότε προέκυψε θέμα μη γνησιότητας της υπογραφής του παραπονούμενου επί των επίδικων επιταγών; και (β) ανάφερε ή όχι, ο κατηγορούμενος, ότι ο παραπονούμενος υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται διαφορές στην υπογραφή του; Σχετική με τα πιο πάνω ερωτήματα είναι η μαρτυρία των ΜΚ7 και ΜΚ
- Κατά την ΜΚ7, από τον Ιανουάριο του 2005 (και δη από την έναρξη της λειτουργίας του λογαριασμού της Rombel στην Εμπορική) η ίδια παρατήρησε ότι, η αποδιδόμενη στον παραπονούμενο υπογραφή επί των επιταγών που παρουσιάζονταν στη τράπεζα, διέφερε από το δείγμα υπογραφής που κατείχε και ως εκ τούτου, αποτινόταν στον ΜΚ8 αναφέροντας του την παρατήρηση της, και ο τελευταίος της έδιδε οδηγίες να προχωρήσει και να τιμήσει τις επιταγές παρά την διαφορά που παρατήρησε. Ισχυρίστηκε δε ότι, όποτε συνέβαινε τούτο, η ίδια έθετε μόνο την μονογραφή της επί της επιταγής και όχι και το σχετικό σφραγιδάκι «sign. verified», υποδεικνύοντας με αυτή της την ενέργεια, ότι δεν επιβεβαίωνε την γνησιότητα της υπογραφής του παραπονουμένου. Τούτα, τα ανάφερε με αναφορά στις επιταγές (Τεκμήριο 3 και Τεκμήριο 11), υποδεικνύοντας δε, σε σχέση με τις επιταγές του Τεκμηρίου 11, ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν έθεσε επ' αυτών το σχετικό σφραγιδάκι. Η πρώτη χρονολογικά επιταγή του Τεκμηρίου 11, που δεν φέρει το σχετικό σφραγιδάκι, είναι ημερομηνίας 25/01/
- Πρόκειται για την επιταγή υπ' αριθμό 1731001-
- Σημειώνεται φυσικά στο σημείο αυτό ότι, αποτελεί αδιαμφισβήτητο ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονός, ότι οι αποδιδόμενες στον παραπονούμενο υπογραφές επί των δεκαεφτά επιταγών του Τεκμηρίου 11, οι οποίες επιταγές, να σημειωθεί ότι, καλύπτουν το χρονικό διάστημα μεταξύ 25 Ιανουαρίου 2005 και 18 Ιουλίου 2005, αποτελούν γνήσιες υπογραφές του. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την ΜΚ7, σε κάποιο στάδιο έτυχε ενημέρωσης (από τον ΜΚ8) ότι εξ' όσων του ανέφερε ο κατηγορούμενος, ο παραπονούμενος υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και ότι αυτός είναι ο λόγος που παρουσιάζονταν διαφορές στις υπογραφές του επί των επιταγών. Συνεπεία δε της ρηθείσας πληροφόρησης, επί των τεσσάρων επόμενων επιταγών που χειρίστηκε, έθεσε το σχετικό σφραγιδάκι, διότι πλέον είχε εξήγηση για τις διαφορές που παρατηρούσε. Τις εν λόγω τέσσερεις επιταγές τις χειρίστηκε στις 4/10/2005 (τη μία επιταγή) και στις 10/10/2005 (τις υπόλοιπες τρεις). Στις 12/10/2005, η ΜΚ7, είναι η λειτουργός που χειρίζεται την επιταγή που επιχειρεί να εξαργυρώσει ο ΜΚ14 (Γεώργιος Καράβης) και για τη οποία, ως ισχυρίζεται, ζήτησε οδηγίες από το ΜΚ8 αν θα την εξαργυρώσει, λόγω αμφισβήτησης της ως προς την γνησιότητα της υπογραφής του παραπονουμένου. Γιατί δεν έθεσε το σφραγιδάκι και να τιμήσει την επιταγή όπως έπραξε στις προηγούμενες τέσσερεις επιταγές, αφού ήδη είχε, ως ανέφερε την πληροφόρηση περί εγκεφαλικού επεισοδίου; Επίσης, γιατί όταν ερωτάται ειδικώς για την επιταγή του Καράβη, δεν αναφέρει τίποτα σχετικό περί εγκεφαλικού επεισοδίου στην κατάθεση της, που κατά την ίδια, ενημερώθηκε σχετικά πριν τις 4/10/2005; Εκείνο δε που αβίαστα προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΚ7, είναι ότι, αν το θέμα εξαργύρωσης των επιταγών της Rombel (επίδικες και μη) εναπόκειτο στην ίδια και μόνο, καμία στην ουσία επιταγή δεν θα εξαργυρωνόταν. Κατά την μάρτυρα, ο μόνος λόγος που εντέλει εξαργυρώθηκαν οι επίδικες επιταγές, αλλά και οι προηγούμενες, πάντα σε σχέση με αυτές που χειρίστηκε η ίδια, ήταν γιατί ο ΜΚ8 ενέκρινε, παρά την παρατήρηση της ως προς το γνήσιο ή μη της υπογραφής του παραπονούμενου, την εξαργύρωση τους. Σημειώνω ότι, με βάση την σχετική μαρτυρία του ΜΚ8, με την οποία θα ασχοληθώ κατωτέρω, ενώπιον Δικαστηρίου που ασκεί αστική δικαιοδοσία, εκκρεμεί αγωγή εναντίον της Rombel, αλλά και του παραπονούμενου και κατηγορούμενου, ως εγγυητές της, η οποία αντιμετωπίζει σχετική υπεράσπιση των εναγομένων, προφανώς και σε σχέση με τους λόγους που εξαργυρώνονταν οι επίδικες επιταγές ενώ προέκυψε θέμα μη γνησιότητας υπογραφών. Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να υπολογίσει κάποιος από ποιους θα αναζητηθούν ευθύνες για την εξαργύρωση των επίδικων επιταγών. Ο ΜΚ8, ισχυρίστηκε ότι η πρώτη φορά που προέκυψε θέμα γνησιότητας της υπογραφής του παραπονούμενου, είναι κατά τον Νοέμβριο του 2005 και όχι προηγουμένως. Με αναφορά στις επίδικες επιταγές του τεκμηρίου 3, ισχυρίστηκε ότι για καμία εκ των επιταγών του εν λόγω Τεκμηρίου δεν προέκυψε τέτοιο θέμα και τούτο σε πλήρη σύγκρουση με τα λεγόμενα της ΜΚ
- Τοποθετεί δε την ισχυριζόμενη αναφορά του κατηγορούμενου περί εγκεφαλικού επεισοδίου του παραπονούμενου, στις αρχές του 2006 (σχετική αναφορά στη κατάθεση του), ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του, διορθώνοντας τη προηγούμενη αναφορά του, την τοποθετεί περί τον Νοέμβριο του 2005, και δη σε χρόνο μετά, που, ως η ΜΚ7 ισχυρίζεται, τη ενημέρωσε ο ίδιος σχετικά (η τελευταία χρονικά επιταγή της Rombel που χειρίστηκε η ΜΚ7, ήταν ημερομηνίας 12/10/2005) Ήταν δε η θέση του ότι, όλες οι επιταγές για τις οποίες προέκυψε θέμα γνησιότητας της υπογραφής του παραπονούμενου, δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν, εξ ου και ενημέρωσε σχετικά τον κατηγορούμενο, ο οποίος μερίμνησε και καταχωρήθηκε το Τεκμήριο 4 i, με βάση το οποίο, ήταν πλέον επιτρεπτή η έκδοση επιταγών μόνο με την υπογραφή του τελευταίου. Με βάση τα λεγόμενα του ΜΚ8, η ισχυριζόμενη αναφορά του κατηγορούμενου περί εγκεφαλικού επεισοδίου του παραπονούμενου δεν επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο την διαδικασία εξαργύρωσης ή μη των επιταγών της Rombel. Κατά τον ΜΚ8, αυτός είναι και ο λόγος, που από τις 4 Νοεμβρίου 2005 μέχρι και αρχές Ιανουαρίου 2006 δεν εξαργυρώθηκαν οποιεσδήποτε επιταγές της Rombel μιας και επεστράφησαν πίσω λόγω του προβλήματος που προέκυψε σε σχέση με την υπογραφή του παραπονουμένου. Τούτο φυσικά, συγκρούεται μετωπικά με την θέση της ΜΚ7, σύμφωνα με την οποία, συνεπεία της εν λόγω πληροφόρησης, περί εγκεφαλικού, που έλαβε από τον ΜΚ8, άρχισε να εξαργυρώνει τις επιταγές της Rombel, τοποθετώντας ακόμα και το σχετικό σφραγιδάκι, ανεξάρτητα του αν η αποδιδόμενη στον παραπονούμενο υπογραφή επί της επιταγής, διέφερε από το σχετικό δείγμα που κατείχαν στην Εμπορική. Διερωτάται όμως κανείς και το εξής: αν όντως τα πράγματα έχουν ως τα ισχυρίζεται ο ΜΚ8, πως τιμήθηκαν οι επιταγές υπ' αριθμό 1789016-5, 1789015-4 και 1789017-6, όλες εκδοθείσες τον Δεκέμβριο του 2005 και όλες μέρος του Τεκμηρίου 3, επί των οποίων, η αποδιδόμενη στον παραπονούμενο υπογραφή, δεν αποτελεί την γνήσια υπογραφή του; Και αν πράγματι, από τις 4 Νοεμβρίου 2005 παρατηρείται πρόβλημα με την γνησιότητα της υπογραφής του παραπονούμενου και παρά την αναζήτηση από τον κατηγορούμενο επίλυσης του προβλήματος, τούτο δεν επιλύεται για σεβαστό χρονικό διάστημα, γιατί δεν επικοινώνησε με τον παραπονούμενο για να λυθεί το πρόβλημα, ως έπραξε τον Σεπτέμβριο του 2006 όταν, για άλλα θέματα που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό της Rombel δεν ανταποκρινόταν ο κατηγορούμενος; Αν μη τη άλλο, ο κατηγορούμενος, ούτε διευθυντής της Rombel ήταν, ούτε γραμματέας της. Ενώ από την άλλη, και τούτο ήταν γνωστό στην Εμπορική και ειδικότερα στον ΜΚ8, τόσο ο παραπονούμενος, όσο και ο Καϊμακάμης, ήταν διευθυντές της εταιρείας και θα μπορούσαν να επιλύσουν το πρόβλημα. Γιατί δεν επικοινώνησε μαζί τους;
- Ποιος παρέλαβε και ακολούθως επέστρεψε την επιταγή που εξαργύρωσε ο Γεώργιος Καράβης (ΜΚ14), έχοντας πλέον, επ' αυτής, και τρίτη υπογραφή; Η ΜΚ7, επί του προκειμένου, ανέφερε ότι μοναδική της ανάμιξη με την εν λόγω επιταγή, περιορίστηκε στο να ρωτήσει τον ΜΚ8 αν θα την εξαργυρώσει, παρά την παρατήρηση της σε σχέση με την γνησιότητα της υπογραφής του παραπονούμενου. Κατά την ΜΚ7, ο ΜΚ8 της ανάφερε ότι θα ζητήσει από τον κατηγορούμενο να μεριμνήσει να διορθωθεί η υπογραφή, και της έδωσε οδηγίες να προχωρήσει άμεσα στην εξαργύρωση της. Η ίδια, δεν ήρθε εκ νέου σε επαφή με την εν λόγω επιταγή, ούτε γνωρίζει κάτω από ποιες συνθήκες, τούτη φέρει και τρίτη πλέον επ' αυτής υπογραφή. Τόνισε ότι, όταν η ίδια παρέδωσε στον ΜΚ14 το ποσό της επιταγής τοις μετρητοίς, επί της επιταγής, υπήρχαν μόνο δυο υπογραφές. Ο ΜΚ8, πέραν της γενικής αναφοράς του στην κατάθεση του περί του ότι δεν θυμάται τις συνθήκες κάτω υπό τις οποίες εξαργυρώθηκε η συγκεκριμένη υπογραφή, δεν ανάφερε τίποτα άλλο σχετικό, μιας και δεν του τέθηκε καμία σχετική ερώτηση από καμία πλευρά κατά την δια ζώσης μαρτυρία του. Ο ΜΚ14, δήλωσε πλήρη άγνοια περί του λόγου που ο ΜΚ8 επιχείρησε, πριν την εξαργύρωση της επιταγής, να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο, ενώ σε σχέση με την αποδιδόμενη στον παραπονούμενο, επί της επιταγής, υπογραφή, ανάφερε ότι δεν αντιλήφθηκε να προέκυψε οποιοδήποτε θέμα, κατά τον χρόνο εξαργύρωσης της. Δεν γνωρίζει τίποτα περί τρίτης υπογραφής. Η επιταγή εξαργυρώθηκε, καθ' ον χρόνο έφερε δύο υπογραφές. Επομένως, παρέμεινε άγνωστο ποιο είναι το πρόσωπο που παρέλαβε την επιταγή του Καράβη από την τράπεζα, μετά που τούτη εξαργυρώθηκε, και την επέστρεψε πίσω, έχοντας πλέον επ' αυτής και τρίτη υπογραφή.
- Γνώριζε ή όχι ο παραπονούμενος περί της εκδόσεως των επιδίκων επιταγών αλλά και περί της ετοιμασίας του Τεκμηρίου 4 i, πριν τον χρόνο που ισχυρίζεται ότι ενημερώθηκε για αυτά; Για να γίνει κατανοητή η σημαντικότητα του μόλις πιο πάνω ερωτήματος, κρίνω ορθότερο να αναφέρω την βασική εκδοχή του παραπονούμενου και σε μεταγενέστερο στάδιο, θα αναφερθώ στις διαφοροποιήσεις, που πρόεκυψαν συνεπεία άλλων ισχυρισμών που προώθησε, αλλά και που προκύπτουν από άλλη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ως εξάλλου σημειώθηκε και στα αρχικά στάδιο της παρούσας, στα πλαίσια της παράθεσης της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, ο παραπονούμενος είχε τυφλή εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο, και η οποιαδήποτε ενημέρωση του περί των οικονομικών ζητημάτων της Rombel, περιοριζόταν, ως επί το πλείστον, σε προφορικές ενημερώσεις που του γίνονταν από τον κατηγορούμενο, εντελώς γενικής μορφής και χωρίς οποιαδήποτε επιβεβαιωτικά στοιχεία. Με δεδομένη την τυφλή εμπιστοσύνη που είχε στον κατηγορούμενο, μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2006, δεν είχε οποιαδήποτε καν ένδειξη, η οποία να του δημιουργούσε την εντύπωση ότι τα πράγματα με την Rombel ήταν διαφορετικά από ότι του περίγραφε ο κατηγορούμενος, ή ότι ετίθετο οποιονδήποτε θέμα δόλιας συμπεριφοράς του τελευταίου. Κατά τον Σεπτέμβρη του 2006, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τον ΜΚ8 και σχετικής ενημέρωσης που έτυχε από τον τελευταίο, περί του ότι ο επίδικος λογαριασμός της Rombel, βρισκόταν στο όριο του, και ότι παρά την προσπάθεια του ΜΚ8 να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο τούτο δεν κατέστη δυνατό, επισκέφτηκε τον πρώτο, στο γραφείο του, στην Εμπορική. Εκεί, ζήτησε όπως του παραδοθούν αντίγραφα του φακέλου της Rombel, μιας και μέχρι τότε δεν είχε λάβει τίποτα σχετικό. Μέρος των αντιγράφων που του εδόθησαν, αποτελούσε και αντίγραφο του Τεκμηρίου 4 i. Όταν το είδε, ανάφερε στον ΜΚ8 ότι η αποδιδόμενη σε αυτόν υπογραφή επί του εν λόγω εγγράφου, ήταν πλαστογραφημένη, και ακολούθως ζήτησε από αυτόν να του ετοιμάσει αντίγραφα της κατάστασης λογαριασμού καθώς επίσης και των επιταγών που εκδόθηκαν από τον εν λόγω λογαριασμό της Rombel. Λόγω φόρτου εργασίας, ο ΜΚ8 του ανέφερε ότι θα μεριμνήσει όπως τούτα εκδοθούν σε μεταγενέστερο χρόνο, και όχι την δεδομένη στιγμή. Έπειτα εγκατέλειψε το κατάστημα της Εμπορικής. Κατά τον παραπονούμενο, αυτή ήταν η πρώτη ένδειξη περί του ότι ενδεχομένως να ετίθετο θέμα κατάχρησης της εμπιστοσύνης του από τον κατηγορούμενο. Λίγες μέρες αργότερα, τον επισκέφτηκε ο κατηγορούμενος στο γραφείο του, και του εισηγήθηκε όπως αγοράσει, (ο κατηγορούμενος), το μερίδιο των μετοχών του (του παραπονούμενου), στην Rombel. Κατόπιν της εν λόγω πρότασης, ακολούθησε διαπραγμάτευση επί του ρηθέντος θέματος, που κράτησε μέχρι και το Φεβρουάριο του 2007, όπου περί τα τέλη του εν λόγω μήνα, με αρχές Μαρτίου, οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν και δεν επήλθε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους. Ακολούθως, άρχισε να αποστέλνει επιστολές προς την Εμπορική και να ζητά επίμονα να του δοθούν τα αντίγραφα που ζήτησε, τα οποία μέχρι εκείνην την στιγμή δεν του είχαν ακόμα αποσταλεί. Συνεπεία των επιστολών του, σε κάποιο στάδιο του δόθηκαν τα εν λόγω αντίγραφα, και αφού από την εξέταση τους αναγνώρισε τις 30 επιταγές (επίδικες επιταγές - μέρος του Τεκμηρίου 3), στις 30 Νοεμβρίου, 2007 επισκέφτηκε το ΤΑΕ Λευκωσίας και υπέβαλε το παράπονο του εναντίον του κατηγορούμενου, για πλαστογραφία, τόσο των 30 επιταγών, όσο και του Τεκμηρίου 4 i. Παραπονέθηκε επίσης, και για τις 16 επιταγές (το υπόλοιπο μέρος του Τεκμηρίου 3), που εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο δια της εναπόθεσης επ' αυτών μόνο της υπογραφής του, καθότι, τούτες εκδόθηκαν ως αποτέλεσμα του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4 i, το οποίο επίσης πρόκειται περί πλαστό έγγραφο. Αν και η πιο πάνω γενική θέση του παραπονούμενου, παρουσιάζει ήδη αρκετά κενά με αποτέλεσμα να προκύπτουν αβίαστα πολλά λογικά ερωτήματα, όπως παραδείγματος χάριν, γιατί δεν κατήγγειλε αμέσως την υπόθεση στην αστυνομία μόλις αντιλήφθηκε την πλαστογράφηση της υπογραφής του επί του Τεκμηρίου 4 i; ή γιατί δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο να του δώσει εξηγήσεις για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 i, κ.ο.κ., εν τούτοις, ως θα φανεί κατωτέρω, τα ερωτήματα είναι πολύ περισσότερα, συνεπεία των νέων δεδομένων που προέκυψαν κατά την δια ζώσης μαρτυρίας του, αλλά και των όσων προκύπτουν από την υπόλοιπη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία. Θεωρώ ορθότερο, αντί να αναφέρομαι γενικά στις αναφορές του, να υποδείξω με συνοπτικό τρόπο, σε χρονολογική σειρά και με σχετική αρίθμηση τα διάφορα γεγονότα που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα αλλά και όσα άλλα προκύπτουν από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, για να υποδείξω, εντέλει, το ανασφαλές της αποδοχής της οποιασδήποτε εκδοχής του παραπονουμένου. i. Κατά τον παραπονούμενο, ο λόγος που αποφάσισαν με τον κατηγορούμενο να ανοιχθεί ο λογαριασμός της Rombel στην Εμπορική, ήταν γιατί, η εν λόγω τράπεζα θα τους επέτρεπε μεγαλύτερο όριο παρατραβήγματος, και έτσι θα καθίστατο δυνατή και η εξόφληση του τότε χρεωστικού υπολοίπου της εταιρείας προς την Λαϊκή Τράπεζα, το οποίο ανερχόταν στις ΛΚ. 20.000 περίπου. Έδωσε δε οδηγίες στον κατηγορούμενο, όπως με το άνοιγμα του λογαριασμού στην Εμπορική, να προχωρήσει άμεσα στην εξόφληση του οφειλομένου ποσού στην Λαϊκή, λαμβάνοντας δε προς τούτο την σχετική υπόσχεση του κατηγορουμένου. Ως ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος, κάποιους μήνες μετά, ενημερώθηκε από την Λαϊκή, ότι δεν εξοφλήθηκε το υπόλοιπο, και χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε σχετικό στον κατηγορούμενο συμφώνησε με την Λαϊκή να καταβάλλει Λ.Κ. 500 τον μήνα για την εξόφληση του. Με βάση τους ισχυρισμούς του, με αυτό τον τρόπο εξόφλησε ο ίδιος, με δικά του χρήματα, την οφειλή της Rombel στην Λαϊκή. Γιατί δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο αναφορικά με την μη εξόφληση της οφειλής προς την Λαϊκή; Γιατί αποφάσισε να εξοφλήσει με δικά του χρήματα την εν λόγω οφειλή χωρίς να αναφέρει τίποτα σχετικό στον κατηγορούμενο; Γιατί αυτό το γεγονός δεν εκλήφθηκε ως ένδειξη ότι ο κατηγορούμενος καταχράται την εμπιστοσύνη που του υποδεικνύει; Γιατί δεν διερωτήθηκε που χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα του λογαριασμού της Εμπορικής που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για την εξόφληση της οφειλής στην Λαϊκή; ii. Περί τον Ιούνιο με Ιούλιο του 2005, ο ΜΚ10 (θετός υιός του), τον ενημέρωσε ότι το εργοστάσιο της Rombel στο Κράσνονταρ υπολειτουργεί, οι μισθοί των υπαλλήλων είναι οφειλόμενοι και ότι ο προμηθευτής των πρώτων υλών του εργοστασίου, αρνείται να προμηθεύσει τούτες λόγω οφειλών του εργοστασίου προς αυτόν. Ενημερώθηκε ακόμα ότι η υπεύθυνη του εργοστασίου (γυναίκα με την οποία ο κατηγορούμενος, στο παρελθόν, είχε συνάψει σχέση), δεν διαχειρίζεται ορθά τα χρήματα που τις αποστέλλονται από την Κύπρο, και τούτο εν γνώσει του κατηγορούμενου. Γιατί αυτό δεν αποτελούσε ένδειξη περί ενδεχόμενης κατάχρησης της εμπιστοσύνης του από τον κατηγορούμενο; Γιατί συνέχισε να επιδεικνύει πλήρη εμπιστοσύνη στα όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενος, τα οποία ήταν εν πάση περιπτώσει εντελώς γενικά και χωρίς επιβεβαιωτικά στοιχεία; Γιατί έστω και τότε δεν ενημέρωσε τον κατηγορούμενο, τουλάχιστον για τα όσα είχε ήδη πληροφορηθεί για την οφειλή της Rombel προς την Λαϊκή Τράπεζα; Αν μη τι άλλο, την στιγμή που ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι η συνεισφορά του στην Rombel, ανέρχεται στις Λ.Κ. 300.000, ενώ του κατηγορούμενου στις Λ.Κ. 30.000, ενώ με βάση την συμφωνία τους θα έπρεπε να συνεισφέρουν ισότιμα; iii. Από τις 18 Ιουλίου, 2005, και εντεύθεν, ο κατηγορούμενος δεν του ζητά πλέον να υπογράψει οποιεσδήποτε επιταγές της Rombel, ενώ γνωρίζει (ο παραπονούμενος), ότι, για να εκδοθούν επιταγές, είναι αναγκαίο να τεθεί και η δική του υπογραφή. Αν ισχύουν τα όσα ισχυρίζεται, γιατί δεν διερωτήθηκε για το πως διεξάγει τις εργασίες της η Rombel χωρίς να του ζητείτε να υπογράψει επί επιταγών της; Γιατί δεν αναζητά καθόλου τους λόγους που ο κατηγορούμενος έπαψε να του ζητά να υπογράψει επιταγές; Γιατί δεν επικοινωνεί με την Εμπορική και να αναζητήσει κατά πόσο συνεχίζονται να εκδίδονται επιταγές της Rombel; Τέλος, γιατί δεν θεώρησε ότι το γεγονός αυτό, ενδεχομένως να αποτελεί ένδειξη ότι ο κατηγορούμενος καταχράται της εμπιστοσύνης που του υπέδειξε ή ενδεχομένως ενεργεί δόλια; Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, σε καμία περίπτωση ο παραπονούμενος δεν προώθησε οποιονδήποτε ισχυρισμό περί του ότι τελούσε υπό την πεποίθηση ότι η Rombel σταμάτησε να διεξάγει εργασίες ή ότι δεν εξέδιδε επιταγές. Αν μη τι άλλο, ο υιός του (ΜΚ10) παρέμεινε στο Κράσνονταρ μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2005, που αποτελεί και κοινή θέση όλων των πλευρών ότι μέχρι τότε λειτουργούσε (ή έστω υπολειτουργούσε) το εργοστάσιο της Rombel και αποστελλόταν και επεξεργασμένη ξυλεία στην Κύπρο. iv. Κατά τον παραπονούμενο, στις 16/01/2006, κάποιος κύριος Γιαπατός (πρόκειται περί πιστοποιούντος υπαλλήλου), επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του και τον ρώτησε αν του επιτρέπει να πιστοποιήσει υπογραφές επί κάποιου εγγράφου σε σχέση με την Rombel, που τέθηκε ενώπιον του. Ο παραπονούμενος, γνωρίζοντας ότι δεν υπόγραψε οποιοδήποτε έγγραφο εκ μέρους της Rombel, που χρήζει πιστοποίησης, ζήτησε από τον κύριο Γιαπατό να μην προβεί σε οποιαδήποτε πιστοποίηση, και να του αποστείλει αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου. Πράγματι, την επομένη και δη 17/01/2006, μέσω τηλεομοιότυπου, έλαβε αντίγραφο του ρηθέντος εγγράφου. Πρόκειται για το Τεκμήριο 4 iv. Είναι δε, αντίγραφο του Τεκμηρίου 4 i, προτού τεθεί η μη γνήσια υπογραφή του παραπονούμενου επ' αυτού και προτού προστεθεί η φράση «ή/και Κώστα Ιωάννου (αρ. ταυτ. 669596)», στις παραγράφους 2, 3 και 5 τούτου και η φράση «ένας εκ των δυο» στην παράγραφο 2 αυτού. Απουσιάζει ακόμα, η σφραγίδα του ΜΚ5, καθώς επίσης και η υπογραφή του ΜΚ9 και η σχετική σφραγίδα που έθεσε εκ μέρους της Omnium Corporate & Trustee Services Ltd. Δηλαδή, επρόκειτο περί πρακτικού συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Rombel, σύμφωνα με το οποίο, αν και εφόσον κατατίθετο στην τράπεζα, θα διαφοροποιούνταν οι όροι σε σχέση με το ποιοι νομιμοποιούνται να υπογράφουν επιταγές εκ μέρους της εταιρείας. Παρεμβάλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι ο παραπονούμενος, στο παρελθόν ήταν τραπεζικός υπάλληλος. Επανερχόμενος στην μαρτυρία του παραπονουμένου, ερωτηθείς ειδικά στο στάδιο της αντεξέτασης του για το αν αντιλήφθηκε όταν έλαβε το Τεκμήριο 4 iv ότι επιχειρείτο πίσω από την πλάτη του να διαφοροποιηθούν οι όροι κάτω από τους οποίους εκδίδονταν επιταγές της εταιρείας, απάντησε καταφατικά. Γιατί αυτό δεν εκλήφθηκε ως ένδειξη ότι ο κατηγορούμενος ενδεχομένως καταχράται της εμπιστοσύνης που του υπέδειξε; Γιατί δεν κατήγγειλε στην αστυνομία την απόπειρα διαφοροποίησης των ρηθέντων όρων, χωρίς την συγκατάθεση του; Γιατί δεν αναζήτησε τον Διονύσιο Καϊμακάμης, ο οποίος φέρεται να υπογράφει το έγγραφο τούτο και να ζητήσει εξηγήσεις; Κρίνω σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να υπενθυμίσω ότι, η αποδιδόμενη στον Καϊμακάμη υπογραφή, αποτελεί γνήσια υπογραφή και ότι τούτος, ήταν ένας εκ των διευθυντών της Rombel. Σημειώνω ακόμα ότι, ούτε ο Γιαπατός, αλλά ούτε και ο Καϊμακάμης παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να παρέμειναν άγνωστες στο Δικαστήριο, οι συνθήκες κάτω υπό τις οποίες ετοιμάστηκε το εν λόγω έγγραφο και ειδικότερα, οι συνθήκες κάτω υπό τις οποίες τούτο τέθηκε στον Γιαπατό για πιστοποίηση, μεταξύ των οποίων και το ποιος επισκέφτηκε τον Γιαπατό για πιστοποίηση. Η δε θέση του παραπονούμενου, ότι λίγες μέρες αργότερα ρώτησε τον κατηγορούμενο αναφορικά με τον λόγο που επιχειρήθηκε να πιστοποιηθεί έγγραφο από τον Γιαπατό και ότι ο τελευταίος τον καθησύχασε λέγοντας του ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και ότι επίλυσε το όλο ζήτημα με άλλο τρόπο, με αποτέλεσμα ο ίδιος (ο παραπονούμενος), να καθησυχαστεί, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, ενόψει, αφενός των όλων όσων ήδη έλαβαν χώρα, και υποδεικνύονται ανωτέρω και αφετέρου του γεγονότος ότι, ο κατηγορούμενος (σύμφωνα με τα λεγόμενα του παραπονουμένου), από τον Αύγουστο του 2005 έπαψε να τον ενημερώνει αναφορικά με την Rombel και τελούσε έκτοτε στο σκοτάδι σε σχέση με τις εργασίες της εταιρείας. Πως είναι δυνατόν, υπό αυτές τις περιστάσεις, να καθησυχάζεται, απλά γιατί ο κατηγορούμενος του αναφέρει, με εντελώς γενικό τρόπο, ότι επιλύθηκε το όλο πρόβλημα; v. Τον Σεπτέμβριο του 2006, αντίκρισε (το πώς αναφέρθηκε ανωτέρω), το Τεκμήριο 4i. Τα εύλογα ερωτήματα που αβίαστα προκύπτουν, επίσης αναφέρθηκαν ανωτέρω. Προκύπτει όμως και το εξής ερώτημα, γιατί έστω και εκείνη την στιγμή δεν αναζήτησε τον Καϊμακάμη ή το ΜΚ9 για να τον ενημερώσουν σχετικά με την ετοιμασία του Τεκμηρίου 4 i; vi. Με βάση την μαρτυρία του ΜΚ8, αλλά γενικά και το περιεχόμενο των διαφόρων Τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλέπε Τεκμήρια 7 ii και 23), οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού της Εμπορικής, αποστέλλονταν στην ταχυδρομική θυρίδα του παραπονούμενου. Με βάση δε την μαρτυρία της ΜΚ4, ο παραπονούμενος παραλάμβανε, τα έγγραφα που αποστέλλονταν στην εν λόγω θυρίδα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι ουδέποτε παρέλαβε κατάσταση του επιδίκου λογαριασμού, χαρακτηρίζεται, τουλάχιστον, ως ελεγχόμενος. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, την θέση ότι ο παραπονούμενος παραλάμβανε την μηνιαία κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, την προώθησε ο κατηγορούμενος στις καταθέσεις που του λήφθηκαν από την αστυνομία, και ότι η αστυνομία περιορίστηκε στο να θέσει απλά σχετικό ερώτημα στον παραπονούμενο και να μην διερευνήσει περαιτέρω το θέμα. Αν θεωρηθεί δεδομένο ότι ο παραπονούμενος λάμβανε τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού, που τούτο φαίνεται να είναι το πιθανότερο, τότε αβίαστα προκύπτουν τα εξής ερωτήματα. Πως ισχυρίζεται ο παραπονούμενος ότι δεν γνώριζε τίποτα σε σχέση με τα οικονομικά της Rombel; Πως είναι δυνατό να ισχύει η θέση του ότι μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2006 δεν είχε καν ένδειξη ότι ενδεχομένως ο κατηγορούμενος να ενεργεί δόλια; Υπενθυμίζω ότι επί του περιεχομένου των εν λόγων μηνιαίων καταστάσεων, αναγράφονται ρητώς οι εκδοθείσες, κατά έκαστο μήνα, επιταγές της Rombel; Πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεται ότι τελούσε υπό άγνοια ότι ο κατηγορούμενος συνέχιζε να εκδίδει επιταγές μετά τις 18 Ιουλίου 2005, όταν και υπέγραψε την τελευταία επιταγή της Rombel; vii. Ακόμα, δεν θεωρώ ασύνδετο με τον λόγο που εν τέλει κατήγγειλε την υπόθεση τον Νοέμβριο του 2007, το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων τους περί εξαγοράς των μετοχών του ενός από τον άλλο. Πως είναι δυνατό να διαπραγματεύεται με τον κατηγορούμενο την πώληση των μετοχών του, και να μην του αναφέρει τίποτα περί της πλαστογραφίας της υπογραφής του επί του τεκμηρίου 4 i; viii. Αν και η Κατηγορούσα Αρχή γενικότερα, αλλά και ο παραπονούμενος, ειδικότερα, αμφισβήτησαν την θέση της υπεράσπισης περί του ότι όλα τα χρήματα που δαπανήθηκαν μέσω των επίδικων επιταγών χρησιμοποιήθηκαν για κάλυψη εξόδων της Rombel, εν τούτης, εκείνο που αξίζει να σημειωθεί, είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία, πέραν των σχετικών αναφορών του παραπονουμένου, που να υποστηρίζει την θέση της. Ακόμα και ο παραπονούμενος, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, αποδέχεται την ρηθείσα θέση της Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, όταν, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, βρέθηκε αντιμέτωπος με την εν λόγω θέση της Υπεράσπισης, και ειδικότερα με τους λόγους που εκδόθηκε η κάθε επίδικη επιταγή, αποδεχόμενος στην ουσία ότι με αυτές πληρώθηκαν οφειλές της Rombel, ισχυρίστηκε ότι το παράπονο του δεν εστιάζεται επί των λόγων που εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, αλλά επί το ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του επί αυτές. Επί του προκειμένου, η ίδια θέση φαίνεται να εκφράζεται και από τον ΜΚ2, ο οποίος αναφερόμενος στο κατά πόσο προκύπτει ζήτημα ιδιοποίησης χρημάτων από τον κατηγορούμενο, πάντα σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, ανέφερε ότι, αν δεν προέκυπτε θέμα πλαστογραφίας των επίδικων επιταγών, με τα όσα καταγγέλθηκαν ενώπιον της αστυνομίας, δεν θα δικαιολογείτο καμία ανάγκη διερεύνησης ποινικής υπόθεσης.
- Κάτω από ποιες συνθήκες ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 4 i; Τούτο, επί της ουσίας, παρέμεινε άγνωστο. Σύμφωνα με τον ΜΚ8, το εν λόγω έγγραφο το παρουσίασε στην Εμπορική ο κατηγορούμενος, και τούτο μετά που για δυο περίπου μήνες, η Εμπορική αρνείτο να εξαργυρώσει επιταγές λόγω προβλήματος σε σχέση με την υπογραφή του παραπονουμένου. Το εν λόγω έγγραφο όμως, φέρει γνήσια υπογραφή του Διονύσιου Καϊμακάμη καθώς επίσης και σχετική πιστοποίηση του ΜΚ
- Κατά τον ΜΚ5, είτε ο παραπονούμενος υπέγραψε ενώπιον του, είτε τηλεφωνικά τον εξουσιοδότησε να πιστοποιήσει την υπογραφή του. Κατά τον παραπονούμενο, ο ίδιος δεν υπέγραψε επί του εν λόγω εγγράφου. Υπενθυμίζω δε ότι, πρόκειται για το έγγραφο, που με βάση τον παραπονούμενο, ήρθε εις γνώση του τον Σεπτέμβριο του 2006 και για το οποίο δεν ανέφερε τίποτε, ούτε στον κατηγορούμενο, ούτε στον Καϊμακάμη, ούτε στον ΜΚ9 που υπογράφει επ' αυτού, ούτε και στον ΜΚ5 τον οποίο μπορούσε εύκολα να αναζητήσει και να ζητήσει εξηγήσεις για τις συνθήκες κάτω υπό τις οποίες ετοιμάστηκε. Υπενθυμίζω ακόμα ότι, ο ΜΚ5, δεν γνωρίζει ούτε τον κατηγορούμενο, ούτε τον παραπονούμενο. Τέλος σημειώνω ότι, η πρώτη φορά που ο παραπονούμενος προωθεί παράπονο σε σχέση με το εν λόγω έγγραφο, είναι δεκατέσσερις ολόκληρους μήνες μετά, που κατά τον ίδιο, έλαβε γνώση περί της ύπαρξης του. Σημειώνεται δε παρεμφερώς ότι, ένδειξη περί της ετοιμασίας του εν λόγου εγγράφου, είχε από τις 17/01/2006, όταν και του αποστάληκε το Τεκμήριο 4 iv, μέσω τηλεομοιότυπου από τον Γιαπατό.
- Για ποιο σκοπό εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές; Ως σημειώθηκε ανωτέρω, στα πλαίσια της παράθεσης της σχετικής με το ερώτημα 5, μαρτυρίας, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν για κάλυψη εξόδων της Rombel, τόσο προς πιστωτές της στην Κύπρο, όσο και για κάλυψη των λειτουργικών εξόδων του εργοστασίου στο Κράσνονταρ. Τούτο εξάλλου προκύπτει και από τα όσα σχετικά ανέφερε ο ΜΚ2 (ανωτέρω, στα πλαίσια της εξέτασης της υπ' αριθμό 5 ερώτησης παρατέθηκε η σχετική αναφορά του), ο ίδιος ο παραπονούμενος (επίσης έγινε σχετική αναφορά ανωτέρω), ο ΜΚ10, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι όλα τα χρήματα που αποστέλλονταν από τον κατηγορούμενο στο ίδιο ή στο Αρχοντίδη κατέληγαν στο εργοστάσιο και οι ΜΚ11, ΜΚ12 και ΜΚ13, οι οποίοι δήλωσαν ότι καταβλήθηκαν σε αυτούς χρήματα για οφειλές της Rombel, για διάφορες υπηρεσίες που παρείχαν στην τελευταία. Τα ίδια προκύπτουν και από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 25 και 26, τα οποία κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα (πρόκειται για καταθέσεις δικαιούχων των επίδικων υπογεαφών). Αν αξίζει κάτι να σημειωθεί, είναι ότι, τόσο ο ΜΚ11, όσο και ο ΜΚ12, σε σύγκρουση με του σχετικούς ισχυρισμούς του παραπονούμενου, συσχέτισαν τις υπηρεσίες που παρείχαν και για τις οποίες πληρώθηκαν με επίδικες επιταγές, με ενέργειες του παραπονούμενου. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ11, ισχυρίστηκε ότι με τις επίδικες επιταγές του καταβλήθηκαν χρήματα σε σχέση με τέσσερα αεροπορικά εισιτήρια (Λάρνακα - Κράσνονταρ - Λάρνακα), ταξίδι που συνήθως έκαναν ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος και για τα οποία πλήρωνε η Rombel. Ο δε ΜΚ12, ισχυρίστηκε ότι, για να μεταβεί στα Λατσιά και να επιδιορθώσει συγκεκριμένη μηχανή, για την οποία και πληρώθηκε με επίδικες επιταγές, πρέπει να το ειδοποίησε ο παραπονούμενος, τον οποίο γνώριζε από παλιά, μιας και τον κατηγορούμενο τον γνώρισε κατά την άφιξη στο σημείο που βρισκόταν η μηχανή που επιδιόρθωσε. Είμαι της γνώμης ότι, με τα όσα σημείωσα ανωτέρω, στα πλαίσια της παράθεσης της σχετικής, με τα πιο πάνω ερωτήματα, μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, δικαιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία της, συνολικά αντικριζόμενη, παρουσιάζει κενά, ουσιώδεις αντιφάσεις, ασυνέπεια και γενικά αδυναμία, σε τέτοιο βαθμό που δημιουργείται τουλάχιστον υποβόσκουσα αμφιβολία, αν τα αμφισβητούμενα γεγονότα έλαβαν χώρα ως τα εισηγείται η Κατηγορούσα Αρχή, η οποία, εν πάση περιπτώσει, παρουσίασε, περιστατική και όχι άμεση μαρτυρία. Κρίνω ότι η, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρό για την εξαγωγή ασφαλών σχετικών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων. Ως δε προκύπτει από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτό που στη ουσία του αποδίδεται, είναι η πλαστογράφηση των επίδικων επιταγών και κατ' ακολουθία, η κυκλοφορία τους, είτε για σκοπούς ανάληψης χρημάτων, τοις μετρητοίς, είτε για καταβολή χρημάτων σε τρίτους. Τόσο από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, όσο και από τον τρόπο που παρουσίασε την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή, η γνώση περί της πλαστότητας των επιταγών, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, βασίζεται στην θέση της ότι αυτός είναι ο πλαστογράφος, και όχι στο ότι, εν γνώσει του, πλαστογραφήθηκαν από τρίτο και τούτος τις κυκλοφόρησε. Με βάση τα όσα αναφέρω ανωτέρω σε σχέση με την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, προκύπτει αβίαστα ότι, η τελευταία, δεν κατάφερε να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο πλαστογράφος των επίδικων επιταγών είναι ο κατηγορούμενος ή ότι, εν πάση περιπτώσει, καθ' όν χρόνο τις κυκλοφορούσε και/ή τις παρουσίαζε ως μέσο συναλλαγής, γνώριζε περί της πλαστότητας τους. Σημειώνεται ακόμα ότι, για σεβαστό αριθμό εκ των επιδίκων επιταγών, δεν διευκρινίστηκε κατά πόσο το πρόσωπο που τις κυκλοφόρησε ήταν ο κατηγορούμενος. Υπενθυμίζω ότι οι ΜΚ11 και ΜΚ13, δεν ήταν σε θέση να υποδείξουν ποιες επιταγές τους παρέδωσε ο κατηγορούμενος, ενώ ως προκύπτει από το περιεχόμενο της δέσμης καταθέσεων (τεκμήριο 26), την ίδια αδυναμία επικαλούνται και άλλοι δικαιούχοι επίδικων επιταγών. Όπως δε αναφέρθηκε στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «Δεν επιτρέπονται εξαγωγές συμπερασμάτων όσο εύλογες και αν είναι χωρίς την αναγκαία και απαραίτητη προσαγωγή της μαρτυρίας εκείνης που στοιχειοθετεί την κατηγορία ή τα συστατικά στοιχεία αυτής, (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 365 και Woolmington v. D.P.P.
(1935)A.C. 462)». Στην Woolmington (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι «εάν στο τέλος και έχοντας υπόψη το σύνολο της υπόθεσης, υπάρχει λογική αμφιβολία, η οποία αναδύεται από τη μαρτυρία είτε της κατηγορούσας αρχής είτε του κατηγορούμενου», κατά πόσο ο τελευταίος διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, τότε ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο κατηγορούμενος, αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο