ALBA CORPORATE ENTERPISES LTD ν. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΣΚΟΡΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 18844/2013, 7/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18844/2013 ALBA CORPORATE ENTERPISES LTD ν. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΣΚΟΡΔΗ Κατηγορούμενος 7 Οκτωβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Παραπονουμένη: κος Λουκαϊδης Κατηγορούμενος χειρίζεται την υπόθεση προσωπικά. ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπόθεση αυτή συνίσταται σε δύο κατηγορίες εναντίον του Κατηγορουμένου, για κατ΄ ισχυρισμό «Ανυπακοή σε νόμιμη διαταγή» κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και για κατ΄ ισχυρισμό «Συνομωσία για τη διάπραξη του πλημμελήματος της ανυπακοής σε νόμιμη διαταγή» κατά παράβαση του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας ο Κατηγορούμενος συνομώτησε με άλλα τρία άτομα, και ενώ όλοι τους γνώριζαν τους όρους του απόλυτου δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 10/6/2013, ενήργησαν με τέτοιο τρόπο που συνιστούσε ανυπακοή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος, ενέργησε εκ μέρους ή σε συνεννόηση με δύο άλλα άτομα, κατά τρόπο που απαγορευόταν από το απόλυτο δικαστικό διάταγμα ημερομηνίας 10/6/
- Στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης από την Παραπονουμένη εταιρεία, μαρτυρία έδωσε η Κωνσταντίνα Θεολόγου, η οποία κατέθεσε Γραπτή Δήλωση, «Έγγραφο Α». Στο εν λόγω έγγραφο, ισχυρίζεται ότι ο Κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία από 10/6/2013 μέχρι και 19/8/2013, με τους Ian Darroch, Christina Letham και William Dirom και ενώ γνώριζαν τους όρους του απόλυτου δικαστικού διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 10/6/2013 (Τεκμήριο 1) συνομώτησαν να ενεργήσουν κατά τρόπο που συνιστούσε ανυπακοή στο εν λόγω διάταγμα. Το διάταγμα στρεφόταν εναντίον των Ian Darroch και Christina Letham Dirom, εναγομένων στην αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 2808/
- Αφού παραθέτει το λεκτικό του διατάγματος, συνεχίζει αναφέροντας ότι ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με τους πιο πάνω αναφερόμενους να αποξενώσει περιουσία της Παραπονουμένης εταιρείας, καταγράφοντας τις πράξεις τις οποίες κατ΄ ισχυρισμό συμφώνησαν να κάνουν. Συνεχίζει, καταγράφοντας ένα γενικό ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος από 10/6/2013 μέχρι και 19/8/2013 ενήργησε σε συνεννόηση με τους Ian Darroch, Christina Letham Dirom και William Dirom κατά τρόπο που απαγορευόταν από το απόλυτο διάταγμα ημερομηνίας 10/6/
- Μετά την ανάγνωση του Εγγράφου Α και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, η μάρτυρας κατέθεσε ως περαιτέρω τεκμήρια αλληλογραφία, μεταξύ του δικηγόρου της και του Γενικού Εισαγγελέα αναφορικά με το αίτημα του Κατηγορουμένου για αναστολή ποινικής δίωξης και αλληλογραφία μεταξύ του Κατηγορουμένου και του δικηγόρου της. Οι ισχυρισμοί της και οι πράξεις παρακοής του διατάγματος που αποδίδει στον Κατηγορούμενο, αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό αποξένωση της περιουσίας της Παραπονουμένης, λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος σε τρεις περιπτώσεις πήρε άνθρωπο και άλλαξε τις κλειδαριές του υποστατικού στην οδό Χυτρών 21Δ κατά παράβαση του διατάγματος ημερομηνίας 10/6/2013, το οποίο απαγορεύει την αποξένωση της περιουσίας της Παραπονουμένης, η οποία ευρίσκεται στο εν λόγω υποστατικό. Η ίδια ήταν παρούσα στις δύο περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Κατηγορούμενος άλλαξε τις κλειδαριές. Κατά την αντεξέτασή της, από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεσή του, συμφώνησε ότι τη διαδικασία την καταχώρησε κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου της απευθείας εναντίον του ιδίου, λόγω του ότι θα ήταν δύσκολο να εντοπίσει τους εναγομένους, εναντίον των οποίων στρεφόταν το διάταγμα, προκειμένου να καταχωρήσει αίτηση παρακοής. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της κατά την κυρίως εξέτασή της ότι ο Κατηγορούμενος άλλαξε τρεις φορές κλειδαριά στο υποστατικό κατά την αντεξέτασή της διευκρίνησε τελικώς, ότι το άτομο το οποίο όταν ήταν παρούσα είδε να αλλάζει την κλειδαριά στο υποστατικό στη Χυτρών ήταν ο William Dirom, αδερφός της εναγομένης Christina Letham Dirom. Περαιτέρω συμφώνησε ότι τη μέρα που ο Κατηγορούμενος πήγε στο υποστατικό ήταν υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρος των Εναγομένων και μάλιστα τη συγκεκριμένη μέρα παρούσα ήταν και η δικηγόρος της μάρτυρος, καταλήγοντας μάλιστα σε προσωρινή διευθέτηση ως το Τεκμήριο
- Επίσης συμφώνησε ότι στις 12/7/2013, είχε πρόσβαση στο υποστατικό και πήρε κάποια πράγματα. Περαιτέρω, με αναφορά σε έγγραφα από τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη (Τεκμήριο 10), της υποδείχθηκε ότι παρά τα όσα αναφέρει στη Γραπτή της Δήλωση δεν είναι ούτε διευθύντρια, ούτε μοναδική μέτοχος της Παραπονουμένης εταιρείας, αλλά διευθύντρια είναι άλλη εταιρεία η JACD DIRECTOR LTD. Η μάρτυρας διευκρίνησε ότι είναι η μοναδική μέτοχος και διευθύντρια της JACD DIRECTOR LTD. Η καταληκτική της θέση, είναι ότι ο Κατηγορούμενος ως δικηγόρος των πιο πάνω εναγομένων συνομώτησε προς ανυπακοή του διατάγματος. Τέλος ως παραδεκτό γεγονός κατά την αντεξέτασή της, δηλώθηκε ότι στις 4/7/2013 καταχωρήθηκε από τους Εναγομένους στην αγωγή 2808/13 αίτηση παραμερισμού του επίδικου διατάγματος, η οποία αίτηση στις 15/10/2013 απορρίφθηκε και εναντίον της εκκρεμεί έφεση. Αυτή ήταν η μαρτυρία της Παραπονουμένης προς απόδειξη της υπόθεσής της εναντίον του Κατηγορουμένου. Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί ποινικής δικονομίας νόμου, Κεφ. 155, το δικαστήριο, αφού η κατηγορούσα αρχή παρουσιάσει την υπόθεσή της, εάν κρίνει ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, καλεί τον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπισή του. Σύμφωνα με τη δικαστική πρακτική του 1962, ο κατηγορούμενος μπορεί να απαλλαγεί των κατηγοριών που τον βαραίνουν εκ πρώτης όψεως, μόνο σε δυο περιπτώσεις: (α) όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. (Azinas and another v. The police
(1981)2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133) Επομένως, το δικαστήριο, καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία, μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του σε υπεράσπιση. Το κριτήριο είναι καθαρά και αυστηρά αντικειμενικό, διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Έχω υπόψη μου, επομένως, το καθήκον του δικαστηρίου να αξιολογεί καθόλα αντικειμενικά τη μαρτυρία στο στάδιο αυτό, χωρίς να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε υποκειμενικά ευρήματα. Ως αναφέρεται πιο πάνω, στον Κατηγορούμενο, αποδίδεται η κατηγορία της συνομωσίας (1η κατηγορία) και η κατηγορία παρακοής διατάγματος κατά παράβαση του άρθρου 137 του Κεφ.154 (2η κατηγορία). Για πρακτικούς κυρίως σκοπούς θα ξεκινήσω από το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Σύμφωνα με την έκθεση αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, στον Κατηγορούμενο αποδίδεται το αδίκημα του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, σύμφωνα με το οποίο: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή.» Το διάταγμα ημερομηνίας 10/6/2013 αναφέρει: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΑΤΑΤΤΕΙ όπως τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν στις 20.5.13 και 3.6.13 καταστούν, και δη δια του παρόντος καθίστανται απόλυτα». Σημειώνω ότι το πιο πάνω διάταγμα εκδόθηκε στην απουσία των εναγομένων. Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας και σύμφωνα με το πώς η νομολογία έχει καθορίσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, θα πρέπει πέραν της ίδιας της πράξης ανυπακοής, να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή προς το διάταγμα του δικαστηρίου δηλαδή, θα πρέπει να αποδειχτεί και η πρόθεση παρακοής (ΕΛΕΝΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΞΙΟΥΡΟΥ, Έφεση Αρ. 3/2012, 9/5/2014 Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309 και Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287). Βεβαίως, εκ του περισσού σημειώνω, ότι τα πιο πάνω έπονται της απόδειξης του αυτονόητου, δηλαδή του γεγονότος ότι υπάρχει, τουλάχιστον, γνώση του διατάγματος (Police v. Kyriakides
(1988)2 CLR 172). Το διάταγμα το οποίο ο Κατηγορούμενος κατ΄ ισχυρισμό έχει παραβεί, είναι διάταγμα το οποίο έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)και το οποίο απευθύνεται σε άλλα άτομα (τους εναγομένους στη σχετική αγωγή). Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ανυπακοή διατάγματος από το πρόσωπο προς το οποίο τούτο απευθύνεται, συνιστά αστική καταφρόνηση, ενώ πράξεις τρίτων, υπονομευτικές του κύρους της δικαιοσύνης, συνιστούν ποινική καταφρόνηση του δικαστηρίου (Θεοφάνους Ελισάβετ ν. CCC Laundries (Paphos) Ltd και Άλλων,
(2009)2 Α.Α.Δ. 634) Απομονώνω λοιπόν και καταγράφω τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας: Γνώση του Διατάγματος και των όρων αυτού Παρακοή των όρων του, η οποία να είναι Ηθελημένη παρακοή. Κάνοντας υπαγωγή των πιο πάνω αρχών στην υπό εξέταση περίπτωση και επαναλαμβάνοντας ότι έχω πάντοτε κατά νου, το ότι ευρισκόμαστε στο εκ πρώτης όψεως στάδιο και επομένως οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις θα συνίστανται σε αντικειμενικά και μόνο κριτήρια, σύμφωνα με το τι επιτρέπεται να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο, σημειώνω τα ακόλουθα: Α. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της γνώσης Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία και εξετάζοντας αυτήν εντελώς αντικειμενικά, διαπιστώνεται ότι το διάταγμα 10/6/2013, ουδέποτε επιδόθηκε ή έστω δεν υπάρχει μαρτυρία σύμφωνα με την οποία το εν λόγω διάταγμα, το οποίο είναι αυτό για το οποίο υπάρχει παράπονο ότι έχει παραβιαστεί, ότι επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο, ή έστω στους Εναγομένους και οι Εναγομένοι να τον ενημέρωσαν σχετικά με αυτό, έτσι ώστε να προκύπτει η γνώση την οποία η πλευρά της Παραπονούμενης ισχυρίζεται ότι υπάρχει. Υπάρχει ένα συνονθύλευμα μαρτυρίας αναφορικά με διατάγματα διαφορετικών ημερομηνιών, τα οποία τελικώς έγιναν απόλυτα στις 10/6/2013. Σημειωτέο ότι σύμφωνα με το ίδιο το διάταγμα ημερομηνίας 10/6/2013, τα διατάγματα έγιναν απόλυτα στην απουσία των εναγομένων. Δεν υπάρχει ενώπιον μου καμία μαρτυρία που να δεικνύει σε πρώτο στάδιο γνώση των ίδιων των εναγομένων για την έκδοση απόλυτου διατάγματος στις 10/6/2013 εναντίον τους, καθότι αυτό έγινε απόλυτο στην απουσία τους και δεν υπάρχει ενώπιον μου επίδοση. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία, είναι αδύνατο να συνδέσω τον Κατηγορούμενο με γνώση του διατάγματος από εκείνη την ημέρα, ως του αποδίδεται από το κατηγορητήριο, ούτε και έχει δοθεί κάποια μαρτυρία με την οποία να τεκμηριώνεται ή έστω να μπορεί να προκύπτει, η γνώση του Κατηγορουμένου αναφορικά με το εν λόγω διάταγμα από τις 10/6/2013. Κατ΄ αναλογία των όσων έχουν αναφερθεί στην Police v. Kyriakides
(1988)2 CLR 172 και στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1085, ότι η επίδοση των διαταγμάτων στα άτομα τα οποία απευθύνεται το διάταγμα είναι απαραίτητη, δεν μπορώ από πουθενά να στοιχειοθετήσω γνώση των εναγομένων για το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στην απουσία τους και δεν έχω κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι τους επιδόθηκε. Θα ήταν παρακινδυνευμένο στο στάδιο αυτό να καλέσω τον Κατηγορούμενο σε απολογία, προχωρώντας σε πολλαπλές εικασίες ότι δηλαδή, επιδόθηκε στους εναγομένους το διάταγμα, ότι ενημέρωσαν για αυτό τον Κατηγορούμενο και ότι ο Κατηγορούμενος είχε ακριβή και πλήρη γνώση του διατάγματος και των όρων αυτού. Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική με αυξημένο το βάρος απόδειξης, στην οποία ούτε εικασίες ούτε πιθανολογήσεις επιτρέπονται (βλ. σχετικά Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ακόμα και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βρέθηκε στο υποστατικό, από μόνη την παρουσία του εκεί δεν μπορώ να προχωρήσω σε εξαγωγή συμπεράσματος ότι την ημέρα που ήταν στο υποστατικό στοιχειοθετείται πλήρης γνώση του αναφορικά με τις πρόνοιες του διατάγματος. Το να τον καλέσω σε απολογία για να καταλήξω αργότερα στο αυτονόητο συμπέρασμα ότι η παρουσία του στο υποστατικό δεν συνάγεται και γνώση του διατάγματος θα ισοδυναμούσε σε κλήση του σε απολογία προκειμένου να καλύψει τα κενά της πλευράς των Παραπονουμένων. Είναι γνωστή η βασική νομολογιακή αρχή ότι δεν θα κληθεί ένας κατηγορούμενος σε απολογία, για να καλύψει κενά ή ατέλειες της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και ιδιαίτερα όταν η προσκομισθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορούμενου. Ουδέν από τα ενώπιον μου στοιχεία είναι ικανοποιητικό προκειμένου να ικανοποιηθώ ότι πληρείται το συστατικό στοιχείο της γνώσης του διατάγματος. Παρεμβάλλω ότι ακόμα και για το παραδεκτό γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί αίτηση παραμερισμού του επίδικου διατάγματος, η εν λόγω αίτηση δεν υπάρχει ενώπιον μου και ούτε γνωρίζω εάν ο δικηγόρος ο οποίος καταχώρησε την εν λόγω αίτηση είναι ο Κατηγορούμενος έτσι ώστε να προχωρήσω, έστω σε εύρημα πιθανότητας γνώσης του ικανοποιητικό για τον καλέσω σε απολογία. Β. Αναφορικά με το ζήτημα εάν έχει τελεστή παρακοή του διατάγματος Η μάρτυρας εκείνο που καταλογίζει στον Κατηγορούμενο ως πράξη παρακοής του διατάγματος, είναι αποξένωση περιουσίας της εταιρείας, εξαιτίας της αλλαγής της κλειδαριάς. Επισημαίνω ότι το διάταγμα ημερομηνίας 20/5/2013, το οποίο έγινε απόλυτο στις 10/6/2013, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε περιουσία εντός του υποστατικού αλλά μόνο σε περιουσία η οποία να είναι ιδιοκτησία της Παραπονουμένης εταιρείας. Η μάρτυρας, δεν έκανε αναφορά σε συγκεκριμένη περιουσία που κατ΄ ισχυρισμό αποξενώθηκε. Το ουσιώδες βέβαια σε σχέση με το ζήτημα αυτό είναι ότι από τις λεπτομέρειες αδικήματος αλλά και τη μαρτυρία ενώπιον μου, επαναλαμβάνω, αντικειμενικά θεωρούμενη, η παρακοή που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο, είναι αποξένωση, η οποία έλαβε χώρα με την κατ΄ ισχυρισμό αλλαγή κλειδαριάς από τον ίδιο. Ενννοιολογικά, αποξένωση συνίσταται σε «απομάκρυνση από κάτι οικείο» και το ίδιο το ρήμα αποξενώνω, σημαίνει «απομακρύνω, καθιστώ (κάποιον) ξένο προς κάτι άλλοτε οικείο» βλ. σχετικά Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Β΄ έκδοση. Η μάρτυρας δεν ισχυρίστηκε ότι απομακρύνθηκε η περιουσία της εταιρείας ή ότι δεν γνώριζε που ήταν, αλλά η κατ΄ ισχυρισμόν παρακοή συνίσταται σε αλλαγή κλειδαριάς και σύμφωνα με τα όσα η ίδια ανέφερε κάθε φορά που η άλλη πλευρά άλλαζε κλειδαριές άλλαζε και η ίδια, πλην της τελευταίας φοράς που ήταν παρόντες οι δικηγόροι και των δυο πλευρών και έλαβε ο καθένας από ένα κλειδί. Επομένως δεν υπήρξε αποξένωση εν τη εννοία του όρου. Επίσης αποξένωση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το χρονικό διάστημα που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο, καθότι ως η ίδια η μάρτυρας είπε κατά την αντεξέτασή της, στις 12/7/2013 μπήκε στο υποστατικό και πήρε αντικείμενα της Παραπονουμένης. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ακόμα και εάν μπορούσε η αλλαγή κλειδαριάς να θεωρηθεί ότι υπάγεται στην ερμηνεία του όρου αποξένωση, σύμφωνα με τη μαρτυρία της πλευράς της Παραπονουμένης, τις κλειδαριές δεν τις άλλαξε ο Κατηγορούμενος. Επαναλαμβάνω πως, η αποδιδόμενη στον Κατηγορούμενο αποξένωση συνίσταται σε αλλαγή κλειδαριών τρεις φορές. Από τις τρεις φορές ως είπε η μάρτυρας παρούσα ήταν τις δύο φορές και τη φορά που ήταν απούσα δεν υπάρχει μαρτυρία, ή ισχυρισμός ότι την κλειδαριά την άλλαξε ο Κατηγορούμενος. Στις περιπτώσεις που ήταν παρούσα και ως διόρθωσε τη θέση της κατά την αντεξέτασή της, τη μια φορά ο Κατηγορούμενος δεν ήταν παρών αλλά την αλλαγή την έκανε ο William Dirom και όχι ο Κατηγορούμενος. Την τρίτη φορά η αλλαγή κλειδαριάς έγινε στην παρουσία της και στην παρουσία της δικηγόρου της, με τη γνώση και έγκρισή της και κλειδί πήρε η δικηγόρος της (Τεκμήριο 13). Επομένως η αλλαγή κλειδαριάς από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, η οποία να συνιστά αποξένωση δεν υπήρξε. Η μονή σύνδεση του Κατηγορούμενου στο χώρο σε συνδυασμό με το ζήτημα της αλλαγής κλειδαριάς, αφορά σε ημερομηνία κατά την οποία ήταν παρούσα η ίδια και η δικηγόρος της Παραπονουμένης εταιρείας, κατά την οποία η δικηγόρος της πήρε κλειδί του υποστατικού. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου, ότι γίνεται αναφορά και σε κατ΄ ισχυρισμό αποξένωση αυτοκινήτου, με αριθμό εγγραφής KLC426. Για το εν λόγω όχημα η μάρτυρας κατά την αντεξέτασή της, παραδέχτηκε ότι εκκρεμεί καταγγελία στην αστυνομία για κλοπή του, η οποία έγινε πριν από το επίδικο χρονικό διάστημα και ότι το εν λόγω όχημα θεάθηκε να το οδηγεί ο Dirom στην Πάφο. Από τα όσα η ίδια η μάρτυρας κατέθεσε δεν προκύπτει αποξένωση του εν λόγω οχήματος από τον Κατηγορούμενο ή εξαιτίας πράξεων του Κατηγορουμένου. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι ούτε το συστατικό στοιχείο της παρακοής, έχει αποδειχτεί. Γ. Αναφορικά με το ζήτημα ακόμα και εάν έχει τελεστεί παρακοή του διατάγματος εάν αυτή ήταν ηθελημένη Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, σημειώνω ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμός και μαρτυρία από τη μάρτυρα, η οποία αξιολογούμενη σε μεταγενέστερο στάδιο να μπορέσει να τεκμηριώσει πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος από τον Κατηγορούμενο Επαναλαμβάνω ότι από την ίδια τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως αυτή παρατίθεται πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα ότι προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτό και να προκύψει καταδίκη, θα πρέπει να αποδειχτεί πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος. Θεωρώ ότι ούτε αυτό το συστατικό στοιχείο έχει αποδειχτεί. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η δεύτερη κατηγορία είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω σε σχέση με την τύχη της δεύτερης κατηγορίας, αναπόφευκτα η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, συμπαρασύρει και την πρώτη κατηγορία σε απόρριψη. Σημειώνω όμως περαιτέρω, ότι η μαρτυρία που έδωσε η πλευρά των Παραπονουμένων, εστίασε στο θέμα της απείθειας στο διάταγμα ημερομηνίας 10/6/2013 και δεν έχει δοθεί καμία μαρτυρία η οποία να μπορέσει είτε σε αυτό το στάδιο, είτε περαιτέρω με την αξιολόγησή της να μπορέσει να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της συνομωσίας, το οποίο σύμφωνα με το πώς έχει καθοριστεί από τη νομολογία, έγκειται: «Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του Andrew Ashworth: "Principles of Criminal Law" 3η έκδ. στις σελ. 471-476, η ουσία της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, ταξινομείται δε ως ένα από τα τρία θεωρούμενα ανεκδήλωτα αδικήματα στο κοινοδίκαιο («inchoate offences»), εφόσον οι συνωμότες τιμωρούνται για ενέργειες πριν τη διάπραξη του καθ' αυτού ουσιαστικού αδικήματος. Όπως εξηγείται, η αιτιολογία για την ύπαρξη αδικήματος συνωμοσίας εδράζεται στην ανάγκη πρόληψης, ενώ οι συνωμότες θεωρούνται ως έχοντες εξίσου ένοχη διάνοια με αυτούς που διαπράττουν το ουσιαστικό αδίκημα, εφόσον συλλαμβάνουν αφενός την ιδέα διάπραξης αδικήματος, αλλά και προχωρούν σε συμφωνία η οποία περιλαμβάνει και τον τρόπο της ουσιαστικής εκδήλωσης ή διάπραξης του καθ' αυτού αδικήματος.» (Χρυσάνθου Γρηγόρης Α. ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 221) Σε συνέχεια του πιο πάνω αποσπάσματος, σημειώνω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Κατηγορούμενος θα καταδικάζετο εάν και εφόσον αποδεικνυόταν η παρακοή του διατάγματος, η οποία είναι αδίκημα που του αποδίδεται ούτως ή άλλως με το κατηγορητήριο και τη μαρτυρία. Η τιμωρία του για προπαρασκευαστική πράξη έπεται του αποτελέσματος της δεύτερης Κατηγορίας, η οποία για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω δεν στοιχειοθετείται. Περαιτέρω σε σχέση με τη συμπερίληψη κατηγορίας συνομωσίας σε ένα κατηγορητήριο που η ουσία του, αλλά και η ίδια η μαρτυρία που προσφέρθηκε το περιόρισε στην απείθεια διατάγματος παραθέτω το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση στην υπόθεση Χρυσάνθου Γρηγόρης , το οποίο ομιλεί αφ΄ εαυτού για το επιθυμητό συμπερίληψης κατηγορίας συνομωσίας: Αποτελεί γεγονός ότι η συνύπαρξη της κατηγορίας της συνωμοσίας μαζί με το ουσιαστικό αδίκημα δεν είναι επιθυμητή διότι πιθανόν να προκαλέσει επιπλοκές. Στο σύγγραμμα του Archbold: "Criminal Pleading Evidence & Practice" 2007, αναφέρεται στις σελ. 2906-2907, στις παρ. 34-54 μέχρι 34-56, ότι δεν μπορούν να τεθούν ανελαστικοί κανόνες σε σχέση με το επιθυμητό ή την ορθότητα συμπερίληψης σε κατηγορητήριο κατηγορίας συνωμοσίας. Κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται στη βάση των δικών της δεδομένων (R. v. Jones (J.) 59 Cr. App. R. 120). Η γενική αρχή του ανεπιθύμητου της συμπερίληψης στη βάση των αποφάσεων Verrier v. DPP [1967] 2 A.C. 195, R. v. Griffiths [1966] 1 Q.B. 589 και R. v. Greenfield 57 Cr. App. R. 849, υπόκειται στις εξής εξαιρέσεις: (
- i)Η συμπερίληψη είναι επιθυμητή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης σε περίπλοκες υποθέσεις, όπου είναι αναγκαία η παρουσίαση ολοκληρωμένης εικόνας, που δεν μπορεί να επιτευχθεί με μόνη την ένθεση σχετικών ουσιαστικών κατηγοριών (R. v. Hammersley 42 Cr. App. R. 207). (
- ii)Υποθέσεις όπου η συνωμοσία μπορεί να εξαχθεί γενικώς από τα περιφερειακά γεγονότα, ενώ οι συγκεκριμένες ενέργειες που συνιστούν, για παράδειγμα, το καθαυτό αδίκημα της κλοπής υποστηρίζονται από νεφελώδη, κατά τα άλλα, μαρτυρία. Όπου λοιπόν υπάρχει καθαρή μαρτυρία για συνωμοσία, αλλά ελάχιστη μαρτυρία όσον αφορά τη διάπραξη από τους συνωμότες των ουσιαστικών αδικημάτων, η συμπερίληψη της κατηγορίας της συνωμοσίας είναι και δικαιολογημένη και αναγκαία. (R. v. Cooper and Compton 32 Cr. App. R. 102). (iii) Όπου η συμφωνία για τη διάπραξη του αδικήματος είναι από μόνη της πλέον ειδεχθής, παρά το ίδιο το αδίκημα. Ως παράδειγμα αναφέρεται η συνωμοσία προς βεβήλωση κοιμητηρίου που επιφέρει μεγαλύτερη ποινή από την ποινή που επιφέρει το ουσιαστικό αδίκημα της καταστροφής περιουσίας εντός του χώρου του κοιμητηρίου. Στο θεμελιώδες αυτό στάδιο το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κρίνοντας αντικειμενικά την ενώπιον του μαρτυρία, προκειμένου εάν η κατηγορία δεν στοιχειοθετείται να μην επιτρέψει περαιτέρω συνέχιση της διαδικασίας προστατεύοντας έτσι τον Κατηγορούμενο από άσκοπη συνέχιση της δίκης (δλ. σχετικά απόφαση του κυρίου Ναθαναήλ στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου και άλλων,
(2012), 2 Α.Α.Δ. 851, η οποία είναι μεν απόφαση μειοψηφίας, πλην όμως οι αρχές που επικαλέστηκε το Δικαστήριο είναι εκείνες που χρησιμοποιούνται). Από όσα έχω ενώπιον μου, αντικειμενικά θεωρούμενα, κρίνω ότι η πλευρά της Παραπονουμένης απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και δεν κρίνω σκόπιμο να καλέσω τον Κατηγορούμενο σε απολογία σε υπόθεση, στην οποία εκλείπουν συστατικά στοιχεία της κατηγορίας, αλλά και η ποιότητα της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί, όπως αυτή καταγράφεται πιο πάνω, δεν είναι τέτοια που να μπορεί να ξεπεράσει το στάδιο αυτό. Η υπόθεση απορρίπτεται και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Έχοντας καταλήξει, ως προς το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επισημαίνω ότι η επιλογή της Παραπονουμένης όπως έχει εκφραστεί από την ίδια, να ξεκινήσει τη διαδικασία αυτή εναντίον του Κατηγορουμένου για το μόνο λόγο ότι δεν μπορεί να βρει τους εναγομένους ή επειδή θα ήταν δύσκολο να τους βρει, σίγουρα δεν επικροτείται, πόσο μάλλον όταν η ίδια προχωρεί και δηλώνει ότι απώτερος σκοπός της είναι μέσω της διαδικασίας αυτής να εισπράξει χρηματική αποζημίωση. Οι ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως μέσο πίεσης για διευθέτηση αστικών διαφορών. Το πνεύμα της Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 CLR 363, όπως αυτό έχει αποκρυσταλλωθεί μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ξεκάθαρο, και τα Δικαστήρια λειτουργούν με βάση τις σχετικές επιταγές, χωρίς να γίνονται αρωγός όταν αστικής φύσεως υποθέσεις περιβάλλονται το μανδύα ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων προκειμένου να επιτευχθεί αποτέλεσμα άλλο από αυτό που είναι τελικά το ζητούμενο σε ποινικές υποθέσεις, η τιμωρία δηλαδή του παραβάτη και όχι η οικονομική ικανοποίηση του Παραπονούμενου (για την οποία υπάρχουν άλλες διαδικασίες και άλλα ένδικα μέσα). Έξοδα υπέρ του Κατηγορουμένου και εναντίον της Παραπονουμένης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με το σχετικό διαδικαστικό κανονισμό και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο