← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Τάσος Αναστασίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23581/12, 4/10/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Τάσος Αναστασίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23581/12, 4/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23581/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν - Τάσος Αναστασίου Ivanna Suhorukova Κατηγορούμενοι ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 04 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Αλ. Σιαπανή Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Ε. Χειμώνας Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες ---------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 (στο εξής «οι Κατηγορούμενοι»), αντιμετωπίζουν από κοινού 23 συνολικά κατηγορίες. Πρόκειται στην ουσία, για μία κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 1), μία κατηγορία διατήρησης χώρου εντός του οποίου ασκείται σεξουαλική εκμετάλλευση προσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 14, 16, 17 και 24 του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87(I)/2007 (βλ. κατηγορία 2), έξι κατηγορίες εμπορίας ενηλίκων προσώπων κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 16, 17, 22 και 23 του μόλις πιο πάνω αναφερόμενου νόμου (βλ. κατηγορίες 3, 6, 9, 12, 15 και 18), έξι κατηγορίες σεξουαλική εκμετάλλευσης ενήλικων κατά παράβαση των άρθρων 2, 9, 16, 17, 22 και 23 του ιδίου νόμου (βλ. κατηγορίες 4, 7, 10, 13, 16 και 19), και έξι κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(i)/2007 (βλ. κατηγορίες 5, 8, 11, 14, 17 και 20). Τέλος, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και μια κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, μία κατηγορία μαστροπείας και μία κατηγορία εκμετάλλευσης πόρνης, όλες κατά παράβαση συγκεκριμένων άρθρων του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. κατηγορίες 21, 22 και

  1. Αρχικά, ο κατηγορούμενος 1, αντιμετώπιζε και τις λοιπές κατηγορίες του κατηγορητηρίου (κατηγορίες 24 - 33), οι οποίες όμως διεκόπησαν κατόπιν εντολής του Γενικού Εισαγγελέα, με αποτέλεσμα, να απαλλαγεί από αυτές. Για σκοπούς πληρότητας, και τούτο σε σχέση με το κατηγορητήριο, σημειώνεται ότι, αρχικά, κατηγορίες αντιμετώπιζε και ο πρώην κατηγορούμενος 3, οι οποίες όμως διεκόπησαν και κατά συνέπεια, ο ρηθέντας πρώην κατηγορούμενος απαλλάγηκε από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Οι κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν ενοχή στις εναντίον τους κατηγορίες, οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκαν και έδωσαν δια ζώσης μαρτυρία τρείς Μάρτυρες Κατηγορίας. Πρόκειται για τον Αστ. 4599 Κυριάκο Θεοδωρίδη (ΜΚ1), τον Αστ. 3223 Βαρνάβα Λοΐζου (ΜΚ2), και την Maria Lacramioava Martici (ΜΚ3, στο εξής «η παραπονούμενη»). Οι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία, επέλεξαν και κατέθεσαν ενόρκως. Επιπροσθέτως, από κοινού, κάλεσαν και 6 Μάρτυρες Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, κάλεσαν τον Γεώργιο Μελή (ΜΥ1), τον Γεώργιο Χαραλάμπους (ΜΥ2), την Michaela Lungu (ΜΥ3), τον Κυριάκο Αντρέου (ΜΥ4), τον Χριστόδουλο Χριστοδουλίδη (ΜΥ5), και τον Ερμή Αντρέου (ΜΥ6). Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. Εκτενέστερη αναφορά στην αμφισβητούμενη μαρτυρία, θα γίνει όπου αυτό κριθεί αναγκαίο στο στάδιο της αξιολόγησής της. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, είτε πηγάζουν από την αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία, είτε από τα ενώπιον μου παραδεκτά γεγονότα, είτε τέλος, αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Κατά τον Δεκέμβριο του 2008, η παραπονούμενη, η οποία κατάγεται από την Ρουμανία, επισκέφτηκε τη χώρα μας και έκτοτε (μέχρι και το χρόνο που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου), διέμενε στην Κύπρο. Κατά την παραμονή της εδώ, εργάστηκε σε διάφορα μέρη, μεταξύ των οποίων και σε διάφορες μπυραρίες. Περί τον Δεκέμβριο του 2011 και ενώ εργαζόταν σε μια μπυραρία με την ονομασία Μύθος, η οποία λειτουργούσε στο κέντρο της Λευκωσίας, προσεγγίστηκε από τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος ήταν και είναι ο ιδιοκτήτης της μπυραρίας με την ονομασία Nightlife (στο εξής «η Nightlife» ή «η μπυραρία»), για να εργαστεί κοντά του. Λόγω της λιγοστής πελατείας της μπυραρίας Μύθος, και με τη σύμφωνη γνώμη του τότε εργοδότη της (πρόκειται για τον ΜΥ6), εγκατέλειψε την τότε εργασία της και άρχισε να εργάζεται στην Nightlife, με εργοδότη της πλέον τον κατηγορούμενο
  2. Η εργοδότηση της στην Nightlife, διήρκησε μέχρι και τα μέσα Ιουνίου 2012, όταν και τραυματίστηκε στα πλαίσια οδικού δυστυχήματος, τραγικό αποτέλεσμα του οποίου, ήταν και ο θάνατος ενός εκ των επιβαινόντων των εμπλεκόμενων οχημάτων. Συνεπεία του τραυματισμού της, έτυχε θεραπείας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και όταν απελύθη δεν επέστρεψε στην εργασία της. Το δυστύχημα επεσυνέβη στις 10/06/
  3. Στις 14/06/12 και δη μετά τη θεραπεία που έτυχε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, η παραπονούμενη, στα πλαίσια κατάθεσης που της λήφθηκε στο Αρχηγείο Αστυνομίας και συγκεκριμένα στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων, κατήγγειλε τους κατηγορούμενους και ειδικότερα τον κατηγορούμενο 1 ως αυτουργό και την κατηγορούμενη 2 ως συναυτουργό του, ότι δια απειλών και εκφοβισμού, την εξωθούσαν σε πορνεία και την εκμεταλλεύονταν με τρόπο που αποκαίρδεναν χρήματα από την εκπόρνευσή της. Ως προς τους λόγους που οδήγησαν την παραπονούμενη να προβεί στην εν λόγω καταγγελία, αλλά και αναφορικά με το κατά πόσο τα καταγγελλόμενα από αυτήν αφορούν σε πραγματικά γεγονότα και/ή ψεύδη, οι δύο πλευρές διαφωνούν. Μετά τη λήψη της κατάθεσης της, για περίοδο περίπου ενός μηνός, η παραπονούμενη διέμενε σε συγκεκριμένο χώρο που της υπεδείχθη από την αστυνομία. Ακολούθως, εγκατέλειψε το συγκεκριμένο χώρο διαμονής της, και διαμένει, έκτοτε, σε άλλους χώρους δικής της επιλογής. Κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2011 και Ιουνίου 2012 (στο εξής «ο ουσιώδης χρόνος»), στην Nightlife, εργοδοτούντο και/ή εργοδοτήθηκαν αριθμός αλλοδαπών γυναικών, στην πλειονότητα τους ρουμανικής καταγωγής. Στην Nightlife, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν και η κατηγορούμενη 2, η οποία ήταν και είναι, συμβία του κατηγορουμένου
  4. Ως προς το κατά πόσο η κατηγορούμενη 2 εργοδοτείτο συστηματικά ή περιστασιακά στη Nightlife, παραμένει επίδικο, μιας και οι δύο πλευρές υποστήριξαν εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις. Διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, παρατηρείται και σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της Nightlife και ειδικότερα ως προς το κατά πόσο, οι αλλοδαπές γυναίκες, περιλαμβανομένης και της παραπονούμενης, που εργάζονταν εκεί, εκπορνεύοντο εν γνώσει και/ή κατόπιν εντολών του κατηγορουμένου 1 και/ή της κατηγορούμενης 2, οι οποίοι και οικειοποιούντο μέρος των χρημάτων που καταβάλλονταν από τους πελάτες της Nightlife για την εκπόρνευσή τους. Στα πλαίσια των ανακρίσεως που ακολούθησαν της καταγγελίας της παραπονούμενης, λήφθηκαν καταθέσεις από άλλες οχτώ αλλοδαπές γυναίκες που εργάζονταν, κατά το χρόνο των ανακρίσεων, στη Nightlife, οι οποίες αρνήθηκαν ότι εκπορνεύοντο και απάντησαν αρνητικά στο ερώτημα κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 απαίτησε από αυτές να συνουσιάζονται με πελάτες της μπυραρίας έναντι αμοιβής. Επίσης, οι εν λόγω αλλοδαπές εργοδοτούμενες στη Nightlife, στα πλαίσια των καταθέσεων που τους λήφθηκαν, βρέθηκαν αντιμέτωπες με διάφορα ερωτήματα που τους τέθησαν από την Αστυνομία σε σχέση με συγκεκριμένους σχετικούς ισχυρισμούς που προωθήθηκαν από την παραπονούμενη στην κατάθεση που της λήφθηκε στις 14/06/
  5. Η θέση τους, ήταν ότι, τα όσα σχετικά ισχυρίζεται η παραπονούμενη, δεν αποτελούν αληθή γεγονότα. Τέλος, στα πλαίσια των ανακρίσεων, λήφθηκε κατάθεση, τόσο από τον κατηγορούμενο 1 (τεκμήριο 1), όσο και από την κατηγορούμενη 2 (τεκμήρια 2Α και 2Β). Για τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα, αδιαμφισβήτητα, στην ουσία, γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Κρίνω ακόμα ορθό, προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιων μου μαρτυρίας, να συνοψίσω τις θέσεις των δυο πλευρών. Αναφέρομαι σε δυο πλευρές, καθότι, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, προώθησαν κοινή υπερασπιστική γραμμή. Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής Κατά την κατηγορούσα αρχή, περί τα μέσα Ιανουαρίου του 2012, ο κατηγορούμενος 1 απαίτησε από όλες τις εργοδοτούμενες της Nightlife, πλην της παραπονούμενης και της κατηγορούμενης 2, να έρχονται σε σεξουαλική επαφή με πελάτες της μπυραρίας έναντι αμοιβής. Οι εν λόγω κοπέλες, άρχισαν, έκτοτε, χωρίς τούτο να αποτελεί επιθυμία τους, να ενεργούν σύμφωνα με τις εντολές του κατηγορούμενου
  6. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 1, ζήτησε και από την παραπονούμενη να ενεργεί με τον ίδιο τρόπο. Αρχικά, με καλό τρόπο, αλλά ακολούθως, συνεπεία και της άρνησης της, με επίμονο και απειλητικό τρόπο. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 1, γνωρίζοντας τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα της παραπονούμενης, αλλά και των συγγενικών της προσώπων, τους οποίους βοηθούσε οικονομικά, απείλησε την παραπονούμενη ότι, αν δεν αποδεχθεί να συνουσιάζεται με τους πελάτες της μπυραρίας έναντι αμοιβής, θα της μείωνε τον ημερήσιο μισθό της από €50 σε €
  7. Το ύφος του κατηγορούμενου ήταν πάντα έντονο και θυμωμένο και γενικά ο τρόπος με τον οποίο απαίτησε από την παραπονούμενη να ενεργήσει ως ανωτέρω, ήταν τέτοιος που της προκάλεσε τρόμο και φοβία. Με δεδομένη την οικονομική δυσχέρεια της ιδίας, αλλά και της αδελφής της, η οποία ήταν μητέρα δύο ανηλίκων, τότε, τέκνων και υπό το φόβο ότι αν αρνείτο, ο κατηγορούμενος 1 θα «έκανε κακό» στην ίδια, αλλά και γενικά στην οικογένεια της, η παραπονούμενη ενέδωσε στις απειλές του κατηγορούμενου και άρχισε να έρχεται σε σεξουαλική επαφή με πελάτες της μπυραρίας, έναντι αμοιβής. Τούτο, έγινε περί τις πέντε με έξι φορές, μέχρι και τον Ιούνιο του
  8. Ο πελάτης, σύμφωνα πάντα με την Κατηγορούσα Αρχή, για να δικαιούται να συνουσιαστεί με κοπέλα που εργαζόταν στην Nightlife, περιλαμβανομένης και της παραπονούμενης, θα έπρεπε να καταβάλει προς τον κατηγορούμενο 1 και/ή την κατηγορούμενη 2, το χρηματικό ποσό των €100 (αν επρόκειτο περί ενός απλού πελάτη) ή των €60 (αν επρόκειτο περί φιλικού προσώπου του κατηγορούμενου 1). Υπό μορφή κάλυψης, το πιο πάνω ποσό καταβαλλόταν από τον πελάτη ως αντιπαροχή για αριθμό ποτών που κατανάλωνε η κοπέλα κατά τη διάρκεια που συνομιλούσε μαζί του εντός της Nightlife. Στην ουσία, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, ένας πελάτης που επιθυμούσε να συνουσιαστεί με μια κοπέλα που εργαζόταν στη Nightlife, και που για χάριν συζήτησης, ο εν λόγω πελάτης, δεν ήταν φιλικό πρόσωπο του κατηγορούμενου 1, θα έπρεπε να καθίσει με την κοπέλα της επιλογής του στην μπυραρία και στα πλαίσια της συνομιλίας τους, να την κεράσει πέντε συνολικά ποτά αξίας €20 έκαστο ή μία σαμπάνια αξίας €100 . Με αυτό τον τρόπο, κατέληγαν στον κατηγορούμενο 1 και/ή στην κατηγορούμενη 2, συμβία του και υπεύθυνη της Nightlife καθ' όν χρόνο απουσίαζε ο κατηγορούμενος 1, τα €
  9. Ακολούθως, ο πελάτης ζητούσε από την κοπέλα να τον συνοδεύσει με σκοπό την μεταξύ τους συνουσία και θα έπρεπε, επιπροσθέτως, να καταβάλει προς την κοπέλα και το χρηματικό ποσό των €
  10. Η μόνη διαφορά, στην περίπτωση που ο πελάτης ήταν φιλικό πρόσωπο του κατηγορούμενου 1, ήταν το υποχρεωτικό κέρασμα τριών τέτοιων ποτών προς την κοπέλα (συνολικής αξίας €60), αντί για πέντε. Με αυτή τη μέθοδο, η παραπονούμενη, αναγκάστηκε να έρθει σε σεξουαλική επαφή με πελάτες της Nightlife, πέντε με έξι φορές. Στις τρεις εκ των πιο πάνω περιπτώσεων, τούτο έγινε στην οικία του εκάστοτε πελάτη και στις άλλες δύο με τρεις φορές, σε ξενοδοχείο επιλογής του πελάτη. Όσες φορές ενήργησε ως ανωτέρω, η παραπονούμενη το έπραττε χωρίς τούτο να αποτελεί επιθυμία της και υπό το κράτος φόβου, τρόμου που της προκαλούσε ο κατηγορούμενος 1, αλλά και άμεσης οικονομικής ανάγκης, η οποία δεν θα ικανοποιείτο αν ο κατηγορούμενος 1 μείωνε τον ημερήσιο μισθό της, ως την απειλούσε ότι θα πράξει. Περί τις 10.6.2012, η παραπονούμενη ήταν επιβαίνοντας σε ένα όχημα, το οποίο ενεπλάκη σε θανατηφόρο δυστύχημα και από το οποίο τραυματίστηκε και η ίδια. Κατά τη νοσηλεία της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, αναλογίστηκε τα όσα βίωνε στη Nightlife και αποφάσισε να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Έτσι, στις 14.6.2012, της λήφθηκε η κατάθεση της (Έγγραφα ΓΙ και ΓΙΙ). Η θέση της Υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1 και 2 Κατά την υπεράσπιση, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που η παραπονούμενη εργοδοτείτο στη Nightlife, ουδέποτε ζητήθηκε από την ίδια ή από οποιαδήποτε άλλη κοπέλα που εργαζόταν εκεί, να ενεργήσουν ως η παραπονούμενη ισχυρίζεται. Αν και ο πελάτης είχε δικαίωμα να κεράσει ποτό σε κοπέλα ώστε η τελευταία να καθίσει μαζί του για κάποιο χρονικό διάστημα και να του κάνει παρέα, εντούτοις, μια τέτοια ενέργεια από πλευράς του πελάτη της Nightlife δεν του παρείχε κανένα άλλο δικαίωμα ανεξάρτητα του αριθμού και/ή είδους των ποτών που κερνούσε. Από τη στιγμή που οι κοπέλες σχόλναγαν, είχαν δικαίωμα να πράξουν ως επιθυμούσαν, και καμία επιρροή είχε ο κατηγορούμενος 1 ή η κατηγορούμενη 2, επ' αυτών. Η κατηγορούμενη 2 επισκεπτόταν τη Nightlife δύο με τρεις φορές τη βδομάδα μόνο και τούτο σε μέρες που υπήρχε αυξημένη πελατεία, ώστε να βοηθήσει στην εύρυθμη λειτουργία της. Οι λόγοι για τους οποίους η παραπονούμενη κατήγγειλε τους κατηγορούμενους, ήταν για να απαλλαχθεί από την υποχρέωση της να επιστρέψει προς τον κατηγορούμενο 1 χρήματα που της είχε δανείσει και για να απαιτήσει, ακολούθως, από αυτόν, επιπρόσθετο χρηματικό ποσό, με αντάλλαγμα την απόσυρση της καταγγελίας της. Ποτέ ο κατηγορούμενος 1 δεν συμπεριφέρθηκε ως του αποδίδει η παραπονούμενη και ποτέ δεν προκάλεσε φόβο ή τρόμο σε οποιαδήποτε εκ των γυναικών που εργάστηκαν στην Nightlife. Μετά τη λήψη της κατάθεσης της παραπονούμενης, η τελευταία, με δική της πρωτοβουλία, ήλθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο και αφού πληροφορήθηκε τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου, τρίτο πρόσωπο κυπριακής καταγωγής, επικοινώνησε μαζί του και του ζήτησε όπως καταβάλει στην παραπονούμενη €2.000 για να αποσύρει το παράπονο της. Ο λόγος που η παραπονούμενη κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και ισχυρίστηκε τα ανωτέρω, ήταν γιατί ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε να ενδώσει στις απαιτήσεις της για την καταβολή του πιο πάνω αναφερομένου ποσού. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Τόσο ο ΜΚ1, όσο και ο ΜΚ2, μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Η αξιοπιστία τους, δεν κλονίστηκε, αλλά ούτε και επιχειρήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο ο κλονισμός της από την Υπεράσπιση. Πρόκειται στην ουσία για τους δύο ανακριτές της υπόθεσης, των οποίων οι ενέργειες, ούτε λίγο ούτε πολύ, περιορίστηκαν στη λήψη καταθέσεων, τόσο από τους κατηγορούμενους, όσο και από άλλα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων η παραπονούμενη και οι υπόλοιπες κοπέλες που εργάζονταν στη Nightlife κατά το χρόνο των ανακρίσεων. Η μαρτυρία τους, στην ουσία, καλύπτεται από τα ήδη πιο πάνω αρχικά ευρήματα μου, τα οποία στηρίχθηκαν, μεταξύ άλλων, και στην αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία τους. Αν αξίζει κάτι να σημειωθεί από τα όσα προκύπτουν από τη μαρτυρία τους, είναι ότι, μοναδική μαρτυρία που λήφθηκε κατά την ανάκριση και η οποία τείνει να αποδείξει τη διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου από τους κατηγορούμενους, είναι αυτή της παραπονούμενης. Σημείωσαν επιπροσθέτως, ως εξάλλου αναφέρθηκε και στα αρχικά ευρήματα μου, ότι λήφθηκαν καταθέσεις και από τις υπόλοιπες κοπέλες που εργάζονταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στη Nightlife, οι οποίες, όχι απλά δεν επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα της παραπονούμενης, αλλά ισχυρίστηκαν ότι, τα όσα αναφέρει περί του τρόπου που λειτουργούσε η Nightlife, είναι ψεύδη. Τη μαρτυρία τους, στο βαθμό που αφορά σε γεγονότα για τα οποία έχουν ιδία γνώση, την αποδέχομαι. Τη μαρτυρία της παραπονούμενης, την αντικρίζω με γνώμονα την πάγια αρχή δικαίου ότι, σε κάποιες περιπτώσεις υποχρεωτικά, ενώ σε άλλες ως θέμα πρακτικής, θα πρέπει να αναζητηθεί ενισχυτική της μαρτυρία της, μαρτυρία και τούτο συνεπεία της φύσης των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Έχω επίσης κατά νου ότι, δια τον ίδιο λόγο, μόνο κατόπιν σχετικής προειδοποίησης θα ήταν δυνατή η θεμελίωση καταδίκης, επί της μαρτυρίας της και μόνο[1]. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καθώς επίσης και την απουσία οποιασδήποτε ενισχυτικής μαρτυρίας, αλλά και γενικά την εικόνα που απεκόμισα από την παραπονούμενη καθ' ον χρόνο τούτη κατέθετε ενώπιον μου, κρίνω ότι, δεν θα μπορούσα να βασίσω οποιοδήποτε ασφαλές εύρημα ή έστω συμπέρασμα, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, επί της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Πέραν του ότι η πιο πάνω κρίση μου βασίζεται εν μέρει και στην εικόνα που απεκόμισα, καθ' ον χρόνο τούτη κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτή δικαιολογείται και από τους διάφορους αντιφατικούς, αλλά και ενάντια στη λογική, ισχυρισμούς που προώθησε. Γενικά η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ασυνέπεια και σε αρκετά σημεία της και από ασάφεια. Η δε ευκολία με την οποία προωθούσε αντιφατικούς, μεταξύ τους, ισχυρισμούς, ήταν έκδηλη. Τα πιο πάνω δεδομένα, αναφορικά με τη μαρτυρία της παραπονούμενης, δεν αφήνουν οποιοδήποτε περιθώριο στο Δικαστήριο να βασίσει επί των ισχυρισμών της (κάποιων που ίσως να είναι αληθείς) οποιοδήποτε εύρημα ή έστω συμπέρασμα. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των αντιφάσεων και παραλογισμών που παρατηρούνται, στην μαρτυρία της παραπονούμενης, θα θέσω κατωτέρω διάφορα ερωτήματα, που κατέστησαν, λόγω των θέσεων που εξέφρασε η παραπονούμενη, αμφισβητούμενα, και ακολούθως θα παραθέτω τις διάφορες, σχετικές με τούτα, εκδοχές της. Πότε ο κατηγορούμενος 1, απαίτησε από την παραπονούμενη, ως η ίδια ισχυρίζεται, να συνουσιάζεται με πελάτες της Nightlife έναντι αμοιβής; Η αρχική θέση της παραπονούμενης, ήταν ότι, τούτο συνέβηκε τρεις με τέσσερις μήνες μετά την έναρξη της εργοδότησης της στη Nightlife. Σε σύγκρουση με την αρχική της θέση, κατά την αντεξέταση της, ισχυρίστηκε ότι τούτο συνέβηκε έξι μήνες μετά την ρηθείσα εργοδότηση της. Αν και κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η διάσταση που παρατηρείται μεταξύ των δύο εκδοχών της δεν είναι δυνατό να κριθεί ως ουσιώδης, είμαι της γνώμης ότι ισχύει το αντίθετο, μιας και με βάση τους σχετικούς ισχυρισμούς της, η εργοδότηση της στη Nightlife, διήρκησε, στη καλύτερη, για την Κατηγορούσα Αρχή, περίπτωση, έξι μήνες. Πότε αντιλήφθηκε για πρώτη φορά, ως ισχυρίζεται, ότι ο κατηγορούμενος 1 εξωθούσε τις υπόλοιπες κοπέλες στην πορνεία και ότι αποκέρδαινε χρήματα από την πορνεία τους; Κατά μία εκδοχή της, τούτο συνέβηκε όταν άκουσε δύο κοπέλες που συνομιλούσαν και οι οποίες ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος τις ανάγκαζε να συνουσιάζονται με πελάτες επί πληρωμή. Με βάση το περιεχόμενο της κατάθεσης της, το γεγονός αυτό προσδιορίζεται χρονικά περί τον Ιανουάριο του
  11. Κατά την αντεξέταση της, απαντώντας ειδικά στο πιο πάνω ερώτημα, ισχυρίστηκε ότι αντιλήφθηκε περί του τρόπου που λειτουργούσε η Nightlife, έξι μήνες μετά την έναρξη της εργοδότησης της. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό, ότι η εργοδότηση της άρχισε περί τα μέσα Δεκεμβρίου
  12. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης της, η θέση της ήταν ότι, αντιλήφθηκε τον τρόπο λειτουργίας της Nightlife, όταν η ίδια άρχισε να έρχεται σε σεξουαλική επαφή με πελάτες επί πληρωμή, και δη σε χρόνο μετά, που κατ' ισχυρισμό της, άκουσε τον διάλογο των δύο άλλων γυναικών. Ποιος ο λόγος που αποφάσισε, ως ισχυρίζεται, η παραπονούμενη να ενδώσει στις πιέσεις του κατηγορούμενου. Με βάση τη κύρια θέση της, τούτο έγινε, αφενός γιατί απειλήθηκε από τον κατηγορούμενο 1 ότι αν δεν αποδεχθεί να συνουσιάζεται με πελάτες της Nightlife, θα μειωνόταν δραστικά η ημερήσια μισθοδοσία της (κατά τον ουσιώδη χρόνο, αντιμετώπιζε σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα με αποτέλεσμα μια τέτοια εξέλιξη να είχε δυσμενέστατες συνέπειες σ' αυτή) και αφετέρου επειδή φοβόταν ότι, αν δεν αποδεχόταν, ο κατηγορούμενος 1 θα «έκανε κακό» στην ίδια καθώς επίσης και στην αδελφή της, αλλά και στα τέκνα της. Ήταν ακριβώς προς υποστήριξη της τελευταίας αυτής θέσης της, που ισχυρίστηκε ότι από την ημέρα που της λήφθηκε η κατάθεση της, μέχρι και την ημέρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, τελούσε υπό το κράτος φόβου, σε βαθμό που ουδέποτε κυκλοφορούσε μόνη στη Λευκωσία και/ή αλλού, γιατί πίστευε ότι ο κατηγορούμενος 1 σκοπούσε να προκαλέσει κακό στην ίδια, αλλά και στα συγγενικά της πρόσωπα. Η τελευταία όμως πιο πάνω απόλυτη θέση της, περί κράτους φόβου, συγκρούεται μετωπικά με τη συμπεριφορά που η ίδια επεδείκνυε στο χρονικό αυτό διάστημα. Ως προκύπτει από δικές της άλλες τοποθετήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουνίου 2012 (υποβολή παραπόνου) και τέλη 2014 με αρχές 2015 (χρόνος που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου), η παραπονούμενη, με δική της πρωτοβουλία, επικοινώνησε, πέραν της μίας φοράς, με τον κατηγορούμενο 1 μέσω μέσου κοινωνικής δικτύωσης και ενδιαφέρθηκε για το πώς περνά. Μέσω των εν λόγω επικοινωνιών, επεδίωξε και την περαιτέρω επαφή τους μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας, ζητώντας του να την τροφοδοτήσει με τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου. Επιπροσθέτως, διακινήθηκε πλειστάκις εντός και εκτός της επαρχίας Λευκωσίας χωρίς να επιδείξει οποιαδήποτε φοβία. Ακόμα, επισκέφθηκε μπυραρία, η οποία απέχει μόλις τρία μέτρα από τη Nightlife και παρέμεινε στο χώρο για μισή ώρα. Όταν δε βρέθηκε, κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, αντιμέτωπη με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η επίσκεψη και παραμονή της για μισή ώρα στην εν λόγω μπυραρία δεν συμβαδίζει με τον ισχυρισμό της ότι αναγκάζεται να μένει κλεισμένη στο σπίτι γιατί φοβάται τον κατηγορούμενο 1, με εντελώς μη πειστικό και ασυνάρτητο τρόπο, ισχυρίστηκε ότι, ο λόγος που δεν φοβήθηκε και επισκέφθηκε την εν λόγω μπυραρία, ήταν γιατί γνώριζε ότι η αδελφή της βρισκόταν και αυτή στη Λευκωσία, χωρίς ωστόσο να τοποθετήσει τούτη σε οποιοδήποτε χώρο, έστω πλησίον της μπυραρίας που επισκέφθηκε. Πρέπει να σημειωθεί ότι η παραπονούμενη δεν περιορίστηκε απλά στο να ισχυριστεί ότι φοβάται τον κατηγορούμενο
  13. Μια από τις βασικές της θέσεις ήταν ότι «βγαίνω πολύ σπάνια έξω από το σπίτι και φοβάμαι». Προώθησε δε ακόμα τη θέση ότι είναι γι' αυτό το λόγο που χρειάζεται τη συνοδεία αστυνομίας για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Προέκυψε όμως, κατά το στάδιο της αντεξέτασης της, ότι με πολύ μεγάλη ευκολία χωρίς τη συνοδεία οποιουδήποτε αστυνομικού και χωρίς τη λήψη οποιωνδήποτε αποτρεπτικών ή άλλως πως μέτρων ασφαλείας, διακινείται ελεύθερα και συνεχώς, επισκέπτεται αριθμό μπυραριών, είτε για να βρεθεί με φιλικά της πρόσωπα, είτε για να διασκεδάσει. Ως προς δε τον ισχυρισμό της ότι ένας από τους βασικούς λόγους, αν όχι ο κυριότερος, που αποφάσισε να ενδώσει στις πιέσεις του κατηγορούμενου 1 και να έρχεται σε σεξουαλική επαφή με πελάτες της μπυραρίας επί πληρωμή, ήταν γιατί, διαφορετικά, ο κατηγορούμενος 1 θα της μείωνε τον ημερήσιο μισθό της, από €50- σε €20-, και τούτος, κατά τη γνώμη μου, ελέγχεται. Και τούτο γιατί, η παραπονούμενη, αν όντως ήταν δέκτης μιας τέτοιας απειλής από τον κατηγορούμενο 1, και δεν επιθυμούσε να ενδώσει στις πιέσεις του, δεν είχε να πράξει τίποτε άλλο παρά να παραιτηθεί από την εργασία της και να αναζητήσει αλλού δουλειά. Δεν επρόκειτο περί υπηκόου τρίτης χώρας με ειδική άδεια εργοδότησης σε συγκεκριμένο εργοδότη, που με τυχόν τερματισμό της εργοδότησης της, έπρεπε να επιστρέψει στη χώρα της. Αλλά για ευρωπαία πολίτη με απεριόριστο δικαίωμα εργοδότησης στη χώρα μας. Αν μη τι άλλο, με τα όσα η ίδια ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν με πολύ μεγάλη ευκολία που εργοδοτήθηκε, πριν την εργοδότηση της στην Nightlife, σε διάφορες μπυραρίες στη μείζονα περιοχή της Επαρχίας Λευκωσίας. Φέρεται δε, και μετά τη φυγή της από τη Nightlife, να συνεχίζει να έχει επαφές και σχέσεις με αυτού του είδους την επιχειρηματική δραστηριότητα. Δεν έχει δοθεί καμία εξήγηση από την παραπονούμενη, ούτε και προώθησε οποιοδήποτε επιχείρημα, γιατί απλά δεν παραιτήθηκε και να αναζητήσει αλλού δουλειά ή έστω γιατί έπρεπε να συνεχίσει να εργοδοτείται στη Nightlife. Απαίτησε ή όχι η παραπονούμενη χρήματα από τον κατηγορούμενο για να αποσύρει το παράπονο της για την παρούσα υπόθεση; Σκοπός των όσων θα υποδειχθούν στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας, σε σχέση με το πιο πάνω ερώτημα, δεν είναι να απαντηθεί τελικά το ερώτημα, μιας και η παραπονούμενη ποτέ δεν αποδέχθηκε ότι απαίτησε χρήματα από τον κατηγορούμενο
  14. Η ανάγκη να σχολιαστεί το πιο πάνω ερώτημα, προκύπτει από τα όσα η ίδια η παραπονούμενη παραδέχθηκε ότι έπραξε μετά την υποβολή του παραπόνου της. Ως υπεδείχθη μόλις πιο πάνω, η παραπονούμενη, με δική της πρωτοβουλία, μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2012 (μόλις τρεις μήνες μετά την καταγγελία της εναντίον των κατηγορουμένων), επικοινώνησε μέσω μέσου κοινωνικής δικτύωσης με τον κατηγορούμενο ενδιαφερόμενη γενικά για την υγεία του και αναζητώντας ειδικά τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου. Αυτές τις πράξεις της, τις παραδέχθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης της. Και διερωτάται κανείς˙ πώς αυτές οι ενέργειες της συνάδουν με τα όσα η ίδια ισχυρίζεται ότι έζησε κατά τον χρόνο που εργοδοτείτο στη Nightlife, αλλά και με τη φοβία και τρόμο που της προκαλούσε και προκαλεί ακόμα ο κατηγορούμενος; Πώς είναι δυνατόν, ως ισχυρίζεται, υπό τον τρόμο της πλήξης της σωματικής της ακεραιότητας, αλλά και αυτής των συγγενικών της προσώπων, να αναγκάζεται, χωρίς τη συναίνεση της, να έρχεται σε σεξουαλική επαφή με πελάτες της Nightlife επί πληρωμή, και χωρίς ο κατηγορούμενος 1 να επιχειρήσει ποτέ να έλθει σε επαφή μαζί της, αυτή, με δική της πρωτοβουλία πέραν της μίας φοράς να επικοινωνεί με τον κατηγορούμενο 1, να ρωτά για την υγεία του και να επιζητεί την περαιτέρω επικοινωνία τους μέσω τηλεφώνου; Επίσης, κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, η παραπονούμενη ρωτήθηκε ειδικά για τον λόγο που ζήτησε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του κατηγορούμενου
  15. Με εντελώς μη πειστικό τρόπο, απάντησε ότι δε θυμόταν το λόγο που το ζήτησε. Τούτα τα δεδομένα, δημιουργούν τουλάχιστο ερωτηματικό για το αν, εν τέλει, έγινε κλήση προς το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου από και/ή εκ μέρους της παραπονούμενης και φυσικά και για το λόγο που έγινε μια τέτοια ενδεχόμενη επικοινωνία. Κάτω από ποιες συνθήκες λήφθηκε η κατάθεση της και/ή ειδικότερα, πως αποφάσισε να καταγγείλει τους κατηγορούμενους στην Αστυνομία; Ως σημειώθηκε ανωτέρω, στις 10.6.2012, τραυματίστηκε, συνεπεία δυστυχήματος στο οποίο ενεπλάκη όχημα επί του οποίου επέβαινε. Με βάση τα όσα ισχυρίζεται η παραπονούμενη, κατά τη νοσηλεία της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, με γνώμονα τον κίνδυνο που διέτρεξε, συνεπεία του δυστυχήματος, αποφάσισε να πάψει να εργοδοτείται στη Nightlife και να καταγγείλει τους κατηγορούμενους στην Αστυνομία. Ερωτηθείσα δε ειδικά για το αν η καταγγελία στην οποία αναφέρεται αφορά στο έγγραφο ΓΙ, απάντησε θετικά. Η εν λόγω όμως βασική της θέση συγκρούεται μετωπικά με τις λοιπές αναφορές της που σχετίζονται με τα γεγονότα που περιβάλλουν το χρονικό διάστημα της νοσηλείας της, αλλά και τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης της. Με βάση τις εν λόγω αναφορές της, από τη στιγμή που εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας το δωμάτιο, στο οποίο νοσηλευόταν, φρουρείτο συνεχώς από αστυνομικό και τούτο σε σχέση, με το διερευνώμενο θανατηφόρο δυστύχημα. Επίσης, ο αστυφύλακας φρουρός απαγόρευε την είσοδο του οποιουδήποτε προσώπου στο δωμάτιο της πλην της αδελφής της. Ερωτώμενη ειδικά για το πότε ανέφερε για πρώτη φορά οτιδήποτε σε σχέση με τις συνθήκες εργοδότησης της στη Nightlife, ισχυρίστηκε, ότι η πρώτη φορά που αναφέρθηκε στις εν λόγω συνθήκες, ήταν στα πλαίσια της λήψης της κατάθεσης της Έγγραφο ΓΙ. Και προκύπτουν τα εξής εύλογα ερωτήματα: Πώς είναι δυνατό η παραπονούμενη να φρουρείται στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας σε σχέση με το υπό διερεύνηση τότε θανατηφόρο δυστύχημα, χωρίς η ίδια να αναφέρει οτιδήποτε περί τις συνθήκες εργοδότησης της και τέσσερις μέρες μετά να μεταφέρεται στο Αρχηγείο Αστυνομίας και να δίδει την κατάθεση της, η οποία καταπιάνεται, αποκλειστικά και μόνο, με τις συνθήκες εργοδότησης της; Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί λήψης κατάθεσης της παραπονούμενης σε σχέση με το θανατηφόρο δυστύχημα. Και τονίζεται εκ νέου ότι, κατά την παραπονούμενη, η πρώτη φορά που ανέφερε στην Αστυνομία για τις συνθήκες εργοδότησης της στην Nightlife, ήταν κατά το στάδιο λήψης της κατάθεσης της η οποία, ως ισχυρίστηκε, λήφθηκε με την υποβολή ερωτήσεων από τους Αστυνομικούς, στις οποίες η ίδια έδιδε τις δικές της απαντήσεις. Τι ήταν αυτό που οδήγησε τους Αστυνομικούς στην απόφαση να λάβουν κατάθεση από την παραπονούμενη αποκλειστικά και μόνο σε σχέση με τις συνθήκες εργοδότησης της, εν απουσία οποιασδήποτε υποβολής παραπόνου ή έστω οποιαδήποτε σχετικής αναφοράς, προηγουμένως, από την παραπονούμενη; Τα μόλις πιο πάνω εύλογα ερωτήματα, τέθηκαν στην παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της. Η θέση της, ως τούτη προκύπτει από καταφατική απάντηση της σε σχετική ερώτηση, ήταν ότι, οι Αστυνομικοί, που ασχολούνται με την καταπολέμηση της εκμετάλλευσης προσώπων, πρέπει να κατάλαβαν («να μυρίστηκαν») το ότι η ίδια, ενδόμυχα, είχε αποφασίσει να καταγγείλει τους κατηγορούμενους για εξώθηση της σε πορνεία και αποφάσισαν από μόνοι τους, χωρίς η ίδια να τους αναφέρει οτιδήποτε σχετικό, να τη μεταφέρουν, από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στο Αρχηγείο Αστυνομίας και να της λάβουν την κατάθεση της Έγγραφο ΓΙ. Δεν χρειάζεται κατά τη γνώμη μου να σχολιάσω περαιτέρω την πιο πάνω θέση της παραπονούμενης. Περιορίζομαι απλά στο να σημειώσω ότι συγκρούεται με την κοινή λογική. Ζήτησε ή όχι ο κατηγορούμενος 1 από την παραπονούμενη να φορά προκλητικά ρούχα κατά το χρόνο που θα βρίσκεται στη Nightlife; H αρχική θέση της παραπονούμενης, ως τούτη προβάλλεται στην κατάθεση της, ήταν ότι, σε κάποιο στάδιο, ο κατηγορούμενος 1 της ζήτησε να φορά προκλητικά ρούχα και τούτο στα πλαίσια της εξώθησης της στην πορνεία. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης της όμως, ανέφερε ότι ντύνονταν με προκλητικά ρούχα κατόπιν δική της απόφασης, γνωρίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα έπρεπε να ντύνεται στις μπυραρίες. Αναφερόμενη δε, ειδικά στο κατά πόσο της ζήτησε ο κατηγορούμενος να φορά προκλητικά ρούχα, απάντησε αρνητικά, επαναλαμβάνοντας ότι, το πώς ντυνόταν αποτελούσε δική της αποκλειστική επιλογή. Πώς η παραπονούμενη αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξωθούσε τις εργοδοτούμενες του σε πορνεία και αποζούσε από τα κέρδη τους; Στην κατάθεση της, η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι άκουγε γενικά τις κοπέλες που εργάζονταν στη Nightlife να παραπονούνται, στους μεταξύ τους διαλόγους, ότι ο κατηγορούμενος 1 τις αναγκάζει να έχουν σεξουαλική επαφή με πελάτες της μπυραρίας επί πληρωμή. Αναφέρει ακόμα ότι, σε μια περίπτωση, άκουσε τον κατηγορούμενο να απαιτεί από συγκεκριμένη κοπέλα (Ντιλιάνα) να αποδεχθεί να έρθει σε σεξουαλική επαφή με συγκεκριμένο πελάτη. Γενικά, ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω εξώθηση των εργοδοτούμενων στη μπυραρία σε πορνεία, από πλευράς του κατηγορουμένου 1, ήταν εξόφθαλμη και το παράπονο των κοπέλων που εργάζονταν στη Nightlife, εμφανές και διάχυτο. Κατά την κυρίως εξέτασή της, ισχυρίστηκε ακόμα ότι, κάποιος πελάτης της Nightlife, της ανέφερε ότι στη συγκεκριμένη μπυραρία, ο κατηγορούμενος 1 εξωθούσε τις κοπέλες που εργάζονταν εκεί σε πορνεία και ότι αυτό γινόταν με τη μέθοδο του κεράσματος ποτών προς αυτές. Κατά την αντεξέταση της και σε πλήρη σύγκρουση με τους αρχικούς της ισχυρισμούς, ανέφερε ότι, το μόνο συμβάν που την οδήγησε στην κρίση ότι οι υπόλοιπες κοπέλες που εργάζονταν στη μπυραρία ερχόντουσαν σε σεξουαλική επαφή με πελάτες επί πληρωμή, ήταν ο ισχυριζόμενος διάλογος των δύο κοπέλων, μεταξύ των οποίων, η μία, προσδιορίζεται από την παραπονούμενη ως η ΜΥ
  16. Κατά την επανεξέτασή της, ερωτηθείσα ειδικά για το πότε αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξωθούσε τις εργοδοτούμενες του σε πορνεία, ξεχνώντας προφανώς τις πιο πάνω εκδοχές της, ισχυρίστηκε, ότι, τούτο έγινε, όταν η ιδία άρχισε να έρχεται σε σεξουαλική επαφή με πελάτες της Nightlife, γεγονός το οποίο η ίδια τοποθετεί χρονικά, πολύ αργότερα της ισχυριζόμενης συνομιλίας των δύο άλλων συναδέλφων της. Πόσες φορές η παραπονούμενη αναγκάστηκε να έλθει σε σεξουαλική επαφή με πελάτη επί πληρωμή; Στην κατάθεση της, τούτο προσδιορίζεται με την εξής φράση: «Εγώ από τον καιρό που ξεκίνησα να πηγαίνω με πελάτες για σεξ μετά που με ανάγκασε ο Τάσος να το κάνω αυτό πήγα μέχρι σήμερα με έξι πελάτες. Με τους συγκεκριμένους πήγα για σεξ είτε σε ξενοδοχείο είτε στο σπίτι τους. Κάποιες φορές με είχαν πάρει στο ξενοδοχείο ΑΣΤΥ, στο ξενοδοχείο ΔΕΛΦΟΙ και στο ξενοδοχείο 'SKY'. Με τους ίδιους έξι πελάτες έχω πάει μαζί τους για σεξ όχι μόνο μια φορά επειδή ξαναήλθαν στη μπυραρία και με ζήτησαν ξανά από τον Τάσο και άλλες φορές για να με πάρουν έξω για σεξ. Οι πελάτες αυτοί είναι όλοι κύπριοι κυρίως νεαροί και ο μεγαλύτερος θυμάμαι πρέπει να ήταν 40 χρονών». Είναι εμφανές ότι, η θέση της παραπονούμενης, επί του προκειμένου, είναι ότι είχε σεξουαλική επαφή με 6 πελάτες της μπυραρίας, τουλάχιστον 12 φορές. Στο στάδιο της αντεξέτασης της όμως, προφανώς ξεχνώντας τη σχετική αναφορά της στην κατάθεση της, με ρητό τρόπο περιόρισε τις φορές που αναγκάστηκε να ενεργήσει ως ανωτέρω, σε πέντε ή έξι. Σε τουλάχιστον 3 περιπτώσεις που της δόθηκε η ευκαιρία να αναφερθεί στο θέμα αυτό, ήταν ξεκάθαρη ότι τούτο συνέβηκε πέντε ή έξι φορές προσδιορίζοντας ακόμα ότι στις τρεις από αυτές τις περιπτώσεις, η σεξουαλική επαφή έλαβε χώρα στην οικία των πελατών, ενώ οι άλλες δύο ή τρεις σε ξενοδοχεία. Προκύπτει δε αβίαστα από τα λεγόμενα της ότι, η κάθε μια τέτοια περίπτωση, αφορούσε και σε διαφορετικό πελάτη, και τούτο σε πλήρη σύγκρουση με την αρχική της θέση, η οποία παρατέθηκε, αυτουσίως, ανωτέρω. Θεωρώ αδιανόητο, ένα πρόσωπο, υπό την απειλή της πρόκλησης ζημιάς σ' αυτό και/ή σε συγγενικά του πρόσωπα, και υπό την απειλή δραστικής μείωσης της μισθοδοσίας του, να αναγκάζεται να έρθει σε σεξουαλική επαφή με τρίτα πρόσωπα, μέσα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα να μην είναι σε θέση να προσδιορίσει τις φορές που συνέβηκε τούτο. Πόσο μάλλον όταν, σύμφωνα με μια εκ των εκδοχών της παραπονούμενης, τις εν λόγω σεξουαλικές επαφές τις είχε σε ένα χρονικό διάστημα κάποιων ημερών πριν καταγγείλει τους κατηγορούμενους στην αστυνομία. Εκείνο δε που πραγματικά ξενίζει και προκαλεί έκπληξη, είναι η μεγάλη απόκλιση μεταξύ των δύο σχετικών εκδοχών της, για ένα τόσο σημαντικό και ουσιώδες γεγονός. Ζήτησε ή όχι από τον κατηγορούμενο 1 να της καταβάλει τα χρήματα που οι πελάτες, σύμφωνα με τα όσα η ίδια ισχυρίζεται, είχαν καταβάλει σ' αυτόν; Για σκοπούς κατανόησης του πιο πάνω ερωτήματος υπενθυμίζω, ως εξάλλου αναφέρθηκε ανωτέρω, στα πλαίσια της παράθεσης της θέσης της Κατηγορούσας Αρχής, ότι, κατά την παραπονούμενη, πέραν των χρημάτων που θα κατέληγαν στους κατηγορούμενους από τα ποτά που κερνούσε ο πελάτης, τούτος (ο πελάτης) θα έπρεπε να καταβάλει και προς την κοπέλα, με την οποία θα ερχόταν σε σεξουαλική επαφή, το ποσό των €50-. Πάντα με βάση τα όσα η παραπονούμενη ισχυρίστηκε, αρκετές φορές ο πελάτης με τον οποίο ήρθε σε σεξουαλική επαφή, αρνείτο να της δώσει χρήματα λέγοντας της ότι πλήρωσε τα €50 στον κατηγορούμενο
  17. Ερχόμενος τώρα στο υπό εξέταση ερώτημα, η πρώτη εκδοχή της παραπονούμενης (βλ. κατάθεση της), ήταν ότι «Όταν εγώ πήγαινα και ζητούσα αυτά τα λεφτά, ο Τάσος δεν μου τα έδινε ποτέ. Εγώ επειδή φοβόμουν τον Τάσο επειδή μου θύμωνε δεν επέμενα ξανά για δεύτερη φορά γι' αυτά τα λεφτά και αναγκαστικά σιωπούσα». Σε πλήρη σύγκρουση με τον πιο πάνω ισχυρισμό της, κατά την τελευταία μέρα της αντεξέτασης της, ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να της καταβάλει τα εν λόγω χρήματα. Εργάστηκε ή όχι, οπουδήποτε στην Κύπρο, μετά την υποβολή του παραπόνου της εναντίον των κατηγορουμένων; Ήταν, καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, έκδηλη η προσπάθεια της παραπονούμενης να αρνηθεί ότι, έκτοτε, εργάστηκε οπουδήποτε. Οι σχετικές θέσεις της ήταν απόλυτες και αρνητικές ως προς τα διάφορα σχετικά ερωτήματα που της τίθεντο. Όταν όμως αντιμετώπιζε την επίμονη σχετική αντεξέταση του συνηγόρου υπεράσπισης, αντιλαμβανόμενη ότι οι ερωτήσεις που της τίθεντο είχαν ως υπόβαθρο συγκεκριμένα γεγονότα, γνωστά στην υπεράσπιση, αποδέχθηκε ότι από τον Ιούνιο του 2012 μέχρι και τον Ιούνιο του 2015 (ημερομηνία κατά την οποία κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου και προώθησε τον σχετικό ισχυρισμό) επισκέπτεται, μια - δυο ώρες την ημέρα, μια μπυραρία ιδιοκτησίας μιας φίλης της. Όταν δε ερωτάται να προσδιορίσει γεωγραφικά το σημείο στο οποίο βρίσκεται η εν λόγω μπυραρία ή το όνομα της, ισχυρίζεται ότι δε γνωρίζει το όνομα της μπυραρίας αλλά ούτε και είναι σε θέση να αναφέρει την περιοχή στην οποία βρίσκεται. Και προκύπτει το εξής εύλογο ερώτημα˙ πώς είναι δυνατό, για τρία ολόκληρα χρόνια να επισκέπτεται, μια - δυο ώρες την ημέρα, συγκεκριμένη μπυραρία σε συγκεκριμένη περιοχή της Λευκωσίας και να μη γνωρίζει το όνομα της, ή την περιοχή στην οποία βρίσκεται; Ή μήπως η άρνηση της να αποκαλύψει τα στοιχεία αυτά σκοπούσε στο να δυσχεραίνει τις προσπάθειες αναζήτησης, από πλευράς της υπεράσπισης, του κατά πόσο εργοδοτήθηκε και πού, μετά την καταγγελία της στην αστυνομία; Σημειώνεται ότι, βασική γραμμή της υπεράσπισης ήταν ότι, η παραπονούμενη, από τον ερχομό της στην Κύπρο μέχρι και την ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου, εργοδοτείτο συνεχώς σε διάφορες μπυραρίες και αναζητούσε, με δική της πρωτοβουλία, πελάτες για να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί τους επί πληρωμή. Ακόμα ότι, κάποιοι διαχειριστές μπυραριών αναγκάστηκαν να την απολύσουν, λόγω αυτής της, της συμπεριφοράς. Όταν η παραπονούμενη επισκέφτηκε τα κατεχόμενα μέσω της οδού Λήδρας, ήταν μόνη ή συνοδευόταν από τρίτα πρόσωπα; Το σχόλιο που ακολουθεί σε σχέση με την πιο πάνω ερώτηση δεν υποδεικνύεται για το ουσιώδες της αντίφασης που παρουσιάζει η μαρτυρία της παραπονούμενης, μιας και αφορά σε εντελώς επουσιώδες θέμα. Υποδεικνύεται, ωστόσο, για να φανεί η ευκολία με την οποία η παραπονούμενη προωθούσε αντιφατικούς ισχυρισμούς, απλά γιατί τη δεδομένη στιγμή θεωρούσε ότι εξυπηρετείτο η υπόθεση της. Ειδικότερα, όταν αντεξετάζετο επί της βασικής της θέσης ότι ο κατηγορούμενος της προκαλούσε τρόμο και φοβίες και ότι αναγκαζόταν να μένει συνεχώς στο σπίτι ή, αν έβγαινε, πάντα έπραττε τούτο, τη συνοδεία τρίτου προσώπου για να την προστατεύει, ισχυρίστηκε ότι επισκέφθηκε τα κατεχόμενα με άλλα πρόσωπα, τα οποία την συνόδευαν και ότι σε κάποια στιγμή, συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στην οδό Λήδρας. Σε άλλο όμως σημείο της αντεξέτασης της, όπου, υπό αμφισβήτηση βρίσκονταν άλλες θέσεις της, άσχετες με τις ισχυριζόμενες φοβίες που της προκαλούσε ο κατηγορούμενος 1, αποδέχθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι στα κατεχόμενα, τη συγκεκριμένη μέρα, μετέβηκε μόνη της. Ο βασικός ισχυρισμός της περί συνοδείας της από τρίτα πρόσωπα όταν κυκλοφορούσε, εκτός της οικίας που διέμενε, καταρρίπτεται και από μια άλλη της θέση, σύμφωνα με την οποία, με τη χρήση λεωφορείου, μετέβη, μόνη της, στη Λάρνακα για να επισκεφτεί φιλικό της πρόσωπο. Διάβασε ή όχι η παραπονούμενη το περιεχόμενο της κατάθεσής της πριν την υπογράψει; Όπως με την ακριβώς προηγούμενη ερώτηση, έτσι και με την παρούσα, η πιο κάτω αντίφαση που παρατηρείται στη μαρτυρία της παραπονούμενης, παρατίθεται για να υποδειχθεί η ευκολία με την οποία προωθούσε αντιφατικούς ισχυρισμούς και όχι για το ουσιώδες της αντίφασης. Και την παραθέτω. Όταν, συνεπεία των ερωτήσεων που της υποβάλλονταν στην αντεξέταση, έγινε αντιληπτό στην ίδια ότι η υπεράσπιση, βασισμένη στο περιεχόμενο της κατάθεσής της, προσπαθούσε να κλονίσει την αξιοπιστία της, ισχυρίστηκε ότι, προτού υπογράψει την κατάθεσή της, διάβασε μόνο το περιεχόμενο μίας από τις σελίδες της. Σε άλλο όμως σημείο της αντεξέτασής της, όταν δεν ερωτάτο ειδικά για το περιεχόμενο της κατάθεσής της ισχυρίστηκε ότι, πριν την υπογράψει, είχε η ίδια αναγνώσει το όλο περιεχόμενο της. Τέλος, σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της, ισχυρίστηκε ότι, επιπροσθέτως, το περιεχόμενο της κατάθεσής της, της το διάβασε και η μεταφράστρια, με τη βοήθεια της οποίας λήφθηκε. Ποιος ο λόγος για τον οποίο η παραπονούμενη, με δική της πρωτοβουλία, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 1 μέσω μέσου κοινωνικής δικτύωσης, λίγους μήνες μετά τη καταγγελία της στην αστυνομία; Η επί του προκειμένου θέση της παραπονούμενης ήταν ότι, ο λόγος που επικοινώνησε μαζί με τον κατηγορούμενο 1, ήταν για να αποφευχθεί η δημοσιοποίηση κάποιων φωτογραφιών που κατείχε ο τελευταίος, αλλά και για να του αναφέρει κάποια γεγονότα, έστω και αναληθή, (όπως ότι είχε παντρευτεί) με σκοπό να τον αποτρέψει από το να συνεχίζει να την ενοχλεί. Αν δεν υφίσταντο τα πιο κάτω δεδομένα, η πιο πάνω θέση της παραπονούμενης ενδεχομένως να ήταν και επαρκής αλλά και πειστική δικαιολογία για την ενέργεια της να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο
  18. Όμως, υπάρχουν και τα εξής δεδομένα, που την καθιστούν εντελώς ανεδαφική και συγκρουόμενη με την κοινή λογική. Πρώτο, ο κατηγορούμενος 1, ουδέποτε επικοινώνησε μαζί της πριν την δική της επικοινωνία. Δεύτερο, σύμφωνα με τα λεγόμενα της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος 1, ουδέποτε την απείλησε ή ενόχλησε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, μετά την καταγγελία της. Τρίτο, ακόμα και κατά τις συνομιλίες που είχαν στα πλαίσια των επικοινωνιών που έγιναν με πρωτοβουλία της ίδιας της παραπονούμενης, δεν φέρεται, από την τελευταία, ο κατηγορούμενος 1 να ήταν, είτε ενοχλητικός, είτε καθ' οιονδήποτε τρόπο απειλητικός. Τέταρτο, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής, που να υποστηρίζει, την κατοχή από τον κατηγορούμενο 1 φωτογραφιών της παραπονούμενης, είτε πρόθεσης του να δημοσιοποιήσει τέτοιες φωτογραφίες. Η σχετική αναφορά της παραπονούμενης, προωθήθηκε εντελώς γενικά και αόριστα και χωρίς να συνοδεύεται και από οτιδήποτε άλλο που να δικαιολογεί τις φοβίες της περί ενδεχόμενης δημοσιοποίησης τέτοιων φωτογραφιών. Επομένως, ποια ενόχληση της από τον κατηγορούμενο 1 προσπαθούσε να αποτρέψει με την υπό κρίση επικοινωνία της με τον τελευταίο; Και με ποια λογική θα εξυπηρετείτο ο ισχυριζόμενος σκοπός της αν κατείχε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του κατηγορούμενου 1, τον οποίο ζήτησε και έλαβε; Ανέφερε ή όχι η παραπονούμενη στους αστυνομικούς που της έλαβαν την κατάθεση της τα όσα κατεγράφησαν σε αυτή; Κατά την βασική θέση της, το περιεχόμενο της κατάθεσής της αποτελεί δικούς της ισχυρισμούς, ως τούτοι προβλήθηκαν μέσω απαντήσεων που έδιδε σε ερωτήσεις που της τίθεντο από τους αστυνομικούς. Ήταν δε, μία εκ των θέσεων της, ως υποδείχθηκε και ανωτέρω ότι, πριν υπογράψει την κατάθεσή της, ανέγνωσε το περιεχόμενο της και συμφώνησε με αυτό. Κατά μία άλλη εκδοχή της, ότι, επιπροσθέτως, της το διάβασε και η μεταφράστρια. Κρίνεται ακόμα αναγκαίο να υποδειχθεί ότι, ποτέ η παραπονούμενη δεν προώθησε ισχυρισμό ότι οι αστυνομικοί που της έλαβαν την κατάθεσή της, αρνήθηκαν να καταγράψουν κάτι που τους ανέφερε. Εντούτοις, κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, επί πολλών θεμάτων που κατέστησαν επίδικα λόγω των διαφορετικών εκδοχών που προώθησε η ίδια, ισχυρίστηκε ότι ανέφερε στους αστυνομικούς αρκετούς ισχυρισμούς, οι οποίοι όμως, δεν ανευρίσκονται στο περιεχόμενο της κατάθεσής της. Εκείνο δε που προκαλεί εντύπωση, είναι ότι για αρκετούς από αυτούς τους ισχυρισμούς, που κατά την παραπονούμενη αναφέρθηκαν στους αστυνομικούς, πλην όμως δε φαίνεται να καταγράφηκαν, στην κατάθεσή της, υπάρχουν (στο περιεχόμενο της) ισχυρισμοί, που συγκρούονται με τα όσα ισχυρίζεται ότι ανέφερε η παραπονούμενη στους αστυνομικούς. Ενδεικτικά σημειώνω τα εξής: η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι κατά τη λήψη της κατάθεσής της, ανέφερε στους αστυνομικούς ότι δεν θυμόταν τα ονόματα των ξενοδοχείων που την πήραν οι πελάτες της Nightlife, και ότι άρχισε να συνουσιάζεται με πελάτες της μπυραρίας επί πληρωμή τρείς με τέσσερις μήνες μετά που άρχισε να εργάζεται στη Nightlife. Στο περιεχόμενο της κατάθεσής της, σε πλήρη σύγκρουση με τις μόλις πιο πάνω θέσεις της, αναφέρονται ρητά τα ονόματα των ξενοδοχείων, ενώ δεν προσδιορίζεται ο χρόνος που η ίδια άρχισε, ως ισχυρίζεται, να συνουσιάζεται με πελάτες της μπυραρίας επί πληρωμή. Δεν χρειάζεται κατά τη γνώμη μου να παραθέσω και άλλες αντιφάσεις που παρουσιάζει η μαρτυρία της παραπονούμενης, για να δικαιολογήσω την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ως προς την βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί στη μαρτυρία της. Αν αξίζει κάτι να σημειωθεί περαιτέρω, είναι ότι, βασικοί και ουσιώδεις ισχυρισμοί της, συγκρούονται μετωπικά με ισχυρισμούς που προωθήθηκαν μέσω των μαρτύρων υπεράσπισης, επί των οποίων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι εν λόγω μάρτυρες είπαν την αλήθεια. Εν τούτοις, λόγω των όσων παρατέθηκαν ανωτέρω, αλλά και των όσων σημειώνονται ευθύς αμέσως, δεν κρίνεται αναγκαία η λεπτομερής παράθεση των σχετικών ισχυρισμών των μαρτύρων υπεράσπισης. Με δεδομένα τα πιο πάνω, πάντα σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, η μαρτυρία της, στο βαθμό που αφορά σε επίδικα αμφισβητούμενα γεγονότα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Είμαι της γνώμης ότι, στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι αναγκαία η αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Και τούτο γιατί, ακόμα και στην περίπτωση που η μαρτυρία της Υπεράσπισης απορριφθεί στην ολότητα της ή έστω μερικώς, συνεπεία της απόρριψης της μαρτυρίας της παραπονούμενης, δεν είναι δυνατή η κρίση περί ενοχής των κατηγορουμένων στα αδικήματα που αντιμετωπίζουν. Ως προς τη δυνατότητα ενός Δικαστηρίου, εκεί που κρίνει αναγκαίο και πρόσφορο να μην αξιολογεί όλη την ενώπιον του μαρτυρία και τούτο κατ' επίκληση της αρχής της οικονομίας της δίκης, παραθέτω πιο κάτω αυτουσίως τα όσα είχε πει ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου ∆ικαστηρίου Γ. Μ. Πικής, επίσης σε ποινική υπόθεση: «∆εν αποτελεί αναπόσπαστο µέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγµάτευση κάθε επιχειρήµατος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήµατος συναρτάται µε την επίδραση που µπορεί να έχει στην θεώρηση των επιδίκων θεµάτων.» (Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας

(1999)2 ΑΑ∆ 490. Βλέπε επίσης και την πολύ πιο πρόσφατη απόφαση στην Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28.). Επί του προκειμένου, σημειώνω ότι, οι κατηγορούμενοι δεν προώθησαν οποιουσδήποτε ενοχοποιητικούς ή εναντίον των συμφερόντων τους, ισχυρισμούς και ότι, η μαρτυρία των μαρτύρων Υπεράσπισης, δεν θα μπορούσε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να αποτελέσει την βάση, είτε από μόνη της ορώμενη, είτε σε συνάρτηση με την λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, για κατάληξη σε κρίση περί ενοχής των κατηγορουμένων σε οιονδήποτε από τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν και τούτο γιατί, κανείς εξ αυτών, δεν προώθησε ενοχοποιητικούς για τους κατηγορούμενους ισχυρισμούς. Αυτός είναι και ο λόγος που κρίνω ότι δεν καθίσταται αναγκαία η αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από την Υπεράσπιση, περιλαμβανομένης και αυτής των κατηγορούμενων, μιας και το αποτέλεσμα μιας τέτοιας αξιολόγησης, δεν θα είχε οποιαδήποτε επίδραση στην θεώρηση των επιδίκων θεμάτων, ιδιαιτέρα σε μια ποινική υπόθεση, όπου το βάρος απόδειξης το έχει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την ενοχή των κατηγορουμένων και όχι οι τελευταίοι για να αποδείξουν την αθωότητα τους. Έχοντας ήδη κρίνει την μαρτυρία της ΜΚ3/Παραπονούμενης ως μη αποδεκτή και με γνώμονα το γεγονός ότι, επί της μαρτυρίας της, ίστατο ή έπιπτε η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, μιας και ήταν η μόνη μάρτυρας που κατέθεσε, από πλευράς της, και μόνο επί της μαρτυρίας της είχαν εναποτεθεί όλες οι ελπίδες της κατηγορούσας αρχής για να επιτύχει την καταδίκη των κατηγορουμένων, καθίσταται έκδηλο ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορουμένων ή έστω ενός εξ αυτών σε οποιαδήποτε εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Ως εκ των ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι, αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Όταν η υπόθεση αφορά σε σεξουαλικά αδικήματα, ως θέμα αρχής και ή καλύτερα συνεπεία κανόνα πρακτικής, απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Στην ουσία, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναζητήσει κατά πόσο έχει τεθεί ενώπιον του, οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να ενισχύει τη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Παρά τον πιο πάνω κανόνα, αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είναι ασφαλές να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής ενός Κατηγορούμενου βασισμένο μόνο στη μαρτυρία της Παραπονούμενης, τότε δύναται, αφού προηγουμένως προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν σε μια τέτοια περίπτωση, να προχωρήσει και να καταδικάσει έναν Κατηγορούμενο σε ένα σεξουαλικό αδίκημα, επί της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και μόνο. Η προσέγγιση μιας μαρτυρίας που δίδεται από πρόσωπο για αδικήματα σεξουαλικής υφής, πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και με γνώμονα, πάντοτε, αφενός την κοινή λογική και αφετέρου την πιθανότητα η μάρτυρας κατηγορίας να μη λέει την αλήθεια στο Δικαστήριο, (βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258, Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 224, Ιωάννης Γεωργίου Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259, Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 και R v. Witts and Witts
(1991)CLR 562). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.