← Κύπρος

AIR COMPANY VERTICAL - T ν. LIUDMILA BARANEY, Αρ. Υπόθεσης: 10170/13, 21/10/2016

AIR COMPANY VERTICAL - T ν. LIUDMILA BARANEY, Αρ. Υπόθεσης: 10170/13, 21/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10170/13 AIR COMPANY VERTICAL - T -εναντίον- LIUDMILA BARANEY Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Παραπονουμένη: κος Χρυσάνθου. Για την Κατηγορουμένη: κος Παπαχριστοδούλου. Κατηγορουμένη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Το υπό εξέταση κατηγορητήριο, αρχικά συνίστατο από 171 κατηγορίες. Όλες οι κατηγορίες απέδιδαν στην Κατηγορουμένη, το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255

(1)
(2)(α)(γ) και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αρκετές εκ των κατηγοριών αποσύρθηκαν, παρέμεινε όμως προς εκδίκαση ένα κατηγορητήριο το οποίο εξακολουθεί να αποτελείται από δεκάδες κατηγορίες. Σημειώνω ότι σε όλες τις κατηγορίες οι λεπτομέρειες αδικήματος είναι πανομοιότυπες. Εκείνο που διαφοροποιεί κάθε κατηγορία, είναι η ημερομηνία της κατ΄ ισχυρισμό διάπραξης της κλοπής και του κατ΄ ισχυρισμό ποσού το οποίο κλάπηκε. Παραθέτω αμέσως πιο κάτω τις λεπτομέρειες αδικήματος της δέκατης κατηγορίας (η οποία είναι η πρώτη κατά σειρά που παρέμεινε μετά την απόσυρση των προηγούμενων), επαναλαμβάνοντας, πως όλες οι κατηγορίες οι οποίες ακολουθούν είναι ακριβώς οι ίδιες με διαφορετική ημερομηνία και ποσό: «Η κατηγορουμένη κατά ή περί την 23/6/2008, ενώ ήταν υπάλληλος και/ή υπηρέτης της παραπονουμένης, έδωσε εντολή να μεταφερθεί το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ 293.750,45 που ανήκε και/ή σε σχέση με το οποίο ήταν δικαιούχος η παραπονουμένη και που ήταν κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο της κυπριακής εταιρείας Wellman Ltd, προς δικό της λογαριασμό και/ή προς τραπεζικό λογαριασμό που η ίδια ελέγχει χωρίς τη συναίνεση της Παραπονουμένης και αποκόμισε με δόλιο τρόπο, παράνομα, χωρίς αξίωση δικαιώματος το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ 293,750,45 και αποστέρησε το ποσό αυτό από την παραπονουμένη» Έχουν κατατεθεί παραδεκτά γεγονότα, σύμφωνα με τα οποία: Η εταιρεία Wellman Ltd, είναι ιδιωτική εταιρεία με αριθμό εγγραφής ΗΕ
  2. Γραμματέας της Wellman Ltd, είναι η εταιρεία ILION SERVICES LIMITED. Διοικητικοί σύμβουλοι της Wellman Ltd, είναι η κατηγορούμενη και ο Vladimir Skurikhin. Από τις 28/3/2012, μέχρι σήμερα εγγεγραμμένοι μέτοχοι της Wellman Ltd, είναι οι πιο πάνω αναφερόμενοι και ως διοικητικοί της σύμβουλοι. Πριν από την εγγραφή των πιο πάνω ως μετόχων, μέτοχος της Wellman Ltd, ήταν πάντα επαγγελματίας εμπιστευματοδόχος μέτοχος. Το εγγργραμμένο γραφείο της Wellman Ltd, είναι στην οδό Αγίας Ελένης 4, Costa Michaelide Building, 5ος όροφος, γραφείο
  3. Η Wellman Ltd, διατηρεί από τις 28/9/2005, το λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 038540138904 (ο«Λογαριασμός»), από τον οποίο έγιναν όλες οι μεταφορές χρημάτων τις οποίες αφορούν οι κατηγορίες. Ως όγδοο παραδεκτό γεγονός παρατίθενται 170 μεταφορές ποσών, εντός ή εκτός Κύπρου, από τον Λογαριασμό, κατ΄ εντολή της Κατηγορουμένης με αποδέχτες άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Επίσης έχει δοθεί μαρτυρία από τον Vladimir Skurikhin. Απομονώνοντας τον πυρήνα της μαρτυρίας του και ό,τι είναι ουσιώδες για σκοπούς της παρούσας απόφασης σημειώνονται τα ακόλουθα. Η Παραπονούμενη εταιρεία, είναι αεροπορική εταιρεία και ο μάρτυρας είναι ο γενικός διευθυντής της. Η εταιρεία Wellman Ltd, ιδρύθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία το έτος 2005, με πρωτοβουλία του μάρτυρα και σκοπό είχε να παρέχει την απαραίτητη οικονομική στήριξη στην Παραπονούμενη εταιρεία. Η Κατηγορουμένη κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν εργοδοτουμένη της Παραπονουμένης. Είναι η θέση του, ότι καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα που η Κατηγορουμένη υπήρξε υπάλληλος της Παραπονουμένης (μέχρι το Σεπτέμβριο 2011), αυτός της είχε δείξει πλήρη εμπιστοσύνη, την οποία η Κατηγορουμένη καταχράστηκε με την υπεξαίρεση μεγάλων χρηματικών ποσών. Μεταφέροντας επιγραμματικά τις κυριότερες παραμέτρους της μαρτυρίας που δόθηκε κατά την αντεξέταση σημειώνω τα ακόλουθα. Η θέση της πλευράς της Υπεράσπισης ήταν ότι η Κατηγορουμένη ενεργούσε πάντοτε σύμφωνα με σχετικές οδηγίες που λάμβανε. Σε σχέση με τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς της Wellman Ltd, ο μάρτυρας είπε ότι αυτά τα χρήματα δεν πήγαν από την Παραπονουμένη στην Wellman Ltd, αλλά ήταν χρήματα πελατών της Παραπονουμένης, τα οποία πληρώνονταν στην Wellman Ltd. Περαιτέρω του έγιναν υποβολές ότι για το ζήτημα αυτό έγινε μια πρώτη καταγγελία στην αστυνομία Κύπρου, η οποία δεν προχώρησε καθότι κρίθηκε περί αστικής φύσεως διαφορά. Περαιτέρω του υποβλήθηκε ότι έγιναν και νέες καταγγελίες εναντίον της Κατηγορουμένης στην αστυνομία Κύπρου, η διερεύνηση των οποίων ακόμη δεν περατώθηκε και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και τα ποσά του Κατηγορητηρίου. Ο μάρτυρας συμφώνησε. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του μάρτυρα κατηγορίας, η πλευρά της Παραπονουμένης δήλωσε ότι δεν θα προσφέρει περαιτέρω μαρτυρία. Υποβλήθηκε εισήγηση από την Υπεράσπιση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης. Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το Δικαστήριο, αφού η Κατηγορούσα Αρχή παρουσιάσει την υπόθεσή της, εάν κρίνει ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, καλεί τον Κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπισή του. Σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική, 1962, ο Κατηγορούμενος μπορεί να απαλλαγεί των κατηγοριών που τον βαραίνουν εκ πρώτης όψεως, μόνο σε δύο περιπτώσεις: α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. (Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C. L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 ) Επομένως, το Δικαστήριο, καλεί τον Κατηγορούμενο σε απολογία, μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος εκ πρώτης όψεως υπόθεση χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. Το κριτήριο είναι καθαρά και αυστηρά αντικειμενικό, διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Έχω υπόψη μου, επομένως, το καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογεί καθόλα αντικειμενικά τη μαρτυρία στο στάδιο αυτό, χωρίς να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε υποκειμενικά ευρήματα. O πυρήνας και η σύνοψη της μαρτυρίας που έχει δοθεί από την πλευρά της Παραπονουμένης εταιρείας, έχει παρατεθεί πιο πάνω στην αρχή της απόφασης. Σε μεταγενέστερο σημείο και εάν κριθεί απαραίτητο θα γίνεται πιο λεπτομερής αναφορά στη μαρτυρία, για σκοπούς και μόνο εξαγωγής συμπεράσματος κατά πόσον στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης, χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε αξιολόγησή της. Όλες οι κατηγορίες που αποδίδονται στην Κατηγορουμένη αφορούν το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255
(1)
(2)(α)και (γ) και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα το άρθρο 255: 255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται η Κατηγορουμένη, καθορίζονται στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως ακολούθως: κλοπή χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, ο κατηγορούμενος να απόκτα κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα. Συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η έλλειψη συναίνεσης του ιδιοκτήτη. Στην υπό εξέταση περίπτωση αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι τα χρήματα τα οποία κατηγορείται η κατηγορούμενη ότι έκλεψε, είναι χρήματα τα οποία ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμό άλλης εταιρείας, της Wellman Ltd, στην οποία η ίδια ήταν διευθύνων σύμβουλος και μέτοχος κατά 50%. Η Wellman Ltd, δεν παρουσιάζεται ως Παραπονουμένη και ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι έχει καταχωρήσει παράπονο για αποξένωση χρηματικών ποσών τα οποία ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμό της ή ότι οι οποιεσδήποτε συναλλαγές έγιναν χωρίς τη συγκατάθεσή της. Υπάρχει βέβαια, η θέση της πλευράς της Παραπονουμένης ότι τα χρήματα ήταν ιδιοκτησίας της και δεν ανήκαν στην Wellman Ltd. Αυτός ο ισχυρισμός, ιδωμένος στον απώτερο βαθμό του, σε συνδυασμό πάντοτε με τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει ιδιοκτησία της Παραπονουμένης. Η εταιρεία Wellman Ltd, είναι ξεχωριστή νομική οντότητα και από τους λογαριασμούς της έγιναν οι μεταφορές χρημάτων που καταγράφονται στα παραδεκτά γεγονότα. Πέραν του ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι μεταφορές αυτές έγιναν χωρίς τη συναίνεση της Wellman Ltd, δεν υπάρχει επίσης μαρτυρία ικανοποιητική ότι τελικός δικαιούχος των χρημάτων αυτών είναι άλλος και ότι η Wellman Ltd είχε στους λογαριασμούς της αυτά τα χρήματα προς όφελος της Παραπονούμενης. «Property shall be regarded as belonging to any person having possession or control of it or having in it any proprietary right or interest......Property of a corporation sole shall be regarded as belonging to the corporation notwithstanding a vacancy in the corporation» (βλ. Archbold 2015, 21-58). Για το γεγονός ότι η Παραπονουμένη έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας, το μόνο που έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο είναι ισχυρισμοί και κανένα έγγραφο το οποίο να το αποδεικνύει. Επομένως, θεωρώ ότι από τη στιγμή που από τα ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθέντα στοιχεία, ιδιοκτήτρια των χρημάτων φέρεται να είναι η Wellman Ltd, ελλείψει παραπόνου από αυτήν, εκλείπει το συστατικό στοιχείο της «μη συναίνεσης του ιδιοκτήτη». Περαιτέρω, υπάρχει πρόβλημα στοιχειοθέτησης του τέταρτου συστατικού στοιχείου του αδικήματος της κλοπής, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί η απόκτηση κατοχής των ποσών από την Κατηγορουμένη. Η μεταφορά των χρημάτων, έχει γίνει προς άγνωστους παραλήπτες, χωρίς να έχει γίνει κάποια σύνδεση αυτών με την Κατηγορουμένη, ή έστω ότι χρησιμοποίησε τα εν λόγω ποσά για προσωπικό όφελος. Στο θεμελιώδες αυτό στάδιο το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κρίνοντας αντικειμενικά την ενώπιον του μαρτυρία, προκειμένου εάν η κατηγορία δεν στοιχειοθετείται να μην επιτρέψει περαιτέρω συνέχιση της διαδικασίας προστατεύοντας έτσι τον Κατηγορούμενο από άσκοπη συνέχιση της δίκης (δλ. σχετικά απόφαση του κυρίου Ναθαναήλ στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου και άλλων,
(2012), 2 Α.Α.Δ. 851, η οποία είναι μεν απόφαση μειοψηφίας, πλην όμως οι αρχές που επικαλέστηκε το Δικαστήριο είναι εκείνες που χρησιμοποιούνται). Από όσα έχω ενώπιον μου, αντικειμενικά θεωρούμενα, κρίνω ότι η πλευρά της Παραπονουμένης απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης και δεν κρίνω σκόπιμο να καλέσω την Κατηγορουμένη σε απολογία σε υπόθεση, στην οποία εκλείπουν συστατικά στοιχεία της κατηγορίας. Υπενθυμίζεται η βασική νομολογιακή αρχή ότι δεν θα κληθεί ένας κατηγορούμενος σε απολογία, για να καλύψει κενά ή ατέλειες της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και ιδιαίτερα όταν η προσκομισθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορούμενου. Για ό,τι σημασία έχει, πέραν των πιο πάνω αναφερομένων, στο σημείο αυτό, επισημαίνεται ότι το δικαίωμα ιδιώτη να καταχωρεί ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις δεν είναι ανεξέλεγκτο. Ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις καταχωρούνται όταν παρά τις οχλήσεις του ιδιώτη προς τις διωκτικές αρχές, αυτές επιλέγουν να μην εξετάσουν το παράπονο του ιδιώτη (βλ. Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 CLR 363 και ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΤΡΥΦΩΝΟΣ, Ποινική ECLI:CY:AD:2016:D208, Αίτηση Αρ. 15/2015, 18/4/2016). Στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν υπάρχει ο παραμικρός ισχυρισμός ότι η Παραπονούμενη προχώρησε σε καταγγελίες στην αστυνομία αλλά η υπόθεση δεν προχώρησε, για αλλότριους λόγους, έτσι ώστε να νομιμοποιείται η Παραπονούμενη σε απευθείας καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα όσα ο μάρτυρας ανάφερε, υπάρχει ακόμα σε εκκρεμότητα έρευνα της αστυνομίας αναφορικά, μεταξύ άλλων, και με τα κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα τα οποία διέπραξε η Κατηγορουμένη. Επομένως, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ο μάρτυρας έχει καταθέσει οι διωκτικές αρχές της Δημοκρατίας, εξετάζουν ακόμα το παράπονο και δεν έχουν αρνηθεί δίωξη. Χωρίς οποιοδήποτε σχολιασμό, θα σημειώσω περαιτέρω ότι δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου, πως η Παραπονουμένη προσπαθεί να προωθήσει μεταμφιεσμένο υπό το μανδύα της κοινής κλοπής, άλλο αδίκημα το οποίο δεν εκδικάζεται συνοπτικά με την καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, αλλά για το οποίο θα έπρεπε είτε να είχε γίνει σχετική καταγγελία στις Αρχές και να προωθηθεί από την αστυνομία, είτε πριν από την καταχώρηση του Κατηγορητηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)να είχε ληφθεί προηγούμενη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα, προκειμένου το παρόν Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να το εκδικάσει συνοπτικά. Ο ορισμός του αδικήματος της κλοπής καταγράφεται στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 με την προβλεπόμενη ποινή αυτή του άρθρου 262, σύμφωνα με το οποίο «Αυτός που κλέβει ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή.». Στα άρθρα 263-265 αναφέρονται οι μορφές περιουσίας οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κλοπής και στα άρθρα 266-271 καθορίζονται οι διαφορετικές περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράττεται το αδίκημα της κλοπής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των Κατηγοριών αλλά και από τη μαρτυρία που έχει προσφερθεί, στην Κατηγορουμένη αποδίδεται η κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη αδικημάτων τα οποία τέλεσε υπό την ιδιότητά της ως υπαλλήλου και/ή υπηρέτη της Παραπονουμένης. Το αδίκημα αυτό συνιστά διακεκριμένη μορφή του αδικήματος της κλοπής και θα έλεγα ότι δεν υπάγεται στην ποινή που προβλέπεται από το άρθρο 262 του Κεφ.154, αλλά συνιστά ως το άρθρο 262 προβλέπει περίπτωση, στην οποία λόγω των περιστάσεων, προβλέπεται άλλη ποινή. Το αδίκημα το οποίο επιχειρήθηκε να αποδοθεί στην Κατηγορουμένη σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος αλλά και τη μαρτυρία που προσφέρθηκε, είναι αυτό του άρθρου 268, σύμφωνα με το οποίο: «268. Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι γραμματέας ή υπηρέτης, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του εργοδότη του ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου για λογαριασμό του εργοδότη του, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων.» Ενόψει των ανωτέρω, η υπόθεση απορρίπτεται και η Κατηγορυμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορουμένης και εναντίον της Παραπονουμένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, σύμφωνα με το σχετικό διαδικαστικό κανονισμό και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ...................................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.