Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Χρίστου Χριστοδούλου κ.α., Υποθ. αρ.: 23506/15, 12/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:26 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 23506/15 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. 1. Χρίστου Χριστοδούλου 2. Θωμά Πισσά Κατηγορουμένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Οκτωβρίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Ρ. Μαππουρίδης με κα Κ. Λαζαρίδου Κατηγορούμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν αρχικώς από κοινού τις κατηγορίες 1-5 ενώ ο Κατηγορούμενος 2 και τις κατηγορίες 6-8. Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1-3 ενώ οι υπόλοιπες για τον ίδιο διακόπηκαν. Του επιβλήθηκε ποινή στις 9.3.16, λόγω του ότι είχε δηλωθεί η πρόθεση του να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας στα πλαίσια της ακρόασης για τον Κατηγορούμενο 2, το οποίο όντως έχει πράξει. Ο Κατηγορούμενος 2 αρχικώς δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες 1-3 και 8 οι οποίες αφορούν: 1) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 1). 2) Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα 3 κιλά και 909,2 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη (κατηγορία 2). 3) Κατοχή του προαναφερόμενου ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 3). 4) Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα 190,35 γρ. κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 8). Ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε τις κατηγορίες 4-7 οι οποίες αφορούν: 1) Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα 761,7 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη (κατηγορία 4). 2) Κατοχή του προαναφερόμενου ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 5). 3) Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα 2,3189 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη (κατηγορία 6). 4) Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα 190,35 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη (κατηγορία 7). Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας αναφορικά με τις κατηγορίες 1-3 και 8 και πριν τις τελικές αγορεύσεις ο Κατηγορούμενος 2 άλλαξε απάντηση, παραδεχόμενος και την κατηγορία 8, ήτοι την κατοχή της προαναφερόμενης ποσότητας των 190,35 γρ. με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Όλα τα αδικήματα φέρονται να έχουν διαπραχθεί στις 25.11.15. Στα πλαίσια της ακρόασης τα πλείστα γεγονότα αφενός δηλώθηκαν υπό τη μορφή παραδεκτών γεγονότων και αφετέρου προκύπτουν από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία των αστυνομικών - μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής. Πρόκειται για τους αστ. 2862 Βαρνάβα Ζαβρό (Μ.Κ.1), αστ. 93 Ανδρέα Σάουρο (Μ.Κ.2), αστ. 441 Αντριανή Πιπερά (Μ.Κ.5) και αστ. 1851 Λευκή Ξενοφώντος (Μ.Κ.6) της Υ.ΚΑ.Ν Αρχηγείου και τον αστ. 209 Δαμιανό Χ΄΄Χριστοφή (Μ.Κ.4) της Υ.ΚΑ.Ν. Λευκωσίας. Έτσι σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα και την αναντίλεκτη μαρτυρία των εν λόγω αστυνομικών το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα: (
- i)Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως κατόπιν σχετικής πληροφορίας η οποία λήφθηκε στην Υ.ΚΑ.Ν ότι οι δύο Κατηγορούμενοι συνεργάζονταν και απέκρυπταν στις οικίες τους ναρκωτικά τα οποία είχαν πρόσφατα προμηθευτεί, εξασφαλίστηκαν εντάλματα έρευνας και οι οικίες τους τέθηκαν υπό παρακολούθηση στις 25.11.15. (
- ii)Από το σύνολο της μαρτυρίας συνάγεται πως η οικία του Κατηγορουμένου 1 (εφεξής «Χριστοδούλου») βρίσκεται στην οδό Θεμιστοκλέους 17, Καϊμακλί, ενώ του Κατηγορουμένου 2 (εφεξής «Κατηγορούμενος») στην οδό Πριάμου 10, Μακεδονίτισσα. Η οικία του Κατηγορουμένου καλύφθηκε περιμετρικά από την αστυνομία περί τις 10:15. Ανάμεσα στους αστυνομικούς εκεί ήταν οι Μ.Κ.1, 2, 5 και 6. Οι δύο τελευταίες ήταν μαζί σε ξεχωριστό όχημα, ήτοι η Μ.Κ.6 οδηγός και η Μ.Κ.5 συνοδηγός. (iii) Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως μέλη της αστυνομίας, τα οποία βρίσκονταν στην περιοχή της οικίας του Χριστοδούλου, αντιλήφθηκαν τον τελευταίο να αναχωρεί από την οικία του στις 14:10 με μια μοτοσικλέτα ΚΤΜ έχοντας στους ώμους του μια τσάντα. Μετά από λίγα λεπτά αναχώρησε από εκεί ακόμα ένα πρόσωπο με άλλη μοτοσικλέτα. Αμέσως στάληκε μήνυμα για τα γεγονότα αυτά στην ομάδα η οποία βρισκόταν στην περιοχή της οικίας του Κατηγορουμένου. (
- iv)Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.1, συνάγεται πως περί ώρα 14:15 αυτός έδωσε μήνυμα μέσω ασυρμάτου πως ο Κατηγορούμενος είχε φθάσει στην οικία του με το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΤΚ346 και στάθμευσε έξω από αυτή. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, περί ώρα 14:25 έφθασε εκεί και ο Χριστοδούλου, στάθμευσε έξω από την οικία και εισήλθε εντός αυτής έχοντας την τσάντα στους ώμους του. Σύμφωνα πάντα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο Χριστοδούλου αφίχθη με μια μοτοσικλέτα τύπου ΚΤΜ, στάθμευσε δεξιά (σύμφωνα με την κατεύθυνση του) της πόρτας της οικίας του Κατηγορουμένου και με την άφιξη του ο μάρτυρας έδωσε και πάλι σχετικό μήνυμα μέσω ασυρμάτου. (
- v)Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα οι αστυνομικοί οι οποίοι βρίσκονταν εκεί κτύπησαν την πόρτα της οικίας φωνάζοντας επανειλημμένα «Αστυνομία». Κανείς δεν άνοιγε και έτσι οι αστυνομικοί παραβίασαν την πόρτα και εισήλθαν εντός της οικίας. Με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Μ.Κ.1, είναι αυτός που κτύπησε την πόρτα, φώναζε «Αστυνομία» και παραβίασε αυτή. Ενώ ο Μ.Κ.1 κτυπούσε την πόρτα άλλοι αστυνομικοί κάλυψαν περιμετρικά την οικία, συμπεριλαμβανομένης της Μ.Κ.5. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2, η όλη διαδικασία διήρκησε περί το ενάμιση λεπτό, ήτοι μισό ενόσω κτυπούσαν την πόρτα και ένα μέχρι να την παραβιάσουν και εισέλθουν εντός της οικίας. Συνιστά επίσης παραδεκτό γεγονός πως κατά την είσοδο των αστυνομικών εντός της οικίας, ο Χριστοδούλου θεάθηκε να διαφεύγει από το πίσω μέρος της οικίας έχοντας την τσάντα στους ώμους του και να κατευθύνεται προς την Κρατική Έκθεση. Μέλος της αστυνομίας (ο Μ.Κ.2) τον καταδίωξε και τον εντόπισε λίγα λεπτά αργότερα εντός του χώρου της Έκθεσης, κρυμμένο πίσω από ένα δέντρο. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο Χριστοδούλου εκείνη την ώρα μιλούσε στο κινητό. Αφού ο Μ.Κ.2 του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα, τον ρώτησε γιατί διέφυγε και εκείνος απάντησε ότι φοβήθηκε. Επειδή δεν υπήρχε πλέον στην κατοχή του η τσάντα την οποία μετέφερε, ρωτήθηκε πού ήταν και αυτός οδήγησε τον Μ.Κ.2 στον απέναντι δρόμο από την Έκθεση και υπέδειξε την τσάντα πάνω σε ένα δέντρο λέγοντας «Έτην βαλίτσα». Σε ερώτηση τι περιείχε απάντησε «Τέσσερα κιλά χόρτο τζιαι εν δικά μου». Του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και απάντησε «Εν δική μου η βαλίτσα». (
- vi)Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός πως η τσάντα παραλήφθηκε και εντός αυτής υπήρχαν συσκευασίες τυλιγμένες με νάιλον οι οποίες περιείχαν ξηρή φυτική ύλη. Αφού ο Χριστοδούλου πληροφορήθηκε για το αδίκημα που διέπραττε και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο απάντησε «Εν δικό μου το πράμα ρε φίλε». Αμέσως συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα. Αυτό έγινε στις 14:30, ενώ σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 4, περί τις 15:20 κατέφθασε στη σκηνή ο τελευταίος, ως ο ανακριτής της υπόθεσης. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.4, αυτός παρέλαβε τη τσάντα με τα ναρκωτικά, τα οποία και φωτογραφήθηκαν. Αργότερα την ίδια μέρα, μεταξύ 16:30-17:20, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας ο Μ.Κ.4 ερεύνησε την οικία του Χριστοδούλου χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε. (vii) Συνιστά παραδεκτό γεγονός πως ακολούθως ο Χριστοδούλου μεταφέρθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λευκωσίας. Τα τεκμήρια συσκευάστηκαν και στάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Η τσάντα ώμου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 ενώ οι οκτώ συνολικά νάιλον συσκευασίες με ξηρή φυτική ύλη οι οποίες βρίσκονταν εντός αυτής κατατέθηκαν ανά τέσσερις ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Σύμφωνα με την Έκθεση του Κρατικού Χημείου, η τσάντα περιείχε 3.909,2 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. (viii) Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. τα οποία είχαν παραμείνει στην οικία του Κατηγορουμένου (συμπεριλαμβανομένου του Μ.Κ.1) τον ενημέρωσαν ότι εκκρεμούσε ένταλμα έρευνας της οικίας του (Τεκμήριο 15), του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, ρωτήθηκε κατά πόσο υπήρχε εντός της οικίας οτιδήποτε το παράνομο και απάντησε «Έχω δκυό τσιάρα». Υπέδειξε στο σαλόνι της οικίας δύο κουτιά τα οποία περιείχαν ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης και αφού ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο απάντησε «Εντάξει». Πρόκειται για ένα κουτί χρώματος κόκκινου που περιείχε ένα μαύρο μεταλλικό σπαστήρα με ξηρή φυτική ύλη και ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης καθώς επίσης και ακόμα ένα κουτί χρώματος κόκκινου που περιείχε δύο ανοικτά νάιλον σακουλάκια με ξηρή φυτική ύλη και ένα πράσινο σπαστήρα με ξηρή φυτική ύλη, Τεκμήρια 4 και 5. Οι επιστημονικές εξετάσεις κατέδειξαν πως πρόκειται για συνολικά 2,3189 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. (
- ix)Είναι παραδεκτό πως κατά την έρευνα εντοπίστηκε στο ντουλάπι του υπνοδωματίου της οικίας ένα ανοικτό νάιλον σακούλι με ξηρή φυτική ύλη το οποίο ήταν περιτυλιγμένο με καφέ κολλητική ταινία - Τεκμήριο 6. Σύμφωνα με την Έκθεση του Κρατικού Χημείου, πρόκειται για 761,7 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Αφού ο Μ.Κ.1 του επέστησε την προσοχή στο Νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δικό μου έννενι». (
- x)Συνιστά παραδεκτό γεγονός πως κάτω από το κρεβάτι στο υπνοδωμάτιο εντοπίστηκε ένα τεμάχιο το οποίο περιείχε ξηρή φυτική ύλη τυλιγμένο με κολλητική ταινία και μια νάιλον τσάντα η οποία περιείχε δύο τεμάχια με ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης - Τεκμήριο 7. Με βάση την Έκθεση του Κρατικού Χημείου, πρόκειται για 190,35 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Κατόπιν επίστησης από τον Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Εν έχω ιδέα». (
- xi)Δηλώθηκε περαιτέρω πως εντός του ψυγείου εντοπίστηκαν εννέα μπουκαλάκια τα οποία περιείχαν υγρή ουσία και κάποια σκόνη, τα οποία και παραλήφθηκαν. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος του είπε πως αυτά είναι αναβολικά. (xii) Οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 16 λήφθηκαν εκ μέρους της υπεράσπισης, απεικονίζουν την οικία του Κατηγορουμένου και αναγνωρίστηκαν ως τέτοιες από τους Μ.Κ.1 και 2. (xiii) Με βάση την αδιαμφισβήτητη περιγραφή του Μ.Κ.1, η οποία επιβεβαιώνεται και από τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 16, η οικία του Κατηγορουμένου είναι ημιυπόγεια και από πάνω έχει άλλη οικία (των γονέων του) σε κολώνες. Εισερχόμενος κάποιος εντός της οικίας του Κατηγορουμένου βλέπει ευθεία απέναντι το υπνοδωμάτιο με ένα παράθυρο (φωτ. 3) και αριστερά την κουζίνα και ένα σαλονάκι με μια παραθυρόπορτα, τα οποία διαχωρίζονται με τοίχο. Η παραθυρόπορτα απεικονίζεται στη φωτ. 5. Στη φωτ. 6 φαίνεται η αυλή της οικίας έξω ακριβώς από την παραθυρόπορτα και στα αριστερά της παραθυρόπορτας η (υπερυψωμένη) βεράντα της οικίας των γονέων του Κατηγορουμένου η οποία βλέπει προς την αυλή και την παραθυρόπορτα. (xiv) Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη από τον Μ.Κ.1 και μεταφέρθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λευκωσίας. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.1, αυτός οδήγησε τη μοτοσικλέτα του Χριστοδούλου στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λευκωσίας. (
- xv)Αποτελεί επίσης παραδεκτό πως τόσο από τον Κατηγορούμενο όσο και από τον Χριστοδούλου λήφθηκαν, κατόπιν συγκατάθεσης τους, παρειακά επιχρίσματα. Οι επιστημονικές εξετάσεις κατέδειξαν πως: · Το γενετικό υλικό του Κατηγορουμένου εντοπίστηκε στα δύο λουριά τα οποία κλείνουν την τσάντα ώμου, Τεκμήριο 1. · Το γενετικό υλικό του Χριστοδούλου εντοπίστηκε στην εξωτερική πλευρά μίας εκ των συσκευασιών που υπήρχαν εντός της τσάντας. · Τα αποτυπώματα του Χριστοδούλου εντοπίστηκαν σε νάιλον διαφανή συσκευασία η οποία έφερε κομμάτι καφέ κολλητικής ταινίας και βρισκόταν εντός της τσάντας. · Τα αποτυπώματα και των δύο εντοπίστηκαν στην άσπρη νάιλον τσάντα η οποία βρέθηκε κάτω από το κρεβάτι του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο 7. · Το γενετικό υλικό του Κατηγορουμένου εντοπίστηκε στο εσωτερικό μέρος της συσκευασίας, Τεκμήριο 6. Σχετική είναι η Έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής με αρ. 6411-2015 ημ. 21.1.16, Τεκμήριο 8. (xvi) Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.4, αυτός συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης στις 26.11.15. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε «Παραδέχομαι μόνο τα αναβολικά». (xvii) Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο πως στις 27.11.15 ο Μ.Κ.4, στην παρουσία του αστ. 2710, κατέγραψε ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο 17. (xviii) Στα πλαίσια των παραδεκτών γεγονότων κατατέθηκαν επίσης δέσμη φωτογραφιών, οι οποίες λήφθηκαν από την αστυνομία, μαζί με αναλυτικό πίνακα και απεικονίζουν μεταξύ άλλων το σημείο όπου εντοπίστηκε η τσάντα με τις ναρκωτικές ουσίες καθώς επίσης και τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν εντός της οικίας του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο 11. (xix) Είναι παραδεκτό πως η παραλαβή και διακίνηση όλων των τεκμηρίων της υπόθεσης έγινε νομότυπα και κανονικά. (
- xx)Στα πλαίσια των παραδεκτών γεγονότων, το κινητό τηλέφωνο του Χριστοδούλου μάρκας Nokia με αριθμό 97850257 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 και το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορουμένου μάρκας iPhone με αριθμό 96833743 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10. Στην κατοχή του Χριστοδούλου ανευρέθηκαν ακόμα δύο κινητά τηλέφωνα. (xxi) Τα αποτελέσματα δυνάμει σχετικού δικαστικού διατάγματος για αποκάλυψη των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων κατατέθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα. Αυτά της CYTA κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 12, της Primetel ως Τεκμήριο 13 και της MTN ως Τεκμήριο 14. (xxii) Σύμφωνα με το Τεκμήριο 14, ο Χριστοδούλου και ο Κατηγορούμενος είναι συνδρομητές στην ΜΤΝ και είχαν επικοινωνίες μεταξύ τους στους προαναφερόμενους αριθμούς στις 23, 24 και 25.11.15. Κατά την αντεξέταση των μαρτύρων - αστυνομικών η υπεράσπιση ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, βασικά με δύο θέματα: (
- i)το κατά πόσο η μοτοσικλέτα στην οποία επέβαινε ο Χριστοδούλου έφερε αριθμούς εγγραφής και (
- ii)το πού βρισκόταν ο Κατηγορούμενος όταν η αστυνομία εισήλθε στην οικία του. Θα πρέπει να λεχθεί πως η γενική εικόνα την οποία το Δικαστήριο σχημάτισε για όλους τους μάρτυρες - αστυνομικούς είναι θετική. Όπως έχει ήδη λεχθεί το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας τους ταυτίζεται με τα παραδεκτά γεγονότα ενώ πλείστες των αναφορών τους δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Ούτε και διαφάνηκε πως οποιοσδήποτε εξ αυτών είχε κίνητρο να μην αποκαλύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα. Οι μάρτυρες ήταν σαφείς και κάποιοι εξ αυτών δεν δίστασαν να αναγνωρίσουν πως δεν θυμούνταν λεπτομέρειες και έτσι δεν δύναντο να απαντήσουν. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, η μαρτυρία τους παρουσιάζει συνοχή και συνέπεια ενώ κάποιες διαφορές στη μαρτυρία τους κρίνονται δικαιολογημένες ενόψει του χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει ή δεν είναι τέτοιες που να πλήττουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία τους. Αντιθέτως τείνουν να καταδείξουν την έλλειψη οποιασδήποτε προσυνεννόησης μεταξύ τους. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Σιβιτανίδης v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166 στην οποία λέχθηκε πως «Αναμφίβολα, μικρές διαφορές στη μαρτυρία πάντοτε υπάρχουν. . Η νομολογία δέχεται ότι μικροαντιφάσεις σε λεπτομέρειες στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία, που κατά τα άλλα είναι πειστική, και καταδείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 104).» Άλλωστε ούτε και στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων προβλήθηκε εισήγηση εκ μέρους της υπεράσπισης περί της αναξιοπιστίας οιουδήποτε των αστυνομικών. Ως προς το πρώτο ζήτημα, ο Μ.Κ.1 ανέφερε πως η μοτοσικλέτα του Χριστοδούλου δεν έφερε αριθμούς εγγραφής ενώ ο Μ.Κ.2 στη γραπτή του κατάθεση καταγράφει πως αυτή έφερε αριθμούς εγγραφής ΚΑΒ
- Τη θέση του Μ.Κ.1 επιβεβαίωσε και ο Μ.Κ.4 ο οποίος ανέφερε περαιτέρω πως δεν κρίθηκε σκόπιμο να φωτογραφηθεί η μοτοσικλέτα. Επί τούτου είναι προφανές πως δεν παρατηρείται οποιαδήποτε αντίφαση μεταξύ των μαρτύρων. Ο Μ.Κ.2 ήταν σαφής κατά την προφορική του μαρτυρία, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, πως έλαβαν μήνυμα ότι είχαν ξεκινήσει δύο μοτοσικλέτες από την οικία του Χριστοδούλου και πως γνώριζαν ότι η μια ανήκε σε αυτόν. Σύμφωνα δε με την αναντίλεκτη θέση του Μ.Κ.4, αυτή δεν έφερε αριθμούς εγγραφής, οι οποίοι όμως εντοπίζονται στο (ηλεκτρονικό) σύστημα της αστυνομίας. Ενώ κατά τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ο συνήγορος υπεράσπισης προσπάθησε να καταδείξει πως αυτός και ο Μ.Κ.2 δίνουν αντιφατικές εκδοχές επί αυτού του ζητήματος, τελικώς η σαφής θέση του Μ.Κ.4 ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης ή αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Έτσι συνάγεται πως πράγματι κατά τον ουσιώδη χρόνο η μοτοσικλέτα του Χριστοδούλου δεν έφερε αριθμούς εγγραφής, πως στο μήνυμα προς τους αστυνομικούς δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε αριθμούς εγγραφής, και πως αυτοί προφανώς καταγράφηκαν από τον Μ.Κ.2 στην κατάθεση του λόγω του ότι βρίσκονται καταχωρημένοι στο σύστημα της αστυνομίας, σε σχέση με μοτοσικλέτα που ήταν εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του (Χριστοδούλου). Όσον αφορά το πού βρισκόταν ο Κατηγορούμενος κατά την έφοδο της αστυνομίας εντός της οικίας του, κατά χρονική σειρά προηγείται η μαρτυρία της Μ.Κ.
- Σημειώνεται πως αυτή κατέθεσε με ευθύτητα και σαφήνεια και δεν υπέστη αντεξέταση. Η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Προκύπτει λοιπόν από τη Μ.Κ.5 πως όταν δόθηκε σήμα για έφοδο στην οικία, αυτή κατέβηκε από το αστυνομικό όχημα, πήγε προς το σημείο όπου οι συνάδελφοι της προσπαθούσαν να ανοίξουν την πόρτα, είδε τον Μ.Κ.1 στην προσπάθεια του αυτή, και ακολούθως η ίδια κατευθύνθηκε τρέχοντας προς την εξωτερική αριστερή πλευρά της οικίας κάτω βασικά από τη βεράντα. Εκεί είδε τον Κατηγορούμενο στη βεράντα και συνομίλησαν για δευτερόλεπτα. Συγκεκριμένα του ζήτησε να ανοίξει, τον ρώτησε γιατί δεν ανοίγει λέγοντας του «Αστυνομία» και ενόσω οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να ανοίξουν, αυτός κατέβηκε κάτω προς την οικία του. Αυτή η αναφορά της μάρτυρος ουδόλως έρχεται σε αντίφαση με τη θέση του Μ.Κ.
- Ειδικότερα ο Μ.Κ.1 είπε πως όταν εισήλθε εντός της οικίας είδε τον Κατηγορούμενο να στέκεται έξω από την παραθυρόπορτα αυτής, στην αυλή, όπου υπήρχε και ένας σκύλος, αρνούμενος την υποβολή πως εκείνη τη στιγμή ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στη βεράντα της οικίας των γονέων του. Σε άλλη υποβολή πως τόσο ο ίδιος όσο και οι γυναίκες αστυνομικοί οι οποίες ήταν στη σκηνή είδαν τον Κατηγορούμενο στη βεράντα και συνομίλησαν μαζί του, ο Μ.Κ.1 απάντησε πως δεν γνώριζε τι έγινε με τις γυναίκες αστυνομικούς, προσθέτοντας πως είναι πιθανόν να έγινε κάτι τέτοιο μεταξύ τους και του Κατηγορουμένου ενόσω αυτοί (οι αστυνομικοί) προσπαθούσαν να σπάσουν την πόρτα. Αυτή η απάντηση του μάρτυρος σαφώς συνάδει με τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.
- Κρίνεται καθόλα λογικό, κατά το στάδιο της εφόδου της αστυνομίας και μέχρι την άφιξη της Μ.Κ.5 στην αυλή, ο Κατηγορούμενος να βρισκόταν πάνω στη βεράντα, να έγινε η συνομιλία μεταξύ των δύο τους ενόσω οι αστυνομικοί κτυπούσαν και προσπαθούσαν να παραβιάσουν την πόρτα και μέχρι οι τελευταίοι να την ανοίξουν και εισέλθουν εντός αυτής, ο Κατηγορούμενος να κατέβηκε κάτω. Κρίνεται απολύτως λογικό πως το χρονικό διάστημα του ενός τουλάχιστον λεπτού επέτρεπε και παρείχε τη δυνατότητα στον Κατηγορούμενο να κατέβει από τη βεράντα στην αυλή προς την οικία του, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψιν και η πολύ μικρή απόσταση μεταξύ της βεράντας και της οικίας των γονέων του με τη δική του οικία, την αυλή και την παραθυρόπορτα αυτής, όπως απεικονίζεται στις φωτ. 5 και 6 του Τεκμηρίου
- Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η αναφορά του Μ.Κ.2 πως με την είσοδο της ομάδας στην οικία αυτός είδε τον Κατηγορούμενο εντός της οικίας και τον Χριστοδούλου να διαφεύγει από το πίσω μέρος της οικίας και πως αμέσως ο ίδιος έτρεξε έξω προς την κατεύθυνση του Χριστοδούλου. Είναι γεγονός πως στη γραπτή του κατάθεση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του ο Μ.Κ.2 δεν κάνει αναφορά στον Κατηγορούμενο παρά μόνο στον Χριστοδούλου. Η δικαιολογία που πρόβαλε προς τούτο κρίνεται βάσιμη και λογική. Παρόλο που είδε τον Κατηγορούμενο εντός της οικίας η προσοχή του στράφηκε στον Χριστοδούλου ο οποίος προσπάθησε να διαφύγει και ο μάρτυρας κατευθύνθηκε προς αυτόν. Αυτή η θέση του, σε συνδυασμό με την αναφορά του πως ο ίδιος δεν μπήκε πρώτος εντός της οικίας και πως είδε τον Κατηγορούμενο μόνο για ένα-δύο δευτερόλεπτα καθότι όλα έγιναν «αστραπιαία», οδηγεί στο εύλογο συμπέρασμα πως μέχρι την είσοδο του Μ.Κ.2 ο Κατηγορούμενος όντως εισήλθε εντός της οικίας μέσω της παραθυρόπορτας. Τονίζεται όμως πως η προσοχή του Μ.Κ.2 ήταν στραμμένη αλλού, σε αντίθεση με τον Μ.Κ.1 ο οποίος είχε επικεντρωθεί στον Κατηγορούμενο. Έτσι εφόσον ο Μ.Κ.2 είχε ουσιαστικά ασχοληθεί με τον Χριστοδούλου, η παράλειψη αναφοράς στην κατάθεση του για τον Κατηγορούμενο κατά την είσοδο του στην οικία κρίνεται απολύτως δικαιολογημένη. Μάλιστα ο Μ.Κ.2 ανέφερε πως δεν είδε από πού βγήκε ο Χριστοδούλου. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, η αναφορά του πως τον είδε να διαφεύγει από το πίσω μέρος της οικίας και να βρίσκεται έξω στην αυλή συνάδει με την αναντίλεκτη θέση του Χριστοδούλου πως αυτός βγήκε από το παράθυρο, το οποίο βρίσκεται στο πίσω μέρος της οικίας. Επισημαίνεται ακόμα πως η αδυναμία του Μ.Κ.2 να θυμηθεί ποιος είχε παραβιάσει την πόρτα, ποιος μπήκε πρώτος εντός της οικίας και τι φορούσε ο Χριστοδούλου καθώς επίσης και να κατονομάσει τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας δεν κρίνεται τέτοια που να πλήττει την αξιοπιστία του, ειδικά εφόσον αυτά τα ζητήματα δεν είναι ουσιώδους σημασίας για την υπόθεση και εν πάση περιπτώσει καλύφθηκαν από άλλους μάρτυρες η μαρτυρία των οποίων παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Έτσι γίνεται δεκτό πως ο Χριστοδούλου φορούσε ένα σακάκι και κράνος μαύρου χρώματος, όπως περιέγραψε ο Μ.Κ.
- Άλλωστε υπάρχει και η αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Κ.6 πως και όταν η ίδια εισήλθε εντός της οικίας είδε τον Κατηγορούμενο εντός αυτής. Η μαρτυρία της παρουσιάζει συνοχή με αυτή των Μ.Κ.1 και
- Σημειώνεται πως η Μ.Κ.6 εισήλθε μετά που οι συνάδελφοι της είχαν ανοίξει την πόρτα καθότι, όπως η ίδια ανέφερε, ενώ προσπαθούσαν να ανοίξουν την πόρτα η ίδια μετακίνησε το αυτοκίνητο το οποίο εμπόδιζε. Έτσι συνάγεται πως μόλις ο Μ.Κ.1 εισήλθε εντός της οικίας ο Κατηγορούμενος είχε κατεβεί από τη βεράντα και βρισκόταν στην αυλή κοντά στην παραθυρόπορτα ενώ αμέσως μετά εισήλθε εντός αυτής, όπου πρώτα τον είδε ο Μ.Κ.2 ο οποίος στη συνέχεια καταδίωξε τον Χριστοδούλου, και ακολούθως τον είδε και η Μ.Κ.6 κατά τη δική της μεταγενέστερη είσοδο στην οικία. Όπως έχει ήδη λεχθεί, εκτός από τους αστυνομικούς, για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε και ο Χριστοδούλου (Μ.Κ.3). Η βασική εκδοχή του όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν πως, κατόπιν συνεννόησης και οδηγιών που λάμβανε από κάποιο πρόσωπο και από τον Κατηγορούμενο, αυτός προμηθεύτηκε τα ναρκωτικά από το εν λόγω πρόσωπο με πρόθεση να τα μεταφέρει και παραδώσει στον Κατηγορούμενο στην οικία του. Περιέγραψε τον ρόλο του ως απλού μεταφορέα των ναρκωτικών με αντάλλαγμα την εξόφληση ποσού το οποίο όφειλε για την αγορά ναρκωτικών τα οποία χρησιμοποίησε, όντας καθημερινός χρήστης. Είπε ακόμα πως προσπάθησε να διαφύγει από το σπίτι του Κατηγορουμένου επειδή φοβήθηκε και πως αρχικά ανέφερε ότι τα ναρκωτικά ήταν δικά του για να επωμιστεί ο ίδιος όλη την ευθύνη, ενώ τελικώς αποφάσισε να πει την αλήθεια και να αναλάβει μόνο το δικό του μέρος ευθύνης. Πριν την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Χριστοδούλου, επισημαίνουμε πως αυτός είναι συναυτουργός στην παρούσα υπόθεση ενόψει της συμμετοχής του στα αδικήματα που αφορούν την επίδικη ποσότητα των κατηγοριών 1-3 και της παραδοχής του σε αυτές. Σχετικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Mousoulides v. Republic
(1983)2 C.L.R. 336 και Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 24. Με αυτή την διαπίστωση, εγείρεται αυτόματα το θέμα της αξιολόγησης μαρτυρίας συναυτουργού και ενδεχομένως της αναγκαιότητας αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, ο σκοπός τέτοιας ενισχυτικής μαρτυρίας είναι η άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνεργού, λόγω της συμμετοχής ή σύμπραξης του στο έγκλημα. Η κλασική υπόθεση επί του θέματος είναι η Zacharia v. The Republic
(1962)2 C.L.R. 52, η οποία υιοθετήθηκε πλήρως στην υπόθεση Λοϊζου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Δ.Δ. 546, από την οποία παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα: «
- Όταν το πρωτόδικο δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία ενός μάρτυρα που μπορεί να είναι ή να μην είναι συναυτουργός στην υπόθεση, το Δικαστήριο οφείλει πρώτα να αποφασίσει κατά πόσο ο μάρτυρας είναι κατά την άποψή του συναυτουργός.
- Όταν ο μάρτυρας είναι προφανώς συναυτουργός, ή το δικαστήριο τον θεωρεί τέτοιο, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο σαν θέμα αξιοπιστίας το δικαστήριο είναι ή δεν είναι διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση. Σχετικά με αυτό, το δικαστήριο έχει νομική υποχρέωση να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι ένας συναυτουργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, που η μαρτυρία του μπορεί να επηρεάζεται από τη σχέση του με το έγκλημα και ότι επομένως είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση.
- Όταν όμως, παρά μια τέτοια προειδοποίηση, το δικαστήριο νομίζει ότι μπορεί να δεχθεί τη μαρτυρία του συγκεκριμένου τούτου συναυτουργού, και αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να στηριχθεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση, το δικαστήριο έχει από το νόμο δικαίωμα να το κάνει, δεδομένου βέβαια ότι η υπόθεση δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνη των περιπτώσεων που η ενίσχυση απαιτείται θετικά από τον ίδιο το νόμο ανεξάρτητα από τη συμμετοχή του μάρτυρα στο έγκλημα.
- Αν όμως το δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν θα ήταν διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία ενός συναυτουργού χωρίς άλλο στήριγμα, το δικαστήριο πρέπει ν΄ αναζητήσει ενίσχυση από ανεξάρτητη μαρτυρία (ξεχωριστή από μαρτυρία που προέρχεται από άλλο συναυτουργό) η οποία όχι μόνο να στηρίζει την εκδοχή του συναυτουργού σχετικά με τη διάπραξη του αδικήματος, αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το έγκλημα. Και η απόφαση πρέπει να προσδιορίζει που το δικαστήριο βρήκε μια τέτοια ενίσχυση.» Χρήσιμη αναφορά επί του θέματος γίνεται επίσης στις υποθέσεις Peristianis v. Police
(1969)2 C.L.R. 137, Psara v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 132, Γιουρούκης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 171 και 402, Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (Αρ. 1) (ανωτέρω) και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (ανωτέρω), η αξιολόγηση της μαρτυρίας συναυτουργού δεν διενεργείται απομονωμένα, αλλά ενιαία, λαμβανομένης υπόψιν και εξεταζόμενης συγχρόνως και όλης της υπόλοιπης μαρτυρίας προκειμένου να διαπιστωθεί η αξιοπιστία της μαρτυρίας του συναυτουργού και διαπιστώνοντας παράλληλα στο πλαίσιο αυτό κατά πόσο υπάρχει επίσης ή όχι ενίσχυση της και από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία, νοουμένου βέβαια ότι κάτι τέτοιο κρίνεται αναγκαίο. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα στην υπόθεση A.G. Hong Kong v. Wong
(1978)2 All E.R. 488 (P.C.), στη σελ. 494: «The corroborative evidence will not, of course, necessarily authenticate the evidence of a suspect witness. But it may at least allay some of the suspicion. In other words it may assist in establishing the credibility of the suspect witness.» Φυσικά, σε αυτό το πλαίσιο, πασιφανώς αναξιόπιστη μαρτυρία προερχόμενη από μάρτυρα που θεωρείται συναυτουργός με τον κατηγορούμενο, δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί εναντίον του τελευταίου και πρέπει να απορριφθεί. Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Τεβλετιάν v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ.
- Στα πλαίσια αξιολόγησης του Χριστοδούλου επισημαίνεται εξ αρχής πως αυτός ήταν ο πιο ουσιώδης μάρτυρας κατηγορίας καθότι είναι ο μοναδικός ο οποίος εμπλέκει με οποιονδήποτε τρόπο τον Κατηγορούμενο στη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν στα 3.909,2 γρ. κάνναβης. Ο Χριστοδούλου ανέφερε αρχικά πως είναι ηλικίας 29 ετών, απόφοιτος Λυκείου, δεν έκανε τη στρατιωτική του θητεία λόγω ψυχολογικών προβλημάτων και εργάζεται μόνο περιστασιακά. Είναι χρήστης ναρκωτικών, και μάλιστα σχεδόν επί καθημερινής βάσης, τα τελευταία 8-10 χρόνια, και συγκεκριμένα χόρτου και κοκαΐνης και σπανιότερα ηρωίνης. Προσπάθησε από μόνος του να απεξαρτητοποιηθεί αλλά δεν τα κατάφερε. Μετά την καταδίκη του σε πενταετή φυλάκιση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, δεν έκανε χρήση ουσιών, παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει αγωγή. Πριν τη φυλάκιση του διέμενε μόνος σε οικία πάνω από την οικία των γονέων του. Έχει μια αδελφή και περιγράφει τις σχέσεις με την οικογένεια του καλές. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο Χριστοδούλου απέδωσε τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και τα οποία δικαιολογούσαν την απαλλαγή του από τον στρατό κυρίως στις οικονομικές δυσκολίες και στη χρήση ναρκωτικών. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως η αναφορά του ότι ξεκίνησε τη χρήση πριν 8-10 χρόνια παραπέμπει στην έναρξη χρήσης ουσιών σε κάπως μεταγενέστερο χρόνο από την κατατάξιμη στον στρατό ηλικία του. Όμως η αναφορά του στα 8-10 χρόνια σαφώς έγινε κατά προσέγγιση και όχι με ακρίβεια και δεν κρίνεται πως παρουσιάζει τέτοια χρονική απόκλιση που να οδηγεί σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντιφατικότητα στα λεγόμενα του Χριστοδούλου. Έτσι αυτό το μέρος της μαρτυρίας του για τις προσωπικές του συνθήκες γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο. Ο Χριστοδούλου προσδιόρισε τη γνωριμία του με τον Κατηγορούμενο πριν από δέκα έτη σε γκαράζ αυτοκινήτων, όπως άλλωστε επιβεβαίωσε και ο Κατηγορούμενος στην ένορκη του μαρτυρία. Η αναφορά του πως έγιναν καλοί φίλοι, πως βρισκόντουσαν σχεδόν καθημερινά και πως κάποτε πήγαινε στο σπίτι του Κατηγορουμένου στην απουσία του τελευταίου για να λάβει πρωτεΐνη για το γυμναστήριο ή να πάρει τροφή του σκύλου, αφού ο Κατηγορούμενος του άφηνε κλειδιά έξω από το σπίτι, συνάδει επίσης με τα όσα ανέφερε και ο Κατηγορούμενος. Συνακόλουθα και αυτό το μέρος της μαρτυρίας του γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο. Ο Χριστοδούλου υιοθέτησε την κατάθεση του προς την αστυνομία ημ. 29.11.15 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτή ουσιαστικά ανέφερε πως θα παρέδιδε την τσάντα την οποία κρατούσε με τα ναρκωτικά στο σπίτι του Κατηγορουμένου κατόπιν προγενέστερης συνεννόησης τους. Ανέφερε ακόμα πως δεν έχει οποιαδήποτε ανάμειξη με τα ναρκωτικά τα οποία ανευρέθηκαν στο σπίτι του Κατηγορουμένου, τα οποία ανήκουν στον τελευταίο όπως ο ίδιος του είπε. Η μόνη του εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση ήταν η απλή μεταφορά των ναρκωτικών. Ο ίδιος ισχυρίστηκε πως ποτέ δεν πούλησε ναρκωτικά και πως κάπνιζε μεγάλη ποσότητα, ήτοι 3-4 γρ. χόρτο, κάτι το οποίο είναι ευρέως γνωστό. Κατονόμασε το πρόσωπο το οποίο έφυγε από την οικία του κατά την επίδικη μέρα ως τον Αντώνη από την Ανθούπολη. Κατά την προφορική του μαρτυρία ο Χριστοδούλου αρχικώς είπε πως είχε συνεννοηθεί τόσο με το πρόσωπο που θα του παρέδιδε τα ναρκωτικά όσο και με τον Κατηγορούμενο ότι η παραλαβή και η παράδοση θα γίνονταν την προηγούμενη μέρα, όμως ούτε το πρόσωπο που θα τα παρέδιδε αλλά ούτε και ο Κατηγορούμενος μπορούσαν τελικώς να πραγματοποιήσουν την εν λόγω συναλλαγή εκείνη τη μέρα. Έτσι αφού μίλησε με τον Κατηγορούμενο, είχαν συνεννοηθεί πως αυτό θα γινόταν την επομένη και περιέγραψε με περισσότερη λεπτομέρεια τα γεγονότα της επίδικης μέρας. Ειδικότερα, αφού έκανε διάφορα πράγματα το πρωί, και συγκεκριμένα πήγε γυμναστήριο, μετά στο σπίτι για περίπατο του σκύλου, ακολούθως σε κατάστημα για ψώνια, τελικώς επέστρεψε στο σπίτι του. Από εκεί γύρω στις 12:00 το μεσημέρι πήγε να παραλάβει τα ναρκωτικά. Συγκεκριμένα, αφού έλαβε τηλεφώνημα προχώρησε πεζός περί τα 400 μ., ήρθε κάποιος με το φορτηγό και τον πήρε σε ένα μέρος από όπου ο Χριστοδούλου παρέλαβε τα ναρκωτικά εντός μιας ταξιδιωτικής βαλίτσας. Μετά τον μετέφερε πίσω και ο Χριστοδούλου επέστρεψε στο σπίτι του. Εκεί ο Χριστοδούλου αφαίρεσε τις συσκευασίες των ναρκωτικών από τη βαλίτσα και τις τοποθέτησε εντός της τσάντας ώμου, Τεκμήριο
- Η τσάντα ανήκει στον Κατηγορούμενο και ο Χριστοδούλου την πήρε, εν γνώσει του πρώτου, τρεις με τέσσερις μέρες προηγουμένως για να βάλει μέσα τα ναρκωτικά. Ο Χριστοδούλου πήρε τηλέφωνο τον Κατηγορούμενο, ο οποίος δεν απαντούσε και έτσι αυτός περίμενε τηλεφώνημα του για να ξεκινήσει για το σπίτι του τελευταίου όπου θα παρέδιδε τα ναρκωτικά. Τελικώς μίλησαν τηλεφωνικώς γύρω στις 13:00-14:00, όταν και ξεκίνησε για την οικία του Κατηγορουμένου. Στο μεταξύ στην οικία του Χριστοδούλου βρισκόταν ο φίλος του Κότσαπας με τον οποίο έπιναν καφέ. Εδώ σημειώνεται πως ο Κότσαπας είναι το πρόσωπο το οποίο ο Χριστοδούλου κατονομάζει ως Αντώνη στην κατάθεση του, θέμα το οποίο θα απασχολήσει κατωτέρω. Ο Κότσαπας δεν είχε ανάμειξη με τα ναρκωτικά, όμως προφανώς είχε καταλάβει τι επρόκειτο να κάνει ο Χριστοδούλου. Ο Χριστοδούλου ζήτησε από τον Κότσαπα να πάρει τη μοτοσικλέτα του πρώτου και να βάλει βενζίνη για να μην κυκλοφορεί ο ίδιος με την τσάντα, όπως και έγινε. Σημειώνεται πως ο Χριστοδούλου επιβεβαίωσε ότι η μοτοσικλέτα του δεν φέρει αριθμούς εγγραφής. Ακολούθως αναχώρησαν και οι δύο, ο μεν Χριστοδούλου με κατεύθυνση την οικία του Κατηγορουμένου ο δε Κότσαπας για το σπίτι του. Όταν ο Χριστοδούλου έφθασε στην οικία του Κατηγορουμένου, κτύπησε την πόρτα, ο Κατηγορούμενος του άνοιξε και ενώ ο Χριστοδούλου έκλεινε την πόρτα είχε αντιληφθεί την παρουσία της αστυνομίας. Πρόλαβε μόνο και είπε στον Κατηγορούμενο πως έχει αστυνομία και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα κτύπησε η πόρτα. Ο ίδιος φοβήθηκε και έτρεξε να φύγει ενώ ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο. Προσέθεσε ακόμη πως γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών και ότι φύλαγε ναρκωτικά στο σπίτι, πως έτυχε μάλιστα να ακουμπήσει σε συσκευασίες οι οποίες βρίσκονταν στο σπίτι του και πως κάπνισαν και μαζί πολλές φορές. Ποτέ όμως δεν πούλησε ναρκωτικά στον Κατηγορούμενο ούτε και φύλαξε ναρκωτικά στην οικία του τελευταίου. Ο Χριστοδούλου δήλωσε εξ αρχής πως η οικογένεια του αντιμετώπιζε πολλά οικονομικά προβλήματα. Αυτό το ζήτημα απασχόλησε και κατά την αντεξέταση του. Ο ίδιος ανέφερε ότι από τα είκοσι του είχε σταθερή εργασία μόνο για τα πρώτα 3-4 χρόνια ενώ μετά, ήτοι από την ηλικία των 24, εργάζεται μόνο περιστασιακά. Ο πατέρας του είναι συνταξιούχος ενώ η μητέρα του εργάζεται ως απλή υπάλληλος σε γηροκομείο με χαμηλό μισθό και αντιμετώπισε και κάποιο πρόβλημα υγείας το οποίο την άφησε εκτός εργασίας για κάποιο χρονικό διάστημα. Ο Χριστοδούλου αναγνώρισε πως του αρέσουν τα καλά αυτοκίνητα και οι μοτόρες μεγάλου κυβισμού, όμως είπε πως δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να τα αποκτήσει. Συγκεκριμένα δήλωσε πως πλήρωσε €1.000 για τη μοτοσικλέτα και άλλα τόσα για το αυτοκίνητο του. Σε διάφορες ερωτήσεις και υποβολές πως η οικογένεια του κατέχει ακίνητη περιουσία και πως αυτή αγόρασε πρόσφατα καινούργια και ακριβά αυτοκίνητα, ο Χριστοδούλου φάνηκε αβέβαιος όσον αφορά την αγορά Mercedes από τον πατέρα του ενώ συμφώνησε πως η μητέρα του αγόρασε ένα Chevrolet και η αδελφή του χρησιμοποιεί ένα Audi Quattro το οποίο ανήκει στον σύζυγο της. Όμως επέμενε πως τόσο για την ακίνητη περιουσία όσο και για τα αυτοκίνητα υπάρχουν χρέη εκ €200.000 στο όνομα εκάστης της μητέρας και της αδελφής του, ήτοι για το συνολικό ποσό των €400.000, και επανειλημμένα δήλωσε πως υπάρχουν όλα τα έγγραφα προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού του. Επί αυτού του ζητήματος, ο Χριστοδούλου φάνηκε συνεπής και σταθερός καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, και δεν δίστασε να παραδεχθεί μεν την περιουσία, κινητή και ακίνητη, της οικογένειας του, πλην όμως πρόβαλε με χαρακτηριστική επιμονή την πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση του ιδίου και της οικογένειας του. Η βεβαιότητα του στην παραπομπή στα απαραίτητα έγγραφα ήταν τέτοια που ικανοποίησε το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων έλεγε. Άλλωστε είναι σημαντικό να λεχθεί πως οι όποιες αντίθετες υποβολές της υπεράσπισης παρέμειναν τελικώς μόνο απλές θέσεις της υπεράσπισης χωρίς να προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία προς τούτο ή ακόμα να ζητηθεί από τον Χριστοδούλου να παρουσιάσει τα στοιχεία στα οποία ο ίδιος έκανε αναφορά. Έτσι γίνεται δεκτή η θέση του μάρτυρος για τη δεινή οικονομική κατάσταση τόσο του ιδίου όσο και των υπόλοιπων μελών της οικογένειας του. Είναι γεγονός πως την επίδικη μέρα, κατά τον εντοπισμό του από την αστυνομία και όταν του επιστήθηκε η προσοχή, ο Χριστοδούλου ανέφερε πως τόσο η τσάντα όσο και τα ναρκωτικά είναι δικά του ενώ άλλαξε αυτή τη θέση του λίγες μέρες αργότερα όταν έδωσε κατάθεση. Η εξήγηση του ήταν πως αρχικώς σκέφτηκε να ρίξει όλη την ευθύνη στον ίδιο και να γλιτώσει τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ας σημειωθεί είναι και για χρόνια φίλος του, ενώ αργότερα μετάνιωσε και αποφάσισε να πει την αλήθεια. Όπως χαρακτηριστικά είπε «Στην αρχή σκέφτηκα να τα τραβήσω όλα πάνω μου, αλλά ύστερα μετάνιωσα και είπα να πω την αλήθεια και αποφάσισα να πω την αλήθεια», «Σκέφτηκα για να γλιτώσω τον Κατηγορούμενο 2» και «Μετάνιωσα, προτίμησα να πω την αλήθεια και ό,τι γίνει» (σελ. 32 πρακτικών). Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο Χριστοδούλου ανέφερε πως έδωσε την κατάθεση του λίγες μέρες μετά τη σύλληψη του λόγω του ότι προηγουμένως δεν ήταν καλά εξαιτίας των ψυχολογικών προβλημάτων του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ενέπλεξε τον Κατηγορούμενο με σκοπό να επιβληθεί στον ίδιο ελαφρύτερη ποινή λέγοντας πως δεν το είχε σκεφτεί με τέτοιον τρόπο και πως δεν ήξερε ότι θα είχε μεγάλη ποινή γι΄ αυτό που έκανε, εννοώντας προφανώς την πενταετή φυλάκιση που του επιβλήθηκε. Όσον αφορά το γεγονός πως δεν κατηγορήθηκε σε σχέση με τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στο σπίτι του Κατηγορουμένου και φέρουν τα αποτυπώματα του, ανέφερε πως δεν αρνήθηκε ούτε τη γνώση του περί αυτών αλλά ούτε και ότι τα είχε αγγίξει. Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει αυτή την αλλαγή της στάσης του Χριστοδούλου με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα και προσοχή. Αυτός αναμφίβολα εμπλέκεται στην υπόθεση και ενώ αρχικώς επωμίζεται όλο το βάρος της ευθύνης ακολούθως αποποιείται αυτής και τη μεταθέτει σε άλλο πρόσωπο. Η απόδοση μεγάλου μέρους της ευθύνης σε τρίτα πρόσωπα από μόνη της εξ αντικειμένου οδηγεί στην εύλογη προσδοκία επιεικέστερης μεταχείρισης, εκτός βεβαίως στις περιπτώσεις που υπάρχει κάτι άλλο το οποίο δύναται να αποτελέσει ικανοποιητική και λογική εξήγηση. Χρήσιμη καθοδήγηση επί αυτού του ζητήματος προσφέρει η υπόθεση Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 211, στην οποία γίνεται παραπομπή στην Χαρίτου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Νοουμένου ότι το δικαστήριο ικανοποιείται από τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας γιατί να μην πει από την αρχή την αλήθεια, είναι επιτρεπτό για το δικαστήριο να δεχθεί τη μαρτυρία εκείνη που συνάδει με τη νέα ενοχοποιητική για τον κατηγορούμενο κατάθεση όπως αυτή υποστηρίζεται ενόρκως από το μάρτυρα.» Αυτή η συμπεριφορά του Χριστοδούλου δεν κρίνεται αφ΄ εαυτής ως εντελώς παράλογη και ανεξήγητη. Είναι φυσικό πως, όταν ο Χριστοδούλου απρόσμενα βρέθηκε αντιμέτωπος με την αστυνομία, συνειδητοποιώντας πλέον πως παρακολουθείτο να μεταφέρει τα ναρκωτικά, στιγμιαία και αυθόρμητα έδωσε άμεση και βεβιασμένη απάντηση, θεωρώντας κατ΄ εκείνη τη στιγμή ορθότερο να επωμιστεί όλη την ευθύνη και να συγκαλύψει τους άλλους εμπλεκόμενους, ενώ μετέπειτα αποφάσισε να αποκαλύψει την αλήθεια και να θέσει τον ρόλο του καθενός στη σωστή του βάση. Αυτή η διαπίστωση βρίσκει έρεισμα και στο γεγονός ότι ενώ αρχικά και πάλι δεν αποκάλυψε ούτε και το όνομα του προμηθευτή των ναρκωτικών, αργότερα το έδωσε και αυτό, όπως επιβεβαίωσε και ο Μ.Κ.
- Μάλιστα ο Μ.Κ.4 είπε πως πράγματι το πρόσωπο αυτό είναι υπαρκτό, πως διέμενε σε συγκεκριμένη οικία και πως έφυγε από εκεί αμέσως μετά τη σύλληψη του Χριστοδούλου. Επομένως διαφαίνεται πως η απόφαση του Χριστοδούλου να μιλήσει και συνεργαστεί με την αστυνομία συνοδεύεται από πρόθεση και αποκάλυψη αληθών πληροφοριών και στοιχείων των προσώπων που εμπλέκονται. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, κρίνεται καθόλα φυσιολογική η αντίδραση του Χριστοδούλου όπως αρχικώς φανερωθεί μόνο αυτός και καλύψει την υπόλοιπη ομάδα που σχετίζεται με την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών ενώ μετά αποφασίζει να αποκαλύψει όλους τους εμπλεκόμενους και να αναλάβει ο καθένας το δικό του μερίδιο ευθύνης. Άλλωστε δεν έχει διαφανεί πως τουλάχιστον από πλευράς αστυνομίας ελέχθη ή έγινε οτιδήποτε μέχρι να δώσει την κατάθεση του που να οδήγησε τον Χριστοδούλου να αναμένει διαφορετική ή ευνοϊκότερη μεταχείριση λόγω της αποκάλυψης των υπόλοιπων εμπλεκομένων. Αντιθέτως προκύπτει πως στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα ο Χριστοδούλου αποφάσισε να αποκαλύψει την αλήθεια και συνεργαστεί με την αστυνομία για να θέσει την όλη υπόθεση στη σωστή της βάση και αναλάβει ο καθένας το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως ο Χριστοδούλου δεν αποκάλυψε εξαρχής την αλήθεια ούτε αναφορικά με τον Κότσαπα. Δήλωσε ευθέως στο Δικαστήριο πως στην κατάθεση του έδωσε ψευδές όνομα καθότι εκείνος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση και γενικότερα σε ναρκωτικά. Η θέση που ο Χριστοδούλου εξέφρασε πως αρχικά απέκρυψε την πραγματική ταυτότητα του Κότσαπα επειδή θα τον ενέπλεκαν στην παρούσα υπόθεση κρίνεται καθόλα εύλογη. Η παρουσία του τελευταίου στο σπίτι του Χριστοδούλου και η όλη εμπλοκή του, ειδικότερα και με την οδήγηση από τον ίδιο της μοτοσικλέτας του Χριστοδούλου για εφοδιασμό βενζίνης, σε συνδυασμό και με τη φιλία τους δημιουργεί όντως την εντύπωση πως ο Κότσαπας θα πρέπει να είχε αντιληφθεί πως η τσάντα περιείχε κάτι παράνομο ή έστω ύποπτο και δη ναρκωτικά. Έτσι η θέση του Χριστοδούλου πως θα προσπαθούσαν να μπλέξουν τον Κότσαπα στην υπόθεση δεν αποτελεί μια απλή εικασία αλλά μια καθόλα βάσιμη πεποίθηση του. Είναι προφανές πως η αναφορά από τον Χριστοδούλου στο όνομα αυτού του προσώπου έγινε στα πλαίσια της κατάθεσης του στην αστυνομία. Εδώ επισημαίνεται πως αυτή ήταν η πρώτη φορά και ευκαιρία που προφανώς είχε ο Χριστοδούλου να αναφερθεί στο συγκεκριμένο πρόσωπο. Και επί αυτού του θέματος διαφαίνεται και πάλι η στάση του να αποφεύγει να αποκαλύψει την αλήθεια εξ αρχής (προστατεύοντας έτσι και πάλι τον φίλο του) όμως μετά να αποφασίζει να πει την αλήθεια. Μάλιστα είναι ιδιαίτερα σημαντικό να λεχθεί πως και πάλι αυτές οι πληροφορίες που έδωσε για το εν λόγω πρόσωπο ήταν αληθείς και κυρίως το γεγονός πως αυτό (το πρόσωπο) δεν είχε ανάμειξη με την υπόθεση. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς και επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 ο οποίος αναγνώρισε πως ο Χριστοδούλου έδωσε αρχικά λανθασμένο όνομα ενώ αργότερα αποκάλυψε τα στοιχεία του οπότε το εν λόγω πρόσωπο συνελήφθη από την αστυνομία αλλά όντως δεν προέκυψε οτιδήποτε που να τον συνδέει με την υπόθεση. Αναφορά στον Κότσαπα θα γίνει και κατωτέρω. Έτσι μέχρι στιγμής διαφαίνεται η εικόνα του Χριστοδούλου ως ενός ατόμου αναμεμιγμένου στην υπόθεση, το οποίο αρχικά επωμίζεται όλη την ευθύνη και δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενώ μετά αποφασίζει να πει την αλήθεια και σταδιακά δίνει τα στοιχεία όλων των εμπλεκομένων, δίδοντας ορθά στοιχεία για τον προμηθευτή και για τον Κότσαπα για τον οποίο (Κότσαπα) επίσης επιβεβαιώνεται πως δεν έχει ανάμειξη με την υπόθεση. Αυτή η στάση όντως δημιουργεί την ισχυρή εντύπωση πως ο Χριστοδούλου ήταν αρχικά έτοιμος να καλύψει όλους τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση (φίλους του και μη) με αθώα ή όχι συμμετοχή, όμως τελικώς αποφάσισε να τα πει όλα, όπως και έπραξε. Επαναλαμβάνεται πως η θέση του όσον αφορά τον Κότσαπα κρίθηκε βάσιμη και από την Υ.ΚΑ.Ν. κατόπιν των δικών της εξετάσεων, ενώ η ξαφνική φυγή του κατονομαζόμενου προμηθευτή αμέσως μετά τη σύλληψη του Χριστοδούλου ευλόγως αφήνει σοβαρές ενδείξεις περί της ανάμειξης του στην υπόθεση. Ένα άλλο στοιχείο το οποίο καταδεικνύει πως ο Χριστοδούλου είπε τελικώς την αλήθεια είναι το γεγονός πως αυτός επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό όσον αφορά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του με τον Κατηγορούμενο από την ανεξάρτητη και κοινώς αποδεκτή μαρτυρία των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Πράγματι ο Χριστοδούλου φέρεται να επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο στις 24 και 25.11.15, όπως επίσης και στις 23.11.
- Συγκεκριμένα στις 23.11.15 οι δύο τους είχαν διάφορες ανεπιτυχείς (συνολικά έξι) και δύο επιτυχείς συνομιλίες μεταξύ των ωρών 10:02 και 14:
- Στις 24.11.15 υπάρχει μια επιτυχής κλήση του Χριστοδούλου προς τον Κατηγορούμενο στις 11:20:33 και μια ανεπιτυχής στις 15:25:
- Έτσι εντοπίζεται κλήση μεταξύ τους την προηγούμενη, σύμφωνα και με την εκδοχή του Χριστοδούλου. Επίσης στις 25.11.15 παρατηρούνται αρκετές κλήσεις μεταξύ τους ως ακολούθως:
- Δύο ανεπιτυχείς κλήσεις από τον Χριστοδούλου προς τον Κατηγορούμενο στις 10:24:36 και 10:37:
- Μια ανεπιτυχής κλήση από τον Κατηγορούμενο προς τον Χριστοδούλου στις 10:38:
- Τρεις επιτυχείς κλήσεις από τον Χριστοδούλου προς τον Κατηγορούμενο στις 10:38:56, 11:55:41 και 13:47:
- Είναι σημαντικό να λεχθεί πως τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα επιβεβαιώνουν τον Χριστοδούλου όχι μόνο αναφορικά με την ύπαρξη συνομιλιών τόσο την προηγούμενη όσο και την επίδικη μέρα αλλά και στη σειρά αυτών κατά την επίδικη. Ειδικότερα, ο Χριστοδούλου ανέφερε πως κατά την προηγούμενη μέρα τόσο ο προμηθευτής όσο και ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσαν να υλοποιήσουν την όλη συναλλαγή, και έτσι ο Κατηγορούμενος το ανέβαλε και καθόρισε για την επομένη ως ημέρα πραγματοποίησης της. Είναι γεγονός πως σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του ο Χριστοδούλου συμπεριέλαβε και τον εαυτό του στο ότι δεν μπορούσαν να πραγματώσουν τη συναλλαγή κατά τις 24.11.15, χρησιμοποιώντας τη λέξη «δεν μπορούσαμε». Όμως αμέσως μετά επεξηγεί και διευκρινίζει πως είναι οι άλλοι δύο οι οποίοι δεν μπορούσαν και έδιναν τις ανάλογες οδηγίες στον ίδιο. Έτσι αυτές οι απαντήσεις του μάρτυρος δεν καταδεικνύουν οποιαδήποτε αντίφαση ή διαφοροποίηση μεταξύ τους αλλά αντιθέτως αποκαλύπτουν μια συνεπή και σταθερή εκδοχή εκ μέρους του. Ούτως ή άλλως όμως με δεδομένη τη δική του συμμετοχή δεν δημιουργεί οποιοδήποτε προβληματισμό η χρήση του πληθυντικού εν τη ρύμη του λόγου του. Το σημείο αυτό είναι κατάλληλο επίσης να λεχθεί πως ο Χριστοδούλου ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί η συναλλαγή στις 24.11.15 λόγω του ότι, εξ όσων θυμόταν, ο Κατηγορούμενος ήταν δουλειά. Αυτή η αβεβαιότητα του Χριστοδούλου κρίνεται πως δεν είναι τέτοια που να αφήνει κενά στη μαρτυρία του ή να δημιουργεί την εντύπωση ότι αυτός δεν έλεγε την αλήθεια. Άλλωστε, με βάση την ανάλυση που γίνεται αμέσως κατωτέρω, φαίνεται πως το απόγευμα μέχρι και το βράδυ εκείνης της μέρας ο Κατηγορούμενος ήταν στην εργασία του, σε αντίθεση με την επομένη που έφυγε από εκεί μετά το μεσημέρι. Επίσης η θέση του Χριστοδούλου πως αρχικώς τηλεφώνησε δύο φορές στον Κατηγορούμενο ο οποίος δεν του απαντούσε είναι απολύτως ορθή. Σύμφωνα πάντα με τον Χριστοδούλου, μίλησαν και συνεννοήθηκαν να του πάρει τα ναρκωτικά όταν εκείνος θα τελείωνε από την εργασία του. Ο Κατηγορούμενος είπε πως εργάζετο σε γυμναστήριο στα Λατσιά και πως ήταν στην εργασία του το πρωί της επίδικης μέρας. Πράγματι όλες οι πρωινές επικοινωνίες που έγιναν, είτε επιτυχείς είτε όχι, τοποθετούν τον Κατηγορούμενο εντός της εμβέλειας κυψέλης στη διεύθυνση Κωστή Παλαμά 3, Λατσιά. Αυτή απεικονίζεται επί καθημερινής βάσης κυρίως καθόλη τη διάρκεια των πρωινών, κατά τις ημερομηνίες 23 και 25.11.15 ενώ τις απογευματινές και βραδινές ώρες της 24ης του μηνός. Συνάγεται ευλόγως λοιπόν πως αυτή είναι η τοποθεσία εργασίας του Κατηγορουμένου. Έτσι προκύπτει πως πράγματι ο Χριστοδούλου προσπάθησε ανεπιτυχώς δύο φορές να μιλήσει με τον Κατηγορούμενο και στη συνέχεια κατάφεραν και μίλησαν για να συνεννοηθούν. Οι κλήσεις που ακολουθούν δεν φαίνεται να είναι τυχαίες. Και τούτο γιατί ο Χριστοδούλου φέρεται να μιλά ξανά με τον Κατηγορούμενο λίγο πριν το μεσημέρι, δηλαδή λίγο πριν την παραλαβή των ναρκωτικών. Ακολουθεί το τελευταίο τηλεφώνημα, όταν πλέον ο Κατηγορούμενος δεν βρίσκεται στα Λατσιά αλλά στον Αγ. Ανδρέα, όταν και προφανώς κατευθύνεται προς το σπίτι του και το οποίο (τηλεφώνημα) γίνεται λίγο πριν την αναχώρηση του Χριστοδούλου για το σπίτι του Κατηγορουμένου. Ακόμα και η θέση του Χριστοδούλου περί της τηλεφωνικής του επικοινωνίας με τον Κότσαπα όταν διέφυγε προς την Κρατική Έκθεση επιβεβαιώνεται από τον Μ.Κ.2, ο οποίος ανέφερε πως ο Χριστοδούλου μιλούσε στο κινητό. Έτσι συνάγεται χωρίς δυσκολία πως ο Χριστοδούλου φάνηκε συνεπής αναφορικά με το θέμα των τηλεφωνικών επαφών του με τον Κατηγορούμενο αλλά και με τον Κότσαπα και δεν προσπάθησε να αποσυνδέσει τον τελευταίο από τα γεγονότα της επίδικης μέρας. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.4, ο Κότσαπας εντοπίστηκε κοντά στον χώρο της Κρατικής Έκθεσης κοντά στο σημείο όπου είχε κατευθυνθεί ο Χριστοδούλου. Στην προσπάθεια των αστυνομικών να τον ανακόψουν, αυτός άφησε τη δική του και πήρε άλλη μοτοσικλέτα (αφού έσπρωξε τον οδηγό της) και εξαφανίστηκε. Συνελήφθη λίγες μέρες αργότερα δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, ανακρίθηκε και, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν προέκυψε οτιδήποτε που να τον συνδέει με την υπόθεση. Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος των ερευνών της αστυνομίας, το γεγονός ότι ο Κότσαπας βρέθηκε κοντά στη σκηνή, ότι ενημερώθηκε άμεσα από τον Χριστοδούλου για την καταδίωξη του από την αστυνομία και ότι αυτός διέφυγε μόλις αντιλήφθηκε την αστυνομία δεν φαίνεται τελικώς να αποκαλύπτουν σύνδεση του με την υπόθεση διακίνησης των ναρκωτικών. Βέβαια, συνάγεται ευλόγως πως ενόψει προφανώς της γνώσης του για το τι μετέφερε ο Χριστοδούλου, φοβήθηκε την τυχόν σύνδεση του και προσπάθησε να διαφύγει. Έτσι παρόλο που η παρουσία του Κότσαπα κοντά στη σκηνή προβλημάτισε το Δικαστήριο, εντούτοις τελικώς δεν έχει διαφανεί εξ αυτής της παρουσίας και μόνο η όποια σύνδεση του με την υπόθεση. Ο Χριστοδούλου ανέφερε ακόμα πως κατά τη διαφυγή του από την οικία του Κατηγορουμένου, τηλεφώνησε σε δύο φίλους του για να τους ενημερώσει. Απέδωσε αυτή την ενέργεια του στη σκέψη της στιγμής, κάτι το οποίο δεν κρίνεται παράλογο. Ενόσω βρισκόταν υπό την καταδίωξη της αστυνομίας μεταφέροντας τα ναρκωτικά, η ενέργεια του να ενημερώσει φίλους του περί τούτου (και πιθανόν προς βοήθεια του) θεωρείται υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένη και αναμενόμενη. Ακόμα η δικαιολογία που έδωσε στις υποβολές της υπεράσπισης στην προφανή προσπάθεια σύνδεσης του ίδιου και του Κότσαπα με τα ναρκωτικά κρίνεται λογική. Συγκεκριμένα ήταν η υποβολή της υπεράσπισης πως ο λόγος για τον οποίο ο Χριστοδούλου πέρασε πρώτα από την οικία του Κατηγορουμένου ήταν για να προλάβει ο Κότσαπας να αλλάξει μοτοσικλέτα και να βρεθούν κοντά στον χώρο του Απολλωνείου. Ο Χριστοδούλου απάντησε το αυτονόητο και λογικό πως δεν υπήρχε λόγος να μην έφευγαν συντονισμένα από το σπίτι του και ο Κότσαπας να μην έπαιρνε από εκεί μέρος των ναρκωτικών αλλά να χρειαζόταν να γίνει όλη αυτή η διαδικασία, να αλλάξουν μοτόρες και να επιστρέψει να τα πάρει. Έτσι η όποια προσπάθεια της υπεράσπισης να συνδέσει τα ναρκωτικά με τον Κότσαπα παρέμεινε στο κενό και δεν κρίνεται βάσιμη. Βεβαίως η βασική θέση της υπεράσπισης ήταν πως τα ναρκωτικά ανήκαν στον Χριστοδούλου ο οποίος ήταν απλώς περαστικός στο σπίτι του Κατηγορουμένου και πως αυτά ουδόλως προορίζονταν γι΄ αυτόν. Η θέση του Χριστοδούλου πως σε τέτοια περίπτωση δεν υπήρχε ουδείς λόγος να διακινείται με τα ναρκωτικά, κρίνεται και πάλι βάσιμη. Άλλωστε έχει διαφανεί πως ο Χριστοδούλου ήθελε να περιορίσει τις κινήσεις του στο ελάχιστον κατά τη μεταφορά των ναρκωτικών, εξ ου και απέφυγε να πάει ο ίδιος στο πρατήριο για εφοδιασμό της μοτοσικλέτας με βενζίνη. Κρίνεται επομένως απολύτως φυσιολογικό να μην περνούσε και από το σπίτι του Κατηγορουμένου ειδικά για κάτι το οποίο δεν έχει διαφανεί να είναι επείγον και έτσι να θέτει εαυτόν σε μεγαλύτερη έκθεση σε κίνδυνο. Επίσης ενόψει της σχέσης μεταξύ τους και της δυνατότητας του Χριστοδούλου να πηγαίνει στο σπίτι του Κατηγορουμένου στην απουσία του, και επιπλέον του ισχυριζόμενου σκοπού της μετάβασης του Χριστοδούλου εκεί (βιταμίνες και τροφή σκύλου), δεν αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για την αναγκαιότητα παρουσίας του Κατηγορουμένου στην οικία του. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων δημιουργείται η πεποίθηση στο Δικαστήριο πως ο Κατηγορούμενος έχει άμεση σχέση με τα ναρκωτικά εξ ου και ο Χριστοδούλου κατευθύνθηκε απευθείας προς την οικία του μόνο αφού συνεννοήθηκε και βεβαιώθηκε πως εκεί θα βρισκόταν και ο Κατηγορούμενος. Με άλλα λόγια η παρουσία του Κατηγορουμένου εκείνη τη δεδομένη στιγμή και για τον προβαλλόμενο από την υπεράσπιση σκοπό της επίσκεψης του Χριστοδούλου δεν ήταν καθόλου αναγκαία, και έτσι ενδυναμώνεται η θέση πως αυτός (ο Κατηγορούμενος) όντως είχε κάποιο άμεσο ενδιαφέρον και σύνδεση με την επίσκεψη του Χριστοδούλου στο σπίτι του. Είναι γεγονός πως ο Χριστοδούλου δήλωσε πως από τη στιγμή που εισήλθε εντός της οικίας μέχρι και τη διαφυγή του ο Κατηγορούμενος παρέμεινε εντός αυτής και συγκεκριμένα βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο, ενώ είναι δεκτό πως ενόσω οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να εισέλθουν εντός της οικίας ο Κατηγορούμενος βρέθηκε στη βεράντα των γονέων του. Όμως θα πρέπει να τονιστεί πως ο Χριστοδούλου διέφυγε άμεσα από την οικία. Όπως ο ίδιος είπε, όταν άνοιξαν οι αστυνομικοί αυτός είχε ήδη φύγει, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τους ίδιους τους αστυνομικούς, ήτοι πως αυτός είχε ήδη εξέλθει της οικίας κατά την είσοδο τους σε αυτή. Ήταν επίσης σαφής πως προσπάθησε να διαφύγει πρώτα από την παραθυρόπορτα η οποία ήταν κλειστή και κλειδωμένη ενώ τελικώς διέφυγε από το παράθυρο το οποίο ήταν απλώς κλειστό. Δεν προκύπτει πως αυτή η εκδοχή του Χριστοδούλου έρχεται σε αντίφαση με τα όσα είπαν οι αστυνομικοί. Και τούτο καθότι μετά την άμεση διαφυγή του Χριστοδούλου και μέχρι οι αστυνομικοί να εισέλθουν εντός της οικίας, παρείχετο εύλογος χρόνος και στον Κατηγορούμενο να αντιδράσει και ξεφύγει από την παραθυρόπορτα και να βρεθεί στη βεράντα των γονέων του η οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, είναι σε πολύ μικρή απόσταση εντός της ίδιας αυλής (φωτ. 5 και 6 του Τεκμηρίου 16). Είναι γεγονός πως ο Χριστοδούλου ανέφερε ότι μόλις μπήκε στην οικία του Κατηγορουμένου αντιλήφθηκε την άφιξη της αστυνομίας, εφόσον άρχισαν να κτυπούν την πόρτα. Στη συνέχεια προχώρησε και έδωσε περισσότερες επεξηγήσεις, ήτοι πως από τη στιγμή που μπήκε στο σπίτι μέχρι να κτυπήσει η πόρτα, πέρασαν 10-15 δευτερόλεπτα, και προσέθεσε πως αντιλήφθηκαν και οι δύο την αστυνομία όταν άκουσαν τα αυτοκίνητα που σταμάτησαν απότομα και κτύπησαν την πόρτα. Βεβαίως η αναφορά του στο ότι είχε αντιληφθεί και ο Κατηγορούμενος ήταν η δική του εκτίμηση σύμφωνα με το πώς είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα. Είπε επίσης πως πρόλαβε μόνο να πει στον Κατηγορούμενο ότι υπάρχει αστυνομία και διέφυγε. Είναι αξιοσημείωτο επίσης πως ο Χριστοδούλου προσδιόρισε πως δεν πρόλαβε να μείνει «ούτε 1-2 λεπτά» στο σπίτι, κάτι το οποίο συνάδει απολύτως με τον χρόνο του ενάμιση λεπτού τον οποίο είχαν καθορίσει οι αστυνομικοί ότι χρειάστηκαν συνολικά μέχρι να εισέλθουν εντός της οικίας. Ακόμα και η αναφορά του στην αντεξέταση του παρουσιάζει συνοχή και συνέπεια, ήτοι πως ενώ έκλεινε την πόρτα της οικίας του Κατηγορουμένου, σταμάτησαν τα αυτοκίνητα έξω από αυτή και τότε αυτός αντιλήφθηκε την ύπαρξη της αστυνομίας. Ουδέποτε ανέφερε πως είδε από προηγουμένως τους αστυνομικούς, οι οποίοι ας σημειωθεί βρίσκονταν εντός οχημάτων περιμετρικά της οικίας, ούτε και προκύπτει κάτι τέτοιο από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Αντιθέτως, είναι σαφές πως το μήνυμα για την έφοδο δόθηκε με την άφιξη του Χριστοδούλου και πως οι αστυνομικοί κατέβηκαν από τα οχήματα και κατευθύνθηκαν στην οικία μόλις ο Χριστοδούλου μπήκε μέσα. Επομένως, είναι λογικό αυτός να τους αντιλήφθηκε ακριβώς την ώρα που είχε ήδη περάσει εντός της οικίας. Επί του ζητήματος του πού βρισκόταν ο Κατηγορούμενος θα γίνει και αντιπαραβολή των θέσεων του Χριστοδούλου και του Κατηγορουμένου κατωτέρω. Τονίζεται επίσης πως η αναφορά του Χριστοδούλου κατά την αντεξέταση του πως αυτός έφυγε από το παράθυρο, πήδηξε πίσω από ένα σπίτι, βγήκε από το κάγκελο, έτρεξε σε ένα πάρκο, μπήκε σε άλλο σπίτι, βγήκε σε χωράφι και κατέληξε στην Έκθεση συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ο οποίος τον είδε να φεύγει πίσω από την οικία και να καταλήγει στην Έκθεση. Η υπεράσπιση έθεσε τον εύλογο προβληματισμό γιατί ο Χριστοδούλου να μην άφηνε την τσάντα στην οικία, εάν πράγματι αυτή προορίζετο για τον Κατηγορούμενο, πριν διαφύγει. Καταρχάς σημειώνεται πως τέτοια υποβολή ουδέποτε τέθηκε στον Χριστοδούλου για να τοποθετηθεί επί τούτου. Εκείνο όμως το οποίο δύναται να συναχθεί είναι πως το όλο συμβάν έγινε τόσο σύντομα που είναι λογικό ο Χριστοδούλου να μην είχε τον χρόνο να σκεφτεί ή ακόμα να αντιδράσει με αυτόν τον τρόπο. Στον φόβο (όπως ο ίδιος επικαλέστηκε) και στην αγωνία της στιγμής κρίνεται φυσιολογικό να τρέξει όπως ήταν μεταφέροντας την τσάντα. Άλλωστε η δική του σύνδεση με αυτή ήταν πλέον δεδομένη και αρχικά προσπάθησε να καλύψει τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους, όπως ο ίδιος είπε, και προφανώς να εξαφανίσει και τα ναρκωτικά με σοβαρή προοπτική ακόμα και διάσωσης τους εάν εν τέλει διέφευγε. Έτσι η στιγμιαία και αυθόρμητη αυτή του ενέργεια δεν καταδεικνύει αφ΄ εαυτής πως τα ναρκωτικά ήταν δικά του. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως ο λόγος και το κίνητρο του Χριστοδούλου να εμπλακεί στην παρούσα υπόθεση με τον περιορισμένο ρόλο του μεταφορέα δεν είναι κάτι το οποίο φαντάζει παράλογο και εξωπραγματικό. Το αντάλλαγμα ήταν η εξόφληση του ποσού των €800 που χρωστούσε για την αγορά ναρκωτικών. Τέτοιο ρόλο (μεταφορέα) ο Χριστοδούλου δεν δίστασε να αποκαλύψει τόσο στην κατάθεση του όσο και από τα αρχικά στάδια της προφορικής του μαρτυρίας, όπου άφησε να νοηθεί ότι λόγω της άσχημης οικονομικής του κατάστασης, κάποτε εμπλέκετο στη διακίνηση ναρκωτικών για να μπορεί να αγοράζει για δική του χρήση. Ειδικότερα είπε πως «Αγόραζα που λεφτά που έπιανα που τη δουλειά, που τζείνα που έπιανα τζιαι κάποτε έκαμνα τζιαι καμιά, μέσα - μέσα, άμα είχε τίποτε τζιαι έκοφκα μέσα που λεφτά τζιαι πλήρωνα τα ναρκωτικά που έπαιρνα» (σελ. 24 πρακτικών). Αυτή η θέση του δεν αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης από την υπεράσπιση. Η υπεράσπιση όμως άφησε αιχμές αναφορικά με τα ναρκωτικά τα οποία βρέθηκαν κάτω από το κρεβάτι στο σπίτι του Κατηγορουμένου και φέρουν τα αποτυπώματα του Χριστοδούλου. Ο Χριστοδούλου παρέμεινε σταθερός στη θέση του τόσο στην κατάθεση όσο και στην κυρίως εξέταση του πως ουδέποτε πούλησε ναρκωτικά στον Κατηγορούμενο, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Ήταν δε σαφής κατά την προφορική του μαρτυρία πως ουδέποτε φύλαξε ναρκωτικά στην οικία του Κατηγορουμένου. Αναγνώρισε όμως τόσο στην κατάθεση του όσο και στην προφορική του μαρτυρία πως γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος φύλαγε ναρκωτικά στο σπίτι του καθότι ο τελευταίος του το είχε πει. Μάλιστα στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε πως είδε και πως έτυχε να ακουμπήσει σε συσκευασίες με ναρκωτικά που βρίσκονταν στο σπίτι του Κατηγορουμένου και πως έκαναν χρήση μαζί με τον Κατηγορούμενο στην οικία του τελευταίου. Είναι γεγονός πως στην κατάθεση του ο Χριστοδούλου περιορίζεται μόνο σε αναφορά ότι γνώριζε για την ύπαρξη ναρκωτικών στην οικία του Κατηγορουμένου από τα λεγόμενα του τελευταίου και δεν αποκάλυψε επίσης ότι τα είδε και ότι μάλιστα έτυχε να τα ακουμπήσει. Είναι αντιληπτό πως η κατάθεση του Χριστοδούλου ήταν σύντομη και αφορούσε τα ουσιώδη σημεία. Έτσι η επιπρόσθετη αναφορά του κατά την κυρίως εξέταση του πως όχι μόνο του είχε πει κάτι τέτοιο ο Κατηγορούμενος αλλά έτυχε να τα δει και ο ίδιος και να τα ακουμπήσει δεν είναι τέτοια που να δημιουργεί την εντύπωση πως ο Χριστοδούλου δεν ήθελε να αποκαλύψει την όποια σύνδεση του με τη διακίνηση ναρκωτικών και ειδικότερα με αυτά που βρέθηκαν στο σπίτι του Κατηγορουμένου. Άλλωστε σε σχετική υποβολή της υπεράσπισης πως αυτός δεν κατηγορήθηκε και για την ποσότητα των 190,35 γρ. αυτός δήλωσε ευθαρσώς πως ουδέποτε αρνήθηκε ότι γνώριζε και ότι είχε αγγίξει σε αυτά. Όπως θα διαφανεί και κατωτέρω η εκδοχή της υπεράσπισης αναφορικά με την εν λόγω ποσότητα και την όποια σχέση του Χριστοδούλου είναι παντελώς αβάσιμη. Αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε πως αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου και κλήθηκε σε απολογία, αυτός κατέθεσε ενόρκως. Η δική του εκδοχή ήταν βασικά πως τα ναρκωτικά ανήκαν στον Χριστοδούλου και πως ο ίδιος δεν είχε ούτε γνώση ούτε ανάμειξη. Συγκεκριμένα πρόβαλε τη θέση πως την επίδικη μέρα ο Χριστοδούλου του τηλεφωνούσε επανειλημμένα, όμως αυτός είχε πάει κάπου να πάρει κάτι και δεν μπορούσε να του απαντήσει. Αυτή η θέση του παρέμεινε γενική και αόριστη. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 17, την οποία αναγνώρισε, ανέφερε πως μιλούσε τηλεφωνικώς με τον Χριστοδούλου μια φορά την ημέρα. Τέτοια αναφορά όμως διαψεύδεται από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα τα οποία δεικνύουν αρκετές ανεπιτυχείς προσπάθειες επικοινωνίας τους, ήτοι έξι στις 23.11.15 και τρεις στις 25.11.15, και σίγουρα περισσότερες επιτυχείς τηλεφωνικές επικοινωνίες, δύο στις 23.11.15 και τρεις στις 25.11.
- Σύμφωνα με την προφορική του μαρτυρία, την επίδικη μέρα και μετά τις ανεπιτυχείς κλήσεις ο Κατηγορούμενος του απάντησε σε μεταγενέστερη κλήση και ο Χριστοδούλου του είπε ότι θα περνούσε από το σπίτι του να πάρει κάτι βιταμίνες για το γυμναστήριο. Αναγνώρισε πως πρόκειται προφανώς για το τηλεφώνημα στις 13:47 όταν ο Κατηγορούμενος του είπε ότι θα έφευγε από την εργασία του και θα πήγαινε και αυτός στο σπίτι. Αναγνώρισε δε πως μεσολάβησαν και άλλα δύο-τρία τηλεφωνήματα μεταξύ τους. Η αδυναμία του κατά την αντεξέταση του να αναφερθεί στο περιεχόμενο αυτών των τηλεφωνημάτων πλην του τελευταίου δημιουργεί εύλογη απορία πώς ο Κατηγορούμενος δεν θυμόταν οτιδήποτε άλλο εκτός από την τελευταία τους συνομιλία. Επίσης ενώ αρχικά είπε πως ο Χριστοδούλου του ανέφερε πως θα έπαιρνε κάτι πράγματα για το γυμναστήριο ακολούθως προσέθεσε πως θα έπαιρνε και τροφή του σκύλου. Επί αυτού παρατηρείται αντίφαση με το περιεχόμενο της κατάθεσης του. Σε αυτή, ενώ από τη μια ισχυρίζεται πως γενικά ο Χριστοδούλου πήγαινε στο σπίτι του για να πάρει τροφή του σκύλου, την επίδικη μέρα ανέφερε πως ο Χριστοδούλου δεν του είχε αποκαλύψει τον λόγο για τον οποίο θα μετέβαινε στην οικία του παρά μόνο πως θα περνούσε για πέντε λεπτά. Αυτή η διαφοροποίηση συνηγορεί υπέρ της θέσης πως ο Κατηγορούμενος προφασίστηκε εκ των υστέρων λόγους για να δικαιολογήσει την επίσκεψη του Χριστοδούλου την επίδικη μέρα, προφανώς για να καλύψει τον πραγματικό σκοπό της μετάβασης του εκεί και την αληθή κατάσταση πραγμάτων. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως καθ΄ οδόν προς το σπίτι του πέρασε από φούρνο και αγόρασε φαγητό, πήγε σπίτι, άνοιξε το φαγητό του, ανέβηκε στης μητέρας του να φτιάξει σαλάτα και 10-15 λεπτά αργότερα ήρθε ο Χριστοδούλου. Αφού ο Χριστοδούλου κτύπησε την πόρτα, ο Κατηγορούμενος κατέβηκε κάτω και του άνοιξε την πόρτα και του είπε πως θα πήγαινε πάνω να φτιάξει τη σαλάτα του. Είδε πως ο Χριστοδούλου κρατούσε την τσάντα, χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο της, και μάλιστα την αναγνώρισε εφόσον και ο ίδιος τη χρησιμοποιούσε (όπως και άλλα δύο-τρία άτομα) όταν πήγαινε περίπατο με τη μοτοσικλέτα του. Τονίζεται εδώ πως ο ισχυρισμός του Χριστοδούλου πως η τσάντα ανήκε στον Κατηγορούμενο και την πήρε (εν γνώσει του τελευταίου) για να βάλει μέσα τα ναρκωτικά λίγες μέρες προηγουμένως παρέμεινε αναντίλεκτος και μόνο κατά το στάδιο της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου αυτός προέβαλε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Αυτή η παράλειψη εκ μέρους της υπεράσπισης πλήττει καίρια την αξιοπιστία του Κατηγορουμένου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τάκη v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 559 και Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.
- Ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως αφού ανέβηκε πάνω μέσω της παραθυρόπορτας η οποία παρέμεινε ανοικτή, και μετά πάροδο 20-30 δευτερολέπτων είδε από το παράθυρο της κουζίνας τον Χριστοδούλου να ανεβαίνει το διαχωριστικό της οικίας τους με αυτή του γείτονα και τότε βγήκε ο ίδιος στη βεράντα. Πράγματι ο Χριστοδούλου διέφυγε με αυτόν τον τρόπο. Εκεί ο Κατηγορούμενος είδε τη Μ.Κ.5 η οποία τον ρώτησε κατά πόσο είδε κάποιον να τρέχει, αυτός της απάντησε καταφατικά και τη ρώτησε τι έγινε. Τότε αυτή του είπε «τίποτε» και μετά «εντάξει» και συνέχισε την καταδίωξη του Χριστοδούλου. Δεν χωρεί αμφιβολία πως η όλη αναφορά του Κατηγορουμένου στο τι διεμείφθη με τη Μ.Κ.5 έρχεται σε αντίφαση με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της ίδιας η οποία αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζεται πως αυτή έδωσε άλλη εκδοχή αναφορικά με το τι μίλησαν μεταξύ τους και πως η ίδια παρέμεινε εκεί και είδε τον Κατηγορούμενο εντός της οικίας του. Και αυτή η διαπίστωση πλήττει την αξιοπιστία του Κατηγορουμένου, ο οποίος φαίνεται γενικά να τηρεί μια στάση προβολής ισχυρισμών μόνο κατά το στάδιο της δικής του μαρτυρίας, χωρίς αυτοί να είχαν προβληθεί στους μάρτυρες κατηγορίας ή και να είχε αμφισβητηθεί διαφορετικό περιεχόμενο της δικής τους μαρτυρίας την ώρα που κατέθεταν. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου θέτει επίσης υπό αμφισβήτηση και την εκδοχή του Κατηγορουμένου σε σχέση με τον Μ.Κ.
- Ο Κατηγορούμενος είπε πως είδε και τον Μ.Κ.1 ενώ αυτός βρισκόταν ακόμα στη βεράντα, πως ο Μ.Κ.1 τον ρώτησε ποιος διαμένει εκεί και πως αυτός απάντησε ότι εκεί διαμένει ο ίδιος και τον ρώτησε τι συμβαίνει. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, ο Μ.Κ.1 του είπε να κατέβει κάτω και πως έχουν ένταλμα, πράγμα το οποίο ο Κατηγορούμενος έπραξε. Παρόλο που η θέση πως ο Μ.Κ.1 είδε τον Κατηγορούμενο ενώ αυτός βρισκόταν ακόμη στη βεράντα υποβλήθηκε στον συγκεκριμένο μάρτυρα, ουδεμία τέτοια θέση δεν τέθηκε και στη Μ.Κ.5, η οποία σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του Κατηγορουμένου βρισκόταν στη δεξιά πλευρά της αυλής όπως και ο Μ.Κ.1, και λογικά θα αναμένετο να μπορούσε να επιβεβαιώσει κάτι τέτοιο. Υπάρχει όμως ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο το οποίο πλήττει την αξιοπιστία του Κατηγορουμένου. Και αυτό είναι η αναφορά του στην κατάθεση του για τα επίδικα γεγονότα. Είναι γεγονός πως στην κατάθεση του αναφέρει πως μόλις ο Χριστοδούλου μπήκε στο σπίτι του αυτός του είπε ότι θα πήγαινε να φτιάξει φαγητό για να φάει. Τα ακριβή του λόγια έχουν ως εξής: «Την ημέρα που τον έπιασε η Αστυνομία τζιαι ήρτε έσσο μου πριν, εκράτε μια τσέντα στον ώμο του τζιαι είπα του εγιώ πάω να κάμω φαί να φάω αφού άνοιξα του την κύρια πόρτα για να μπει έσσο μου. Όπως εμάχουμουν να πάω να κάμω φαί άκουσα την πόρτα που έσπασε τζιαι είδα τον Χρίστο να βουρά να φύει με την τσέντα που εκράτα. Εγιώ εν είχα ιδέα τι είσιε με την τσέντα του Χρίστου τζιαι ούτε πρόλαβα να μιλήσω μαζί του, είπεν μόνο γεια σου την ώρα που του άνοιξα τζιαι εμπήκε έσσο μου.» Παρόλο που είναι εμφανές πως στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος περιορίστηκε σε μια συνοπτική αναφορά στα γεγονότα, εντούτοις δεν εξάγεται πως αυτός είχε όντως προλάβει να ανέβει πάνω στο σπίτι των γονέων του πριν εισέλθει η αστυνομία. Αντιθέτως η φράση του «εμάχουμουν να πάω να κάμω φαί» καταδεικνύει πως αυτός ήταν ακριβώς στη διαδικασία να πάει για να το φτιάξει. Μάλιστα, ο Κατηγορούμενος στην ουσία συμφωνεί και με τον Χριστοδούλου ως προς το ότι ο τελευταίος πρόλαβε μόνο να του πει δυο λέξεις. Έτσι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Χριστοδούλου, των Μ.Κ.1 και 5 και του Κατηγορουμένου στην κατάθεση του, συνάγεται πως ακόμα και εάν γινόταν δεκτό πως ο Κατηγορούμενος είπε στον Χριστοδούλου ότι θα πάει να φτιάξει φαγητό προφανώς δεν πρόλαβε να το πράξει πριν να κτυπήσουν την πόρτα οι αστυνομικοί, οπότε πρώτος εξαφανίζεται ο Χριστοδούλου από το παράθυρο και ταυτοχρόνως ο ίδιος από την παραθυρόπορτα, ούτως ώστε όταν η Μ.Κ.5 πηγαίνει στην αυλή ο Κατηγορούμενος να βρίσκεται ήδη στη βεράντα. Είναι προφανές πως παρείχετο ο χρόνος στον Κατηγορούμενο στο μεσολαβήσαν διάστημα να «πεταχτεί» στο σπίτι των γονέων του πριν την άφιξη της Μ.Κ.5 στην αυλή. Έτσι ακόμα και ο ισχυρισμός του Χριστοδούλου πως προσπάθησε να διαφύγει από την παραθυρόπορτα η οποία ήταν κλειδωμένη, δεν έρχεται σε αντίφαση ούτε και αναιρεί τη δυνατότητα του Κατηγορουμένου να την ανοίξει και βγει. Αυτό εξηγεί και το γεγονός πως ο Μ.Κ.1 τη βρήκε ανοικτή όταν εισήλθε εντός της οικίας. Τρωτή και μη πειστική κρίνεται επίσης και η θέση του Κατηγορουμένου αναφορικά με τη χρήση ναρκωτικών από τον Χριστοδούλου και την προσπάθεια απεξάρτησης του. Αρχικά επισημαίνεται πως η θέση του στην κυρίως εξέταση του ότι αυτός προσπάθησε να αποτρέψει τον Χριστοδούλου από τη χρήση ουσιών και δεν τα κατάφερε προβλήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο της δικής του μαρτυρίας. Όχι μόνο δεν τέθηκε στον Χριστοδούλου αλλά η θέση του τελευταίου ότι προσπάθησε από μόνος του να απεξαρτητοποιηθεί παρέμεινε παντελώς αναντίλεκτη. Στην κυρίως εξέταση του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ακόμη πως το 2011 έμαθε ότι ο Χριστοδούλου ήταν χρήστης. Σε υποβολή πως αυτή η θέση έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της κατάθεσης του, αυτός δεν έδωσε πειστικές και σαφείς εξηγήσεις. Ειδικότερα, στην κατάθεση του ανέφερε πως είχε καταλάβει ότι ο Χριστοδούλου ασχολείτο με ναρκωτικά τα τελευταία δύο χρόνια αλλά με μικρές ποσότητες. Όταν έμαθε πως κρατούσε «έτσι πολύ πράμα έπεσα που τα σύννεφα». Η εξήγηση που έδωσε, ήτοι ότι εννοούσε πως το 2011 έμαθε ότι ο Χριστοδούλου ήταν χρήστης ενώ το 2013 τον είδε για πρώτη φορά να κρατά πάνω από 5 γρ. ουδόλως συνάδει με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του. Μάλιστα η αντιφατικότητα στις θέσεις του συνεχίστηκε όταν μεταγενέστερα στην αντεξέταση του είπε πως ξεκίνησε τη χρήση μαζί με τον Χριστοδούλου από το 2011, αναιρώντας έτσι πλήρως τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του. Ήταν επίσης η θέση του Κατηγορουμένου στην κατάθεση του πως ο Χριστοδούλου του πούλησε την ανευρεθείσα ποσότητα των 190 γρ. πριν έξι-επτά μήνες σε πολύ καλή τιμή, γύρω στα €600, και πως ήταν για δική του χρήση. Επί τούτου υπενθυμίζεται πως η θέση του Χριστοδούλου ότι ουδέποτε πούλησε ναρκωτικά στον Κατηγορούμενο και πάλι δεν αντικρούστηκε κατά τη δική του αντεξέταση. Έτσι το Δικαστήριο αδυνατεί να προσδώσει βαρύτητα στην εν λόγω αναφορά του Κατηγορουμένου. Ακόμα ο ισχυρισμός του για τον χρόνο αγοράς των ναρκωτικών για δική του χρήση δεν ανταποκρίνεται στη λογική των πραγμάτων. Και τούτο καθότι είναι όντως άξιον απορίας γιατί ο Κατηγορούμενος να αγοράσει τόσο μεγάλη ποσότητα για δική του χρήση έξι-επτά μήνες προηγουμένως και αυτή να μείνει άθικτη για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, με δεδομένη τη θέση του πως τον τελευταίο καιρό έκανε χρήση καθημερινώς. Αυτό συνεπάγεται πως είτε ο Κατηγορούμενος αγόραζε και φύλαγε τεράστιες ποσότητες για δική του χρήση ούτως ώστε να μην είχε φθάσει ακόμα η ώρα κατανάλωσης της συγκεκριμένης, πράγμα εξωπραγματικό και απίθανο, είτε όντως να την προόριζε για προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος τόσο στην κατάθεση του όσο και στην αντεξέταση του δήλωσε ότι για την ποσότητα των 760 γρ. δεν είχε ιδέα μέχρι την ανεύρεση τους από την αστυνομία και ότι είναι πεπεισμένος πως ο Χριστοδούλου την άφησε εκεί εν αγνοία του εφόσον ήταν ο μόνος (εκτός από τη μητέρα του) που πήγαινε στο σπίτι του ακόμα και όταν αυτός ήταν απών. Επισημαίνεται εδώ και πάλι πως η αναφορά του Χριστοδούλου ότι ουδέποτε φύλαξε ναρκωτικά στο σπίτι του Κατηγορουμένου παρέμεινε αναντίλεκτη και πως αυτός δεν συνδέθηκε επιστημονικά με τη συγκεκριμένη συσκευασία. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ευθέως πως στην αστυνομία αρνήθηκε σύνδεση και για τις δύο αυτές ποσότητες, όμως δήλωσε πως ήθελε να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Έτσι απέδωσε την παραδοχή πως τα 190 γρ. ήταν για δική του χρήση ενώ για τα 760 γρ. παραδέχθηκε ενοχή εφόσον αυτά βρέθηκαν στο σπίτι του. Διαφεύγει όμως την προσοχή του Κατηγορουμένου το γεγονός ότι στη συσκευασία των 760 γρ. για την οποία δήθεν δεν είχε ιδέα, εντοπίστηκε το γενετικό του υλικό και για το οποίο (γεγονός) δεν προσέφερε ουδεμία εξήγηση. Έτσι διαφαίνεται σαφώς το ψέμα του μέσα από ανεξάρτητη και αδιαμφισβήτητη (επιστημονική) μαρτυρία. Ακόμα για σκοπούς αξιοπιστίας, δύναται να σημειωθεί πως ενώ στη μαρτυρία του ισχυρίστηκε πως η ποσότητα των 190 γρ. προορίζετο για δική του χρήση τελικώς παραδέχθηκε τη συναφή κατηγορία πως την κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος όχι μόνο δεν αποκάλυψε την αλήθεια από την πρώτη στιγμή ανεύρεσης των ναρκωτικών στο σπίτι του, αλλά ούτε και μεταγενέστερα στα πλαίσια της κατάθεσης του. Και ενώ δήλωσε πως ήθελε να πει την αλήθεια μόνο στο Δικαστήριο, τελικώς διεφάνη πως ούτε και κατά τη μαρτυρία του ήταν ειλικρινής. Έτσι η συνολική εικόνα που δημιούργησε ο Κατηγορούμενος ήταν πως αυτός σε κανένα στάδιο δεν αποκάλυψε την αλήθεια, προφανώς στην προσπάθεια του να αποσυνδέσει εαυτόν με όποιον τρόπο μπορούσε από την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα τη μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο απορρίπτει ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Έχουμε εξετάσει την εκδοχή του Κατηγορουμένου και κάθε ειδικότερη θέση του και έχουμε πειστεί ότι δεν υπήρξε ειλικρινής απέναντι μας. Αλλά και αντιπαραβαλλόμενη η μαρτυρία του με εκείνη του Χριστοδούλου δεν μας έχει πείσει σε οποιοδήποτε σημείο. Η απόρριψη της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να σημαίνει πως αυτομάτως γίνεται δεκτή η μαρτυρία του Χριστοδούλου. Δεν παραγνωρίζουμε καθόλου τους εγγενείς κινδύνους που ενέχει η μαρτυρία του Χριστοδούλου ως συνεργού. Αυτοί εστιάζονται στο ότι ένας συνεργός πιθανόν να αλλοιώσει γεγονότα ή να προσφέρει διαφορετική μαρτυρία στα πλαίσια επιδίωξης του είτε για μείωση του δικού του ρόλου είτε για εξασφάλιση επιεικέστερης μεταχείρισης. Έχοντας παρακολουθήσει τον Χριστοδούλου με κάθε επιβαλλόμενη προσοχή δεν έχουμε διαπιστώσει να είχε οποιοδήποτε τέτοιο κίνητρο. Ικανοποιούμαστε πως ο Χριστοδούλου είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Προβαίνουμε σε αυτή τη διαπίστωση αφού λάβαμε υπόψιν τους κινδύνους με γνώμονα όμως πως αυτός τελικώς αποφάσισε να μιλήσει στην αστυνομία και παρουσιάζοντας έκτοτε μια σαφή, συνεπή και σταθερή εκδοχή η οποία συνάδει με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, την επιστημονική μαρτυρία και ακόμη την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία και η οποία (εκδοχή) επιβεβαιώθηκε κυρίως όσον αφορά τα λεχθέντα του για τις ενέργειες και την όποια δράση άλλων προσώπων. Σύμφωνα με τις νομικές αρχές οι οποίες εκτίθενται ανωτέρω, η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας στην περίπτωση μάρτυρα συναυτουργού δεν είναι υποχρεωτική. Το Δικαστήριο, μπορεί ακόμα και στην απουσία τέτοιας ενισχυτικής μαρτυρίας, να καταδικάσει ένα κατηγορούμενο βασιζόμενο αποκλειστικά στη μαρτυρία του συναυτουργού αφού όμως προηγουμένως προειδοποιήσει τον εαυτό του δεόντως για τους κινδύνους που ενέχονται σε μια τέτοια επιλογή. Ενόψει της θετικής εντύπωσης που προκάλεσε ο μάρτυρας, ικανοποιούμαστε για την αξιοπιστία του και κρίνουμε ότι μπορούμε να στηριχθούμε σε αυτή χωρίς να αναζητήσουμε ενισχυτική μαρτυρία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τάκη v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Αριστείδου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 32 και Μιχαήλ v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 145/14 και 146/14, ημ. 15.4.
- Έτσι αποδεχόμαστε πως τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν όπως ακριβώς τα περιέγραψε ο Χριστοδούλου. Συνακόλουθα τα ευρήματα μας είναι τα ακόλουθα: 1) Ο Κατηγορούμενος είχε συνεννοηθεί με τον Χριστοδούλου όπως αφού ο τελευταίος παραλάμβανε την επίδικη ποσότητα των 3.909,2 γρ. από το τρίτο πρόσωπο παραδώσει αυτή στον Κατηγορούμενο στην οικία του στις 24.11.
- 2) Λόγω αδυναμίας τόσο του προμηθευτή όσο και του Κατηγορουμένου να πραγματοποιηθεί η παραλαβή αλλά και η παράδοση των ναρκωτικών εκείνη την ημέρα, ο Κατηγορούμενος έδωσε οδηγίες προς τον Χριστοδούλου όπως αυτή η ενέργεια γίνει την επομένη, ήτοι στις 25.11.
- 3) Έτσι, την επομένη το πρωί, μετά από αρχική ανεπιτυχή προσπάθεια του Χριστοδούλου να μιλήσει με τον Κατηγορούμενο τηλεφωνικώς, τελικώς κατάφεραν και μίλησαν οπότε συνεννοήθηκαν όπως όταν ο Κατηγορούμενος τελειώσει από την εργασία του και κατευθυνόταν προς το σπίτι του θα ενημέρωνε τον Χριστοδούλου για να ξεκινήσει και αυτός προς τα εκεί. 4) Γύρω στις 12 το μεσημέρι ο Χριστοδούλου περπάτησε γύρω στα 400 μ. από την οικία του σε σημείο από όπου τον παρέλαβε κάποιο τρίτο πρόσωπο με φορτηγό και τον οδήγησε σε σημείο από όπου παρέλαβε τα ναρκωτικά μέσα σε ταξιδιωτική βαλίτσα. Το εν λόγω πρόσωπο τον μετέφερε πίσω και ο Χριστοδούλου επέστρεψε στην οικία του μεταφέροντας τα ναρκωτικά. Εκεί αφαίρεσε τις οκτώ συσκευασίες και τις τοποθέτησε εντός της τσάντας, Τεκμήριο 1, η οποία ανήκε στον Κατηγορούμενο και την οποία ο Χριστοδούλου είχε πάρει από τον πρώτο, εν γνώσει του, λίγες μέρες προηγουμένως για να τοποθετήσει μέσα τα ναρκωτικά. 5) Εκεί στην οικία του Χριστοδούλου κατέφθασε και ο φίλος του Κότσαπας. Ο Χριστοδούλου ζήτησε από τον Κότσαπα να πάει με τη μοτοσικλέτα του για να την εφοδιάσει με βενζίνη, πράγμα το οποίο και έγινε. 6) Στη βάση της προηγηθείσας συνεννόησης τους, στις 13:47:26 ο Χριστοδούλου τηλεφώνησε ξανά στον Κατηγορούμενο ο οποίος τον ενημέρωσε πως είχε σχολάσει και κατευθύνετο προς το σπίτι του. 7) Έτσι στις 14:10 ο Χριστοδούλου αναχώρησε από την οικία του με τη μοτοσικλέτα του τύπου ΚΤΜ και λίγα λεπτά αργότερα έφυγε και ο Κότσαπας με μια άσπρη μοτοσικλέτα προς το δικό του σπίτι. 8) Ο Κατηγορούμενος έφθασε στο σπίτι του στις 14:15 και σε λίγο, ήτοι στις 14:25, έφθασε εκεί και ο Χριστοδούλου. Ο τελευταίος κτύπησε την πόρτα της οικίας, ο Κατηγορούμενος του άνοιξε, ο Χριστοδούλου εισήλθε εντός της οικίας και μόλις ο ίδιος έκλεινε την πόρτα αντιλήφθηκε στο εξωτερικό μέρος την παρουσία της αστυνομίας. Έτσι είπε στον Κατηγορούμενο πως υπάρχει αστυνομία και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα η αστυνομία κτύπησε την πόρτα. Τότε ο Χριστοδούλου προσπάθησε να διαφύγει μέσω της παραθυρόπορτας και επειδή ήταν κλειδωμένη αυτός διέφυγε από το παράθυρο του υπνοδωματίου της οικίας. 9) Ταυτόχρονα ο Κατηγορούμενος διέφυγε από την παραθυρόπορτα και ανέβηκε στη βεράντα της οικίας των γονέων του, η οποία (βεράντα) βρίσκεται σε πολύ κοντινή απόσταση στα αριστερά της παραθυρόπορτας. 10) Πριν την παραβίαση της πόρτας και είσοδο των αστυνομικών εντός της οικίας, η Μ.Κ.5 πήγε προς την αυλή της οικίας όπου είδε τον Κατηγορούμενο στη βεράντα και έγινε η προαναφερόμενη συνομιλία τους. 11) Εν τω μεταξύ ο Χριστοδούλου είχε θεαθεί να διαφεύγει από το πίσω μέρος της οικίας και να κατευθύνεται προς τον χώρο της Κρατικής Έκθεσης. Τον είδε ο Μ.Κ.2 ο οποίος και τον καταδίωξε. 12) Με την είσοδο του Μ.Κ.1 στην οικία του Κατηγορουμένου, είδε αυτόν στην αυλή έξω από την παραθυρόπορτα, ενώ αργότερα εισήλθε εντός της οικίας όπου πρόλαβε και τον είδε ο Μ.Κ.2 και η Μ.Κ.6 η οποία μπήκε στην οικία λίγο αργότερα. 13) Κατά τη διαφυγή του ο Χριστοδούλου τηλεφώνησε σε ένα φίλο του και στον Κότσαπα. Εξ ου και κατά τον εντοπισμό του από τον Μ.Κ.2, αυτός μιλούσε στο κινητό. Όπως έχει ήδη λεχθεί, οι κατηγορίες 1-3, τις οποίες τελικώς αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, αφορούν τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλους ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 3.909,2 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Όσον αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας δυνάμει του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αυτό συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 και Eminiyet κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 216. Σύμφωνα με την υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ΄ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια, είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ΄ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Στυλιανού v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646, η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία και αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Τα αδικήματα της κατοχής και της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια προβλέπονται από το άρθρο 6
(1)
(2)και 6
(1)
(3)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε. Για να αποδειχθεί η κατοχή του ελεγχόμενου φαρμάκου στη βάση των προνοιών του άρθρου 6
(1)
(2)και
(3)του Νόμου, απαιτείται η γνώση του περιεχομένου και η άσκηση, συγχρόνως, ελέγχου επί του ελεγχόμενου φαρμάκου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Oueiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49, «Possession imports, as the trial Court correctly directed itself, knowledge of the content and a degree of control over the prohibited substance». Αυτή η αρχή υιοθετήθηκε και στις υποθέσεις Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Λυσάνδρου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 672 και Eminiyet κ.ά. v. Αστυνομίας (ανωτέρω). Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία είναι προφανές πως η κατοχή αποδεικνύεται είτε με φυσική φύλαξη του αντικειμένου είτε με έλεγχο επί αυτού. Όπως αναφέρθηκε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Κούκος v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64, η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη του αντικειμένου, είτε σε εξυπακουόμενη κατοχή, σύμφωνα με το άρθρο 2
(3)του Ν.29/77, το οποίο προβλέπει ότι αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο προσώπου, θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή του, ανεξάρτητα αν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Όμως, η κατοχή, είτε υπό τη μία είτε υπό την άλλη έννοια, θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσεως του αντικειμένου, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της κατοχής: «Κατοχή» σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 211). Στον όρο «κατοχή» η νομολογία είχε δώσει ευρεία έννοια. Καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου η απαγορευμένη ουσία, βρίσκεται μεν στη φυσική κατοχή ή φύλαξη τρίτου, ο κατηγορούμενος όμως συνεχίζει να διατηρεί τον έλεγχο της. Συνεπώς η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409). Η συγκεκριμένη νομολογιακή θέση βρίσκει έρεισμα και σε νομοθετικές πρόνοιες. Σχετικό είναι το Άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου «. παν πρόσωπο θεωρείται ως έχων εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα, τελούντα υπό τον έλεγχο αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό τη φύλαξη ετέρου προσώπου». Τέλος, η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256).» Το πιο πάνω απόσπασμα αναφέρεται και στην υπόθεση Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 231. Είναι προφανές πως κοινό συστατικό όλων των αδικημάτων είναι η ύπαρξη ελεγχόμενου φαρμάκου. Η κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη σαφώς αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο εν τη εννοία του άρθρου 3
(1)του Ν.29/77, εφόσον αυτή περιλαμβάνεται στο Μέρος ΙΙ του Πρώτου Πίνακος του Νόμου. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ξεκάθαρα πως ο Κατηγορούμενος είχε συνεννοηθεί μαζί με τον Χριστοδούλου για την παραλαβή από τον τελευταίο, τη μεταφορά και την παράδοση σε αυτόν της επίδικης ποσότητας των ναρκωτικών. Ο Χριστοδούλου είχε εξαρχής αποδεχθεί να συμμετάσχει στην επίδικη διακίνηση ναρκωτικών έναντι αμοιβής και στα πλαίσια αυτά, πέραν του ότι παρέλαβε τσάντα του Κατηγορουμένου εν γνώσει του τελευταίου προς τον σκοπό αυτό, είναι προφανές πως λάμβανε και εκτελούσε οδηγίες από τον Κατηγορούμενο, εξ ου και ακολουθώντας αυτές δεν προέβη στην παραλαβή και παράδοση στις 24.11.15, ως ήταν αρχικώς προγραμματισμένο, αλλά την επόμενη, ήτοι στις 25.11.15. Με αυτά τα δεδομένα συνάγεται πως ο Κατηγορούμενος ενεργούσε κατόπιν συμφωνίας και συντονισμένα με τουλάχιστον ακόμα ένα πρόσωπο (τον Χριστοδούλου) για την παραλαβή και παράδοση των ναρκωτικών, εν πλήρη γνώσει του Κατηγορουμένου όσον αφορά το είδος και την ποσότητα αυτών. Αναφορικά με το στοιχείο της γνώσης σχετικά παραπέμπουμε και στην υπόθεση Καϊμής v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662. Κοινό συστατικό επίσης και των τριών αδικημάτων είναι η κατοχή των ναρκωτικών. Είναι γεγονός πως τα ναρκωτικά ουδέποτε περιήλθαν στη φυσική κατοχή του Κατηγορουμένου. Όμως με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει αβίαστα πως από τη στιγμή παραλαβής τους από τον Χριστοδούλου αυτά περιήλθαν εντός του ελέγχου του Κατηγορουμένου. Και τούτο καθότι ο Χριστοδούλου εκτελούσε απλώς τον ρόλο του μεταφορέα, με βάση και τηρώντας αυστηρώς τις οδηγίες από τον Κατηγορούμενο. Συνακόλουθα ο Χριστοδούλου παρέλαβε τα ναρκωτικά κατόπιν των οδηγιών του Κατηγορουμένου και μετά την παραλαβή τους τα κρατούσε εκ μέρους του Κατηγορουμένου αναμένοντας τις οδηγίες του για τη μεταφορά τους στην οικία του και παράδοση τους σε αυτόν. Από τη στιγμή της παραλαβής τους αυτά προορίζονταν (εν γνώσει και των δύο) για τον Κατηγορούμενο ο οποίος και ήλεγχε και ρύθμιζε τις κινήσεις του Χριστοδούλου και ο οποίος τελικώς έδωσε τις οδηγίες για τη μεταφορά και παράδοση τους σε αυτόν στην οικία του. Αυτή η διαπίστωση βρίσκει έρεισμα σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία υποστηρίζει πως κατοχή, υπό την έννοια του ελέγχου, δύναται να υπάρξει και στις περιπτώσεις όπου τα αντικείμενα βρίσκονται υπό τη φύλαξη τρίτου προσώπου, νοουμένου πως ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο τους. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388 και Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211. Στη δεύτερη υπόθεση λέχθηκαν τα εξής: «Τα πρωτόδικα ευρήματα δεν αφήνουν αμφιβολία ότι ο εφεσείων ήλεγχε τη διακίνηση της κάνναβης εφόσον γνώριζε τόσο για την άφιξη τους, όσο και για το πρόσωπο που θα έφερνε την κάνναβη στην Κύπρο, αλλά και περαιτέρω γνώριζε και τον τελικό παραλήπτη, δηλαδή τον Έλληνα, προς τον οποίο ο ίδιος είχε δώσει και τα τρία αλλοδαπά ονόματα με σκοπό σε κάποιο στάδιο να τους αποσταλούν τα χρήματα. Όλες αυτές οι κινήσεις του εφεσείοντα υποδηλώνουν έλεγχο της όλης κατάστασης έστω και αν ο ίδιος ουδέποτε ήλθε σε απευθείας επαφή με τις ναρκωτικές ουσίες.» Η ίδια προσέγγιση παρατηρείται και στην υπόθεση Τάκη v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Το Κακουργιοδικείο αφού κατέληξε ότι ο Εφεσείων είχε γνώση του περιεχομένου των πλαστικών συσκευασιών, βρήκε ότι ήταν το πρόσωπο που στα πλαίσια της κοινής δραστηριότητας, έδινε οδηγίες στον Μ.Κ. 2 για τη διακίνηση των ναρκωτικών. Με αυτά τα δεδομένα, το Κακουργιοδικείο, κατά την άποψή μας, ορθά κατέληξε ότι τα ναρκωτικά ήταν υπό τον έλεγχο του Εφεσείοντος (βλ. Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 256.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις που πραγματεύονται την ερμηνεία του όρου «κατοχή» δυνάμει του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, η οποία συνάδει πλήρως με την ερμηνεία του όρου αφορώσα στα αδικήματα ναρκωτικών. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Χριστάκης Ιωάννου «Τίτος» v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, όπου εξετάστηκε η έννοια του όρου της κατοχής σε σχέση με οπλισμό, τονίστηκε ότι αυτή είναι αρκετά ευρεία για να καλύψει τις περιπτώσεις φύλαξης οπλισμού σε υποστατικό τρίτου εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχό του. Επισημάνθηκε ότι η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για να στηρίξει καταδίκη. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε παραπομπή και στη Μixis v. Republic
(1962)C.L.R. 111 στην οποία ο εφεσείων, του οποίου η καταδίκη για κατοχή πιστολιού επικυρώθηκε, το φύλασσε στο σπίτι τρίτου προσώπου. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η Αγγλική υπόθεση Peaston 69 Cr. App. R. 203 στην οποία το Αγγλικό Εφετείο υιοθέτησε αντίστοιχη θέση, ήτοι ότι αφού ο εφεσείων είχε παραγγείλει τα ναρκωτικά από τον προμηθευτή και αυτά στάληκαν μέσω του ταχυδρομείου στη διεύθυνση που διέμενε, τότε ορθά θεωρήθηκε (από το πρωτόδικο Δικαστήριο) ότι τα ναρκωτικά ήταν στην κατοχή του από την στιγμή που εναποτέθηκαν από τον ταχυδρόμο μέσα στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού που διέμενε και στο οποίο σπίτι ο κατηγορούμενος ενοικίαζε ένα από τα πολλά δωμάτια που υπήρχαν. Στη βάση των ευρημάτων μας για τα γεγονότα διαπιστώνεται συμπερασματικά πως στην πραγματικότητα ο Κατηγορούμενος ήταν ο ιθύνων νους της όλης δράσης, ήταν δηλαδή ο εντολέας και καθοδηγητής του Χριστοδούλου, του οποίου ο ρόλος και η συμμετοχή στην εγκληματική συμπεριφορά, όπως του ανατέθηκε από τον Κατηγορούμενο, ήταν η παραλαβή, μεταφορά και παράδοση στον ίδιο των ναρκωτικών και τούτο έναντι αμοιβής για τη συγκεκριμένη περιορισμένη εξυπηρέτηση. Έτσι το Δικαστήριο καταλήγει πως ο Κατηγορούμενος είχε πλήρη γνώση περί του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών τα οποία παραλήφθηκαν από τον Χριστοδούλου, τοποθετήθηκαν εντός δικής του τσάντας και κατέφθασαν εντός της οικίας του εφόσον προορίζονταν για παράδοση σε αυτόν. Από τη στιγμή της παραλαβής τους από τον Χριστοδούλου ο Κατηγορούμενος απέκτησε και κατοχή τους υπό την έννοια του ελέγχου τους. Ενόψει της ποσότητας αυτών, και ειδικότερα εφόσον πρόκειται για πέραν των 30 γρ., δημιουργείται μαχητό τεκμήριο πως αυτά κατείχοντο με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα σύμφωνα με το άρθρο 30(Α) του Ν.27/99. Με βάση την απόφαση Hurbanek κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 524, την ανατροπή του πιο πάνω μαχητού τεκμηρίου ο Κατηγορούμενος πρέπει να αποσείσει με πιθανολόγηση ή εύλογη αμφιβολία το βάρος που έχει ότι δεν κατείχε τα ναρκωτικά με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ούτε και προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο από πλευράς υπεράσπισης από το οποίο να μπορούσε να εξαχθεί πως η επίδικη ποσότητα προορίζετο για οποιονδήποτε άλλο σκοπό. Έτσι το Δικαστήριο ικανοποιείται πως ο Κατηγορούμενος δεν απέσεισε το βάρος να καταρρίψει το τεκμήριο στον απαιτούμενο βαθμό. Στη βάση δε του τεκμηρίου αυτού συνάγεται αβίαστα πως ο Κατηγορούμενος απέκτησε την κατοχή τους με σκοπό την περαιτέρω προμήθεια αυτών σε άλλα πρόσωπα. Σημειώνουμε βέβαια πως και η ίδια η μεγάλη ποσότητα στην παρούσα περίπτωση θα οδηγούσε στο ίδιο συμπέρασμα χωρίς την επίκληση του νομοθετικού τεκμηρίου, ενόψει του μεγέθους της. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως και οι τρεις κατηγορίες έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2 και 3. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο