Δημοκρατία ν. Γεωργία Ανδρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8708/15, 24/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:33 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8708/15 Δημοκρατία ν.
- Γεωργία Ανδρέου
- Χριστάκης (Χρίστος) Κατσελλής
- Λευτέρης Χατζηχρυσάνθου
- Νίκος Ταπανίδης
- Πολύδωρος Πολυδώρου
- Χαράλαμπος Λιονταρής
- Ανδρέας Χατζηλοΐζου
- Χριστίνα Πετρή
- Χριστάκης Τομάζου
- Narinder Singh
- Mahendra Kumar Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Κυθραιώτου Για Κατηγορούμενους 1 και 5: κ. Χ. Πουργουρίδης Για Κατηγορούμενους 3 και 4: κ. Μαππουρίδης με κα Χαραλάμπους Για Κατηγορούμενο 7: κ. Μενελάου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Κατηγορούμενο 10: κ. Μ. Γεωργίου Για Κατηγορούμενο 11: κ. Κ. Ευσταθίου Κατηγορούμενοι 1, 3, 4, 5, 7, 10, 11: Παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Προτού η Κατηγορούσα Αρχή κλείσει την υπόθεση της υπέβαλε αίτημα προς το Δικαστήριο να μην κλητεύσει αλλά και να μην προσφέρει στην Υπεράσπιση για αντεξέταση, τους επί του κατηγορητηρίου μάρτυρες υπ΄ αρ. 5, 27 και
- Το αίτημα αυτό στηρίχθηκε στο ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν θεωρεί τους πιο πάνω μάρτυρες αξιόπιστους. Προτού αναφερθούμε στα όσα σχετικά επικαλέστηκε η κα Κυθραιώτου υποστηρίζοντας το πιο πάνω αίτημα κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε ότι η Υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 1, 5 και 11 είχε αρχικώς προβάλει ένσταση σε σχέση με το πιο πάνω αίτημα στο σύνολο του. Μεταγενέστερα, ωστόσο, η Υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 1, 5 και 11 περιόρισε την ένσταση της μόνο σε σχέση με τον μάρτυρα υπ΄ αρ. 5 στο κατηγορητήριο δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένσταση για τη μη κλήτευση από την Κατηγορούσα Αρχή των μαρτύρων 27 και 28 επί του κατηγορητηρίου. Η κα Κυθραιώτου εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, αφού αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα με αναφορά και σε σχετική νομολογία τόσο Αγγλική όσο και Κυπριακή, υποστήριξε, όπως μπορούμε να συνοψίσουμε, τα ακόλουθα: · Ο μάρτυρας υπ΄ αρ. 5 στο κατηγορητήριο είναι ο διερμηνέας που παρείχε τις υπηρεσίες του στην Αστυνομία αναφορικά με τη λήψη των καταθέσεων των τριών Παραπονουμένων/Μαρτύρων Κατηγορίας Ravinder Singh Aujla (Μ.Κ.2), Gurinder Singh (Μ.Κ.6) και Mandeep Singh Gill (Μ.Κ.7). Περιελήφθη το όνομα του στον κατάλογο μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου με βάση τις μεταφράσεις των καταθέσεων των πιο πάνω μαρτύρων στην Αγγλική γλώσσα. Θεωρούσε δηλαδή η Κατηγορούσα Αρχή ότι το κείμενο στην Αγγλική απέδιδε ορθά και πιστά τα όσα είχαν αναφέρει οι πιο πάνω μάρτυρες στην κατάθεση τους στη μητρική τους γλώσσα (Ινδική). Κατά την προετοιμασία της υπόθεσης όμως διαπιστώθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι, ο διερμηνέας (Μάρτυρας υπ΄ αρ. 5 στο κατηγορητήριο), κατά τη λήψη των καταθέσεων των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.7 δεν είχε καταγράψει στην πρωτότυπη (Ινδική) κατάθεση των δυο αυτών μαρτύρων γεγονότα ως τα είχαν αναφέρει οι μάρτυρες αναφορικά με κάποιο πρόσωπο με το παρατσούκλι Dhilon. · Όσον αφορά τους μάρτυρες επί του κατηγορητηρίου 27 και 28, η συμπερίληψη τους από την Κατηγορούσα Αρχή στο κατηγορητήριο έγινε εκ παραδρομής λόγω του ότι οι καταθέσεις που είχαν τα δυο αυτά άτομα δώσει (στην Αγγλική γλώσσα) δεν έτυχαν προσεκτικής μελέτης, ως έπρεπε, από την Κατηγορούσα Αρχή. Εν ολίγοις, οι δυο αυτοί μάρτυρες δεν έπρεπε εξαρχής να είχαν συμπεριληφθεί στο κατηγορητήριο χωρίς να τίθεται οποιοδήποτε θέμα κακοπιστίας ή ύπαρξης αλλότριων σκοπών από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω τόσο ο κ. Πουργουρίδης ο οποίος εκπροσωπεί τους Κατηγορούμενους 1 και 5 όσο και ο κ. Ευσταθίου ο οποίος εκπροσωπεί τον Κατηγορούμενο 11 περιόρισαν την ένσταση τους σε σχέση με τον μάρτυρα επί του κατηγορητηρίου 5 μη προβάλλοντας, επομένως, οποιαδήποτε ένσταση στο αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής να μην καλέσει τους άλλους δυο μάρτυρες 27 και 28 επί του κατηγορητηρίου. Η βασική θέση που προβλήθηκε από την Υπεράσπιση ήταν ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα ώστε να δικαιολογείται η μη κλήτευση του. Έγινε δε αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν το υπό εξέταση θέμα με επίκεντρο την κλασική Αγγλική υπόθεση R. v. Oliva
(1965)3 All E.R. 116 η οποία καθορίζει το εύρος των υποχρεώσεων της Κατηγορούσας Αρχής και κυρίως την υποχρέωση της να καλεί κάθε μάρτυρα του οποίου η μαρτυρία είναι ικανή να γίνει πιστευτή. Για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής κρίνουμε σκόπιμο εν πρώτοις να σκιαγραφήσουμε το νομικό πλαίσιο που διέπει τέτοιου είδους αιτήματα. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλους τους μάρτυρες τα ονόματα των οποίων εμφανίζονται στο κατηγορητήριο.[1] Η υποχρέωση της παρουσίας των μαρτύρων δεν εξυπακούει και την υποχρέωση κλήσης τους για να καταθέσουν. Η Κατηγορούσα Αρχή διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια: (α) να τους καλέσει για να καταθέσουν ή (β) να τους καλέσει και να τους προσφέρει προς αντεξέταση ή (γ) να μην τους καλέσει καθόλου. Η διακριτική αυτή ευχέρεια πρέπει, όμως, να ασκείται από τον εκάστοτε εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής μέσα στα πλαίσια της συνολικής του υποχρέωσης να ενεργεί ακριβοδίκαια ως λειτουργός της δικαιοσύνης.[2] Η Κατηγορούσα Αρχή έχει διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει ποιοι μάρτυρες θα κληθούν. Η κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της και δεν μπορούν να τεθούν κανόνες για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής της ευχέρειας. Ωστόσο, αυτή η διακριτική ευχέρεια πρέπει να ασκείται με τρόπο που προάγει το συμφέρον της δικαιοσύνης και που είναι ταυτόχρονα, ακριβοδίκαιος για την υπεράσπιση. Αν η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να τον καλέσει έστω και αν η μαρτυρία του είναι ασυμβίβαστη με την υπόθεση την οποία επιδιώκει να αποδείξει.[3] Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να καλεί στο Δικαστήριο για να τον εξετάσει ή για να τον προσφέρει στην υπεράσπιση για αντεξέταση κάθε μάρτυρα του οποίου το όνομα είναι οπισθογραφημένο στο κατηγορητήριο (σε περίπτωση δίκης με βάση κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο). Υπάρχει διακριτική ευχέρεια στην Κατηγορούσα Αρχή την οποία δύναται να ασκήσει και να μην καλέσει μάρτυρα τον οποίον έχει περιλάβει στο κατηγορητήριο η οποία, όμως, ασκείται κάτω από εξαιρετικές περιστάσεις. Αυτό μπορεί να γίνει αν η Κατηγορούσα Αρχή καλόπιστα πιστεύει ότι ο μάρτυρας κατηγορίας δεν θα είναι μάρτυς αλήθειας στηριζόμενη σε γεγονότα τα οποία μεσολάβησαν μετά από τη συμπερίληψη του ονόματος του μάρτυρα στο κατηγορητήριο. Θα πρέπει δε αυτά τα γεγονότα να έχουν σχέση με τη συμπεριφορά του ιδίου του μάρτυρα και όχι με τη συμπεριφορά άλλου μάρτυρα ή με αναφορά σε άλλη μαρτυρία η οποία, στο μεταξύ, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεωρείται, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, κλασική για το θέμα που εξετάζουμε, δηλαδή, για την εξουσία του Δικαστηρίου να δίδει οδηγίες στην Κατηγορούσα Αρχή να καλέσει μάρτυρες, η υπόθεση Oliva (ανωτέρω) η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.657. Στην πιο πάνω υπόθεση αναφέρθηκε ότι όπου το όνομα ενός μάρτυρα φαίνεται οπισθογραφημένο στο κατηγορητήριο και εφόσον η μαρτυρία του είναι ικανή να γίνει πιστευτή είναι καθήκον της Κατηγορούσας Αρχής να τον καλέσει ακόμη και αν η μαρτυρία την οποία θα δώσει είναι ασυμβίβαστη με την υπόθεση η οποία επιδιώκεται να αποδειχθεί. Αν η Κατηγορούσα Αρχή αρνείται να το κάνει, το Δικαστήριο το ίδιο μπορεί να καλέσει τον μάρτυρα. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι υπάρχει διακριτική ευχέρεια της Κατηγορούσας Αρχής να μην καλέσει μάρτυρα κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες φαίνονται καλύτερα στο απόσπασμα που ακολουθεί από τη σελίδα 122: "The prosecution do not, of course, put forward every witness as a witness of truth, but where the witness's evidence is capable of belief then it is their duty, well recognised, that he should be called, even though the evidence that he is going to give is inconsistent with the case sought to be proved. Their discretion must be exercised in a manner which is calculated to further the interest of justice, and at the same time be fair to the defence. If the prosecution appear to be exercising that discretion improperly, it is open to the judge of trial to interfere and in his discretion in turn to invite the prosecution to call a particular witness, and if they refuse there is the ultimate sanction in the judge himself calling the witness". Ο έλεγχος που πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή, έχοντας στη διάθεσή της κάποιες πληροφορίες ή στοιχεία, εύλογα κρίνει ότι ο μάρτυρας αυτός δεν θα πρέπει να προσφερθεί στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Ας σημειωθεί ότι η αρχή η οποία έχει διατυπωθεί στην Οliva (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην υπόθεση Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143 όπου τονίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να καλέσει ως μάρτυρα κάθε πρόσωπο από το οποίο λήφθηκε κατάθεση και του οποίου η μαρτυρία θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή έστω και αν το περιεχόμενο της μαρτυρίας του συγκρούεται με την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Η διακριτική ευχέρεια της Κατηγορούσας Αρχής να καλεί ή όχι ένα μάρτυρα εξετάστηκε και σε μεταγενέστερη αγγλική απόφαση στην υπόθεση R. v. Brown (Daniel)
(1997)1 Cr.App.R. 112 η οποία υιοθέτησε τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίστηκαν στην απόφαση R. v. Russell Jones
(1995)1 Cr.App.R. 538.[4] Στην υπόθεση Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706,[5] ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Ναθαναήλ, διατύπωσε τις αρχές που εφαρμόζονται στο υπό εξέταση θέμα ως ακολούθως: «Αποτελεί πλέον αξίωμα μέσα από σχετικές αυθεντίες ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει υποχρέωση να καλεί κάθε μάρτυρα, αλλά μόνο εκείνους που κρίνει ότι η μαρτυρία τους είναι ικανή να γίνει πιστευτή. Το καθήκον της Κατηγορούσας Αρχής να καλεί όλους τους μάρτυρες που μπορούν να δώσουν άμεση μαρτυρία ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, δεν επεκτείνεται και σε υποχρέωση να παρουσιάσει μάρτυρα που δεν θεωρεί η ίδια αξιόπιστο. Δεν υπάρχει κανόνας που να υποχρεώνει την Κατηγορούσα Αρχή να καλέσει μάρτυρα απλώς για να βοηθήσει την υπεράσπιση να καταστρέψει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Σχετικές υποθέσεις είναι η R. v. Oliva [1965] Cr. App. R. 298, Brown v. Brown [1997] 1 Cr. App. R. 112, Ιωάννου και Ηρακλέους ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 657 και Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
- Το όλο ζήτημα σχολιάζεται εκτενώς στον Archbold: Criminal Pleading Evidence and Practice, έκδ. 2007 σελ. 468-469, παρ. 4-275 και 4-
- Με αναφορά στην απόφαση R. v. Russel-Jones [1995] 1 Cr. App. R. 538, καταγράφεται ότι εναπόκειται στην ίδια την Κατηγορούσα Αρχή να αποφασίσει ποιος μάρτυρας μπορεί να δώσει ικανοποιητική και πειστική μαρτυρία και σ' αυτή την παράμετρο δεν πρέπει βέβαια να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ο μάρτυρας να είναι λιγότερο βοηθητικός προς την Κατηγορούσα Αρχή και περισσότερο προς την υπεράσπιση. Οι επτά παράμετροι που καθόρισε η πιο πάνω υπόθεση δεν θεωρούνται ως άκαμπτοι, εναπόκειται δε στην Κατηγορούσα Αρχή να ασκήσει ορθή και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης κρίση και το Δικαστήριο θα επέμβει μόνο αν θεωρήσει ότι η Κατηγορούσα Αρχή ενήργησε πάνω σε λανθασμένη αρχή». Στο Σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice
(2017)παρ. D16.19 με αναφορά στην υπόθεση R. v. Oliva ( ανωτέρω) διαβάζουμε τα εξής: "Witness not credible. Prosecuting counsel has a discretion not to call a witness whose name is on the back of the indictment if the witness no longer appears to counsel to be a credible witness, worthy of belief (Oliva [1965] 3 All ER 116). This exception presupposes that something has occurred between the case being sent and trial to cast doubt on the witness's veracity". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εξετάζοντας το υπό κρίση αίτημα διαπιστώνεται ότι η πρωτότυπη (Ινδική) κατάθεση των Μαρτύρων Κατηγορίας 2 και 7 ευρίσκετο εξαρχής στην κατοχή της Κατηγορούσας Αρχής ασχέτως αν κατά το στάδιο ετοιμασίας του κατηγορητηρίου της υπόθεσης η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής είχε υπόψη της μόνο το περιεχόμενο των καταθέσεων των πιο πάνω μαρτύρων στην Αγγλική γλώσσα. Δεν έχει εξηγηθεί για ποιο λόγο κατ΄ εκείνο το στάδιο η Κατηγορούσα Αρχή δεν επιχείρησε να λάβει γνώση και του περιεχομένου του πρωτότυπου κειμένου των εν λόγω καταθέσεων στην Ινδική γλώσσα. Εάν αυτό γινόταν, τότε η διάσταση η οποία καταγράφεται ότι υφίσταται μεταξύ του Ινδικού κειμένου και του Αγγλικού εύκολα θα μπορούσε να είχε διαπιστωθεί από τότε. Ούτε έχει επεξηγηθεί πως αυτή η διάσταση στα δύο κείμενα μπορεί αφ΄εαυτής να δικαιολογήσει ζήτημα αναξιοπιστίας από μέρους του μάρτυρα υπ΄ αρ. 5 στο κατηγορητήριο. Με άλλα λόγια δεν έχει επεξηγηθεί ο λόγος για τον οποίο η ορθή μεταφορά των λεχθέντων από τους Μάρτυρες Κατηγορίας 2 & 7 θεωρείται ότι είναι εκείνη η οποία προκύπτει από το αγγλικό κείμενο και όχι εκείνη από το Ινδικό που είναι και η μητρική γλώσσα των εν λόγω μαρτύρων. Ούτε γίνεται κατανοητή η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι οι διαφορές που προκύπτουν μεταξύ των δύο αυτών κειμένων (αφενός του Ινδικού και αφετέρου του Αγγλικού) πρέπει να αποδοθούν στον διερμηνέα (υπό την έννοια της έλλειψης αξιοπιστίας από μέρους του) ο οποίος, όπως ήταν η σχετική εισήγηση της κας Κυθραιώτου, «για δικούς του σκοπούς δεν μετέφερε στην κατάθεση των παραπονουμένων τα όσα αυτοί ανέφεραν στην Αστυνομία». Κατά συνέπεια δεν διαπιστώνεται στην παρούσα περίπτωση να υφίσταται ζήτημα που αφορά στην αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα το οποίο μάλιστα έχει προκύψει μετά από τη συμπερίληψη του ονόματος του στο κατηγορητήριο. Απόρροια αυτού είναι ότι η βασική αυτή προϋπόθεση η οποία πρέπει να υφίσταται για να μπορεί η Κατηγορούσα Αρχή να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια να μην καλέσει μάρτυρα τον οποίο έχει περιλάβει στο κατηγορητήριο δεν υφίσταται. Καταληκτικά και συνεκτιμώντας τη θέση των συνηγόρων Υπεράσπισης στη βάση αυτών που ανέφερε η κα Κυθραιώτου κρίνουμε βάσιμο και δικαιολογημένο το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για τους Μάρτυρες 27 και 28 επί του κατηγορητηρίου, αλλά δεν συμφωνούμε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την μη κλήση του Μάρτυρα 5. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Λ.Δ. [1] Δέστε Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.657, στη σελίδα 666 και R v. Oliva
(1965)3 All E.R.116, όπου στη σελίδα 122 αναφέρονται τα εξής: "The prosecution must of course have in court the witnesses whose names are on the back of the indictment, but there is a wide discretion in the prosecution whether they should call them, either calling and examining them, or calling and tendering them for cross-examination". [2] Δέστε Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.657, στη σελίδα 666. [3] Δέστε Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 A.A.Δ. 186, σελίδα 238. [4] Δέστε και
(1995)3 All E.R. 239 όπως και την πιο πρόσφατη απόφαση Grant v. The Queen
(2007)1 A.C. 1 του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council), σελ. 16. [5] Δέστε και την υπόθεση Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο